Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

Αντίχριστος Antichrist


«Το χάος Βασιλεύει»
http://www.antichristthemovie.com/?language=en

Σκηνοθεσία: Λαρς Φον Τρίερ
Σενάριο: Λαρς Φον Τρίερ
Φωτογραφία: Anthony Dod Mantle (οσκαρ για το Slumdog Millionaire )
Μουσική: Handel από την όπερα Ρίνάλντο
Παίζουν: Ουίλιαμ Νταφόε, Σαρλότ Γκενσμπούργκ
Έτος παραγωγής: 2009
Χώρα Παραγωγής: ΔΑΝΙΑ
Γλώσσα: Αγγλικά
Έγχρωμο
Διάρκεια: 104΄ (η λόγοκριμένη κόπια είναι 100΄)
Hxos: Dolby Stereo
Εικόνα: Flat
Καταλληλότητα: Ακατάλληλο από 17


Lascia ch’io pianga
mia cruda sorte,
e che sospiri la libertà.
Il duolo infranga queste ritorte
de’ mei martiri sol per pietà.

(Άσε με να θρηνήσω
Για την άσπλαχνη μοίρα μου
Και άσε με να στενάξω για λευτεριά.
Μακάρι η θλίψη να σπάσει
Τα δεσμά του μαρτυρίου μου,
Κι ας είναι μονάχα από οίκτο.)
(Rinaldo, Lascia ch’io pianga, HWV7, όπερα του Georg Friedrich Händel)

Υπόθεση:
Ένα ζευγάρι αποφασίζει να καταφύγει στη δική του Εδέμ, τη γη της επαγγελίας , που είναι μια καλύβα απομονωμένη στο κέντρο ενός δάσους . Εκεί προσπαθούν να ξαναχτίσουν την κατεστραμμένη τους σχέση και να επισκευάσουν τις ραγισμένες καρδιές τους

Όμως η Φύση αποφασίζει να τους δώσει τα δικά της μαθήματα κι έτσι τα πράγματα πάνε από το κακό …στο χειρότερο…
Ενα Σχόλιο :
Tι σημαίνει ο «Αντίχριστος» του Λαρς φον Τρίερ
Είδα την τελευταία ταινία του Λαρς φον Τρίερ «Αντίχριστος». Την είδαμε στο σπίτι του Σπύρου, ο Σπύρος, ο Γιώργος και εγώ. Κατεβασμένη από το ίντερνετ. Βλέποντας την πρώτη σκηνή, ασπρόμαυρη, σκεφτόμουν «αυτή είναι η καλύτερη μικρού μήκους ταινία όλων των εποχών!».Και μου ήρθε να πω: «Εγώ αν είχα κάνει αυτή τη σκηνή, δεν θα ήθελα να έκανα τίποτʼ άλλο». Αλλά δεν ήθελα να τους προκαταλάβω. Μετά είδαμε και την υπόλοιπη ταινία... Έπαθα σοκ. Ήταν μια ταινία τρομακτική, όχι τρόμου ή θρίλερ, απλώς (απολύτως δηλαδή) μια ταινία τρομακτική. Και δεν το λέω για τις σκηνές τραυματισμού των γεννητικών οργάνων του άντρα ή τον ακρωτηριασμό της κλειτορίδας της γυναίκας, δεν με πείραξαν αυτά. Όταν τελείωσε η προβολή της ταινίας συζητούσαμε τρεις ώρες γιʼ αυτήν. Είπα στα παιδιά ότι πρόκειται για μια ταινία που δεν θα τη σύστηνα να τη δει κανένας κανονικός άνθρωπος που ξέρω. (Ίσως, σκέφτηκα αργότερα, σε κάποιους που πάσχουν από κατάθλιψη, μπας και συνέλθουν).Θυμήθηκα που διάβασα στις εφημερίδες κάποιες ανταποκρίσεις μετά την προβολή της ταινίας στις Κάνες. Έλεγαν ότι στην επίσημη προβολή αποχώρησαν από την αίθουσα αρκετοί, μερικοί φωνάζοντας «αίσχος». Ο Τρίερ είπε ικανοποιημένος: «Χρόνια περίμενα να συμβεί αυτό». Μετά διάβασα ότι στη συνέντευξη Τύπου κάποιοι δημοσιογράφοι τον ρώτησαν επιθετικά, τι νόημα είχαν όλα αυτά που έδειχνε στην ταινία του. Κι εκείνος απάντησε προκλητικά: «Είμαι ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης του κόσμου και νομίζω ότι δικαιούμαι να κάνω ό,τι θέλω...». Ή κάπως έτσι. «Συμφωνώ» είπα στα παιδιά, «δικαιούται να κάνει ό,τι θέλει... Κι όποιος αντέξει. Όπως δικαιούται ο καθένας, αν δεν του αρέσει, να φύγει από την αίθουσα προβολής, όπως επίσης να πει γιʼ αυτήν ό,τι θέλει». Είπαμε κι άλλα, δεν καταλάβαμε όμως πού κολλούσε ο τίτλος της ταινίας.Την άλλη μέρα με πήρε ο Σπύρος στο κινητό και μου είπε με έξαψη: «Αυτή η ταινία, ξέρεις ποιο θέμα είχε; Ήταν για τους πρωτόπλαστους... αλλά από την ανάποδη!». Δεν κατάλαβα και συνέχισε να μου εξηγεί. «Αυτοί οι δύο είναι ο Αδάμ και η Εύα, που επιστρέφουν στην Εδέμ, στον παράδεισο, αφού έχουν γνωρίσει το σεξ, αφού έχουν κάνει ένα παιδί, αφού έχουν βιώσει την απώλεια του παιδιού τους και αφού έχουν φορτωθεί την ενοχή γιʼ αυτό -ξαναγυρίζουν πίσω στη φύση. Και τα πράγματα πάνε ανάποδα, χάνουν σταδιακά την πολιτισμένη ταυτότητά τους, χάνουν τις αναστολές τους, χάνουν τον έλεγχο των ενστίκτων τους, βγαίνει η άγρια φύση τους, ώσπου ο Αδάμ σκοτώνει την Εύα, αυτήν που κάποτε γεννήθηκε από το πλευρό του. Αυτή η ανάποδη πορεία των πραγμάτων είναι ο ερχομός του Αντίχριστου...». Με κούφανε, ταίριαζαν όλα όσα έλεγε. Και τότε είπα: «Λες να είναι αυτό που εγώ διαισθάνομαι σαν παρακμή στην εποχή μας; Ότι φτάνουμε στο όριο του πολιτισμού μας, και επιστρέφουμε πίσω, στην πρωτόγονη φύση μας...». Και για να μην με παρεξηγήσει, εξηγήθηκα: «Οι καλλιτέχνες, οι αληθινοί καλλιτέχνες, όσοι απομείναν, έχουν ευαίσθητες κεραίες και πιάνουν αυτό που έρχεται, αυτό που δεν αντιλαμβάνονται οι πολλοί... Και λένε: φτάσαμε στο έσχατο όριο, δεν έχει παρά πέρα, επιστρέφουμε πίσω στην αρχή, στη βαθύτερη φύση μας, αυτήν που έχουμε επικαλύψει με ρόλους, με λόγους, με κοινωνικές θέσεις, με ανέσεις, με γνώσεις...». Ο Σπύρος συμπλήρωσε: «Λέγαμε κάποτε: "Εν αρχή ην ο λόγος"... Στην ταινία, όσο κι αν προσπαθούν να σώσουν την ψυχή τους με λογική συζήτηση, δεν τα καταφέρνουν, όλα πάνε από το κακό στο χειρότερο. Έτσι, εν αρχή γίνεται η βία... χωρίς αιτία». «Ακριβώς» είπα εγώ. Και μετά δεν είχα τι άλλο να πω. Κλείσαμε το τηλέφωνο.Την ώρα που ένα ζευγάρι κάνει σεξ και το απολαμβάνει, συμβαίνει ο θάνατος ενός παιδιού. Είναι το τέλος (του νοήματος ίσως). Μετά το τέλος η ζωή διολισθαίνει προς τα πίσω, στην ματαιότητα του λόγου, της λογικής, επιστρέφει στην πρωταρχικήμας φύση και ο Άντρας και η Γυναίκα αλληλοσπαράσσονται... Έτσι είναι η φύση (που είναι, λέει, «η εκκλησία του σατανά»), έτσι είναι η απάνθρωπη φύση μας, όταν εκπέσουν όλα τα προσχήματα, όταν βρεθούμεμόνοι σε ένα τόπο χωρίς θεσμούς, περιορισμούς και κοινωνικές συμβάσεις, σε έναν τόπο που δεν σημαίνουν τίποτα πια το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος. Εκεί όπου μια ελαφίνα σέρνειπίσω της, μισοκρεμασμένο έξω απʼ τη μήτρα της, το νεκρό νεογέννητό της -«συνεχίζοντας τη ζωή της».Μα αυτή είναι μια θρησκευτική παραβολή, αναποδογυρισμένη τα μέσα έξω! Πρέπει να ξαναδώ την ταινία, στο σινεμά... Φοβερή ταινία! Προφητική και συνάμα αστεία! Και κάπου βαρετή. Ναι, όλα αυτά.Επιστρέφουμε ολοταχώς στο «σημείο μηδέν ». Το τέλος προηγείται της αρχής, η αρχή είναι αυτό που τελειώνει... Τι άλλο να πεις; Κι ό,τι κι αν πεις, ποιος θα σε ακούσει; Ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά; Ο Αντρέι Ταρκόφσκι υπήρξε ο τελευταίος μεγάλος δημιουργός του κινηματογράφου που ήταν θρήσκος και τα έπαιρνε όλα στα σοβαρά. Ο Τρίερ είναι τώρα ο «Αντίχριστος» (το «αντίχριστο» αντίστοιχο) του Ταρκόφσκι. Α! Όλα κι όλα!Γράφει ο Σωτήρης Ζήκος περιοδικό CITY 15.9.09

Ο σκηνοθέτης για την ταινία :

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ
Πριν από περίπου δύο χρόνια, υπέφερα από κατάθλιψη. Ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα. Τα πάντα, χωρίς καμία εξαίρεση, μου φαίνονταν άνευ σημασίας και αξίας. Δεν μπορούσα να δουλέψω.
Έξι μήνες αργότερα, σαν άσκηση απλώς, έγραψα ένα σενάριο. Ήταν ένα είδος θεραπείας, αλλά και συγχρόνως μια αναζήτηση, ένα πείραμα για να δω αν θα μπορούσα να γυρίσω ποτέ ξανά κάποια ταινία. Το σενάριο τέλειωσε και γυρίστηκε χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό, όπως ήταν, κι αξιοποιώντας ούτε το μισό από τις σωματικές αλλά και τις πνευματικές μου δυνατότητες. Η δουλειά στο σενάριο δεν έγινε σύμφωνα με το συνήθη τρόπο δουλειάς μου. Σκηνές προσθέτονταν χωρίς λόγο. Εικόνες συνθέτονταν χωρίς να ακολουθείται κάποια λογική ή κάποιου είδους κινηματογραφική σκέψη. Συχνά προέρχονταν από όνειρα που έβλεπα εκείνη την εποχή, ή από όνειρα που είχα δει παλιότερα στη διάρκεια της ζωής μου. Για μια ακόμη φορά, το θέμα ήταν η «Φύση», αλλά με ένα τρόπο διαφορετικό, περισσότερο ευθύ απ’ ό, τι παλιά. Με έναν τρόπο πιο προσωπικό.
Το φιλμ δεν περιέχει κάποιο συγκεκριμένο κώδικα ηθικής, και στη θέση της πλοκής έχει μονάχα αυτά που κάποιοι θα αποκαλούσαν τα «απολύτως απαραίτητα».
Διάβαζα Στρίντμπεργκ όταν ήμουν νέος. Διάβαζα με ενθουσιασμό τα όσα έγραφε πριν πάει στο Παρίσι για να γίνει αλχημιστής και αυτά που έγραψε όσο διέμενε εκεί ..την περίοδο που αργότερα αποκλήθηκε «κρίση της κολάσεώς» του (inferno crisis) –ήταν άραγε ο «Αντίχριστος» η δική μου Κρίση της Κολάσεως; Η συγγένειά μου με τον Στρίντμπεργκ;
Σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να σας προσφέρω καμιά δικαιολογία για τον «Αντίχριστο». Τίποτε άλλο εκτός από την απόλυτη πίστη μου στο φιλμ –το σημαντικότερο φιλμ σε ολόκληρη την καριέρα μου!
Λαρς Φον Τρίερ, Κοπεγχάγη, 25/03/2009.

Tips:
Η ταινία είναι αφιερωμένη στον Αντρέι Ταρκόσφκι
Η ταινία προκάλεσε σοκ και απίστευτες αντιδράσεις στο Φεστιβαλ Καννών και θεωρήθηκε το σκάνδαλο της διοργάνωσης.
Ο γνωστός για την προβοκατόρικη διάθεση του δημιουργός πυροδότησε ακόμη περισσότερο το ήδη τεταμένο κλίμα με τις δηλώσεις στη συνέντευξη τύπου .
Θεωρείται από το σύνολό των σινεφίλ μλπόγκερς η πιο αναμενόμενη ταινία της χρονιάς.

Βραβεία- Συμμετοχές :
Βραβείο Γυναικείας ερμηνείας στην Σαρλότ Γκενσμπούργκ στο 62ο Φεστιβαλ Καννών.
Επίσημη συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του 62ου Φεστιβαλ Καννών

ΚΡΙΤΙΚΗ

Προκλητικό, αχρείο κι ενοχλητικό …και επίσης πέρα για πέρα ευφυές!
David Edwards, The Mirror

Η πιο σοκαριστική ταινία στην ιστορία του Φεστιβάλ Καννών
Anita Singh, The Sunday Telegraph

Τίποτα δεν μπορεί να σας προετοιμάσει για την εμπειρία του ‘’Αντίχρηστου’’, τίποτα!
Dave Calhoun, Sky Movies

Μια καλλιτεχνική ταινία σκηνοθετημένη από ένα δεξιοτέχνη κινηματογραφιστή, που για μια ακόμα φορά αποδεικνύει ότι είναι ένας αντάξιος διεκδικητής του μεγαλύτερου τίτλου παγκοσμίως. Μπράβο κύριε Trier. Αξίζετε αυτό τον Φοίνικα – ξανά.
Screen comment

Παρασύρθηκα από την ταινία. Ο ‘’Αντίχριστος’’ είναι για το σινεμά ό,τι ο Lou Reed για τη ροκ μουσική. Αναμφισβήτητα μπορώ να πω ότι αξίζει να τη δει κανείς αν θέλει να δει που βρισκόταν η ιστορία του κινηματογράφου, που είναι και που πηγαίνει…
Damon Wise, Empire

Ο Αντίχριστος είναι η πιο γνήσια και προκλητική δουλειά που έχει κάνει ο Von Trier από το ‘’Δαμάζοντας τα κύματα’’. Μπορεί αύριο να έχω αλλάξει γνώμη εντελώς – ακόμη όμως ένας λόγος που κάνει την ταινία αξιοθαύμαστη. Βαθμολογία 9/10.
Movieline

Η ταινία είναι αφιερωμένη στον Andrei Tarkovsky, κι αν αυτό δε σημαίνει τίποτα για σας, μείνετε μακριά!
Epmpire

Με τον ‘’Αντίχριστο’’ ο Lars Von Trier δικαιώνει απολύτως τη φήμη του ως ένας σκανδαλώδης και δεξιοτέχνης δημιουργός εικόνας…. η πιο σοκαριστική ταινία του φεστιβάλ… κανείς δε μπορεί να αρνηθεί την πρωταρχική δύναμη της ταινίας
Indiewire

… είναι μέχρι τώρα το πιο δυνατό έργο του διαγωνισμού.
The Guardian

Ο Lars Von Trier είναι ο καλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο. Πως το ξέρουμε; Μα φυσικά επειδή μας το είπε. ‘’Είμαι ο καλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο’’ δήλωσε στον διεθνή τύπο σήμερα.
Guardian



Μια συνέντευξη του Λαρς στον Κνουντ:

Μια νεκροφόρα που επιστρέφει στο σπίτι
Συνέντευξη από το περιοδικό FILM #66
Έκδοση του Δανέζικου Ινστιτούτου Κινηματογράφου, Μάιος 2009
(μετάφραση Μαριάννα Ράντου )
Ο Knud Romer, που εμφανίστηκε στην ταινία του Λαρς Φον Τρίερ «Ηλίθιοι» το 1998, συνομίλησε με τον Φον Τρίερ στις αρχές του Απριλίου, όταν ο σκηνοθέτης είχε μόλις βάλει τις τελικές πινελιές στο τελευταίο του φιλμ, «Αντίχριστος».

«Μοιάζεις με παπά» μου λέει ο Φον Τρίερ, καθώς σφίγγουμε τα χέρια έξω από την αίθουσα προβολής στους χώρους του Filmbyen, όπου θα δούμε την τελευταία του δουλειά, τον «Αντίχριστο». Το συγκεκριμένο φιλμ καλύπτεται από ένα πέπλο μυστηρίου και υπάρχουν γύρω μας τόσα προληπτικά μέτρα που νιώθω ότι βρίσκομαι σε κάποια προβολή στις αποθήκες χρυσού κάποιου θησαυροφυλακίου. «Άλλωστε, εδώ βρίσκομαι για να σώσω την αθάνατη ψυχή σου», τον πειράζω.
Ενενήντα λεπτά μετά, σηκώνομαι από το κάθισμά μου, βαθύτατα ταραγμένος. Γυρίζοντας στο σπίτι, ο φόβος και η παράνοια με κατακλύζουν ξανά, καθώς μια νεκροφόρα με προσπερνά στο δρόμο.
Η προοπτική του να πάρω συνέντευξη από τον Φον Τρίερ με πανικοβάλλει. Πρωταθλητής στην ειρωνεία και το σαρκασμό, μπορεί να γυρίσει κάθε συζήτηση εναντίον σου, χτυπώντας σε στα πιο αδύνατα σημεία σου. Τον περιμένω στο Filmbyen, και μου λένε ότι έχει καθυστερήσει. Πάνω από την πόρτα του γραφείου του, είναι γραμμένο με κόκκινα, σα ματωμένα, γράμματα: «το χάος βασιλεύει». Μια ώρα αργότερα, μου λένε ότι θέλει να κάνουμε τη συνέντευξη στο σπίτι του, 20 χιλιόμετρα βόρεια από εδώ. Είμαι τόσο αγχωμένος που νομίζω ότι το αυτοκίνητο θα μου φύγει από το δρόμο. Φτάνοντας στο στενό δρομάκι που οδηγεί στο σπίτι του που βλέπει σε ένα ρυάκι, γρατζουνάω το αμάξι σε ένα φράχτη και κάτι πέτρες στο πάρκινγκ και πηγαίνω σε λάθος σπίτι, μέχρι που επιτέλους ακούω μια φωνή από την ανοιχτή πόρτα, «Κνούντ! από δω!».
Ο Φον Τρίερ είναι η ευγένεια προσωποποιημένη. Η γυναίκα του, Μπέντε, έχει φτιάξει βάφλες και τσάι από βότανα –το δυο πιο παρηγορητικά πράγματα στον κόσμο. Τα έχω ανάγκη και τα δύο, ειδικά μόλις συνειδητοποιώ ότι θα κάνουμε τη συνέντευξη στον κάτω όροφο, στο υπόγειο, πάνω σε δύο τεράστιες μαξιλάρες, με τον Φον Τρίερ να φορά μόνο τις μαύρες κάλτσες του, φαρδύ μαύρο εσώρουχο και ένα μαύρο t-shirt. Ξαφνικά δε νιώθω και πολύ σίγουρος για το τι πρόκειται να συμβεί –περισσότερο επειδή σκοπεύω να συζητήσω μαζί του για ποιό λόγο, όπως άλλωστε και τόσοι άλλοι σκηνοθέτες, επιμένει να γυρίζει το ίδιο έργο ξανά και ξανά, σε διαφορετικές, όλο και πιο ριζοσπαστικές εκδοχές. Στη δική του περίπτωση, αυτό το έργο αφορά έναν παθητικό, παρανοϊκό άντρα, έναν μεγαλομανή, που είναι είτε κατάκοιτος (όπως στο «Δαμάζοντας τα Κύματα»), είτε θάβεται ζωντανός (όπως στον «Αντίχριστο»), ενώ ταυτόχρονα κακοποιεί σεξουαλικά μία σωματικά ή πνευματικά άρρωστη γυναίκα μέχρι θανάτου, με σκοπό να προκαλέσει εικόνες σαδομαζοχιστικής ηδονής και να ικανοποιήσει ηδονοβλεπτικά τη σεξουαλικότητά του. Η παράνοιά μου έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο –ειλικρινά, φοβάμαι ότι ο επόμενος θα είμαι εγώ!
Δεν ήμουν, φυσικά. Αυτός που συνάντησα στο υπόγειο δεν ήταν ο Αντίχριστος, αλλά ένας σκηνοθέτης σπλαχνικός και ανοιχτός –σε σημείο σχεδόν γύμνιας- που ζει στο μεταίχμιο, με απόλυτη συναίσθηση του θανάτου, κάτι που του δίνει τη δυνατότητα να δημιουργεί αυτήν την αποκαλυπτική οπτική πανδαισία που κάνει τον «Αντίχριστο» ένα αριστούργημα τέτοιου βεληνεκούς.
Μιάμιση ώρα μετά, μετανιώνω που δεν κατάφερα να πάρω μια καλύτερη συνέντευξη. Είναι η πρώτη μου φορά, και μιλάω περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Καθώς φεύγω, κάνω αυτό που δεν είχα κάνει τόσην ώρα: πολύ διστακτικά, αγκαλιάζω τον Φον Τρίερ για να του δείξω την ευγνωμοσύνη μου. Πίσω στο αυτοκίνητο, η αγωνία μου και ο φόβος μου και η παράνοιά μου σιγά σιγά εξατμίζονται και αυτή τη φορά –είναι αλήθεια, σας το ορκίζομαι– εγώ είμαι αυτός που προσπερνά τη νεκροφόρα στη διαδρομή προς το σπίτι.

Lars von Trier: Έχω αγωνία να ακούσω την πρώτη σου ερώτηση. Να θυμάσαι, πρέπει να είναι μεγάλη!
Knud Romer: Έκανες μια σειρά από έργα περισσότερο αφηρημένα, στα οποία έμοιαζες να αυτοπεριορίζεσαι. Και τώρα ο Φον Τρίερ, ο δημιουργός των εφιαλτικών αποκαλυπτικών εικόνων επέστρεψε. Γιατί στράφηκες στο πρώτο είδος και τι σε έκανε να επιστρέψεις τώρα;
LvT: Για μένα τα πάντα είναι εικόνες –ακόμα κι αν αυτά είναι γραμμές από κιμωλία στο πάτωμα. Αλλά …(διστάζει), ένιωθα πεσμένος, θλιμμένος –είχα πιάσει πάτο, κι είχα αμφιβολίες για το αν θα μπορούσα να γυρίσω ποτέ ξανά ταινία. Γύρισα όμως σε κάποια από τα εφόδια της νεανικής μου ηλικίας. Ήμουν ενθουσιασμένος με τον Στρίντμπεργκ τότε, ειδικά με τον Στρίντμπεργκ σαν άνθρωπο. Ήταν εκπληκτικός. Κι έτσι προσπάθησα να κάνω ένα έργο –δεν έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτό, είναι κάπως δύσκολο να βρω τις λέξεις να το περιγράψω–, προσπάθησα να κάνω ένα έργο στο οποίο η λογική δε θα είχε ακριβώς θέση.
KR: «Το χάος βασιλεύει»
LvT: Ναι (γελάει). Έφτιαξα διάφορες εικόνες, τις οποίες προσπάθησα να δέσω μεταξύ τους. Επίσης ήταν πολύ ενδιαφέρον για μένα να κάνω ένα έργο με μόνο δύο χαρακτήρες.
KR: Σκηνές από ένα γάμο…
LvT: Σκηνές από ένα Γάμο, ναι, αλλά με κάπως διαφορετική μορφή. Μου είχαν αρέσει οι «Σκηνές από ένα Γάμο» τότε που είχα δει το φιλμ. Μου είχε φανεί συγκλονιστικό.
KR: Αλλά ο γάμος εδώ είναι περισσότερο «Στριντμπεργκικός», παρά «Μπεργκμανικός».
LvT: Ναι, η αλήθεια είναι ότι πιο πολύ στον Στρίντμπεργκ σπρώχνουν ο ένας τον άλλον από τις σκάλες.
KR: Η αντίληψη ως προς τις γυναίκες που πηγάζει από το φιλμ σου μάλλον θυμίζει περισσότερο Στρίντμπεργκ παρά Μπέργκμαν;
LvT: Ναι, και κατά πάσα πιθανότητα θα ξαναρωτηθώ γι’ αυτό το θέμα, την οπτική δηλαδή μου απέναντι στις γυναίκες. Είχα πάντα μια ρομαντική αντίληψη ως προς τη μάχη των φύλων, για την οποία πάντα έγραφε ο Στρίντμπεργκ. Συνέχεια περιγράφουμε τη σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα. Αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει μία και μόνη αλήθεια.

ΤΑΙΝΙΕΣ ΕΙΔΟΥΣ –ΕΝΤΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΩΝ
KR: Κάνεις «ταινίες είδους» –εντός πολλών εισαγωγικών. Επιμένεις να αφηγείσαι την ίδια ιστορία, την ιστορία σου, σε διάφορες παραλλαγές, από διαφορετικές γωνίες, όπως κάνουν και τόσοι άλλοι συγγραφείς και δημιουργοί. Ποια είναι η σχέση σου με τα κινηματογραφικά είδη; Το «Δαμάζοντας τα κύματα» είναι μελόδραμα και το «Χορεύοντας στο σκοτάδι» μιούζικαλ. Ο «Αντίχριστος» είναι ένα θρίλερ αγωνίας ή μια ταινία τρόμου. Θα έλεγες ότι η σχέση σου με τα κινηματογραφικά είδη είναι ρομαντική ή παιχνιδιάρικη;
LvT: Τα κινηματογραφικά είδη αποτελούν ένα είδος έμπνευσης. Η ιστορία μου είναι κατά βάση η ίδια κάθε φορά. Το έχω συνειδητοποιήσει αυτό πλέον. Αλλά ως προς το θέμα των «κινηματογραφικών ειδών» -δεν νομίζω ότι ποτέ θα μπορέσω να ακουμπήσω απόλυτα σε κάποιο συγκεκριμένο είδος, γιατί πιστεύω ότι θα πρέπει να προσθέτεις κι εσύ ο ίδιος κάτι σ’ αυτό. Αν ήμουν μάγειρας, αυτή θα ήταν η δική μου εκδοχή για ένα κλασικό ψητό χοιρινό.
KR: Μοιάζει σαν να αξιοποιείς υλικό από μια δεξαμενή συμβατικών κινηματογραφικών εκφράσεων, και να τις βάζεις σε δράση αναποδογυρίζοντάς τες εντελώς.
LvT: Έκανα, έτσι κι αλλιώς, κινηματογραφικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο και εκτιμούσα ιδιαίτερα τα φιλμ είδους. Η «Ζούγκλα της Ασφάλτου»! Νουάρ –ξέρεις, όλα αυτά ήταν υπέροχα.
KR: Κάποιος τεμπέλης, ο οποίος βλέπει μόνο τα δικά σου έργα, θα έχει δει κάθε υπαρκτό κινηματογραφικό είδος.
LvT: Ναι, κι όλα στο ίδιο έργο (γελάει). Όμως δεν είμαι ιδιαίτερα πιστός στα διαφορετικά είδη. Δεν θα το έλεγα. Μ’ αρέσει όταν τα πράγματα έρχονται λίγο σε τριβή το ένα με το άλλο.
KR: Κάποιοι θα μπορούσαν να πουν ότι εσύ –με όλο και μεγαλύτερη παραβατική διάθεση– έχεις πλησιάσει προς το είδος που αγγίζει επικίνδυνα τα όρια του ταμπού, την πορνογραφία.
LvT: Η αλήθεια είναι ότι φλέρταρα λίγο μ’ αυτό, ειδικά στους «Ηλίθιους». Κατά κάποιο τρόπο η σεξουαλικότητα και οι ταινίες τρόμου είναι συγγενικά μεταξύ τους. Αλλά πορνογραφία; Δεν ξέρω. Είναι αυτό πορνογραφία; Ίσως. Αλλά η πορνογραφία πάντα με ενοχλούσε. Τα έργα πορνό φτιάχνονται για να χρησιμοποιηθούν. Είναι συνήθως κάπως χοντροκομμένα.

ΑΚΡΑΙΑ ΔΙΕΓΕΡΣΗ
KR: Τόσο τα φιλμ τρόμου όσο και οι ταινίες πορνό φέρνουν τον θεατή σε μια κατάσταση διέγερσης. Στα φιλμ τρόμου, είναι ο φόβος. Στο πορνό, είναι ο πόθος. Τα δύο αυτά συναντιούνται στην ακραία διέγερση, όπου κάποιες φορές είναι δύσκολο να διαχωρίσεις τί είναι παθητικός πόνος και τί ενεργητικός πόθος.
LvT: Το έθεσες εξαιρετικά. Δε θα μπορούσα ποτέ να το εκφράσω τόσο καλά.
KR: Το ένα βιώνεται θετικά, σαν πόθος, και το άλλο αρνητικά, σαν φόβος. Τα έργα σου έχουν παρόμοια επίδραση στο θεατή. Είναι κάτι που το επιδιώκεις συνειδητά ή αυτός είναι ένας προσωπικός τρόπος συναισθηματικής έκφρασης;
LvT: Οι ερωτήσεις σου είναι δύσκολες. Αλλά ναι, αυτή είναι μια αρκετά ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Προσπαθώ πράγματι να κάνω τα έργα μου να έχουν επίδραση στα συναισθήματα των θεατών. Αλλά το κάνω αυτό δημιουργώντας εικόνες όσο το δυνατόν πιο εκφραστικές για μένα. Έτσι θα έλεγα –ακόμα κι αν είναι ψέμα σε ένα βαθμό– ότι δεν έχω στο μυαλό μου το κοινό όταν φτιάχνω τα έργα μου. Κυρίως ικανοποιώ τον εαυτό μου με τις εικόνες που φτιάχνω. Την ίδια όμως στιγμή, δεν μπορώ να αρνηθώ ότι φτιάχνονται με πρόθεση να έχουν κάποια επενέργεια.
KR: Αυτό το φιλμ μου προκάλεσε φόβο σε ακραίο βαθμό. Είναι δύσκολο για μένα να ταράζομαι τόσο. Με στοιχειώνει. Αν έπρεπε εγώ να δημιουργήσω αυτές τις εικόνες πρώτα στο μυαλό μου και μετά να αντικρύσω τις ακραίες συναισθηματικές τους εκφάνσεις, θα πάθαινα νευρικό κλονισμό.
LvT: Ο κινηματογράφος είναι ένα θολό είδωλο της πραγματικότητας. Αν κάθεσαι σε μια αίθουσα κλαίγοντας, αυτό είναι μια θολή μίμηση ενός παρόμοιου συναισθήματος που είχες ζήσει στην πραγματική σου ζωή. Το κινηματογραφικό έργο θα έρχεται πάντα δεύτερο κατ’ αυτή την έννοια, γιατί πάντα θα υπάρχει δανειζόμενο συναισθήματα από την πραγματική ζωή. Αν ένας άνθρωπος φοβάται, αυτό μάλλον συμβαίνει επειδή έχει κάποιο φόβο να εξωτερικεύσει και τον χρησιμοποιεί στη διαδικασία της θέασης μιας ταινίας. Αλλά το κινηματογραφικό έργο έχει κι άλλες ιδιότητες εκτός από το να προκαλεί συναισθήματα. Πάρε την «Κραυγή» του Μουνχ για παράδειγμα, που ο μικρός γιος μου μόλις αντέγραψε σε μια ζωγραφιά. Η «Κραυγή» είναι μια μεγαλοφυής έκφραση ενός συναισθήματος, αλλά οι άνθρωποι δεν βγαίνουν τρέχοντας και κραυγάζοντας από το μουσείο.
KR: Τα έργα σας είναι «κραυγές»;
LvT: Χμμ. Ο «Αντίχριστος» είναι αυτός που πλησιάζει περισσότερο σε κραυγή. Ήρθε σε μια περίοδο της ζωής μου που ένιωθα πραγματικά χάλια. Η έμπνευση ανευρίσκεται στο δικό σου φόβο, στα δικά σου συναισθήματα. Από εκεί πηγάζουν όλα, μα μετά μετατρέπονται σε κάτι άλλο. Δεν υπάρχει κάτι σαν τηλεπάθεια από το σκηνοθέτη προς το κοινό, σαν να λέμε: ορίστε, αυτό είναι το κλειδί για να μπείτε στην κατάσταση στην οποία βρισκόμουν εγώ. Δεν λειτουργεί έτσι. Ο λόγος για τον οποίο τα φιλμ τρόμου –και δεν είμαι καν σίγουρος ότι περί αυτού πρόκειται εδώ– είναι ενδιαφέροντα για μένα, είναι γιατί μου δίνεται η δυνατότητα να κάνω τόσα διαφορετικά πράγματα.

ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ
KR: Για μένα, είναι μια ανακούφιση να βλέπω πως επιστρέφεις σε ένα 100% ρομαντικό, συμβολικό σύμπαν με κάποια στοιχεία Καθολικισμού, στο σύνολό του είναι σχεδόν σαν ένας προ-ρομαντικός, γοτθικός σε πολλά σημεία, Κόμης Δράκουλας.
LvT: Ναι, είναι πράγματι. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά οπτικά είμαστε αναμφίβολα στο είδος του ρομαντισμού.
KR: Είπες ότι το κινηματογραφικό έργο δεν είναι ακριβής αντανάκλαση κάποιου στοιχείου της ζωής. Η πραγματικότητα ενός φιλμ τρόμου –μια παθητική, παρανοϊκή αίσθηση της πραγματικότητας, μιας μεγαλομανίας που τα πάντα περιστρέφονται γύρω από σένα – υποδηλώνουν έναν παθητικό θεατή. Είναι όπως ο φόβος του σκοταδιού: μια παθητική, παρανοϊκή κατάσταση την οποία βλέπουμε ξανά και ξανά στα έργα σου, με τον πρωταγωνιστή να βρίσκεται ολοκληρωτικά παράλυτος, κλινήρης, θαμμένος ζωντανός!
LvT (γελάει): Ναι. Μην ξεχνάς, διάβαζα Έντγκαρ Άλαν. Ήταν και ο ίδιος μια φιγούρα του ρομαντισμού.
KR: Είναι όμορφο το γεγονός ότι τα έργα σου εκφράζουν τον φόβο για το σκοτάδι, δεδομένου ότι φτιάχνονται για να τα δούμε μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα, όπου ο θεατής είναι απολύτως ευάλωτος.
LvT: Κάποτε μου είχε περάσει από το μυαλό να κάνω θέατρο, γιατί σκέφτηκα ότι θα μπορούσε κανείς να φοβηθεί πολύ περισσότερο στο θέατρο απ’ ό, τι στον κινηματογράφο. Σχεδίαζα να κάνω μια θεατρική εκδοχή του Εξορκιστή. Νιώθω αμήχανα στην κινηματογραφική αίθουσα, αλλά νιώθω ακόμα πιο άβολα στο θέατρο, γιατί είναι ζωντανό. Το να πηγαίνω να δω ένα θεατρικό έργο είναι ένα τρομακτικό σενάριο για μένα.
Τώρα που συζητάμε για το κοινό, μου φαίνεται ότι ένα απειροελάχιστα μικρό κομμάτι περνάει προς αυτούς. Αλλά είμαι πράγματι πολύ ευτυχής για αυτό το έργο και τις εικόνες που περιέχει. Πηγάζουν από μια έμπνευση που είναι πολύ αληθινή για μένα. Έχω δείξει ειλικρίνεια σε αυτό το έργο. Νομίζω ότι έκανα το ίδιο και στους «Ηλίθιους» και στα άλλα έργα μου. Αλλά αυτό είναι το απομεινάρι από συγκεκριμένες εικόνες του μακρινού παρελθόντος μου.
KR: Φαίνεται πως με την πρώτη (και πρωταρχική) σκηνή χειρίζεσαι την πρώτη συνάντηση του παιδιού με την σεξουαλικότητα των γονιών του και την αδυναμία του να την κατανοήσει, αφού είναι κάτι το μυστηριώδες για εκείνο. Το παιδί δε συνειδητοποιεί τί γίνεται, όμως είναι φανερό ότι μεταφερόμαστε σε μια πολύ έντονη κατάσταση τόσο φόβου όσο και πάθους. Για να το παίξω και λίγο Φρόιντ, αυτή είναι η μητέρα όλων των πρωταρχικών σκηνών, ο φόβος όλων των φόβων.
LvT: Σε ακούω…
KR: Έχεις δίκιο, κακή ερώτηση… Το έργο είναι θεραπευτικό μέχρι ενός βαθμού. Αλλά ο θεραπευτής στην ταινία δε μοιάζει και πολύ με θεραπευτή. Είναι κατά βάση σαδιστής, έτσι δεν είναι;
LvT: Είχα κι εγώ κάποια εμπειρία με τη γνωστική ψυχοθεραπεία, η οποία συνίσταται βασικά στην ιδέα ότι, αν φοβάσαι ότι θα πέσεις από έναν γκρεμό, σε σπρώχνουν –και αυτό θα αποτελέσει το τέλος του φόβου. Απ’ ό, τι φαίνεται, είναι μια πολύ επιτυχής μορφή θεραπείας. Φυσικά εξαρτάται κι από το υψόμετρο του γκρεμού. Είναι πολύ αποτελεσματικοί με χαμηλά λοφάκια.
Αχ, πολύ μ’ αρέσει να πειράζω και να κοροϊδεύω τέτοιου είδους πράγματα. Και οι άντρες πρωταγωνιστές μου είναι κατά βάση ηλίθιοι, που δεν καταλαβαίνουν τι τους γίνεται. Και στον «Αντίχριστο» το ίδιο. Επομένως, είναι φυσικό τα πράγματα να πηγαίνουν σκατά.
Όσο για τον φόβο του να είσαι εσύ κάτι και η πραγματικότητα να είναι κάτι άλλο, αυτό σηκώνει συζήτηση. Μπορεί ο φόβος να αλλάξει τον κόσμο; Νομίζω ότι μπορεί –κι ότι το κάνει.

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ
KR: Οι χαρακτήρες σ’ αυτό το φιλμ είναι εντελώς ακινητοποιημένοι. Παγιδευμένοι σε μια καλύβα, οι δυνατότητές τους να παρέμβουν και να αλλάξουν την πραγματικότητα είναι περιορισμένες. Το μόνο που έχουν είναι ένα γαλλικό κλειδί και μερικά ξόρκια για να αναμετρηθούν με μια εξαιρετικά τρομακτική πραγματικότητα. Μα πώς χώρεσε ο Καθολικισμός σε μια τέτοια ταινία τελοσπάντων; Παλιές ταινίες τρόμου είχαν σταυρούς και σκόρδα –όπως άλλωστε και ο Καθολικισμός. Φαίνονται να είναι βαριά τα φορτία του Καθολικισμού σε αυτό το έργο.
LvT: Πράγματι.. Όμως δεν μπορώ να δώσω μια απάντηση σ’ αυτό γιατί είμαι ένας πολύ κακός Καθολικός. Στην πραγματικότητα, δεν είμαι θρησκευόμενος με κανένα τρόπο. Γίνομαι όλο και περισσότερο άθεος.
KR: Κι όμως, ο Καθολικισμός είναι η αγαπημένη θρησκεία των μη θρησκευόμενων, γιατί έχει τόσες πολλές εκφάνσεις: τελετές, διάκοσμοι κι όλα αυτά. Αυτό μας πηγαίνει κάπως πίσω, στις δεξαμενές εκφράσεων που αναφέραμε παραπάνω για τα κινηματογραφικά είδη. Και για τον Καθολικισμό ισχύει το ίδιο, υπάρχουν τόσες πολλές φυλαγμένες εκφράσεις.
LvT: Ναι, έχουν την ικανότητα να μας γοητεύουν και να μας προκαλούν –τουλάχιστον σε μένα, την είχαν. Διακρίνω πολλή ελευθερία σε αυτή τη δεξαμενή των εκφράσεων. Για μένα, ο Προτεσταντισμός ήταν πάντα το μεγάλο τέρας. Αλλά η θρησκεία εν γένει είναι σκατά. Ως εκεί φτάνουν οι γνώσεις μου.
KR: Ναι, αλλά όλο αυτό το σύστημα των εκφράσεων ξεδιπλώνεται τόσο στο «Δαμάζοντας τα Κύματα», όσο και στον «Αντίχριστο».
LvT: Είχα τον «Αντίχριστο» του Νίτσε στο κομοδίνο δίπλα στο προσκέφαλό μου από τότε που ήμουν 12 χρονών. Αποτελεί τη μεγάλη του σύγκρουση με τον Χριστιανισμό.
KR: Είναι ενδιαφέρον που ανέφερες την ιδέα σου να μεταφέρεις τον «Εξορκιστή» στο θέατρο, γιατί ο εξορκισμός είναι κάτι το χαρακτηριστικά Καθολικό. Ξορκίζεις τους δικούς σου δαίμονες ή τους δαίμονες της πραγματικής ζωής; Είναι και η ψυχανάλυση μια μορφή εξορκισμού;
LvT: Αυτοί όμως οι δαίμονες είναι φίλοι μου. Ίσως αυτό είναι το πλεονέκτημα του να φτιάχνεις ταινίες: οι δαίμονες, που είναι τόσο επίπονοι όταν τους συναντάς, αποκτούν ένα διαφορετικό ρόλο. Γίνονται φίλοι σου όταν τους ενσωματώνεις σε ένα έργο. Γίνονται συμπαίκτες σου, συνεργοί σου. Ίσως ο Μουνχ να ένιωθε πολύ καλά με την «Κραυγή» του.
Ο Μουνχ ήρθε κάποια στιγμή στη Δανία για να θεραπευτεί από κάποιον δρ. Γιάκομπσεν, οποίος κούραρε δύο εκπληκτικούς καλλιτέχνες, τον Στρίντμπεργκ και τον Μουνχ. Και οι δύο κατέληξαν εντελώς αλλαγμένοι. Ο Μουνχ σίγουρα προς το χειρότερο. Ο Μουνχ ήταν πολύ πιο ενδιαφέρων πριν έρθει στη Δανία και υποφέρει όλη αυτή τη διαδικασία.
Μπορεί να πάει πολύ μακριά αυτό το θέμα, αλλά τουλάχιστον έχει ένα ενδιαφέρον, αν αυτό που λένε είναι αλήθεια: όταν η τρέλα υποχωρεί, πέφτει μαζί της και η ποιότητα των έργων. Θα μπορούσε, πράγματι..
KR: Το αξίζει το τίμημα;
LvT: Το τίμημα δεν είναι ποτέ αρκετό! Δε μ’ αρέσει να επαναλαμβάνομαι, αλλά ήταν μια περίοδος που δεν ένιωθα καθόλου καλά!
KR: Ας επιστρέψουμε στην παράνοια. Το αντίθετο του να νιώθει κανείς κυνηγημένος και φοβισμένος, είναι το να κυριαρχεί στα πράγματα και να έχει τον έλεγχο. Αντί λοιπόν να καταδιώκεσαι από ανθρώπους που σε φοβίζουν, βάζεις εσύ τον εαυτό σου σε δεσπόζουσα θέση, και τους ελέγχεις; Γι’ αυτό είσαι τόσο ήρεμος και χαρούμενος όταν γυρίζεις μια ταινία;
LvT: Συνήθως είμαι, αλλά όχι αυτή τη φορά. Δε φοβάμαι να φτιάχνω ταινίες, δε φοβάμαι να πω κάτι κι ύστερα να κριθώ γι’ αυτό. Αυτή τη φορά φοβόμουν απλώς και μόνο να είμαι εκεί. Υπάρχει ένα είδος κλειστοφοβίας στο να συμμετέχεις στο ανέβασμα ενός σχεδίου τόσο μεγάλου και να βρίσκεσαι στο επίκεντρο –και ήμουν αναμφίβολα πολύ πιο αδύναμο επίκεντρο σ’ αυτό το έργο απ’ ό, τι σε άλλα έργα μου. Ένιωθα πραγματικά έλλειψη χαράς. Αυτή τη στιγμή, που έχουμε τελειώσει την ταινία, νιώθω πολλή χαρά. Ήταν πολύ καλά. Αλλά κατά τα άλλα έλειπε η έκσταση. Κάποια από τα άλλα έργα μου, έμοιαζαν κάπως με παιχνίδι στο οποίο ο σκηνοθέτης είναι αυτός που αποφασίζει τί θα παίξει.
KR: Θα μπορούσε αυτό να συμβαίνει επειδή αυτή τη φορά διακυβεύονταν τόσα πράγματα, κι εσύ να απάντησες σ’ όλα αυτά με ένα αριστούργημα; Η δύναμη και η βλασφημία των εικόνων αυτής της ταινίας μοιάζουν εκρηκτικές.
LvT: Ουφ! Η διαφορά εδώ είναι ότι γύρισα σε κάποια υλικά της νεανικής μου ηλικίας και υπάρχει πολλή ουσία εκεί, συμπεριλαμβανομένων και κάποιων πραγμάτων που κάποτε θέλησα να εξαφανίσω τελείως, γιατί ήταν πολύ ντροπιαστικά. Είναι απλά το γεγονός ότι τώρα περνάω μία φάση, κατά την οποία δεν είμαι πολύ χαρούμενος.
KR: Έχει κάποια σχέση το γεγονός ότι μεγαλώνεις;
LvT: Μα φυσικά και το πιστεύω.
KR: Πόσων ετών είσαι;
LvT: Θα γίνω 53, γαμώτο.

ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΚΑΙ ΘΕΑΤΕΣ
KR: Θα ήθελα να μιλήσουμε για τους ηθοποιούς σου. Πώς ήταν να δουλεύουν για σένα; Έχεις εξωφρενικές απαιτήσεις από αυτούς, άλλωστε.
LvT: Έχω ξαναδουλέψει με τον Γουίλεμ στο παρελθόν, στο «Manderlay». Είναι πολύ καλός άνθρωπος. Με ρώτησε αν είχα δουλειά γι’ αυτόν. Κι έτσι του έγραψα ότι είχα αυτή την ιδέα, αλλά η γυναίκα μου πίστευε ότι δε θα του πολυάρεσε. Νομίζω ότι αυτό τον προκάλεσε. Αλλά είναι προφανές ότι δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να δείξει το σώμα του, και δεν πιστεύω ότι θα έπρεπε.
Ήμασταν σε επαφή με διάφορες ηθοποιούς, οι οποίες όμως δεν είχαν στην πραγματικότητα το σθένος να συμμετάσχουν. Η Σαρλότ ήταν μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη, κι είχε διαβάσει κιόλας το σενάριο. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία στο μυαλό της. Αυτό είναι το καλύτερο: δύο ηθοποιοί που ενδιαφέρονται πραγματικά να κάνουν το έργο. Και υπήρχαν τόσες απαιτήσεις από αυτούς, που έπρεπε να είναι έτσι. Έκαναν εκπληκτική δουλειά! Δεν έχω δει ποτέ κάποιον να δουλεύει τόσο εντατικά όσο η Σαρλότ. Το σενάριό της
είναι καταμουτζουρωμένο με σημειώσεις που, ευτυχώς, δεν ήθελε να δείξει σε κανέναν. Απίστευτα, απίστευτα δουλευταρού.
KR: Πως νιώθεις για την αντίδραση που μπορεί να υπάρξει στις Κάννες;
LvT: Το κοινό στις Κάννες είναι συνήθως ανοιχτόμυαλο. Τι δεν έχει ξαναγίνει; Γαμήσι;
KR: Υπάρχει μια συστολή ως προς τα γεννητικά όργανα.
LvT: Θέλω να πιστεύω ότι ακόμα έχω ένα κοινό που εκτιμάει τα πράγματα να δείχνονται όπως είναι
KR: Πιστεύεις ότι η σκληρότητα αυτού του έργου, η ακραία του έκφραση, θα έχει κάποια επίπτωση στο ποιοι θα πάνε να το δουν –αν δηλαδή θα εμποδίσει τη διαδρομή του προς τα έξω;
LvT: Δεν το φαντάζομαι. Θέλω ο κόσμος να δει το φιλμ, φυσικά. Μια καριέρα είναι σαν μια σειρά από ερωτήσεις προς ένα συγκεκριμένο γκρουπ ανθρώπων. Αν ακολουθήσουν σε ολόκληρη τη διαδρομή, τότε είναι οι «δικοί μου» άνθρωποι. Αλλά πάνω απ’ όλα, θέλω το έργο να βρει το δικό του κοινό.
KR: Αυτό είναι φετιχισμός, έτσι δεν είναι; Το να έχεις πιστούς ακολούθους; Εσύ τυχαίνει να είσαι και φετιχιστής της εικόνας…
LvT: Αχά!
KR: Για παράδειγμα, χρησιμοποιείς συγκεκριμένη κάμερα με την οποία μπορείς να γυρίζεις σε εξαιρετικά αργό slow motion. Αντί για το «ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε», εσύ πας στην αντίθετη κατεύθυνση: στατική οδύνη, στατικός φόβος, στατική παράνοια –ντύνοντάς τα με εικόνες σε τόσο αργή κίνηση, που είναι σχεδόν σαν ακίνητα καρέ.
LvT: Πριν από πολύ καιρό μου ήρθε η ιδέα να κάνω μια μακρά σκηνή μόνο με μουσική όπερας. Και, βουτώντας μέσα στην ατελείωτη δεξαμενή, βρήκα το slow motion. Έχει γίνει σχετικά εύκολο στην πράξη και έχει τη δικιά του αλλόκοτη ομορφιά. Βαθιά μέσα μου, δεν είμαι και τόσο περήφανος που ανατρέχω σε παλιές τεχνικές. Αλλά εδώ το παραβλέπω, γιατί αυτό είναι κάτι σαν «ταινία ανάγκης», μια γραμμή ζωής και θανάτου. Έπρεπε απλά να κάνω κάτι, διαφορετικά θα βυθιζόμουνα ξανά στο κρεβάτι και θα κοίταζα τον τοίχο.
Πολλές από τις εικόνες σε αυτή την ταινία προέρχονται από φανταστικά ταξίδια που έκανα στη ζωή μου. Έμαθα κάποιες τεχνικές σχετικές με τον σαμανισμό και βρήκα πολλές από τις εικόνες σε αυτά τα ταξίδια. Υπάρχει ένας τέτοιος ήχος ταμπούρλου, που σε υπνωτίζει, σε ταξιδεύει σε παράλληλους κόσμους. Είναι απίστευτα ενδιαφέρον και τρελά διασκεδαστικό. Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ LSD, αλλά αυτό πρέπει
να είναι κάτι σαν τριπάκι, απλά χωρίς το παραισθησιογόνο.
KR: Είναι αστείο το πώς επιμένουμε να λέμε τα ίδια πράγματα με διαφορετικούς όμως τρόπους. Είναι πάντα κάτι σχετικό με μια παθητική κατάσταση γεμάτη από πανέμορφες, στατικές εικόνες, εικόνες έκστασης, παθητική παράνοια, φόβο και ηδονοβλεψία –όλα σε μια προσπάθεια να ικανοποιηθεί μια σαδομαζοχιστική επιθυμία.
LvT: (Χασκογελάει) Φυσικά, οι ταμπέλες βοηθούν!
KR: Μην το αφήσεις! Μια καλή δόση από αποκλίνουσες τάσεις είναι κομμάτι κάθε φυσιολογικής και υγιούς ζωής.
LvT: Ναι να επιμείνουμε σ’ αυτό, εσύ κι εγώ, διαφορετικά δε θα μας βγει σε καλό! Οι ανωμαλίες μου, που αντανακλώνται σε αυτή την ταινία, δεν είναι καινούργιες. Μόνο ο τρόπος είναι διαφορετικός. Και επειδή μέρος του υλικού προέρχεται από τη νεανική μου ηλικία, μπορεί να είναι παράλογο, εκστατικό. Τα συναισθήματα και οι φόβοι έπρεπε τότε να καταδιωχθούν, μέχρι τελευταίας ρανίδας του αίματός μας. Αυτό είναι περισσότερο παιδικό έργο, θα έλεγα.
KR: Κάποιοι θα το αποκαλούσαν παιδική σεξουαλική αναζήτηση.
LvT: Ναι; Ναι, αυτό είναι! Αναμφίβολα. Αυτό ακριβώς!
KR: Και μάλιστα, αυτό μας πηγαίνει πίσω από εκεί που αρχίσαμε, στην ρομαντική σου αντίληψη για τον Στρίντμπεργκ.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ
KR: Η Νικόλ Κίντμαν σε ρώτησε κάποια στιγμή: «Γιατί είσαι τόσο κακός απέναντι στις γυναίκες;». Αν ήταν γνωστός για κάτι ο Στρίντμπεργκ, αυτό ήταν ο μισογυνισμός του. Το ξέρω ότι δε μισείς τις γυναίκες. Αλλά δε φοβάσαι ότι θα κατηγορηθείς ότι φτάνεις το μισογυνισμό στα άκρα; Η γυναικεία σεξουαλικότητα είναι σατανική. Όπως το φίδι του Παραδείσου, που αξίζει να τιμωρηθεί. Είναι όλο ένα παιχνίδι ρομαντισμού;
LvT: Πριν λίγο παρακολούθησα ένα ντοκιμαντέρ πάνω το κυνήγι μαγισσών. Λέγε ό, τι θες, αλλά αυτή είναι μια φανταστική ιστορία. Αποτελεί φοβερό υλικό. Δεν πιστεύω στις μάγισσες. Δεν πιστεύω ότι οι γυναίκες ή η σεξουαλικότητά τους είναι σατανική, είναι όμως τρομακτική. Είναι σημαντικό να απελευθερώνεσαι όταν φτιάχνεις μια ταινία. Ποιος άλλωστε ενδιαφέρεται για το τι πιστεύω εγώ; Κάποιες εικόνες και κάποιες έννοιες έχει ενδιαφέρον να τις συνδυάζεις με διαφορετικούς τρόπους. Δείχνουν κομμάτια της ανθρώπινης ψυχής και των ανθρώπινων πράξεων. Αυτό είναι ενδιαφέρον.
Προκαλώ και τον ίδιο μου τον εαυτό, ξέρεις. Η μητέρα μου ήταν μια σκληροπυρηνική φεμινίστρια. Κι εγώ είμαι αρκετά ανοιχτός ως προς την ισότητα των φύλων. Απλώς δεν πιστεύω ότι θα γίνει ποτέ πραγματικότητα. Τα δύο φύλα είναι εκ διαμέτρου αντίθετα, διαφορετικά δε θα είχε πλάκα. Δεν πιστεύω ότι οι γυναίκες θα πρέπει να είναι υποδουλωμένες, και σίγουρα όχι δια της βίας. Φυσικά και είμαι αντίθετος σε αυτά.
Τα κυνήγια μαγισσών ήταν προφανώς φρικτά. Αλλά η εικόνα των μαγισσών έχει τόσα πολλά συναρπαστικά σημεία που –ακριβώς επειδή άφησα αυτό το έργο να κυλήσει μέσα μου αντί να κάτσω να το καλοσκεφτώ– τα καλύτερα σημεία που καταλήγουν στην οθόνη μοιάζουν σχεδόν καρτουνίστικα. Είναι σαν να βάζεις μια μυγοπαγίδα με κόλλα στον τοίχο: σκέψεις που τρέχουν και εικόνες παγιδεύονται και κολλάνε στο φιλμ. Αλλά το να με αποκαλείς μισογύνη είναι λάθος.

(Ο Κνουντ Ρόμερ, γεν. 1960, εμφανίστηκε στο έργο του Λαρς Φον Τρίερ «Οι Ηλίθιοι» και συνεργάστηκε στο σενάριο του φιλμ του Christoffer Boe «Offscreen». Ο Ρόμερ σπούδασε Συγκριτική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και πέρασε πολλά χρόνια στη διαφήμιση. Το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Den som blinker er bange for døden» («Αυτός που Ανοιγοκλείνει τα Μάτια Φοβάται το Θάνατο»), 2006, είναι μπεστσέλερ στη Δανία και έχει πουληθεί σε 12 χώρες. Κέρδισε το γαλλικό βραβείο «Le Prix Initiales d’automne» και το ισπανικό βραβείο λογοτεχνίας «Premio Calamo prize». Αγγλική έκδοση πρόκειται να κυκλοφορήσει του χρόνου από τον εκδοτικό οίκο Serpent’s Tail.)
(επιμέλεια Τ.Φ.)



Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Τα Μυαλά μας Πίσω (RECLAIM YOUR BRAIN)


Σκηνοθεσία: Hans Weingartner
Σενάριο: Hans Weingartner και Katharina Held
Φωτογραφία: Christine A. Maier
Μουσική: Adem Ilhan και Andreas Wodraschke
Παίζουν:Moritz Bleibtreu , Elsa Schulz Gambard, Milan Peschel, Simone Hanselmann, Gregor Bloéb, Franziska Knuppe , Urs Conradi , Tom Jahn
Robert Viktor Minich , Ralf Knicker
Έτος παραγωγής: 2007
Χώρα παραγωγής: Γερμανία- Αυστρία
Γλώσσα: Γερμανικά
Έγχρωμο
Διάρκεια: 120
http://www.freerainer.de/ http://www.myspace.com/freerainer


Υπόθεση:
Ένας τηλεοπτικός παραγωγός, έχει φτάσει στα όρια του με τη δουλειά του. Αποφασίζει να ξεκινήσει μια επανάσταση στην τηλεοπτική αναμετάδοση, επεμβαίνοντας στον κώδικα από τα «μηχανάκια» τηλεθέασης. Τα νούμερα πειράζονται τόσο, ώσπου τα τηλεοπτικά «σκουπίδια» παίρνουν την κατιούσα. Παρ’ όλο που το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε πολιτιστική επανάσταση, οι υπερδυνάμεις πίσω από την βιομηχανία της τηλεόρασης θα αντιδράσουν με σπασμωδικές κινήσεις...



Άποψη :
Κέντρικο θέμα της ταινίας, πως η «trash tv» επηρεάζει και καθοδηγεί τα πλήθη. Σκηνές- κλειδιά, που είναι τόσο αστείες όσο και τραγικές, οι μάζες θεατών να πετούν τις τηλεοράσεις τους και να συναντιούνται για βραδιές ποίησης, ενώ γίνεται η αναμετάδοση από τα δελτία ειδήσεων...



Η δήλωση του σκηνοθέτη:
“Η νέα φτώχια είναι αυτή που προωθείται από τα ΜΜΕ. Υπάρχουν σπουδαία ντοκιμαντέρ και πολιτικά ρεπορτάζ, αλλά σταδιακά εξαφανίζονται. Ακόμη και τα κρατικά κανάλια δεν υπηρετούν τον σκοπό τους. Κυνηγάνε τα ποσοστά τηλεθέασης ακριβώς όπως και τα ιδιωτικά κανάλια, δίχως να έχουν λόγους να κάνουν κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα να προβάλουν σαπουνόπερες στις καλύτερες ώρες και τις γερμανικές κινηματογραφικές ταινίες σε ώρες που το κοινό κοιμάται”.

Βραβεία- Συμμετοχές :
Επίσημη συμμετοχή στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπάστιαν 2007

"Fahrenheit 451" 17 Σεπτέμβρη αποκλειστικά ΑΣΤΥ



Σκηνοθεσία: : François Truffaut
Σενάριο: βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Ray Bradbury
François Truffaut Jean-Louis Richard David Rudkin Helen Scott
Φωτογραφία: Nicolas Roeg
Μουσική: Bernard Herrmann
Παίζουν: Oskar Werner Julie Christie Cyril Cusack Anton Diffring Jeremy Spenser Bee Duffell Alex Scott

Έτος παραγωγής: 1966
Χώρα Παραγωγής: Αγγλία
Γλώσσα: Αγγλικά
Έγχρωμο
Διάρκεια: 112





Υπόθεση:
Σ'ένα εφιαλτικό μέλλον, η δουλειά ενός πυροσβέστη είναι να καίει βιβλία.

Η ταινία, που γυρίστηκε το 1967, βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Ρέι Μπράνμπερι (1953). Είναι μια ταινία που αναφέρεται σε μια ολοκληρωτική κοινωνία του μέλλοντος ,όπου απαγορεύεται ο γραπτός λόγος. Στην χώρα αυτή οι κυβερνώντες πιστεύουν ότι οι άνθρωποι που διαβάζουν και είναι ικανοί να σκέφτονται ,αποτελούν μια απειλή για το κράτος που αποθαρρύνει κάθε ιδιωτική πρωτοβουλία και προσωπική έκφραση. Οι πολίτες αυτής της κοινωνίας υποφέρουν από την επιβολή λογοκρισίας και η μόνη τους επαφή με την ενημέρωση είναι μια τεράστια οθόνη τηλεόρασης, απ΄ όπου μεταδίδονται συνεχώς ελεγχόμενες ειδήσεις. Στην κοινωνία αυτή παρέχονται ελεύθερα φάρμακα ώστε οι πολίτες να βρίσκονται σε καταστολή. Περιπολίες στους δρόμους ελέγχουν την εμφάνιση των πολιτών, τους ξυρίζουν τα κεφάλια, συλλαμβάνουν τους αντισυμβατικούς σε συμπεριφορά χαρακτήρες.Οι μονάδες της Πυροσβεστικής, έχουν αναλάβει να καίνε τα βιβλία που κρύβονται παράνομα σε κρυψώνες αφού κάποιοι αντιστέκονται στο κάψιμο και στο χαμό της γνώσης.
Ο τίτλος «Φαρενάιτ 451» αναφέρεται στους βαθμούς καύσης του χαρτιού και αντιστοιχεί στους 233 βαθμούς Κελσίου. Γι’ αυτό και στην ταινία ο θεατής ποτέ δεν διαβάζει κάτι πάνω στην οθόνη, εκτός από τους τίτλους των βιβλίων που καίγονται. Τα βιβλία αυτά είναι υπαρκτά και ανήκουν στα σημαντικότερα κείμενα όλων των εποχών. ‘Ένα προσεκτικό μάτι μπορεί να καταγράψει περισσότερα από 120 κλασικά βιβλία. Πρόκειται για μια ταινία ιδεολογική, χωρίς να επιμένει στην άσκοπη πλοκή, με ορισμένες συνταρακτικές σκηνές όπως εκείνη στο τελευταίο μέρος με τους «αντάρτες», τους Βιβλιανθρώπους, που έχουν αποστηθίσει ο καθένας από ένα ολόκληρο βιβλίο που κατά τη γνώμη τους πρέπει να διασωθεί. Πρόκειται για μια ταινία παράξενη, κάπως ψυχρή παρά τον καυτό τίτλο της αλλά σοβαρή στον προβληματισμό της όσον αφορά τους κινδύνους που απειλούν την ανθρωπότητα από την εξαφάνιση του γραπτού λόγου, την επιβολή της εικόνας και την κατευθυνόμενη ενημέρωση από την τηλεόραση.


Άποψη :
Τα βιβλία είναι επικίνδυνα. Τα βιβλία αναπαριστούν την ελεύθερη σκέψη, και αν θέλουμε να ζούμε σε μια ειρηνική κοινωνία, δεν μπορούμε να ανεχτούμε κάτι τέτοιο, γιατί η ελεύθερη σκέψη μπορεί να προσβάλλει κάποιον εκεί έξω… (The fire chief, Fahrenheit 451)



Σε μία εποχή που ολοένα εισβάλλει στην ζωή μας η πολιτική ορθότητα, το παραπάνω φασιστικό απόφθεγμα εί­ναι κάθε άλλο παρά επίκαιρο. Τι και αν είναι ο πυρήνας της ιδεολογίας μιας «φανταστικής» μελλοντικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας που δυστυχώς μέχρι στιγμής η ύπαρξη της δεν μας έχει απασχολήσει σοβαρά; Είναι όμως μια έκ­φραση της λογοκρισίας η οποία γίνεται ολοένα και πιο εμφανής στην καθημερινότητα μας. Μπορεί να πιστεύουμε ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου ο ελεύθερος λόγος και η ελεύθερη σκέψη κυριαρχούν, η αλήθεια είναι όμως ότι μέ­σα στο πνεύμα της πολιτικής ορθότητας αυτολογοκρινόμαστε συνεχώς, ή υπομένουμε μια λογοκρισία η οποία είναι εν τέλει ανούσια και δεν εξυπηρετεί κανέναν ουσια­στικό σκοπό.
Πάρτε σαν παράδειγμα την πρόσφατη καταδίκη στην πυρά των βιβλίων της Τζοάν Ρόουλινγκ, της συγγραφέως του διάσημου ανά τον κόσμο Χάρι Πότερ. Πόσο επικίνδυνο ή προσβλητικό μπορεί να είναι ένα παραμύθι για τις περιπέτειες ενός μικρού μάγου; Κατά πόσο μπορεί ένα τέτοιο ανάγνωσμα να διαφθείρει τις αθώες παιδικές ψυχές και να οδηγήσει την απανταχού ανά την υδρόγειο πιτσιρικαρία στον αποκρυφισμό και την μαγεία; Κατά πόσο είναι αφελές ή γελοίο το να πιστεύει κανείς ότι σε δέκα με δεκαπέντε χρόνια θα υπάρχει έξαρση της μαύρης μαγείας εξασκούμενη από πρώην αναγνώστες ενός μυωπικού μπό­μπιρα;
Και όμως, όσο παράξενο ή εξωφρενικό και αν αυτό φαίνεται σε μερικούς, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι βλέ­πουν την πιθανότητα -με μεγάλη βεβαιότητα μάλιστα- όλων αυτών των απίστευτων ισχυρισμών να πραγματοποιείται στο μέλλον. Και τι κάνουν λοιπόν για να αποτρέψουν το χειρότερο; Μα αυτό που είναι προφανές. Καίνε τα βιβλία. Ας ρίξουμε μια ματιά στο μέλλον. Υπάρχουν σπίτια που αντέχουν στην φωτιά. Η τηλεόραση είναι πάντα ανοικτή σε κάθε ένα από αυτά. Κυκλοφορούν κόμικς χωρίς λεζάντες, παρά μόνο με πολύχρωμες εικόνες. Όλοι αγαπάνε τα σπορ και τα παρακολουθούν συστηματικά. Και φυσικά τα βιβλία είναι απαγορευμένα. Ειδικές ομάδες πυροσβεστών -παρόλο που η αγγλική λέξη fireman, δηλαδή «άνθρωπος της φωτιάς» θα απέδιδε καλύτερα την περιγραφή του επαγγέλματος τους- είναι εντεταλμένες να καίνε τα βιβλία τα οποία είναι παράνομα
Όλα αυτά συμβαίνουν στο Fahrenheit 451 (1953) του διάσημου συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Ρέι Μπράντμπερι (The Martian Chronicles, The Illustrated Man, κ.α.). Ο Μπράντμπερι ακολουθώντας την παράδοση που άρχισαν ο Άλντους Χάξλεϊ με το «Γενναίος Νέος Κόσμος» (1932), και ο Τζορτζ Όργουελ με το σταθερά επίκαιρο «1984» (1948), παρουσιάζει ένα ζοφερό μέλλον στο οποίο οι άνθρωποι έχουν στερηθεί τις βασικές ελευθερίες τους και έχουν μετατραπεί σε υποζύγια ενός ολοκληρωτικού καθε­στώτος. Αυτό το καθεστώς στερεί τα βασικά δικαιώματα από τους πολίτες ομαδοποιώντας τους και μετατρέποντας τους σε άβουλα όντα στο όνομα του γενικού καλού και της τάξης.
Αυτό το είδος ουτοπικής επιστημονικής φαντασίας που άρχισε να κάνει την εμφάνιση του στην λογοτεχνία της δεκαετίας του ‘40, είναι ένα λογοτεχνικό παρακλάδι της επιστημονικής φαντασίας το οποίο και έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές ι,δίως μετά από τις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Για αυτόν τον λόγο φαίνεται ότι αποφάσισε και ο Φρανσουά Τρυφώ να μεταφέρει στην οθόνη το Fahrenheit 451 το 1966 με τον Αυστριακό Όσκαρ Βέρνερ και την Βρετανίδα Τζούλι Κρίστι στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Νοηματικά και αφηγηματικά, η ταινία δεν διαφέρει από το βιβλίο. Και τα δύο μοιράζονται την ίδια δομή και η πλοκή τους είναι παρόμοια, αναφερόμενα σε μια μελλοντική κοινωνία όπου τα βιβλία είναι παράνομα και οποιοσδήποτε αναφερθεί ότι έχει στην κατοχή του οτιδήποτε έχει να κάνει με έντυπο, συλλαμβάνεται και καταδικάζεται. Και φυσικά, όσα βιβλία κατάσχονται ρίχνονται στην πυρά από το ειδικό σώμα «πυροσβεστών», και καίγονται στους 451 βαθμούς Fahrenheit.
Ο Μόνταγκ, (Όσκαρ Βέρνερ) που είναι και ο κεντρικός χαρακτήρας, ανήκει σε αυτό το σώμα και η δουλειά του είναι να εντοπίζει τα παράνομα βιβλία και να τα καίει. Είναι παντρεμένος με μια γυναίκα (Τζούλι Κρίστι), η οποία δεν έχει κάποιον σκοπό στην ζωή της, είναι εθισμένη στα φαρ­μακευτικά προϊόντα που παρέχονται πλουσιοπάροχα και νόμιμα στους πολίτες από το κράτος για να τους κρατούν «ευτυχισμένους», παρακολουθεί επί μονίμου βάσεως τηλεόραση πάντα περιμένοντας να δει την αγαπημένη της εκπομπή, και κάνοντας πάρτι με καλεσμένες τις φίλες της. Η γυναίκα αυτή είναι ένα τμήμα του Όλου, μια ομογε­νοποιημένη φιγούρα χωρίς ατομική ταυτότητα, και οικειο­θελώς στερημένη από κάθε είδους προσωπική ανεξαρ­τησία, μιας και δεν αφήνει να την απασχολήσει τίποτε άλλο πέρα από την καθημερινή της ρουτίνα που της παρέχει ασφάλεια και σιγουριά.
Παγιδευμένος στα δεσμά ενός μονότονου και ανούσιου συζυγικού βίου, και κουβαλώντας το φορτίο μιας δουλειάς που καταντά άσκοπη και ψυχοφθόρα, αλλά που παρόλα αυτά την κάνει με τόση αποτελεσματικότητα που οι ανώτεροι του σκέφτονται να του δώσουν προαγωγή, ο Μόνταγκ γνωρίζει τυχαία μια γειτόνισσα την Κλαρίς (που την υποδύεται ξανά η Τζούλι Κρίστι).
Η Κλαρίς είναι μια ανεξάρτητη κοπέλα με ελεύθερο πνεύμα και μεγάλη φαντασία. Σε αντίθεση με την σύζυγο του Μόνταγκ έχει καταφέρει να αντισταθεί στον πνευματικό ευνουχισμό και να διατηρήσει στο ακέραιο την ταυτότητα της. Σύντομα ο Μόνταγκ εντυπωσιάζεται από αυτήν. Δεν γνωρίζει όμως ακόμα το μεγάλο μυστικό που κρύβει εκείνη και ο θείος της. Ανήκουν και οι δύο σε μια ομάδα αν­θρώπων που πάνε ενάντια στο κατεστημένο, όχι μόνο επειδή αγαπούν και έχουν στην κατοχή τους παράνομα βιβλία, αλλά επειδή είναι οι ίδιοι άνθρωποι-βιβλία, αφιερώ­νουν δηλαδή την ζωή τους στην απομνημόνευση ολόκλη­ρων βιβλίων (από ένα ο καθένας) ούτως ώστε να μπορούν να τα διαδίδουν χωρίς να κινδυνεύουν από το κράτος. Ο Μόνταγκ αρχίζει σιγά-σιγά να παρασύρεται από την Κλαρίς στον κόσμο της, διαβάζοντας στα κρυφά κάποια 3ιβλία που πέφτουν στα χέρια του κατά την διάρκεια κάποιων εκκαθαρίσεων παράνομου υλικού. Με αυτήν του την πράξη, αρχίζει το μυαλό του να απελευθερώνεται στα­διακά από την προπαγάνδα της πολιτείας και από όλα όσα είχε μάθει να δέχεται ως δεδομένα. Με το διάβασμα η σκέψη του απεγκλωβίζεται και αρχίζει να αμφισβητεί το νόημα της ύπαρξης του, της δουλειάς του, ακόμα και του ίδιου του τού γάμου. Από εκεί και πέρα τα πράγματα ακολουθούν την αναμενόμενη πορεία. Ο Μόνταγκ συναρ­πάζεται από τον νέο κόσμο που ανακαλύπτει μέσω του διαβάσματος, και τελικά ακολουθεί την Κλαρίς σε μια κοινότητα ανθρώπων-βιβλίων.
To Fahrenheit 451 είναι η πρώτη και μοναδική αγγλόφωνη ταινία αλλά συγχρόνως και η μοναδική ταινία Επιστημονικής φαντασίας του Φρανσουά Τριφό. Παρόλα αυτά ο Τριφό αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο βήμα για ταινία που ανήκει στο είδος της επιστημονικής φαντασίας. Ενώ θα μπορούσε να εί­χε ετοιμάσει ένα φουτουριστικό σκηνικό όπως ήταν καθιερωμένο για τις ταινίες του είδους εκείνης της εποχής, αντίθετα επέλεξε να τοποθετήσει τους χαρα­κτήρες του μέσα σε ένα σκηνικό που δεν διέφερε και πολύ από όλα όσα θεωρούνταν ως μοντέρνα εκείνη την περίοδο μέσα στην οποία γυρίστηκε. Έτσι όλα μέ­σα στο φιλμ θυμίζουν έντονα την δεκαετία του ‘60, εκτός βέβαια από τις κοινωνικές συνθήκες που παρου­σιάζονται να επικρατούν.
Κάτι τέτοιο φαίνεται να ήταν εσκεμμένο από μέρους του Τριφό. Δεδομένου του θέματος της ται­νίας, το σημαντικότερο από όλα ήταν να τονίσει ότι αυτό που συμβαίνει στην οθόνη θα μπορούσε κάλλιστα να συμβαίνει σε οποιαδήποτε εποχή αν δημιουργού­νταν οι κατάλληλες προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Το γεγονός ότι κάποτε ίσως να υπάρξει κάποιο καθεστώς που να ανακηρύξει την ανάγνωση και κατοχή βιβλίων ως παράνομη δραστηριότητα δεν είναι κάτι που πιθανόν να συμβεί μόνο στο άμεσο μέλλον, αλλά είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή σε οποιοδήποτε πολιτισμένο κράτος. Εξάλλου, το βιβλίο είναι ένα σύμβολο μέσα στην ταινία, το οποίο χρησιμοποιείται για να αναπαραστήσει κάθε είδους και μορφής αντίσταση ενάντια στην φίμωση της σκέψης και στην ποδηγέτηση της ατομικής ελευθερίας του ανθρώπου.
Με μεγάλη γενναιότητα, δεδομένου ότι και ο ίδιος είχε επιλέξει την εικόνα ως μέσο έκφρασης, ο Τριφό προσπαθεί να περάσει στο κοινό του το εξής μήνυμα. «Αντισταθείτε στις εικόνες που σας βομβαρδίζουν καθημερινά αποζητώντας την προσοχή σας. Οι περισσότερες είναι εικόνες χωρίς Λόγο που προσπα­θούν να υποτάξουν την σκέψη σας και την ελευθερία σας».
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε κατά πόσο αυτό το μήνυμα μπορεί να περάσει στο κοινό με επιτυχία από ένα μέσο που βασίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του στην εικόνα, όπως είναι ο κινηματογράφος. Παράλληλα, δεν είναι και πολύ εύκολο να τοποθετήσει κανείς το βιβλίο Fahrenheit 451 στην μία πλευρά της ζυγαριάς, και την ταινία στην άλλη, και να μπορέσει να κρίνει πιο από τα δύο είναι καλύτερο ή έστω πιο επιτυχημένο, δεδομένου του θέματος που διαπραγματεύονται, ώστε κάτι τέτοιο θα ήταν ίσως άτοπο και άσκοπο συνάμα. Το θέμα είναι ότι δεν θα πρέπει κανείς να χάσει το βαθύτερο νόημα που δεσπόζει και στην ταινία αλλά και στο βιβλίο: εάν αφεθούμε στην λογοκρισία με όποια μορφή παρουσιάζεται και όποια και αν είναι η πηγή της, εάν αφεθούμε στην μαγεία που μας ασκούν οι εικόνες χωρίς Λόγο, εάν σταματήσουμε να σκε­φτόμαστε, να φανταζόμαστε, να ονειρευόμαστε, τότε όχι μόνο έχουμε γίνει θύματα στα χέρια του οποιουδήποτε επι­δέξιου που αποζητά την εξουσία μέσω της χειραγώγησης, αλλά έχουμε χάσει και ένα σημαντικό κομμάτι του εαυτού μας το οποίο είναι η ατομική μας ταυτότητα και ανεξαρ­τησία.



Tips:
Είναι η μία και μοναδική ταινία που γύρισε στην Αγγλική γλώσσα ο Φρανσουα Τριφό
Ο τίτλος του βιβλίου και της ταινίας είναι η θερμοκρασία κατά την οποία καίγεται το χαρτί.
Μερικοί από τους τίτλους βιβλίων που φαίνονται να καίγονται στην ταινία : - Don Quixote - Othello, the Moor of Venice - Vanity Fair - Madame Bovary - Le monde a coté - Alice's Adventues in Wonderland & Through the Looking-Glass - Gaspard Hauser - Robinson Crusoe - The World of Salvador Dali - Jeanne d'Arc - Life and Loves - The Weather - My Autobiography by Charles Chaplin - Les negres - Confessions of an Irish Rebel - The Ginger Man - Petrouchka - The Catcher In The Rye - The Moon and Sixpence - Lolita - David Copperfield - Mein Kampf - She Might Have Been Queen - Social Aspects of Disease - The Ethics of Aristotle - The Brothers Karamazov - The Sorrows of Young Werther - The Martian Chronicles - Plato's Republic - Fahrenheit 451 - Pride and Prejudic

Είναι η πρώτη έγχρωμη ταινία του Φρανσουά Τρυφό.


Βραβεία- Συμμετοχές :
Επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβαλ Βενετίας 1966
Υποψηφιότητα της Τζούλι Κρίστι για καλύτερη γυναικεία ερμηνεία στα BAFTA 1967

Ο Συγγραφέας :

O Ρέυ Μπράντμπερυ γεννήθηκε το 1920 στο Γουόκιγκαν του Ιλινόις. Άρχισε να γράφει διηγήματα το 1932, μετά από μια συνάντησή του μ' έναν καλλιτέχνη του τσίρκου ονόματι «Μίστερ Ελέκτρικο». Πούλησε το πρώτο του διήγημα επιστημονικής φαντασίας το 1941 και γρήγορα διακρίθηκε ως ο πιο ταλαντούχος συνεργάτης του περιοδικού Weird Tales. Ήδη στα μέσα της δεκαετίας του '40 δημοσίευε τις ιστορίες του όπου ήθελε. Τα διηγήματα αυτής της περιόδου εκδόθηκαν στις συλλογές Μαύρο καρναβάλι (1947) και Η χώρα του Oκτώβρη (1955). Ευρύτερα όμως γνωστός γίνεται με τις συλλογές διηγημάτων Χρονικά του Άρη (1950) και O εικονογραφημένος άνθρωπος (1951). Την ίδια χρονιά εκδίδει το μυθιστόρημά του Φαρενάιτ 451, του οποίου η κινηματογραφική μεταφορά από τον Φρανσουά Τριφό αρκετά χρόνια αργότερα θα τον κάνει διάσημο σ' όλο τον κόσμο. Ακολουθούν πολλά μυθιστορήματα, γνωστότερα από τα οποία είναι τα Κρασί από πικραλίδα (1957), Κάτι κολασμένο έρχεται προς τα εδώ (1962), Ένα νεκροταφείο για παράφρονες (1990), Πράσινες σκιές, λευκή φάλαινα (1992).