Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Blue Valentine

Blue Valentine


Σκηνοθεσία: Derek Cianfrance
Σενάριο: Derek Cianfrance, Joey Curtis και Cami Delavigne
Φωτογραφία: Andrij Parekh
Μουσική: Grizzly Bear και αλλοι
Παίζουν: Ryan Gosling , Michelle Williams
Γλώσσα: Αγγλικά
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Ετος Παραγωγής: 2010
Διάρκεια : 120΄
Εγχρωμο
Κατάλληλο

Official site :
http://www.bluevalentinemovie.com


«μια σπαρακτική μελέτη ενός γάμου στα πρόθυρα της κατάρρευσης».



“You always hurt the one you love,
The one you shouldn't hurt at all.
You always take the sweetest rose
And crush it till the petals fall.
You always break the kindest heart
With a hasty word you can't recall.
So If I broke your heart last night,
It's because I love you most of all.”


Στους κινηματογράφους 3 Φεβρουαρίου
Μια παρουσίαση απο την Μαριάννα Ραντου

Ο Dean και η Cindy δεν είναι μεγάλοι σε ηλικία, ωστόσο, αν και μόλις τριαντάρηδες, δείχνουν ήδη γερασμένοι. Παραιτημένοι από τη σχέση τους, από την αγάπη τους, από τη ζωή. Εκείνη, γλυκιά και όμορφη, μα πάντα ατημέλητη και κουρασμένη, δουλεύει σ' ένα νοσοκομείο, χωρίς σημαντικές ιατρικές αρμοδιότητες. Εκείνος, κάποτε σίγουρα γοητευτικός, μα που έχει πλέον βαριεστημένα αφήσει τον εαυτό του να κατρακυλήσει, βγάζει τα προς το ζην ,μπογιατίζοντας σπίτια -η μόνη δουλειά που του επιτρέπει να πίνει μπύρες πριν καλά-καλά ξεκινήσει την εργάσιμη μέρα. Ζουν σ' ένα μοναχικό, μάλλον φτωχικό σπίτι έξω από τη Νέα Υόρκη, σαν ξένοι κάτω από την ίδια στέγη, μεγαλώνοντας την 5χρονη κόρη τους.


Βυθισμένοι και απορροφημένοι καθώς είμαστε στη ρουτινιασμένη, αβάσταχτα μουντή και άδεια καθημερινότητά τους, μας ξενίζει η πρώτη κινηματογραφική βουτιά στο παρελθόν τους. Είναι μόλις λίγα χρόνια πριν, μα μοιάζει σαν να βλέπουμε το παρελθόν δυο ολότελα διαφορετικών ανθρώπων: ένα παρελθόν ζωγραφισμένο με απαλά, φωτεινά χρώματα που η γκρίζα καθημερινότητα δεν έχει ακόμα αγγίξει. Πρώτα συναντούμε εκείνον, απερίγραπτα όμορφο και ανέμελο, γεμάτο ζωντάνια και ελπίδες να ψάχνει για δουλειά. Κι ύστερα βλέπουμε εκείνη, ακόμα μαθήτρια, ανεπιτήδευτα όμορφη και γεμάτη σιγουριά για το μέλλον της, τις σπουδές της και την ιατρική. Και παρακολουθούμε, χαμογελώντας ασυναίσθητα, τη μοιραία διαδρομή του ενός προς τον άλλον, μια διαδρομή τόσο φυσική και ταιριαστή, που όλα τα εμπόδια που εμφανίζονται στην πορεία τους μοιάζουν μικρά μπροστά στην χημεία τους. Και παρασυρόμαστε μαζί τους, χαμογελώντας χαζά, παρακούγοντας τη φωνή της λογικής, κι αφηνόμαστε κι εμείς στη ρομαντική επιμονή του Dean, στο παιχνιδιάρικο φλερτ τους, στην μοιραία παράδοση της Cindy, στο ελπιδοφόρο ξεκίνημα της κοινής τους ζωής. Και καθώς ακούμε τον Dean να της τραγουδά στον έρημο δρόμο το (τόσο σπαρακτικά συμβολικό) "You always hurt the one you love", και την βλέπουμε να χορεύει άτσαλα στο τραγούδι του, την πατάμε κι εμείς σαν ερωτευμένοι πρωτάρηδες, σαν να μην ξέρουμε εξαρχής το τέλος της ιστορίας, σαν να μην έχουμε ήδη δει την κατάντια της σχέσης τους, σαν μην ήμασταν μάρτυρες της επίπονα γκρίζας κατάληξής της.


Κι αυτό ακριβώς είναι που σε διαλύει στο «Blue Valentine»: Που δεν ξέρεις αν πονάς για την έλλειψη του έρωτα ή γιατί ξέρεις πως αυτός κάποτε υπήρξε. Γιατί δεν μπορείς να καταλάβεις αν η αγάπη τους ξεθύμανε πριν ακόμα ξεκινήσει ή αν πέθανε στην πορεία. Και γιατί συνειδητοποιείς ότι οι σχέσεις κάποτε τελειώνουν όχι γιατί κάποιος φταίει, αλλά γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι. Κι ακούγοντας το "You and Me" των Penny and the Quarters που με τόσο ενθουσιασμό ο Dean βιάστηκε να βαφτίσει 'το τραγούδι τους', θυμάσαι όλα τα τραγούδια που ήταν κάποτε 'μας' και τώρα μαζεύουν σκόνη σε κάποιο συρτάρι των αναμνήσεων.
Και καταλαβαίνεις ότι το «Blue Valentine» είναι αληθινό,
όχι γιατί περιγράφει ωμά κι επίπονα το τέλος μιας σχέσης,
αλλά γιατί χώρεσε μαζί και την αρχή της..
(Μαριάννα Ράντου - London Film Festival 2010 )

Διακρίσεις Φεστιβάλ
Υποψήφιοτητα για Χρυσή Σφαίρα Α γυναικείας και Α αντρικής ερμηνείας
Επίσημη συμμετοχή σε πολλά παγκόσμια φεστιβαλ.
Sundance Film Festival – Παγκόσμια πρεμιέρα
Toronto International Film Festival
Zurich Film Festival
Mill Valley Film Festival
London Film Festival
New Orleans Film Festival
Austin Film Festival)
Vienna International Film Festival
Canberra International Film Festival
Savannah International Film Festival



Το soundtrack του Blue Valentine
Unicorn Tears (Ryan Gosling)
"I Cant Stop Thinking About It" (The Dirtbombs)
"We Belong" (Pat Benetar)
"Granny Diner"(Grizzly Bear)
"In Ear Park"( Department of Eagles)
"Smoking Gun Bleeding Knives" (Ryan Gosling)
"Easier"( Grizzly Bear)
"Lullaby"( Grizzly Bear)
"At The Drop of the Day" (Matt Sweeney, Peter Raeburn and Nick Foster)
"North Haven" (Matt Sweeney & Bjorn Yttling)
"Dory" (Grizzly Bear)
"You Always Hurt the Ones You Love" (Ryan Gosling)
"You and Me"(Penny & The Quarters)
"I Live With You" (Grizzly Bear)
"Foreground" (Grizzly Bear)
"Smoke Gets In Your Eyes" (The Platters)
"Shift "(Grizzly Bear)
"Alligator (Χορωδιακό)"( Grizzly Bear)




Συνέντευξη με τον Derek Cianfrance στον Τασο Μελεμενίδη

Ξεκινώντας από το Sundance πέρυσι και γοητεύοντας σε πολλά φεστιβάλ του κόσμου το Blue Valentine φτάνει στην Ελλάδα λίγο πριν τελειώσει την πορεία των διακρίσεων του με την υποψηφιότητα για Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου που έχει η Michelle Williams. Τίποτα από όλα αυτά δε θα ήταν δυνατό να συμβεί αν δεν υπήρχε η πίστη του δημιουργού του, ότι μπορεί να φτιάξει μια ταινία μέσα από τις φοβίες που είχε βλέποντας τους καυγάδες των γονιών του, αλλά και να την εμπλουτίσει με τις εμπειρίες που απέκτησε από τις προσωπικές του σχέσεις ως ενήλικας. Ο Derek Cianfrance σκέφτηκε και ξεκίνησε τη διαδικασία υλοποίησης του Blue Valentine από τον προηγούμενο αιώνα, συναντώντας συνεχώς αναποδιές που ποτέ δεν στάθηκαν σοβαρές αφορμές ώστε να παρατήσει εντελώς το project, αντιθέτως όπως λέει παρακάτω νοιώθει πλέον χαρούμενος που συνέβησαν όλα αυτά γιατί η ταινία τελικά γυρίστηκε όταν όλα τα συστατικά της ήταν σχεδόν τέλεια.

Αν πρέπει να περιγράψεις με μια λέξη το Blue Valentine η καταλληλότερη είναι μάλλον το έντονο. Όπως τα λέγαμε πριν μήνες, η ταινία παρατηρεί ένα ζευγάρι, διηγούμενη παράλληλα την αρχή και επερχόμενο τέλος του γάμου τους. Χωρίς να ερευνά τις αιτίες και κυρίως χωρίς να παίρνει το μέρος κάποιας πλευράς, καταγράφει πως καταλήγει ένα συναίσθημα έχοντας φθαρεί με την πάροδο του χρόνου. Ο Cianfrance στην πορεία της ταινίας στα φεστιβάλ απέδειξε πόσο σημαντικό είναι για τη ζωή του αυτό το φιλμ, ζώντας με πολύ ένταση ακόμη και τη διαδικασία της προώθησης. Σχεδόν αφιονισμένος, παρουσίαζε την ταινία του με απαράμιλλο ενθουσιασμό και με ένα διαρκές βλέμμα ικανοποίησης για το γεγονός ότι την ολοκλήρωσε. Παρακάτω μας μιλά για τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι τελικά να γυριστεί το φιλμ, τις επιρροές του, το πρωταγωνιστικό ζευγάρι και τί σημαίνει γι αυτόν η όλη εμπειρία του Blue Valentine.

Ξεκίνησες να σκέφτεσαι την ιδέα της ταινίας πριν 12 χρόνια. Πως προέκυψε η ιδέα και τι μεσολάβησε ;
Όταν ήμουν μικρός είχα συνήθως 2 εφιάλτες, ο ένας ήταν να γίνει πυρηνική καταστροφή και ο δεύτερος να χωρίσουν οι γονείς μου. Τελικά χώρισαν όταν έγινα 20 χρονών και αισθάνθηκα πως έπρεπε να φτιάξω ένα φιλμ που μιλά για τη φοβία αυτή που είχα, νομίζω πως αυτή είναι η ευθύνη του καλλιτέχνη να μιλά ξεκάθαρα για τέτοια θέματα.Δούλεψα πολύ πάνω στο θέμα αλλά συνέβησαν πολλές ατυχίες στο παρελθόν και πάντα χανόταν η ευκαιρία να γίνει τελικά η ταινία. Ήταν σαν να μου έλεγε μια ανώτερη δύναμη ότι δεν ήμουν έτοιμος ακόμη, γιατί 12 χρόνια πριν δεν είχα παιδιά, δεν ήμουν παντρεμένος, ήμουν τελείως διαφορετικός ως άνθρωπος. Παίρνοντας νέες εμπειρίες από τη ζωή δούλευα ξανά και ξανά τους χαρακτήρες και τελικά νομίζω πως η ταινία γυρίστηκε όταν πραγματικά ήταν όλα τέλεια. Για πολλά χρόνια ένοιωθα καταραμένος, τώρα νοιώθω ευλογημένος για την 12χρονη ταλαιπωρία.

Πως βλέπεις εσύ τους 2 χαρακτήρες και γιατί επέλεξες να αφηγηθείς την ιστορία τους έτσι ;
Η πρώτη μου μεγάλη επιρροή για τον τρόπο αφήγησης ήταν ο Νόνος 2, όχι ότι δεν υπήρχαν και πριν παλιότερες ταινίες με παράλληλη αφήγηση, αλλά γιατί εκεί κατά τη γνώμη μου έγινε η καλύτερη δουλειά. Στην ταινία μου ήθελα να παρουσιάσω πως ζουν αυτή την εξέλιξη και οι 2, δεν ήθελα κρίνω κάποιον από τους 2, ούτε να πάρω και θέση για το ποιος έχει δίκιο ή άδικο. Είναι δίδυμο, είναι και οι 2 ισότιμα μέλη της ίδιας ιστορίας. Πολλοί θεατές παίρνουν πάντως το μέρος κάποιου, ανάλογα πιθανά και με τις προσωπικές τους εμπειρίες στις σχέσεις, είναι κάτι που δε μπορώ να αποτρέψω τον κόσμο, σημαίνει μάλλον και ότι οι χαρακτήρες είναι δυνατοί και επιδρούν διαφορετικά στον καθένα. Έχει συμβεί και σ εμένα, πχ μια από τις αγαπημένες μου ταινίες είναι το A Woman under Influence του John Cassavetes το οποίο όταν πρωτοείδα το σκεφτόμουν ως μια ταινία που μιλά για μια γυναίκα τρελή σε σχέση με τους γύρω της ενώ μετά από χρόνια το βλέπω πλέον ως μια γυναίκα που είναι η μοναδική λογική σε έναν κόσμο τρελών. Λατρεύω τέτοιου είδους φιλμ, που οι χαρακτήρες είναι τόσο κοντά στη πραγματικότητα και μπορούν να κριθούν ανάλογα με την οπτική του καθενός και η οποία αλλάζει με την ηλικία και τις εκάστοτε συνθήκες.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν, τι σκεφτόσουν για τη μουσική επένδυση της ταινίας και τι αλλαγές έγιναν τελικά ;
Μέχρι και πριν 3 χρόνια ήθελα να χρησιμοποιήσω το score του Βαγγέλη Παπαθανασίου για το ντοκιμαντέρ
L’Apocalypse Des Animaux (του 1972). Ένας παλιός μου καθηγητής με έφερε σε επαφή τότε με τους Grizzly Bear και βρήκα τη μουσική τους πολύ κινηματογραφική. Τους άκουγα συνέχεια στο αυτοκίνητο ή με ακουστικά στο σπίτι και σκεφτόμουν συνεχώς εικόνες από το Blue Valentine όπως το είχα στο μυαλό μου, μου φάνηκε πως ταίριαζε τέλεια ο ήχος τους που είναι αρκετά μοντέρνος αλλά με σαφείς κλασικές επιρροές. Τα τραγούδια τους άλλωστε μιλούν κυρίως για σχέσεις και από ένα σημείο και έπειτα ήμουν σίγουρος πως αυτοί θα ήταν η ιδανική επιλογή. Τους έδειξα το σενάριο και είπαν το ok αμέσως. Χρησιμοποιήσαμε ήδη υπάρχοντα τραγούδια τους, απλά χρειάστηκαν κάποιες επανεκτελέσεις ώστε να δένουν καλύτερα με συγκεκριμένες σκηνές.
Στα credits του σεναρίου βλέπουμε 2 ακόμη ονόματα. Είχαν συνεισφορά σε όλη τη διάρκεια της συγγραφής ;
Έγγραψα το σενάριο με την βοήθεια του
Joey Curtis και της Cami Delavigne. Με τον Joey γνωριζόμαστε από το πανεπιστήμιο, ήταν ο άνθρωπος που έβαλε 10 χιλιάδες δολλάρια για την πρώτη μου ταινία, τον βοήθησα και εγώ μετά στη δική του, ήμασταν για χρόνια συνεργάτες. Μαζί γράψαμε τα 12 πρώτα προσχέδια για την ταινία και κάποια στιγμή ρωτούσα γνωστούς μου για να μου πουν τις γνώμες τους. Τότε συναντήθηκα με την Cami και θυμάμαι την απογοήτευση μου όταν μου εξήγουσε για 3 ώρες σε ένα καφέ πόσο πολύ μίσησε το σενάριο. Ενώ στην αρχή προσπαθούσα να αμυνθώ τελικά της πρότεινα να με βοηθήσει να ξαναγράψουμε πολλές από τις σκηνές. Η Cami βοήθησε πολύ στην ισορροπία μεταξύ της ανδρικής και της γυναικείας οπτικής, γιατί έχοντας γράψει την ιστορία με τον Joey, μοιραία προσέξαμε περισσότερο την ανδρική.Αλλάξαμε αρκετά πράγματα μέσα σε ένα χρονικό διάστημα τεσσάρων χρόνων. Στη συνέχεια είχαν συμμετοχή και οι 2 πρωταγωνιστές, η Michelle Williams και ο Ryan Gosling όταν διάβασαν το σενάριο και δέχθηκαν να συμμετάσχουν. Βρισκόμασταν κατά καιρούς, συζητούσαμε και πολλά απο αυτά που λέγαμε κατέληγαν τελικά σε νέες ιδέες και νέες διορθώσεις. Δεν αναφέρονται στα credits αλλά με τις σκέψεις και τους αυτοσχεδιασμούς τους έπαιξαν εξίσου σημαντικό ρόλο για μένα στη συγγραφή.
Ποια ήταν τα συναισθήματα σου όταν κατάφερες να ολοκληρώσεις τελικά το Blue Valentine ;
Όταν ξεκίνησα να γράφω, το έκανα περισσότερο για θεραπεία, για να αντιμετωπίσω τους παιδικούς μου φόβους. Μεγαλώνοντας προσπάθησα να μάθω περισσότερα για τις σχέσεις και να παλεύω ώστε να μην τελείωνουν εύκολα με έναν χωρισμό, δε ξέρω είναι η αλήθεια αν έμαθα τελικά κάποιο μαγικό μάθημα από την ταινία. Είμαι όμως πραγματικά περήφανος που κατάφερα να ολοκληρώσω κάτι, είναι σημαντικό για τα παιδιά μου που το είδαν να γίνεται πραγματικότητα. Είναι σπουδαίο να τελειώνεις κάτι για το οποίο προσπαθείς χρόνια και ήμουν σίγουρος ότι κάποια μέρα πριν πεθάνω θα τέλειωνα το Blue Valentine.
(
http://www.cinemart.gr/article.php?id=2512)


Ο Δημήτρης Δανίκας διαπιστώνει στα ΝΕΑ:

"Οταν τελείωσε η προβολή του «Blue Valentine» και ο δικός σου µε στόµα να χάσκει σαν να ‘βλεπε µπροστά του τη νεκράνασταση του Τζον Κασσαβέτη, έτσι µου ‘ρθε να γράψω σ’ αυτή την σκηνοθετάρα µε το όνοµα Ντέρεκ Σίανφρανς «αγαπητέ Ντέρεκ, είσαι ο καλύτερος της γενιάς σου. Αν µας κοιτάει από εκεί ψηλά ο Τζον, ευχαρίστως θα υπέγραφε την ταινιάρα σου!» Τίποτα δεν χάνεται. Και καµία µεγιστοτεράστια αξία δεν πεθαίνει. Γιατί αν είχα δει αυτή την καταιγίδα πριν υπογράψω τα δικά µου Οσκαρ στο περασµένο σαββατιάτικο του «Νσυν» των «ΝΕΩΝ», θα την είχα συµπεριλάβει στις εξής κατηγορίες: Καλύτερης ταινίας (χωρίς συζήτηση). Καλύτερης σκηνοθεσίας (ούτε που το διαπραγµατεύοµαι). Καλύτερου γυναικείου ρόλου (ήδη έχει µπει η Μισέλ Ουίλιαµς). Καλύτερου ανδρικού ρόλου (αν και ανώτερος ο Ράιαν Γκόσλινγκ, περιφρονήθηκε). Και καλύτερου Soundtrack (µια κατηγορία που δεν υπάρχει αλλά για την περίπτωση έπρεπε να επινοηθεί για πρώτη φορά). Πώς να σας το πω. Μπήκα στην αίθουσα και µόλις έπεσα πάνω σε µια σκηνή µιζέριας, από τηβιασύνη µου ήµουν έτοιµος να πω «πάλι τα ίδια» και στο τέλος φεύγοντας σχεδόν παραµιλούσα από θαυµασµό. Ο Τζον Κασσαβέτης (1929-1989), ντουµπλαρισµένος εντελώς από έναν διανοούµενο αµερικανό µε το όνοµα Ντέρεκ Σίανφρανς. Που από τα 13 του αρχίζει να σκηνοθετεί το δικό του σινεµά. Που στα 23 υπογράφει την πρώτη µεγάλου µήκους ταινία «Brother Tied», σαρώνοντας σε πλήθος φεστιβάλ. Που αµέσως µετά, λόγω σωµατικής λατρείας µε τη µουσική, σκηνοθετεί ντοκιµαντέρ µε Κασσάνδρα Ουίλσον και Mos Def (ανάµεσα στους άλλους). Και που το 2010 αναβιώνει ολοκληρωτικά την οπτική, τη δραµατουργία, τους χαρακτήρες και τη θεµατική των ταινιών του Τζον Κασσαβέτη. ∆ηλαδή η τιτάνια προσπάθεια του καλλιτέχνη να αποτυπώσει την πραγµατικότη τα µε το έργο του. ∆ηλαδή να έχει σώµα, ανάσα, πνοή, επιθυµίες, αισθήµατα. Να κοπανιέται από αντιφάσεις και αντιθέσεις. Με συγκλίσεις και αποκλίσεις. Με συνθέσεις και αποδοµήσεις. Με οτιδήποτε στην καθηµερινότητά µας συνιστά µια σχέση. Εγώ κι εσύ. Εµείς και το περιβάλλον. Τώρα θέλω, µετά δεν θέλω. Η αµφιθυµία, αυτή η οµολογηµένη, η (ακόµα χειρότερα) κρυµµένη συνεχής, βασανιστική, ανελέητη ταλάντευση που σχεδόν σε όλους µας συµβαίνει. Αυτό και το βαθύτερο στίγµα του «Blue Valentine». Ετσι γκρεµίζονται τα σχήµατα. Καταστρέφονται τα κλισέ. Εξαφανίζονται οι συνταγές. Ούτε άσπρο, ούτε µαύρο. Αληθινές σχέσεις και τίποτα άλλο. Αυτή και η οργανική ανάγκη του Τζον Κασσαβέτη να βγει στους δρόµους µε µια µηχανή στο χέρι. Να αποτυπώσει, ή τουλάχιστον να προσπαθήσει, την αλήθεια όπως αυτή µέσα στη ζωή συµβαίνει. ∆εν είναι φόρµα, αλλά εσωτερική παρόρµηση. Το περιεχόµενο έσπρωξε τον Κασσαβέτη σ’ αυτή την οπτική. Γι’ αυτό ο εκπαιδευµένος από τα κλισέ και τις συνταγές θεατής δεν καταλαβαίνει. Ισως µάλιστα επειδή έχει ανάγκη ν’ αποφύγει, στον κινηµατογράφο, αυτό που στο βάθος τον βασανίζει και τον κάνει να υποφέρει. Γιατί το εύκολο, τοχάπι έντι θέλει να βλέπει. Γιατί τέτοιες ταινίες µοιάζουν γι’ αυτόν σαν χειρουργικό νυστέρι. Ε, λοιπόν, αυτό είναι το «Blue Valentine». Η Σίντι (Μισέλ Ουίλιαµς) και ο Ντιν (Ράιαν Γκόσλινγκ). Τυχαία συναντήθηκαν. Οµως καθόλου τυχαία ξαναβρέθηκαν. Ο Ντιν δεν µπορεί να την βγάλει από το µυαλό του. Είναι ολοκληρωτικά κατειληµµένος από το βλέµµατης. Εκείνη από µικροαστική οικογένεια. Με όνειρα να σπουδάσει ιατρική. Εκείνος εργάτης. Και µάλιστα από επιλογή. «Μα έχεις πολλές δυνατότητες» η Σίντι του λέει. «Τι εννοείς; Να τις επενδύσω πού;». Σα να του λέει: «Πας χαµένος». Κι εκείνος σα να της λέει: «Τι µε θέλεις; Να γίνω επιστήµονας;». Η Σίντι από 13 χρο νών µε σεξουαλικές σχέσεις. «Με καµιά εικοσαριά ίσως και παραπάνω εραστές» οµολογεί στη νοσοκόµα, όταν πρόκειται να κάνει έκτρωση για ένα έµβρυο που το όνοµα του αληθινού πατέρα δεν ξέρει. Αραγε είναι ο Ντιν ή ο προηγούµενος µε τον οποίο διέκοψετην σχέση. Από την άλλη ο Ντιν, ούτε να παντρευτεί ούτε οικογένεια θέλει. Τελικά εκείνη από ανάγκη, εκείνος από αγάπη, καταλήγουν παντρεµένοι. Οµως µέσα της η Σίντι σε διαρκή αντιπαράθεση µε τις επιλογές της. Από τη µια τον θέλει, από την άλλη τον απορρίπτει. Αυτή η αµφιθυµία ανοίγει εσωτερική πληγή στον Ντιν. Ετσι εκείνος καταφεύγει σε µικρές εκρήξεις βίας. Αλλά ούτε βίαιος ούτε αλκοολικός είναι. Οπως ακριβώς είναι και η δική τους σχέση. Το πάθος του ενός, η απόρριψη του άλλου. Ετσι η απόρριψη µετεξελίσσεται σε αντιπαλότητα. Η αντιπαλότητα σε αντιθέσεις. Κι έτσι η ερωτική επαφή καταλήγει σε µπέρδεµα. Η Σίντι µπερδεµένη από τον εαυτό της. Αλλα θέλει, άλλα κάνει, άλλα σκέφτεται. «Οσο πιο ωραία µια γυναίκα τόσοπιο τρελή είναι» λέει ο «απλοϊκός» Ντιν. Γιατί εκείνος, αν και καθαρός µε τα αισθήµατά του, ταυτόχρονα κι εκείνος µπερδεµένος µε τον έρωτά του. Ποιος ο ένοχος; Κανείς. Ποιος ο αθώος; Κανείς. Οπως ακριβώς συµβαίνει σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις. Γιατί το τυχαίο γεγονός (µιας γνωριµίας) µπορεί να καταλήξει σε «οργανωµένο έγκληµα» µιας εσωτερικής καταστροφικής µανίας. Ποια τα αίτια; Πολλά. Ο Σίανφρανς, φευγαλέα, αποτυπώνει µερικά απ’ αυτά. Η κοινωνική διαφορά. Οι διαφορετικές επιλογές. Ας πούµε. Από τη µια οι φιλοδοξίες της Σίντι και από την άλλη το βόλεµα του Ντιν. Μα είναι έτσι; Γιατί εκείνος το βόλεµά του (την εργατική του κατάσταση) το εκλαµβάνει ως µαγκιά του. Εποµένως γιατί οι φιλοδοξίες της Σίντι να θεωρούνται ότι είναι κάτι ανώτερο από τηνδική µου, προσωπική επιλογή; Ποιοςτο λέει αυτό; Καταλάβατε; Το χάσµα ανάµεσα σ’ αυτούς τους δύο είναι κοινωνικό. Θέλουµε, δεν θέλουµε, µιασχέση είναι ευάλωτηαπό κάθε εξωτερικό αλλάκαι εσωτερικό εχθρό. Και από τοπεριβάλλοναλλά και από τον ίδιο τον εαυτόµας. Μπορούµε να την προφυλάξουµε; Μπορούµε το αρχικό αίσθηµα να διαφυλάξουµε; Η σύγκλιση των δύο πλευρών είναι αισθηµατική. Η απόκλιση διανοητική. Η καρδιάκαι το σεξ µε φέρνουν κοντά. Η σκέψη, η περιρρέουσα κοινωνική πραγµατικότητα, η λίστα των καθιερωµένων αξιών µεδιώχνουν από τον άλλο µακριά. Πορευόµαστε µε τα εσωτερικά συντρίµµια µας. Μπερδεύτηκες; Ψέµατα λες. Σκάλισε λίγο µέσα σου και κάπου θα βρεις τη Σίντι και τον Ντιν. Αυτήη πρόκληση του «Blue Valentine». Να κοιταχτείς σ’ αυτόν τον καθρέφτη. Καινα δεις τον εαυτό σουόπως στηνπραγµατικότητα είναι. Ενα κουβάρι. "
Δημήτρης Δανίκας ΤΑ ΝΕΑ 3 ΦΕβρουαρίου 2011

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

SUBMARINO

SUBMARINO
Μια ταινία του Τόμας Βίντερμπεργκ


13 Ιανουαρίου στους κινηματογράφους


Σκηνοθεσία:Thomas Vinterberg
Σενάριο:Βασισμένο στο βιβλίο του Jonas T. Bengtsson με τη συμμετοχή των
Tobias Lindholm & Thomas Vinterberg
Φωτογραφία:Charlotte Bruus Christensen
Μουσική:Kristian Eidnes Andersen
Παίζουν: Jakob Cedergren , Peter Plaugborg , Gustav Fischer Kjærulff ,
Patricia Schumann , Helene Reingaard Neumann , Kate Kjølbye ,Lisbeth H. Pedersen , Dar Salim , Henrik Strube , Elias Ehlers , Sebastian Bull Sarning , Mads Broe Andersen , Finn Bergh
Ετος παραγωγής:2010
Χωρα Παραγωγής: Δανια & Σουηδία
Γλώσσα: Δανέζικα
Εγχρωμο:
Διάρκεια 105'
Κατάλληλο

Το SUBMARINO είναι η ιστορία δύο αδελφών που τους κυνηγά το τραγικό παρελθόν τους. Ο πρώην κατάδικος Νικ, προσπαθεί να πλησιάσει τον αδερφό του, ένα μοναχικό πατέρα και ναρκομανή, πολεμώντας τα φαντάσματα του παρελθόντος. Από τον πολυβραβευμένο σκηνοθέτη της Οικογενειακής Γιορτής ( FESTEN), DEAR WENDY και Όλα για την αγάπη (IT’S ALL ABOUT LOVE).




Ο Νικ κι ο μικρότερος αδερφός του, δεν έχουν τελειώσει ακόμη το δημοτικό σχολείο, και ήδη έχουν σκληραγωγηθεί από τη φτώχεια, την κακομεταχείριση και το αλκοόλ. Ωστόσο, βρίσκουν τη χαρά στο πρόσωπο του νεογέννητου αδερφού τους.
Αντικαθιστούν επάξια την αδιάφορη και αλκοολική μητέρα τους στη φροντίδα του. Αν και μικρής διάρκειας, αυτή η ηλιαχτίδα ελπίδας θα τους στοιχειώνει μέχρι την ενηλικίωση τους.
Ο τριαντάχρονος πλέον Νικ, μένει μόνος σ’ ένα ζοφερό σπίτι σε κατάσταση εξαθλίωσης. Είναι ανίκανος να ελέγξει το θυμό του, και η ανικανότητα να έρθει κοντά στον αδερφό του, τον θυμώνει ακόμη περισσότερο. Η σχέση του με τη γειτόνισσα Σόφι, μένει επιφανειακή καθώς αδυνατεί να δεθεί μαζί της. Για εκείνη, το μόνο που θα την κάνει ευτυχισμένη είναι να αποκτήσει και πάλι την κηδεμονία του γιου της. Ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο μπορεί να επικοινωνήσει εν μέρει, είναι ο υπέρβαρος σεξομανής αδερφός της πρώην κοπέλας του Άνα, Ιβάν. Ωστόσο, αρνείται να δει την πραγματικότητα για την ψυχασθένεια του Ιβάν.
Για τον αδελφό του Νικ, τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη σημασία από τον εξάχρονο γιο του, Μάρτιν. Η εξάρτηση του όμως, δεν τον αφήνει να είναι ένας υπεύθυνος γονιός. Παρά το γεγονός ότι κινδυνεύει να χάσει την κηδεμονία, αγοράζει ναρκωτικά πριν καν φροντίσει για το φαγητό του παιδιού του. Όταν θα κληρονομήσει τη νεκρή μητέρα του, τα πράγματα δείχνουν λίγο καλύτερα, αλλά ακόμη και τότε, θα τα χρησιμοποιήσει για να πουλήσει ο ίδιος ναρκωτικά. Όσο κι αν ισχυρίζεται ότι το έκανε για το καλό του γιου του, η επικίνδυνη συμπεριφορά του θα οδηγήσει στην απώλεια της κηδεμονίας του.
Τα δύο αδέλφια έχουν περάσει τη ζωή τους προσπαθώντας να αγαπήσουν, να ξεχάσουν, να καταλάβουν. Η επανασύνδεση τους θα τους κάνει να καταλάβουν ότι δεν είναι υπαίτιοι οι ίδιοι για τα πάντα.

Σχόλια σκηνοθέτη

Το SUBMARINO βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα του νεαρού Δανού συγγραφέα Γιόνας Τ. Μπένγκτσον.
Μου άρεσε η άμεση γλώσσα του βιβλίου. Η άκαμπτη αλήθεια στη γραφή μου θυμίζει τα πρώτα μου βήματα στην κινηματογράφηση. Διαισθάνθηκα αμέσως ότι η θεματολογία ήταν σπουδαία και καθολική.
Κατά κάποιο τρόπο, οι χαρακτήρες είναι όλοι άνθρωποι που προσπαθούν να κρατήσουν τα κεφάλια τους έξω απ’ το νερό. Η ταινία αφορά ανθρώπους που δεν καταφέρνουν να βγουν στην επιφάνεια. Ο τίτλος μάλιστα, αναφέρεται σε μία μέθοδο βασανιστηρίου κατά την οποία το κεφάλι του θύματος παραμένει κάτω από το νερό με τη βία. Αν και δεν έδωσα ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό στην ταινία, κράτησα τον τίτλο, για την αναφορά στην οποία παραπέμπει.

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Ήθελα να πω την ιστορία ανθρώπων που προσπαθούν να φροντίσουν ο ένας τον άλλον, ακόμη και υπό θλιβερές συνθήκες σε ζοφερά περιβάλλοντα. Το περιβάλλον της ταινίας ήταν κατά κάποιο τρόπο εξωγήινο για εμένα, αλλά με γοητεύει συχνά η σκοτεινή πλευρά της ζωής. Οι χαρακτήρες του SUBMARINO έχουν πιάσει πάτο. Ανήκουν σε ένα ειλικρινές κι άμεσο κομμάτι της κοινωνίας, όπου η επιβίωση προηγείται. Παρά τη θλίψη της ιστορίας, το γύρισμα ήταν μια ιδιαίτερα ευχάριστη διαδικασία. Καθ’ όλη τη διάρκεια νοιώθαμε ότι κάναμε κάτι σωστό. Ήταν πολύ πλούσια και ικανοποιητική εμπειρία.

ΩΣ ΠΑΤΕΡΑΣ

Τα συναισθήματα μου ως πατέρας με χτύπησαν σκληρά με το SUBMARINO. Μπορεί να μη χρειάστηκε ποτέ να ζήσω σε καταφύγιο ή χωρίς χρήματα, αλλά ως πατέρας δύο παιδιών (9 και 14), συνδέθηκα προσωπικά με τα θέματα που πραγματεύεται η ταινία. Είναι αυτός ο συνεχής φόβος που έχεις ότι θα απογοητεύσεις τα παιδιά σου, ότι δε θα μπορέσεις να ανταπεξέλθεις στις ευθύνες που σου αναλογούν.
Είμαι πάντα σε πανικό όσον αφορά τα παιδιά μου. Ιδιαίτερη συμπάθεια είχα για το Μάρτιν, γιατί ως χωρισμένος κι εγώ, πρέπει να λειτουργώ μόνος μου όπως κι εκείνος.

Η ΒΑΠΤΙΣΗ

Η ραχοκοκαλιά της ταινίας είναι πως τα δύο αδέρφια προσπαθούν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο, αλλά ποτέ δεν τα καταφέρνουν. Προσπαθούν να γυρίσουν στην παιδική τους ηλικία που κατοχυρώσανε τον ισχυρό μεταξύ τους δεσμό. Πιστεύω ότι αν είχανε βρεθεί εγκαίρως ως ενήλικες, ίσως να μπορούσανε να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο.
Από την αρχή της ταινίας, που παρακολουθούμε τα δύο αδέρφια σε νεαρή ηλικία, γνωρίζουμε ότι έχουν πολύ βαριά φορτία να κουβαλήσουν. Ήθελα η σκηνή της Βάπτισης να πλαισιώσει την ταινία, ώστε να νοιώθουμε την ίδια τρυφερότητα στην αρχή και στο τέλος. Η βάπτιση είναι μια ιδιαίτερη στιγμή στις ζωές των δύο αδελφών. Είναι η μοναδική στιγμή χαρά κι αγνότητας στη ζωή τους. Η συγκεκριμένη σκηνή αντανακλά την εικόνα που θέλαμε να δώσουμε συνολικά με τη διευθύντρια φωτογραφίας Σάρλοτ Μπρους Κρίστενσεν. Όχι χειροκίνητη και «βρώμικη», αλλά ειλικρινής κι αγνή. Ακόμη και στις πιο σκοτεινές σκηνές, προσπαθούμε να το διατηρήσουμε αυτό.

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΡΑΣ

Ο Νικ έχει την ανάγκη να τους φροντίζει όλους. Σε όλη του τη ζωή φρόντιζε άλλους, τον αδερφό του, τον Ιβάν. Πάντα κατηγορούσε τον εαυτό του που δεν μπόρεσε να φροντίσει το νεογέννητο αδερφό του όταν ήταν παιδί. Δε θέλει να χάσει κανέναν άλλον, και προσπαθεί διαρκώς να επανορθώσει. Δε με ενδιαφέρουν οι θυμωμένοι χαρακτήρες. Με ενδιαφέρουν οι θυμωμένοι χαρακτήρες, που έχουν και μια ευαίσθητη πλευρά. Υπάρχει ένας άνθρωπος που νοιάζεται πίσω από το τέρας που δείχνει να είναι ο Νικ. Πάντα τον αντιμετώπιζα ως το συνδυασμό ενός σκληρού άντρα κι ενός ευαίσθητου παιδιού. Ήθελα το κοινό να συνεχίζει να βλέπει το παιδί στο Νικ, ακόμη κι ως ενήλικα.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΝ

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι αυτός ο χαρακτήρας αναφέρεται ως ο πατέρας του Μάρτιν ή ο αδερφός του Νικ. Αυτή είναι η ταυτότητα του, ο λόγος ύπαρξης του. Αν δεν είχε το γιο του, πιθανότατα να είχε πεθάνει από υπερβολική δόση πολύ καιρό νωρίτερα. Η φροντίδα του παιδιού του τον κρατάει στη ζωή. Αναζητά συνεχώς την ισορροπία ανάμεσα στις δικές του ανάγκες και του γιου του. Νοιώθει και συνεχείς ενοχές ότι δε μπορεί να ανταπεξέλθει στην ευθύνη. Κάνει σπασμωδικές κινήσεις για να βγάλει χρήματα. Πιστεύω ότι είναι τόσο λάθος η αντίληψη ότι τα παιδιά θέλουν λεφτά. Θέλουν απλά αγάπη και φροντίδα. Τόσοι και τόσοι γονιοί ωστόσο αφιερώνουν υπέρογκο χρόνο στη δουλειά τους, στο όνομα των παιδιών τους. Καταλήγουν να βρίσκονται παντού και πουθενά. Στη δουλειά, τους λείπει η οικογένεια. Στο οικογενειακό δείπνο, δε μπορούν παρά να σκέφτονται τη δουλειά. Ο πατέρας του Μάρτιν δε διαφέρει ιδιαίτερα.

ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ

Με απασχόλησε ιδιαίτερα ο χαρακτήρας του ενήλικα Νικ στην αρχή. Ήταν εκείνο το είδος του θυμωμένου μπάσταρδου για τον οποίο δε νοιώθεις καμία συμπάθεια. Δεν ήθελα το κοινό να νοιώθει έτσι, ούτε για εκείνον ούτε για κανέναν από τους χαρακτήρες. Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να εστιάσουμε στην ανθρωπιά των χαρακτήρων.
Ήθελα το κοινό να έχει συνεχή αίσθηση του πόσο εύθραυστοι είναι οι χαρακτήρες. Όσο βίαιες κι αν είναι κάποιες πράξεις τους, πρέπει πάντα να τους αντιμετωπίζουμε ως τα ευαίσθητα πλάσματα που είναι. Είναι ο μόνος τρόπος να μας κάνει να ταυτιζόμαστε μαζί τους. Για παράδειγμα, ο χαρακτήρας του Ιβάν. Στην πραγματικότητα, είναι ένας υπέρβαρος δολοφόνος που ιδρώνει συνεχώς! Όταν το σκέφτεσαι, δε θα’ πρεπε να τον συμπαθείς ιδιαίτερα. Αλλά είναι πολύ ευαίσθητος και χρειάζεται κάποιον να τον βοηθήσει. Παριστάνει κάποιον που δεν είναι, και καταλήγει να αποκαλύπτεται σιγά σιγά. Μερικές φορές, όσο πιο ψυχοπαθής είναι ο χαρακτήρας, τόσο πιο ενδιαφέρων. Έκανα το ίδιο με τον πατέρα στην Οικογενειακή γιορτή. Έχει κακοποιήσει τα παιδιά του, ωστόσο υπάρχει μια συμπάθεια προς αυτόν. Θέλω πάντα να βλέπω τη συμπόνια. Προσπαθώ να κρατώ τη σωστή ισορροπία, κατά το σενάριο, το γύρισμα και το μοντάζ .

ΝΟΤΑ ΕΛΠΙΔΑΣ

Ο Νικ βλέπει απομεινάρια της αλκοολικής μητέρας του παντού, ειδικά στη γειτόνισσα του Σόφι. Αντίθετα όμως με την καταχρηστική μητέρα του, η Σόφι είναι μια γυναίκα που κάνει θυσίες. Μοιράζεται τον εαυτό της με όλους. Μοιράζει χαμόγελα και το σώμα της. Ήταν κάποτε μια μέση αστή, που έκανε τη ζωή της άνω κάτω για διάφορους λόγους. Η τρέλα της οφείλεται κυρίως στο ότι έχασε την κηδεμονία του γιου της. Χωρίς να έχει βοήθεια από κανέναν, στρέφεται στον Νικ. Εκείνος όμως αδυνατεί να δεθεί μαζί της, καθώς παραμένει ανέπαφη η αγάπη του για την Άνα, αν κι έχουν περάσει χρόνια από το χωρισμό τους.
Η ερωτική ιστορία του Νικ και της Άνα, είναι μια πραγματική νότα ελπίδας στο SUBMARINO. Συνειδητοποιούμε ότι ο Νικ είναι ικανός να αγαπήσει. Παρ’ όλο που η αγάπη τους κατέρρευσε, νοιώθει ακόμη δεμένος με εκείνη. Δεν είναι απλά ικανός να αγαπήσει, αλλά έχει ελπίδα και να ξαναγαπήσει στο μέλλον παρ’ όλα όσα έχουν συμβεί

ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Είδαμε δεκάδες νεαρά αγόρια για να βρούμε τα σωστά για το SUBMARINO. Είναι φυσικά όλα μη επαγγελματίες, καθώς δεν υπάρχουν πολλά παιδιά ηθοποιοί στη Δανία, όπως στις ΗΠΑ. Βρήκα τα κατάλληλα με την πρώτη ματιά. Ο μικρός Μάρτιν, Γκούσταβ Φίσερ Κέρουλφ είναι οχτώ ετών κι ο Κρίστιαν Κιρκ Όστεργκαρντ, που υποδύεται το γιο της Σόφι, είναι έξι. Είναι λίγο ιδιαίτερο να δουλεύεις με τόσο νεαρούς ηθοποιούς. Στις ηλικίες αυτές, τα παιδιά θέλουν να ξέρουν απλά τι να κάνουν και που να σταθούν. Δουλέψαμε πολύ περισσότερο με το 13χρονο Σεμπάστιαν Σάρνινγκ, που υποδύεται το νεαρό Νικ και το 12χρονο Μαντς Μπρο, που υποδύεται τον νεαρό αδερφό του. Συζητήσαμε πάρα πολύ το τι σήμαινε η κάθε σκηνή. Έπρεπε να τους διδάξω τις βασικές αρχές της υποκριτικής, καθώς δεν είχανε ξαναπαίξει στο παρελθόν. Ήταν πολύ σημαντικό για εκείνους να ξέρουν από που προέρχονται οι χαρακτήρες τους και που οδεύουν. Περάσανε πολύ χρόνο με τα μωρά (ήταν δίδυμα) και την οικογένεια τους. Τα μωρά έπρεπε να αισθάνονται άνετα κοντά τους, και τα αγόρια έπρεπε να αισθάνονται άνετα φροντίζοντας τα, κρατώντας τα. Είμαι πολύ σχολαστικός με αυτά και ήθελα ένα ασφαλές περιβάλλον. Ήμουν πολύ τυχερός που βρήκα τόσο όμορφα δίδυμα και τόσο συνεργάσιμους γονείς.

ΕΜΕΙΣ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΙ

Όλοι μας στην ομάδα, έπρεπε να μπούμε στη διαδικασία να ελαχιστοποιήσουμε την απόσταση μεταξύ «υμών» κι «εκείνων». Έπρεπε να ξεπεράσουμε το γεγονός ότι είμαστε άνθρωποι με αξιόλογα εισοδήματα που φαντάζονται ότι έχουν κάτι να πουν για τη ζωή σε ένα σκληρό κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον. Υπάρχει μια δόση υπεροψίας και τόλμης σε αυτό που έπρεπε να ξεπεραστεί στις πρόβες. Ο Γιάκομπ Σέντεργκρεν, ο Νικ στην ταινία, πέρασε αρκετό καιρό σε ένα κέντρο αποκατάστασης για πρώην κατάδικους. Ο Μόρτεν Ρόουζ, ο Ιβάν, φόρεσε ένα κοστούμι και βγήκε στους δρόμους μαζεύοντας άδεια μπουκάλια. Πήγα στο κέντρο που έμενε ο Νικ, γιατί έπρεπε να περάσω κι εγώ ένα βράδυ εκεί. Ο μάνατζερ εκεί μου είπε: «Θέλεις να πάρεις το κρεβάτι κάποιου, απλά επειδή κάνεις μια ταινία; Το βρίσκεις δίκαιο;». Μπορεί να ακούγεται ρομαντικό, αλλά έπρεπε να σβήσουμε την απόσταση μεταξύ μας.

ΜΙΑ ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΓΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΓΥΜΝΙΑΣ

Υπάρχει σίγουρα σύνδεση μεταξύ του SUBMARINO και των πρώτων μου ταινιών, και ειδικά με αυτή την παραγωγή, ένοιωθα ότι ξεκινάω απ’ την αρχή. Το καστ περιλαμβάνει ηθοποιούς που κάνουν το ντεμπούτο τους στον κινηματογράφο, και το συνεργείο περιλαμβάνει πολλούς νέους ανθρώπους με τους οποίους δεν έχω ξαναδουλέψει. Η διευθύντρια φωτογραφίας Σάρλοτ Μπρους Κρίστενσεν, που σπούδασε στο National Film &Television School του Λονδίνου, δεν είχε ξανακάνει ταινία, ενώ ο συνεργάτης μου στο σενάριο Τομπάιας Λίντχολμ, που πρόσφατα αποφοίτησε από Σχολή Κινηματογράφου της Δανίας, έκανε την πρώτη του ταινία επίσης. Έπρεπε να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι είμαι ο γηραιότερος της ομάδας πλέον. Ωστόσο, αυτό το γεγονός μου έδωσε ένα νέο ενθουσιασμό και πνεύμα μαχητικότητας. Προχώρησα στο πρότζεκτ αυτό με αίσθηση αγνότητας και γύμνιας.


Βιογραφικό σκηνοθέτη

Το SUBMARINO είναι η έκτη μεγάλου μήκους ταινία του Τόμας Βίντερμπεργκ. Η Οικογενειακή Γιορτή (FESTEN) έκανε πρεμιέρα το 1998 στο Φεστιβάλ Καννών, όπου κέρδισε το βραβείο της Κριτικής Επιτροπής. Συνέχισε την επιτυχημένη φεστιβαλική της πορεία διεθνώς, αποσπώντας αμέτρητα βραβεία, και καθιστώντας την μία από τις σημαντικότερες ταινίες της χρονιάς.
Ακολούθησαν τα αγγλόφωνα Όλα για την αγάπη ( IT’S ALL ABOUT LOVE) το 2003 με τους Σον Πεν, Κλαιρ Ντέινς και Γιοακίν Φοίνιξ και το 2005 το DEAR WENDY, με τους Μπιλ Πούλμαν, Κρις Όουεν και Τζέιμι Μπελ. Και οι δύο ταινίες παρουσιάστηκαν στο Sundance. Επέστρεψε στη μητρική του γλώσσα το 2007, με την κωμωδία WHEN A MAN COMES HOME.
Γεννημένος το 1969 στη Κοπεγχάγη, έκανε την πρώτη μικρού μήκους του όταν ήταν μόλις 16. Τρία χρόνια αργότερα, εισήχθη στη Εθνική Σχολή Κινηματογράφου της Δανίας, ως ο νεαρότερος μαθητής που φοίτησε ποτέ. Αποφοίτησε το 1993, αποσπώντας το καλύτερο βραβείο για την πτυχιακή του ταινία LAST ROUND. Η μικρού μήκους THE BOY WHO WALKED BACKWARDS έγινε μεγάλη επιτυχία ανά τον κόσμο, αποσπώντας πολλά βραβεία κοινού. Έκανε το ντεμπούτο του στις μεγάλου μήκους με το THE BIGGEST HEROES το 1996. Έχει σκηνοθετήσει επίσης μουσικά βίντεο κλιπ για τους Metallica και τους Blur.
Ο Βίντερμπεργ τιμήθηκε με το ειδικό βραβείο για το συνολικό του έργο στα Ευρωπαϊκά βραβεία κινηματογράφου το 2008, για το ρόλο ως ενός από τους ιδρυτές του Δόγματος το 1995.
Προς το παρόν, ετοιμάζει το θεατρικό DAS BEGRÄBNIS (THE FUNERAL) για το θέατρο Μπεργκ της Βιέννης. Είναι η πρώτη φορά που σκηνοθετεί για το σανίδι.

Φιλμογραφία ηθοποιών


ΓΙΑΚΟΜΠ ΣΕΝΤΕΡΓΚΕΡΝ (Νικ)

• Submarino (2010)
• Rage (2009)
• Frygtelig lykkelig - Τρομακτικά Ευτυχισμένοι (2008)
• Voksne Mennesker (2005)

ΠΙΤΕΡ ΠΛΑΟΥΓΚΜΠΟΡΓΚ (ο αδερφός του Νικ)

• Submarino (2010)
• Flammen & Citronen - Μέρες Θυμού (2008)

ΠΑΤΡΙΣΙΑ ΣΟΥΜΑΝ (Σόφι)

• Submarino (2010)
• De Fortabte Sjaeles - Το Νησί των Χαμένων Ψυχών (2007)

Συμμετοχή σε Φεστιβαλ

Berlin International Film Festival

Karlovy Vary Film Festival (Τσεχία)

Gent International Film Festival (Βέλγιο)

Denver International Film Festival

Thessaloniki International Film Festival






Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Ο Ευγένιος Τριβιζάς στη Seven Films




Η


SEVEN FILMS


ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ:


ΔΥΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ
ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΤΡΙΒΙΖΑ

ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΠΛΗ ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΤΩΝ ΠΟΛΥΒΡΑΒΕΥΜΕΝΩΝ ΣΕ ΔΙΕΘΝΗ ΦΕΣΤΙΒΑΛ
ΤΡΙΣΔΙΑΣΤΑΤΩΝ ΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ
ΜΕ ΤΙΣ ΦΩΝΕΣ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΜΑΣ
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ DVD ΔΩΡΟ ΕΞΙ ΓΙΟΡΤΙΝΕΣ ΚΑΡΤΕΣ
ΜΕ ΠΡΩΤΟΤΥΠΕΣ ΕΥΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ!



ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ, ΜΙΑ ΦΟΡΑ





(διάρκεια: 30‘)
Ένα χριστουγεννιάτικο βράδυ, στο πεζοδρόμιο μιας πόλης συναντιούνται ένα
παραμελημένο δέντρο κι ένα φτωχό αγόρι. Το δέντρο βλέπει από τα παράθυρα των σπιτιών τα καταστόλιστα έλατα και ζηλεύει. Ζητά από το αγόρι να το στολίσει. Εκείνο όμως, ούτε στολίδια έχει, ούτε χρήματα. Πώς είναι δυνατόν να στολίσει ένα μίζερο δέντρο στη μέση ενός παγωμένου πεζοδρομίου; Κι όμως… εκείνη η νύχτα είναι μια νύχτα ονείρων, μια νύχτα μαγική…
Σημείωμα σκηνοθέτη
Η ταινία «ένα δέντρο, μια φορά» είναι το δεύτερο δείγμα δουλειάς που προέκυψε από μια μακρόχρονη προσπάθεια, πολλών ανθρώπων, με στόχο να στηθούν γερές βάσεις για την δημιουργία ταινιών υψηλής ποιότητας με τελικούς αποδέκτες τα παιδιά έχοντας πάντοτε σαν αφετηρία, έργα καλής παιδικής λογοτεχνίας.
Η ταινία βασίστηκε σε ένα όμορφο παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά, ο οποίος
αγκάλιασε αυτή την προσπάθεια από την πρώτη στιγμή, με ενθουσιασμό μικρού παιδιού. Διαλέξαμε την συγκεκριμένη ιστορία επειδή θέτει, με ένα ιδιαίτερα ευφυή και ευαίσθητο τρόπο, ζητήματα που αφορούν το περιβάλλον αλλά και τον άνθρωπο (ιδιαίτερα το παιδί) μέσα σ’ αυτό, σαν μια ολότητα που αξίζει την προσοχή μας και την αγάπη μας. Θυμίζοντας μας, με τρόπο που συγκινεί και προβληματίζει, πως και τα δυο όταν περνούν στο περιθώριο της προσοχής μας περιθωριοποιούνται και απ’ τη ζωή γενικότερα, κάνοντας ταυτόχρονα όμως φτωχότερες και τις ψυχές μας και τις κοινωνίες μας…
Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους πίστεψαν και δούλεψαν σκληρά γι’ αυτή την προσπάθεια.
Παναγιώτης Ράππας
Βραβεία:
1. 5th Animfest Athens Greece: Best Animation
2. EBU Best Production for kids and juniors in Europe 2009: Runner-up
3. 12th International Film Festival of Patra Greece: Best animation
4. 4th Documentary Film festival of Chalkis Greece: Special jury award
Επίσημες συμμετοχές
1. Cyprus International Film Festival 2010: Best Animation/CYPRUS
2. ROZAFA International Children Film Festival 2010/ALBANIA
3. Hiroshima Animation Festival 2010/ Japan
Συντελεστές :
ΜΙΑ ΣΥΜΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΩΝ Time Lapse Pictures SA & ERT SA/ 2009
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ……………….................................Παναγιώτης Ράππας
ΠΑΡΑΓΩΓΗ……………………...............................Παναγιώτης Ράππας
ΣΕΝΑΡΙΟ….......................Ευγένιος Τριβιζάς, Παναγιώτης Ράππας
ΜΟΥΣΙΚΗ……...........................…………..Δημήτρης Παπαδημητρίου
ΜΟΝΤΑΖ……...............................…………………….Σίμος Μαγλιβέρας
ΗΧΟΣ…………..............................………………...Αντώνης Δελαπόρτας
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ…...........................Θανάσης Τσίτσικας
Με τις φωνές των:
Διονύση Σαββόπουλου......................................................Δέντρο
Δανάης Σκιάδη.................................................................Αγοράκι
Μαρίας Ναυπλιώτου...........................................Πριγκιποπούλα
Θοδωρή Αθερίδη.....................................................Α Μηχανικός
Παύλου Κοντογιαννίδη .....................................Β Περαστικός
Δημήτρη Πιατά........................................................Β Μηχανικός
Μιχάλη Μητρούση ...............................................Γ Μηχανικός
Τάκη Τζαμαργιά......................................................Α Περαστικός
Τα τραγούδια ερμηνεύουν η Φωτεινή Δάρρα και ο Μπάμπης Τσέρτος.
Τίτλος τραγουδιού: «Σ’ αυτό το δρόμο κάποτε»
Επίσημη ιστοσελίδα:
http://www.theboyandthetree-enadentromiafora.blogspot.com/
Η ταινία προβλήθηκε πρώτη φορά παραμονή Πρωτοχρονιάς το 2009 από την ΝΕΤ.



ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΑΚΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΑΓΓΙΞΕΙ ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΑΚΙ


(διάρκεια: 28‘ 30’’ )
Ήταν κάποτε ένα ποντικάκι που λαχταρούσε να αγγίξει ένα αστεράκι. Όσο και να προσπαθούσε όμως, δεν μπορούσε να τα καταφέρει. Έτσι περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι μήνες, ώσπου ένα χριστουγεννιάτικο βράδυ βγαίνοντας από την ποντικότρυπά του, είδε κάτι που το έκανε να πιστέψει ότι αυτή τη φορά θα καταφέρει ν’ αγγίξει το πολυπόθητο αστέρι!
Σημείωμα σκηνοθέτη :
Η ταινία είναι η μεταφορά στη μικρή οθόνη, ενός πολύ πετυχημένου κι αγαπημένου παραμυθιού του Ευγενίου Τριβιζά. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα δυνατή αλλά και τρυφερή ιστορία, της οποίας ήρωας είναι ένα ονειροπόλο ποντικάκι, που έχει ως όνειρο ζωής να αγγίξει ένα αστέρι.
Οι περιπέτειές του, καθώς προσπαθεί να αγγίξει το στόχο του, είναι γεμάτες δράση (χωρίς ίχνος βίας φυσικά), και μπορεί άνετα να τις παρακολουθήσει ένα παιδί.
Ταυτόχρονα, τα μηνύματα που αφήνει μπορεί να αποδειχθούν ιδιαίτερα
συγκινητικά για μικρούς και μεγάλους.
Παναγιώτης Ράππας
Βραβεία :
1. Martha’s Vineyard: Best in fest
(Αξίζει να σημειωθεί ότι για το συγκεκριμένο βραβείο ψηφίζουν όλα τα
παιδιά που επισκέπτονται το φεστιβάλ, που οργανώνεται στο ομώνυμο νησί
της Μασαχουσέτης των ΗΠΑ και απονέμεται στην ταινία που συγκεντρώνει
τους περισσότερους ψήφους)
2. Cyprus International Film Festival: Best Animation
3. London Greek Film Festival: Best Animation
4. Athens AnimFest: Special Jury Award
5. Patras International Film Festival: Best Animation
Επίσημες συμμετοχές
1. San Diego International Children’s Film Festival
2. Tirana International Film Festival
3. Animasyros / Greece
4. Hiroshima Animation Festival / Japan
5. Cartoons on the Bay / Italy
6. Chicago International Children Film Festival / USA
7. Kids First / USA
8. LUCAS Children Film Festival / Germany
9. Holland Animation Film Festival / Holland
Συντελεστές :
ΜΙΑ ΣΥΜΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΩΝ Time Lapse Pictures SA & ERT SA/ 2007
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ…..................Παναγιώτης Ράππας, Άγγελος Ρούβας
ΣΕΝΑΡΙΟ….………………............................………….Ευγένιος Τριβιζάς
ΜΟΥΣΙΚΗ...............…Πλάτων Ανδριτσάκης, Νίκος Παπαδόγουλας
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ……....................….Μίνως Μάτσας, Κώστας Χρηστίδης
ΜΟΝΤΑΖ…….........................……………………Δημήτρης Δεληνικόλας
ΗΧΟΣ……………..........................………………....Αντώνης Δελαπόρτας
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ…..........................Θανάσης Τσίτσικας
Με τις φωνές των:
Κώστα Τριανταφυλλόπουλου.................................Ο Παππούς
Χρήστου Τζαμαργιά...............................................Το Ποντικάκι
Σταματίνας Ντούσκου............................................Η Κουκλίτσα
Γιώργου Ανδρεσάκη...........................................Το Στρατιωτάκι
Δημήτρη Βεργάδου..................................................Το Ναυτάκι
Τίτλοι τραγουδιών:
Το τραγούδι του Στρατιώτη
Το τραγούδι της Κούκλας
Το τραγούδι του Ναύτη
Η ταινία προβλήθηκε πρώτη φορά ανήμερα Χριστουγέννων το 2007 από την ΝΕΤ.


ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ
ΕΝΑΣ ΜΑΓΕΥΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ

Όπως ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, έτσι και ο Ευγένιος Τριβιζάς γράφει σε μία από τις λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες της ευρωπαϊκής ηπείρου. Τα παραμύθια του, όμως, όπως και αυτά του Άντερσεν, έχουν τη δύναμη να αγγίζουν την καρδιά και το μυαλό των αναγνωστών όχι
μόνο σε όλη την Ευρώπη, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Το βιβλίο του που εξακολουθεί να διαβάζεται περισσότερο διεθνώς είναι Tα Τρία Μικρά Λυκάκια, ένα σύγχρονο κλασικό έργο, μια διασκεδαστικότατη εφευρετική ανατροπή της παραδοσιακής ιστορίας, που αναδεικνύει τη δύναμη του Τριβιζά να προκαλεί στοχασμό μέσα από το χιούμορ. Ο Τριβιζάς, όμως, έχει την ικανότητα να επεκτείνει το εύρος των παραβολών του σε πολυσύνθετες λογοτεχνικές μορφές.

Στην Τελευταία Μαύρη Γάτα το θέμα των κινδύνων της προκατάληψης αναπτύσσεται σ’ ένα πλήρες μυθιστόρημα. Η δυναμική του ρατσισμού και το ηθικό καθήκον της αντίστασης εναντίον του σπάνια έχουν αποδοθεί με τόσο ελκυστικό τρόπο. Πολύπλευρος συγγραφέας ο Τριβιζάς γοητεύει, επίσης, τους αναγνώστες του με ιστορίες που ταυτόχρονα εξυμνούν και αποτελούν οι ίδιες την έκφραση της απελευθερωτικής δύναμης της φαντασίας. Έτσι, στα Μαγικά Μαξιλάρια ο δικτάτορας Αρπατίλαος καταργεί το δικαίωμα στα όνειρα, εξαναγκάζοντας τους υπηκόους του να κοιμούνται σε μαξιλάρια παραγεμισμένα με εφιαλτικά υλικά. Η δύναμη της ελπίδας και της υλοποίησης οραμάτων αποτελεί το υπόβαθρο και του βιβλίου Ο Χιονάνθρωπος και το Κορίτσι. Εάν Η Τελευταία Μαύρη Γάτα θυμίζει αλληγορία του Αλμπέρ Καμί για ένα νεότερο κοινό, Ο Χιονάνθρωπος και το Κορίτσι εντάσσεται στο θαυμαστό και σατιρικό κόσμο του Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί ή ακόμα και του Τζόναθαν Σουίφτ. Ο Άντερσεν θα επιδοκίμαζε τόσο το πνεύμα όσο και τη δεξιοτεχνία ενός συγγραφέα που απευθύνεται στους αναγνώστες του όχι ως ηθικολόγος ή κήρυκας, αλλά ως μαγευτικός παραμυθάς και πάνω απ’ όλα ως ένας προσωπικός φίλος.
Boyd Tonkin, The Independent


Ο Ευγένιος Τριβιζάς είναι ένας προικισμένος ποιητής παραμυθιών και θεατρικών
έργων, που απευθύνεται σ’ όλους τους μικρούς, αλλά και σ’ εκείνους από τους
μεγάλους που μπορούν να ταξιδέψουν με το όνειρο και μέσα από την «ονειροφαντασία» να βρουν την ουσία της αντιποιητικής και παραποιημένης
πραγματικότητας. Στη Φρουτοπία, το Όνειρο του Σκιάχτρου, τους Δραπέτες της
Σκακιέρας ή στους Iππότες της Tηγανητής Πατάτας, τι άλλο κάνει ο Tριβιζάς παρά να απο-καλύπτει με μαστοριά και εφευρετικότητα, με ελκυστικές αφηγηματικές τεχνικές, με λεπτό και συχνά πικρό χιούμορ, την κατεστημένη αλόγιστη λογική, τι άλλο κάνει απ’ ό,τι παραγγέλνει ο Eλύτης: «Mάθε να προφέρεις την πραγματικότητα, όπως ο σπουργίτης το χάραμα»;
Γ.Δ. Μπαμπινιώτης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών


Μαιτρ του χιούμορ και των ανατροπών, μοναδικός στην Ευρώπη.
C.H. Davies, Bookbird


Ο λογοτεχνικός κόσμος του Ευγένιου Τριβιζά αποτελεί μία αποκάλυψη.
Μiriam Gabriela Moellers, International Literature Festival Berlin


Μέσα στην ψυχρή επιστημονική τεχνική του εγκληματολόγου που χρησιμοποιεί τις λέξεις ως νυστέρι κρύβεται μία υπέροχη φτερωτή στολή, μία οργιάζουσα φαντασία, ένας χείμαρρος λεκτικός, ένας γοητευτικός παραμυθάς.
Κώστας Γεωργουσόπουλος



ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΑΠΠΑΣ
Ο Παναγιώτης Ράππας γεννήθηκε στην Ύδρα. Σπούδασε ζωγραφική, χαρακτική και κινούμενο σχέδιο στην Γερμανία. Το 1985 άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με το κινούμενο σχέδιο και μέχρι το 1989 δουλεύει σε διάφορες ταινίες animation για τον κινηματογράφο, στο Βερολίνο και το
Μόναχο, αποκτώντας εμπειρία σε όλα τα στάδια της παραγωγής. Το 1989 όταν ο Steven Spielberg άνοιξε το στούντιο παραγωγής κινουμένων σχεδίων Amblin στο Λονδίνο, ήταν ένας από τους πρώτους που κλίθηκαν να το επανδρώσουν.
Παίρνει μέρος στις παραγωγές του στούντιο ενώ παράλληλα εργάζεται σαν
ανεξάρτητος Σκηνοθέτης και Animator σε διάφορα διαφημιστικά spot και
τηλεοπτικές σειρές στο West End του Λονδίνου.
Το 1995 ιδρύει στο Λονδίνο την εταιρία παραγωγής Stardust PIictures στην οποία εργάζεται σαν Παραγωγός και Creative Director μέχρι το 1998. Το 1998
αναλαμβάνει την παραγωγή μέρους της ταινίας “1001 Nights” για λογαριασμό της Φιλαρμονικής του Λος Άντζελες. Το 1999 συμμετέχει στην ταινία μικρού μήκους κινουμένων σχεδίων “The Periwig Maker” που ήταν υποψήφια για Oscar. Το 1999 συν-ιδρύει την εταιρία παραγωγής Time Lapse Pictures στο Λος Άντζελες. Παράλληλα εργάζεται σαν σκηνοθέτης και Layout Supervisor στις ταινίες “Rugrats the Movie” και “ Rugrats in Paris”, παραγωγής Paramount/ Nickelodeon.
Το 2000 δημιουργείται η εταιρία παραγωγής Time Lapse Pictures Hellas S.A., με έδρα την Αθήνα, της οποίας είναι πρόεδρος και Creative Director. Η εταιρεία έχει στενή συνεργασία με την ομώνυμη της στο Λος Άντζελες και έχουν από κοινού αναλάβει την εκτέλεση πολλών ταινιών κινουμένων σχεδίων για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.
Έχει επίσης ασχοληθεί με τον σχεδιασμό σκηνικών για το Θέατρο και έχει διδάξει σε σεμινάρια με αντικείμενο την παραγωγή ταινιών κινουμένων σχεδίων.
Είναι ισόβιο μέλος της Ακαδημίας τεχνών και επιστημών του κινηματογράφου
(A.M.P.A.S) των ΗΠΑ.


Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Χρυσες Σφαίρες 2010 οι υποψηφιότητες

BEST MOTION PICTURE – DRAMA
BLACK SWAN
THE FIGHTER
INCEPTION
THE KING’S SPEECH
THE SOCIAL NETWORK

BEST PERFORMANCE BY AN ACTRESS IN A MOTION PICTURE – DRAMA

Halle Berry, FRANKIE AND ALICE
Nicole Kidman, RABBIT HOLE
Jennifer Lawrence, WINTER’S BONE
Natalie Portman, BLACK SWAN
Michelle Williams, BLUE VALENTINE

BEST PERFORMANCE BY AN ACTOR IN A MOTION PICTURE – DRAMA

Jesse Eisenberg, THE SOCIAL NETWORK
Colin Firth, THE KING’S SPEECH
James Franco, 127 HOURS
Ryan Gosling, BLUE VALENTINE
Mark Wahlberg, THE FIGHTER

BEST MOTION PICTURE – MUSICAL OR COMEDY
ALICE IN WONDERLAND
BURLESQUE
THE KIDS ARE ALL RIGHT
RED
THE TOURIST

BEST PERFORMANCE BY AN ACTRESS IN A MOTION PICTURE – MUSICAL OR COMEDY
Annette Bening, THE KIDS ARE ALL RIGHT
Anne Hathaway, LOVE AND OTHER DRUGS
Angelina Jolie, THE TOURIST
Julianne Moore, THE KIDS ARE ALL RIGHT
Emma Stone, EASY A

BEST PERFORMANCE BY AN ACTOR IN A MOTION PICTURE -MUSICAL OR COMEDY Johnny Depp, ALICE IN WONDERLAND
Johnny Depp, THE TOURIST
Paul Giamatti, BARNEY’S VERSION
Jake Gyllenhaal, LOVE AND OTHER DRUGS
Kevin Spacey, CASINO JACK

BEST DIRECTOR
Darren Aronofsky, BLACK SWAN
David Fincher, THE SOCIAL NETWORK
Tom Hooper, THE KING’S SPEECH
Christopher Nolan, INCEPTION
David O. Russell, THE FIGHTER

BEST SCREENPLAY
Danny Boyle, 127 HOURS
Lisa Cholodenko and Stuart Hart, THE KIDS ARE ALL RIGHT
Christopher Nolan, INCEPTION
David Seidler, THE KING’S SPEECH
Aaron Sorkin, THE SOCIAL NETWORK

BEST ORIGINAL SCORE
Alexander Desplat, THE KING’S SPEECH
Danny Elfman, ALICE IN WONDERLAND
A.R. Rahman, 127 HOURS
Trent Reznor, THE SOCIAL NETWORK
Hans Zimmer, INCEPTION

BEST FOREIGN LANGUAGE FILM
BIUTIFUL
THE CONCERT
THE EDGE
I AM LOVE
IN A BETTER WORLD

BEST PERFORMANCE BY AN ACTRESS IN A SUPPORTING ROLE IN A MOTION PICTURE
Amy Adams, THE FIGHTER
Helena Bonham Carter, THE KING’S SPEECH
Mila Kunis, BLACK SWAN
Melissa Leo, THE FIGHTER
Jacki Weaver, ANIMAL KINGDOM

BEST PERFORMANCE BY AN ACTOR IN A SUPPORTING ROLE IN A MOTION PICTURE

Christian Bale, THE FIGHTER
Michael Douglas, WALL STREET: MONEY NEVER SLEEPS
Andrew Garfield, THE SOCIAL NETWORK
Jeremy Renner, THE TOWN
Geoffrey Rush, THE KING’S SPEECH

BEST ANIMATED FILM
DESPICABLE ME
HOW TO TRAIN YOUR DRAGON
THE ILLUSIONIST
TANGLED
TOY STORY

BEST ORIGINAL SONG – MOTION PICTURE
“Bound to You” – BURLESQUE
“Coming Home” – COUNTRY STRONG
“I See the Light” – TANGLED
“There’s a Place for Us” – THE CHRONICLES OF NARNIA: THE DAWN TREADER
“You Haven’t Seen the Last of Me” – BURLESQUE

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Tamara Drewe


Η Seven Films παρουσιάζει:
Μια ταινία του
Στίβεν Φρίαρς
Βασισμένη στο
εικονογραφημένο μυθιστόρημα της
Πόζι Σίμοντς


Η ΕΠΕΙΣΟΔΙΑΚΗ
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ
ΤΑΜΑΡΑ ΝΤΡΟΥ

Σκηνοθεσία: Stephen Frears
Σενάριο: Moira Buffini πανω στο βιβλίο της Posy Simmonds
Φωτογραφία: Ben Davis
Μουσική: Alexandre Desplat
Παίζουν :
Gemma Arterton, Roger Allam, Bill Camp, Dominic Cooper,Ben Sergeant,
Luke Evans,Andy Cobb,Tamsin Greig,Jessica Barden,Charlotte Christie,James Naughtie,John Bett,Josie Taylor,Bronagh Gallagher
Χωρα Παραγωγής: Αγγλία
Ετος Παραγωγής: 2010
Εγχρωμο
Κατάλληλο
Διάρκεια: 111 λεπτά
http://www.sonyclassics.com/tamaradrewe/


Στους κινηματογράφους 23 Δεκεμβρίου 2010
Βασισμένη στο ομώνυμο εικονογραφημένο μυθιστόρημα της Πόζυ Σίμοντς (το οποίο αρχικά είχε βασιστεί στο μυθιστόρημα του Τόμας Χάρντι Far From the Madding Crowd), αυτή η μοντέρνα εκδοχή της βρετανικής εξοχής, απέχει πάρα πολύ από το Γουέσεξ του Χάρντι. Η βρετανική εξοχή της Ταμάρα Ντρου, είναι γεμάτη με πομπώδεις συγγραφείς, πλούσιους ταξιδιώτες, μποέμ τύπους, ένα ξαναμμένο ροκ σταρ κι ένα πλήθος κοτόπουλων και αγελάδων- είναι ένα μέρος πολύ πιο χαρούμενο. Όταν η Ταμάρα επιστρέφει στο βουκολικό χωριό των παιδικών της χρόνων, η ζωή των ντόπιων γυρνάει ανάποδα. Η Ταμάρα- το άλλοτε ασχημόπαπο- έχει μεταμορφωθεί σε καλλονή (με τη βοήθεια της πλαστικής χειρουργικής). Ο έρωτας, οι ζήλιες, οι εξωσυζυγικές σχέσεις, και οι επαγγελματικές φιλοδοξίες συγκρούονται ανάμεσα στους κατοίκους των κοντινών αγροικιών, με την Ταμάρα στο κέντρο να πυροδοτεί όλο το παιχνίδι, χρησιμοποιώντας την αρχαιότερη μαγεία όλων: το σεξαπίλ.


Η Στόουνφιλντ και η Γουίναρντς είναι δύο κοντινές φάρμες στην εξοχή κάπου στη δυτική Αγγλία. Ενώ χρονολογούνται αιώνες πριν, το σκηνικό είναι αρκετά μοντέρνο. Το γραφικό χωριό Γιούνταουν έχει γίνει παραθεριστικό κέντρο πλούσιων λονδρέζων και συγγραφέων που αναζητούν ησυχία κι έμπνευση. Ο διάσημος συγγραφέας Νίκολας Χάρντιμεντ (Ρότζερ Άλλαμ), διάσημος για τη σειρά βιβλίων του “Doctor Inchcombe”, μαζί με τη γυναίκα του Μπεθ (Τάσμιν Γκρέιγκ), διευθύνουν το Στόουνφιλντ, όπου οι επισκέπτες απολαμβάνουν την εκπληκτική μαγειρική της Μπεθ, και τις περιαυτολογίες του Νίκολας. Ενώ η Μπεθ δουλεύει ακατάπαυστα για τη διατήρηση του ειδυλλιακού θέρετρου- κουζίνα, κήπος, ζώα, όπως και συντακτικές συμβουλές- ο Νίκολας παράγει μπεστ σελλερ και ενδίδει σε εξωσυζυγικές σχέσεις. Η Μπεθ είναι ελκυστική με τη μητρική της παρουσία, αλλά ο Νίκολας αναζητά νεότερες γυναίκες.
Η γειτονική φάρμα Γουίναρντς, είναι το πατρικό του Άντυ Κομπ (Λουκ Έβανς), ένας όμορφος νεαρός που δουλεύει ως κηπουρός και εργάτης για τη Μπεθ. Όταν ο Άντυ, ήταν μικρό παιδί, η οικογένεια του πούλησε τη φάρμα, στην πλούσια οικογένεια των Ντρου, και τώρα εκείνος ζει σε ένα μικρό εξοχικό στο Στόουνφιλντ. Ως ντόπιος, σιχαίνεται τους ξένους, αλλά κι αυτός και η Μπεθ, δουλεύουν πολύ σκληρά για να διατηρούν το Στόουνφιλντ.

Ένα δραματικό βράδυ θα ζήσουν όλοι οι καλεσμένοι, όταν θα ακούσουν τον έντονο καβγά της Μπεθ και του Νίκολας, όταν εκείνη θα ανακαλύψει την απιστία του άντρα της. Μετά από λίγες έντονες μέρες ωστόσο, θα τους δούνε να περπατάνε μαζί πιασμένοι χέρι- χέρι- είναι ξεκάθαρο ότι δεν το περνάνε για πρώτη φορά αυτό. Ο Γκλεν (Μπιλ Καμπ), ένας καταδεκτικός κι αξιολύπητος ακαδημαϊκός, που προσπαθεί να ξεπεράσει το συγγραφικό του μπλόκο, μισεί το Νίκολας, και δεν βοηθά καθόλου το γεγονός, ότι αρχίζει να ερωτεύεται τη Μπεθ.
Μια μέρα, ο Άντυ και ο Γκλεν, ακούν το συναγερμό από το Γουίναρντς, που παρέμενε ακατοίκητο από το θάνατο της κ. Ντρου. Ο εισβολέας είναι η Ταμάρα Ντρου (Τζέμα Άρτερτον), που έχει έρθει να ελέγξει την περιουσία της. Ο Άντυ σχεδόν δεν την αναγνωρίζει, χωρίς την τεράστια και στραβή μύτη που κάποτε είχε, και όπως παραδέχτηκε αργότερα- του άρεζε και κάπως. Η νέα – χωρίς το ράμφος- Ταμάρα είναι εκθαμβωτική, και κατά κάποιο τρόπο διάσημη για τη στήλη της σε μια λονδρέζικη εφημερίδα. Ο Άντυ αναπολεί τα ερωτικά σκιρτήματα με την Ταμάρα που πήγαινε ακόμα σχολείο, αλλά τώρα που είναι μια πανέμορφη δημοσιογράφος, θεωρεί ότι δεν μπορεί πλέον να την έχει- και δε θέλει άλλωστε καθώς θεωρεί ότι η πόλη την έχει μολύνει. Ωστόσο, η Ταμάρα τον φωνάζει συχνά να τη βοηθήσει με τις δουλειές της, όσο κι αν αυτό ενοχλεί τη Μπεθ. Δεν είναι μόνο ο Άντυ όμως, που μαγεύτηκε από εκείνη, όλοι παρασύρονται από το σαγηνευτικό της χαμόγελο- όλοι εκτός από τον Νίκολας, ο οποίος την παρακολουθεί με τα κιάλια του όταν δεν τον βλέπει κανείς.
Ταυτόχρονα οι έφηβες Κέισι (Σαρλότ Κρίστι) και Τζόντυ (Τζέσικα Μπάρντεν), βρίσκουν τόσο βαρετή τη ζωή στην εξοχή που έχουν βαλθεί να κατασκοπεύουν τους πάντες για να διασκεδάσουν. Η κατασκοπία θα γίνει εμμονή, όταν η Ταμάρα, θα γυρίσει στο σπίτι της με το ροκ είδωλο τους Μπεν (Ντομινίκ Κούπερ), ένα σαχλό αλλά σέξι ντράμερ, που μόλις τα έφτιαξε με την Ταμάρα. Σπινάρει με την Πόρσε του, το σκυλί του τρομοκρατεί τις αγελάδες- είναι εκτός τόπου και χρόνου σε αυτό το ευγενές χωριό. Όταν οι δυο τους ανακοινώνουν ότι θα παντρευτούν, όλοι μένουν έκπληκτοι.
Το σκηνικό έχει ως εξής: Θα αφήσει ο Μπεν το Λονδίνο, για να ακολουθήσει την Ταμάρα στη φάρμα ή το αντίθετο; Ο Νίκολας θα ομολογήσει το πάθος του για την Ταμάρα; Ο Άντυ θα μείνει με την γκαρσόνα που βγαίνει ή θα διεκδικήσει την Ταμάρα (και το πατρικό του ταυτόχρονα); Οι δύο έφηβες θα γνωρίσουν το είδωλο τους; Κι αυτός ο αηδιαστικός σκύλος- θα σταματήσει ποτέ να κυνηγάει τις αγελάδες;


Σχετικά με την παραγωγή


Η Ταμάρα Ντρου είναι σίγουρα γοητευτική- αλλά τι είναι αυτό που γοήτευσε τον Στίβεν Φρίαρς σχετικά με το σενάριο και το εικονογραφημένο μυθιστόρημα; «Το σενάριο με κάνει και γελάω, είναι πάρα πολύ αστείο, πολύ σέξι, επίκαιρο και μοντέρνο. Επίσης, η μεταφορά από ένα κόμικ, είναι μια ιδιαίτερα απελευθερωτική διαδικασία. Μπορείς να κάνεις τα πάντα- σου λύνει τα χέρια με έναν υπέροχο τρόπο. Τα κόμικ είναι συνήθως για υπερήρωες, αλλά το συγκεκριμένο είναι και ιδιαίτερα έξυπνο και σχετίζεται με πράγματα που όλοι αναγνωρίζουμε. Δεν έχω ξανακάνει μια ταινία σαν αυτή- έπρεπε να επανεξετάσω πως κάνω τα πράγματα.»
Η παραγωγός Άλισον Όουενς θυμάται: «με την Ταμάρα, είδα την ευκαιρία να κάνουμε μια ενδιαφέρουσα ανεξάρτητη ταινία, με σπουδαίους χαρακτήρες, δράμα, κωμωδία (έξυπνη όμως κωμωδία), όπως επίσης κι ένα κοινωνικό σχόλιο».
Η τύχη έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στη γέννηση της Ταμάρα Ντρου. «Ήξερα τη δουλειά της Πόζυ και πάντα μου άρεσε» λέει η Άλισον Όουεν (το εικονογραφημένο μυθιστόρημα πρωτοεμφανίστηκε ως σειρά στην εφημερίδα Guardian). «Μόνο όμως όταν τυπώθηκε ως πλήρες μυθιστόρημα, είδα τη δυνατότητα του να γίνει μια υπέροχη ταινία». Είδα το βιβλίο το σαββατοκύριακο, και τη Δευτέρα είχα λάβει ένα αντίτυπο από τον λογοτεχνικό ατζέντη Άντονυ Τζόουνς, ο οποίος προφανώς είχε την ίδια σκέψη με εμένα. Είχε στείλει κι ένα αντίγραφο στην Κριστίν Λάνγκαν (Καλλιτεχνική διευθύντρια της BBC Films), με την οποία συναντήθηκα τυχαία σε ένα ντελικατέσεν με τα βιβλία στα χέρια μας! Και οι δύο το ερωτευτήκαμε αμέσως, και το BBC ήθελε να το κάνει, οπότε στήθηκε πολύ εύκολα».
Ο Στίβεν Φρίαρς γοητεύτηκε επίσης με τη μοναδική ομορφιά και πρόκληση του μυθιστορήματος: «Θε μου. Το ήξερα ότι ήταν κάτι αυθεντικό». Η Κριστίν Λανγκάν μου το έστειλε λέγοντας μου «Έχω κάτι για σένα». Ήμουν στην πτήση για Νέα Υόρκη όταν άνοιξα το φάκελο. Δεν το πίστευα. Το ίδιο είχα πάθει με το Πιτσιρίκι (The Snapper). Δεν πίστευα τι μου στείλανε. Πάρα- μα πάρα πολύ ωραία!».
Αυτή η ευνοϊκή τύχη και η δυναμική του υλικού, συνεχίστηκαν όταν η ‘Αλισον, έφτιαχνε την ομάδα της: «Ο πρώτος σεναριογράφος που το στείλαμε ήταν η Μόιρα Μπαφίνι, και ήθελε να το κάνει. Το προσχέδιο που έστειλε ήταν υπέροχο. Υπήρξαν μικροαλλαγές, αλλά αυτό το προσχέδιο στάλθηκε στο Στίβεν Φρίαρς, ο οποίος θέλησε να το κάνει άμεσα. Ήμασταν στο σημείο που πιστεύαμε ότι ο Θεός ήταν με το μέρος μας, ότι ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτούσε για το καλό μας.»



Προσαρμόζοντας ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα


Μια άλλη πρόκληση στην προσαρμογή της Ταμάρα Ντρου, είναι ότι η ταινία είχε έτοιμο storyboard, το ίδιο το μυθιστόρημα της Πόζυ Σίμοντς. Για τη σεναριογράφο Μόιρα Μπαφίνι, αυτό ήταν περισσότερο βοήθεια παρά εμπόδιο: «Οπτικά, έχεις τόσα πολλά, σκέφτεσαι «Θε μου, είναι έτοιμη ταινία. Σου δίνει τόσα στοιχεία των χαρακτήρων στα σχέδια της. Οι χαρακτήρες είναι πολύ καλά μελετημένοι, όλοι τους».
Ο ίδιος ο Φρίαρς, βρήκε τα σχέδια της Σίμοντς πολύ βοηθητικά επίσης: « Ήταν πολύ απελευθερωτικό. Υπήρχε κυριολεκτικά το storyboard. Πολύ συχνά πιάναμε τους εαυτούς μας να δουλεύουμε, να το κοιτάμε στο βιβλίο και να σκεφτόμαστε «Δε μπορώ να το βελτιώσω άλλο αυτό». Κάποιος πριν από εσένα, τα συμπίεσε όλα σε μία εικόνα. Μπορεί να είναι περίπλοκη εικόνα, ωστόσο είναι οριοθετημένη σε ένα πλαίσιο».
Ο παραγωγός Άλαν ΜακΝτόναλντ, στενός συνεργάτης του Φρίαρς, προσθέτει: « Είναι πολύ ασυνήθιστο για έναν παραγωγό να έχει έτοιμο storyboard, το οποίο δουλεύει και βοηθητικά αλλά μας δυσκολεύει κιόλας ταυτόχρονα. Μερικές φορές ο Στίβεν έλεγε «Κοίτα απλά το βιβλίο», και κάποιες άλλες «Απλά αγνόησε το βιβλίο!».
Το κλειδί για την ομάδα της παραγωγής ήταν ότι δεν ένοιωθαν υποχρεωμένοι να είναι ιδιαίτερα πιστοί στα σκίτσα της Πόζυ. Η σχεδιάστρια των κοστουμιών Κονσολάτα Μπόιλ αναφέρει: «Πάντα αναφέρεσαι στο πηγαίο υλικό, γιατί έχεις δει κάτι εξαιρετικό εκεί, αλλά φυσικά χρειάζεσαι ελευθερία να το προσαρμόσεις, ειδικά όταν έχουν επιλεγεί και οι ηθοποιοί, δουλεύεις και γύρω από εκείνους. Αλλά το βιβλίο για μένα ήταν δίχτυ ασφαλείας».
Η παραγωγός Άλισον Όουεν επεξεργάζεται αυτό το θέμα σε σχέση με την επιλογή των ηθοποιών: «Στην πράξη, πολλοί από τους χαρακτήρες κατέληξαν να μοιάζουν με τα σκίτσα της Πόζυ. Κάποιες εξαιρέσεις, δε θύμιζαν τίποτα από το αρχικό βιβλίο, κι αναρωτηθήκαμε αν όντως ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα αυτό.
Μήπως είναι πιο εύκολο να μπούμε απλά στο πνεύμα του χαρακτήρα; Μπορούμε να δούμε το χαρακτήρα διαφορετικά, αλλά χωρίς να αλλάξει η ουσία του χαρακτήρα της Πόζυ;
Και για το ίδιο το καστ, το μυθιστόρημα ήταν μια πρόκληση. Ο Λουκ Έβανς, που υποδύεται τον Άντυ λέει: «Κάτι σκίρτησε μέσα μου όταν πρωτοείδα το βιβλίο, και ήξερα αμέσως ποιος χαρακτήρας ήμουνα. Ήταν πολύ περίεργο! Ολόκληρο το καστ έπαθε το ίδιο πράγμα πάνω κάτω- όλοι μας έχουμε κάτι από τους χαρακτήρες μέσα μας, κι αυτό είναι μαγικό!».
Και για την Τάμσιν Γκρέιγκ, το βιβλίο ήταν μεγάλη βοήθεια: «Η Πόζυ Σίμοντς είναι τόσο καλή στις μικρές εκφράσεις του προσώπου, που είναι πάρα πολύ βοηθητικές. Είναι σαν να έχεις ένα τρισδιάστατο σενάριο, που μπορείς να το δεις από πολλές οπτικές γωνίες».
Η μορφή του μυθιστορήματος οδήγησε σε συζητήσεις για το αν θα έπρεπε να υιοθετηθεί το στυλ του κόμικ στην ταινία. Η Άλισον Όουεν σχολιάζει: «Θέλαμε πολύ να συλλάβουμε κάτι από αυτή την αισθητική αν θα μπορούσαμε. Νομίζω ότι ο Στίβεν είναι ιδιαίτερα έξυπνος- δεν είμαι καν αρκετά έξυπνη για να εξηγήσω πως το έκανε- έπιασε αυτό το ρυθμό χωρίς να χρησιμοποιήσει μέσα του εικονογραφημένου μυθιστορήματος. Το μόνο που ίσως να έκανε ήταν να χωρίσει την οθόνη που και που. Έπιασε το πνεύμα και το μετέφερε στην ταινία».


Επιλογή των ηθοποιών


«Δε θα έκανα την ταινία μέχρι να βρω τους σωστούς ηθοποιούς», λέει ο Στίβεν Φρίαρς. Ο διευθυντής casting μου είπε: «Επιλέγεις τους ηθοποιούς πριν καν αποφασίσεις αν θα κάνεις την ταινία!». Κι εγώ του απάντησα « Τι νομίζεις ότι κάνουν οι χρηματοδότες;».
Το πιο κρίσιμο σημείο φυσικά ήταν να βρούνε την ηρωίδα την ίδια. Ο Φρίαρς αναφέρει: «Όταν γνώρισα την Τζέμα Άρτερτον, μου θύμισε αμέσως τα σχέδια, γιατί είναι- μάλλον έχει τόσες καμπύλες, είναι σαν σκίτσο από μόνη της. Είναι ένα υπέροχο κορίτσι, θερμή και αστεία. Σκέφτηκα ότι θα ήθελα να την παρακολουθώ για 90 λεπτά. Ήταν τόσο απλό, αλήθεια».
Η παραγωγός Άλισον Όουεν: «η Ταμάρα πρέπει να είναι σούπερ σέξι, έξυπνη, λίγο χαμένη, θα πρέπει να μπορεί να γίνει ειρωνική, αλλά παρ’ όλα αυτά το κοινό να τη συμπαθήσει, και να θέλει να τη δει με το σωστό άντρα στο τέλος. Η Τζέμα έδειχνε να τα έχει όλα αυτά. Δε νομίζω να έκανε την ταινία χωρίς αυτήν ο Στίβεν».
Στην αναζήτηση του ερωτύλου Νίκολας, η Άλισον θυμάται: « Ο Στίβεν αισθανόταν ότι θα ήταν παράνομο αν δε δίναμε το ρόλο στο Ρότζερ Άλλαμ! Ήταν δεδομένο από την αρχή. Την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε μου είπε «Προφανώς το Νίκολας θα τον κάνει ο Ρότζερ»».
Είχαν δουλέψει προηγουμένως μαζί στη Βασίλισσα: « Είναι απλά υπέροχος- και είναι κατά κάποιο τρόπο βαρώνος. Είναι σαν τον διεστραμμένο κακό σε μια παντομίμα! Είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός, που απλά δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία μέχρι σήμερα! Μετά βρήκα την Ταμσίν. Μόνο όταν είχα αυτούς τους τρεις- το Ρότζερ, τη Τζέμα και την Ταμσίν- σκέφτηκα ότι μπορώ να κάνω την ταινία.»
Στην επιλογή της Μπεθ Χάρντιμεντ, ο Φρίαρς απομακρύνθηκε για πρώτη φορά από τα σκίτσα της Σίμοντς. «Η Τάμσιν δεν ταίριαζε με το σκίτσο της. Αλλά χρειαζόμουνα μια ηθοποιό που θα ήταν ταυτόχρονα πνευματώδης και συγκινητική. Η δυνατότητα της να είναι τόσο υπέροχη στα σωστά πλαίσια με έπεισε- παρά το αν έμοιαζε ή όχι με την πρωτότυπη».
Το ερωτικό τρίγωνο της Ταμάρα, ολοκληρώθηκε με τον Ντομινίκ Κούπερ ως το ροκ σταρ Μπεν Σάρτζεντ, και τον Λουκ Έβανς ως Άντυ Κομπ, τον πιστό εργάτη των Χάρντιμεντ. Σχετικά με αυτούς λέει ο Φρίαρς: « Κάναμε μια συνάντηση πριν συμφωνήσω για τον Ντομινίκ. Τα κορίτσια μου είπαν «Πρέπει να τον πάρεις!» «Εντάξει», είπα. Κάνω ότι μου λένε! Έπαιζε στο Μάμα Μία. Τα έφηβα κορίτσια όντως πεθαίνουν για εκείνον! Είναι πραγματικός. Ο Λουκ Έβανς μας δυσκόλεψε λίγο να τον βρούμε. Αλλά είναι υπέροχος- σχεδόν αγροτόπαιδο όντως!»
Η Άλισον Όουεν προσθέτει: «Καταλαβαίνει εύκολα κανείς γιατί τα κορίτσια είναι ξετρελαμένα με τον Μπεν (Ντομινίκ). Καταλαβαίνει επίσης γιατί η Ταμάρα, μέσα στη σύγχυση της παρασύρεται από αυτή τη λάμψη, αλλά στο τέλος συνειδητοποιεί ότι δεν είναι αυτό που ψάχνει. Και τότε οι σκέψεις της γυρνάνε στον Άντυ (Λουκ), τον οποίο παρακολουθούσαμε από την αρχή, κι από τότε ξέρουμε κατά κάποιο τρόπο ότι είναι ο άντρας των ονείρων κάθε γυναίκας».
Ο λιγότερο γνωστός σε όλους χαρακτήρας, είναι ο Μπιλ Καμπ, αποκαλυπτικός στο ρόλο του Γκλεν ΜακΓκρίβι. Λέει ο Φρίαρς: « Δύο άνθρωποι, ο γιος μου και ο Σκοτ Ρούντιν μου είπαν ότι είναι ο καλύτερος ηθοποιός στην Αμερική. Ειλικρινά δεν ήξερα ποιος είναι- δεν έχει παίξει σε πολλές ταινίες, οπότε δεν υπήρχε πολύ υλικό για να δω. Ο γιος μου είπε ότι όταν σκηνοθετεί ένα θεατρικό, πρώτα σκέφτεται ποιος θα είναι ο Μπιλ, και μετά δουλεύει με τους υπόλοιπους γύρω του. Είναι υπέροχος. Κάποιες μέρες είσαι απλά τυχερός.»


Τι είναι μια ταινία του Στίβεν Φρίαρς;


Το βασικό χαρακτηριστικό του Στίβεν Φρίαρς, είναι η ικανότητα του να αλλάζει είδος ταινιών για να αποφύγει την κατηγοριοποίηση. Όταν αποφάσισε να κάνει την Ταμάρα Ντρου, η στενή του συνεργάτης και παραγωγός Τρέισι Σίγουορντ, άρχισε να συγκεντρώνει κάποιους από τους συχνούς συνεργάτες. Ο Μικ Όντσλεϊ (Μοντάζ), ο Άλαν ΜακΝτόναλντ (σχεδιασμός παραγωγής), ο Αλεξάντερ Ντεσπλά (Μουσική) , η Κονσολάτα Μπόλι (Κουστούμια), και ο Ρότζερ Άλαμ από ηθοποιούς.
«Αυτό που κάνει τον Στίβεν τόσο ενδιαφέρον, είναι ότι δε μπορεί κάποιος να πει συγκεκριμένα τι αφορούν οι ταινίες του», λέει ο Άλαν ΜακΝτόναλντ. «Δεν είναι σαν τον Αλμοδοβάρ, που βλέποντας μία σκηνή μόνο αναγνωρίζεις τη δουλειά του». «Καταλυτικός παράγοντας για το Στίβεν είναι πάντα το σενάριο, γιατί στιλιστικά, οι τρεις ταινίες π.χ. που έχω κάνει μαζί του (Βασίλισσα, Cheri και Tamara Drewe) είναι τελείως διαφορετικές. Το βρίσκω ιδιαίτερα προκλητικό και συναρπαστικό αυτό και για τους δύο μας. Καταλαβαίνω πλέον πολύ καλύτερα τον Στίβεν, απ’ όταν ξεκινούσαμε τη Βασίλισσα, αλλά αυτό δεν το κάνει ευκολότερο, γιατί σε κάθε του ταινία αναζητεί διαφορετική ψυχολογική προσέγγιση».