Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Michael Kohlhaas





Michael Kohlhaas
Σκηνοθεσία: Arnaud des Pallières
Σενάριο : Christelle Berthevas & Arnaud des Pallières, βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Heinrich von Kleist .    
Φωτογραφία : Adrien Debackere  &  Jeanne Lapoirie
Μουσικη : Martin Wheeler    
Παίζουν : Mads Mikkelsen, Mélusine Mayance, Delphine Chuillot
Χωρα Παραγωής : Γαλλία & Γερμανία
Ετος Παραγωγής : 2013
Γλώσσα : Γαλλικά
Διαρκεια : 122
Εγχρωμο

Βραβεια- Συμμετοχές :
66 Cannes Film Festival επίσημο διαγωνιστικό , υποψήφιο για Palme dOr



Περίληψη :
16ος αιώνας. Ο Μίκαελ Κολχάας είναι ένας καλοβαλμένος οικονομικά έμπορος αλόγων από το Βρανδεμβούργο, που έχει προβλήματα με τη σαξονική κυριαρχία στην περιοχή του. Σιγά-σιγά, παρακολουθεί την αδικία γύρω του και σηκώνει ανάστημα. Όταν οι νομικές διαδικασίες αποτυγχάνουν, ξεκινάει έναν πόλεμο που εξελίσσεται από προσωπικό σε επανάσταση.

Κριτικές :




NEBRASKA






NEBRASKA
Σκηνοθεσία: Alexander Payne
Σενάριο : Bob Nelson
Φωτογραφία : Φαίδων Παπαμιχαήλ
Παίζουν : Bruce Dern, Bob Odenkirk, Will Forte
Χωρα Παραγωής : ΗΠΑ
Ετος Παραγωγής : 2013
Γλώσσα : Αγγλικά
Διαρκεια : 110
Ασπρόμαυρο  

Βραβεια- Συμμετοχές :
66 Cannes Film Festival: Prix d’interpretation masculine Bruce DERN 
66 Cannes Film Festival επίσημο διαγωνιστικό , υποψήφιο για Palme dOr






Περίληψη :
Ένας φτωχός γέρος , ο Γούντι Γκραντ, ζει στη Μοντάνα, αλλά δραπετεύει συχνά στη μακρινή Νεμπράσκα για να εισπράξει τα χρήματα ενός λαχνού, που νομίζει ότι έχει κερδίσει. Ανήσυχοι από τη συνεχώς αυξανόμενη παραφροσύνη του, η οικογένεια του συζητάει το ενδεχόμενο να τον κλείσει σε κλινική, μέχρι που ο ένας από τους δύο γιους του, ο Ντέιβιντ, προσφέρεται να τον πάρει με το αυτοκίνητο, όσο μάταιο κι αν το θεωρουν οι υπόλοιποι κάτι τέτοιο. Κατά τη διαδρομή, ο πατέρας τραυματίζεται και οι δυο τους πρέπει να την βγάλουν σε μια μικρή πόλη της Νεμπράσκα, τη γενέτειρα του Γούντι. Εκεί και από  τη φροντίδα του Ντέιβιντ, ο Γούντι έρχεται ξανά σε επαφή με το μακρινό του παρελθόν.

Κριτικές :


«Νεμπράσκα», ασπρόμαυρο road movie στην «καρδιά» της Αμερικής, με τη σκηνοθετική υπογραφή του Αλεξάντερ Πέιν, του ελληνικής καταγωγής Αλέξανδρου Παπαδόπουλου, με ρίζες από το Αίγιο, τη Σύρα και τη Λιβαδειά. Όμως η Νεμπράσκα είναι η πολιτεία - πατρίδα του Πέιν στην Αμερική και η ιστορία της ταινίας του είναι και πάλι μια επίπονη «οικογενειακή» αφήγηση, όπως στους «Απόγονους», που κέρδισαν το Οσκαρ διασκευασμένου σεναρίου. Το σενάριο είναι μονίμως το «δυνατό χαρτί» του Πέιν (το 2004, το «Πλαγίως» [Sideways] είχε κερδίσει και πάλι το Όσκαρ σεναρίου) και εδώ στο «Νεμπράσκα» η σεναριακή αφήγηση κυλά τόσο αβίαστα ώστε με δυσκολία αντιλαμβάνεσαι το πολύπλοκο υφάδι που έχει δουλευτεί προσεκτικά: Ο ηλικιωμένος πατέρας της οικογένειας, αλκοολικός, στα πρόθυρα του Αλτσχάιμερ (τον υποδύεται έξοχα ο Μπρους Ντερν), επιμένει να κάνει ένα ταξίδι από τη Μοντάνα, όπου ζει, στη Νεμπράσκα, προκειμένου να εισπράξει ένα εκατομμύριο δολάρια, όπως του υπόσχεται ένα τετριμμένο διαφημιστικό κόλπο. Ο ένας από τους δύο γιους του θα υποκύψει τελικά στην επιμονή του πατέρα και θα δεχθεί να τον συνοδεύσει σε αυτό το ταξίδι, που θα αποδειχθεί ταξίδι αυτογνωσίας αλλά και «επιστροφής στις ρίζες», καθώς όλη η οικογένεια κατάγεται από τη Νεμπράσκα, και παλιές ιστορίες, θαμμένες από τον χρόνο, ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια.
Γλυκόπικρο, με διάχυτη την αίσθηση της μελαγχολίας, το «Νεμπράσκα» είναι από τις πιο ειλικρινείς ταινίες συναισθημάτων που είδαμε εδώ και χρόνια, αλλά και απόδοσης της τωρινής «αμερικανικής συνθήκης».  Κώστας Τερζης (Η ΑΥΓΗ) https://www.avgi.gr/article/346898/mia-aspromauri-nempraska-kathilonei-tis-kannes


" Το Παρελθόν " του Asghar Farhadi



Le passé


απο 10 Οκτωβρίου στους κινηματογράφους 

Σκηνοθεσία: Asghar Farhadi
Σενάριο : Asghar Farhadi, Massoumeh Lahidji
Φωτογραφία : Mahmoud Kalari
Μουσικη : Evgueni  & Youli Galperine
Παίζουν : Bérénice Bejo, Tahar Rahim, Ali Mosaffa
Χωρα Παραγωής : Γαλλία
Ετος Παραγωγής : 2013
Γλώσσα : Γαλλικά & Περσικά
Διαρκεια : 130’
Εγχρωμο



Βραβεια- Συμμετοχές :

66 Cannes Film Festival: Prix d’interpretation feminine Berenice BEJO
66 Cannes Film Festival επίσημο διαγωνιστικό , υποψήφιο για Palme dOr

 

Περίληψη :

Ένας Ιρανός που ζει στη Γαλλία αντιμετωπίζει προβλήματα με τη γαλλίδα σύζυγο του κι αποφασίζει να την  εγκαταλείψει μαζί και  τα δυο τους παιδιά και να επιστρέψει στον Ιράν. Οσο αυτός βρίσκεται μόνος στην πατρίδα του, η σύζυγος του αρχίζει να βλέπει κάποιον άλλον και του γράφει πως θέλει διαζύγιο. Αυτό αναγκάζει τον άντρα να επιστρέψει, για να δει τη σύζυγο αλλά και τα παιδιά του στο πλάι κάποιου άλλου.




Ο Asghar Farhadi σχολιάζει:

« Ο  Ahmad είναι ένα είδος καταλύτη. Ωθεί τα άλλα πρόσωπα να μιλούν, να λένε όσα ήταν ανείπωτα για πολύ καιρό. Όμως αυτό δεν είναι κάτι που το συνειδητοποιεί. Μια από τις αποφάσεις μου ήταν οι χαρακτήρες να μην προσδιορίζονται από την εθνικότητα τους. Η συμπεριφορά τους καθορίζεται από την κατάσταση που βιώνουν. Σε μια κρίση, οι διαφορές τείνουν να εξαφανίζονται.
Η Marie είναι η περισσότερο αποφασισμένη να προχωρήσει μπροστά και να μην κολλήσει στο παρελθόν. Όμως, ποιος ξέρει αν θα τα καταφέρει; Οι άνδρες είναι αυτοί που πιο πολύ δυναστεύονται από το παρελθόν. Στην τελευταία σκηνή με την Marie, αυτή προχωρά προς τα μας, προς την κάμερα. Ο Ahmad είναι πίσω της και του λέει: «Δεν θέλω πια να κοιτάξω πίσω». Και μετά γυρνά την πλάτη της στην κάμερα και σε μας στους θεατές. Και μας αφήνει πίσω. Υπ’ αυτήν την έννοια είναι ο πιο προοδευτικός χαρακτήρας της ταινίας. Δεν ξέρω γιατί σ’ όλες τις ταινίες μου οι γυναίκες έχουν τέτοιους ρόλους. Το ίδιο γίνεται και στην ταινία A Separation».




Γιά την εμπειρία της σκηνοθεσίας σε έναν ξένο τόπο:

«Ήμουν πολύ προσεκτικός για να μην καταστρέψω την ιστορική πτυχή της αρχιτεκτονικής του Παρισιού, να μην να έχω μια τουριστική προσέγγιση του χώρου. Αποφάσισα σε πολύ πρώιμο στάδιο, ότι το σπίτι του κύριου χαρακτήρα, στο οποίο ένα μεγάλο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται, θα είναι στα προάστια και το Παρίσι θα εμφανίζεται στο παρασκήνιο, -αυτό ήταν δεδομένο. Η παγίδα για τους σκηνοθέτες που εργάζονται σε ένα περιβάλλον που δεν γνωρίζουν είναι να αναδεικνύουν στην ταινία ότι τους τραβά την προσοχή. Εγώ προσπάθησα να κάνω το αντίθετο. Επειδή ήμουν γοητευμένος από την αρχιτεκτονική της πόλης, αποφάσισα να κοιτάξω πέρα από αυτό και να προσεγγίσω κάτι άλλο».




«Όλες οι ιστορίες μου είναι δομημένες μ’ ένα μη-γραμμικό τρόπο. Δεν πάνε από το σημείο Α στο σημείο Β. Πάντα υπάρχουν πολλές ιστορίες που αναπτύσσονται παράλληλα, και συναντιούνται σε μια κοινό χώρο. Εδώ είχα την ιστορία αυτού του ανθρώπου που έχει ζήσει μακριά από τη γυναίκα του, για κάποια χρόνια, και τώρα γυρνά πίσω για να οριστικοποιήσει το διαζύγιο τους. Μετά, υπάρχει η ιστορία ενός άνδρα με μια γυναίκα σε κώμα, ο οποίος θα πρέπει να αναλάβει τη φροντίδα του παιδιού του. Αυτά αναπτύσσονται ξεχωριστά και στη συνέχεια συγκλίνουν σε μια ενιαία κατάσταση. Γράφω διαισθητικά. Ξεκινώ με μια σύνοψη και αμέσως την αμφισβητώ, προσπαθώντας να μάθετε περισσότερα με ασήμαντες πληροφορίες. Επειδή γνωρίζω ότι αυτός έχει έρθει για να πάρει ένα διαζύγιο, αναρωτιέμαι γιατί έφυγε πριν από τέσσερα χρόνια; Και τώρα που έχει επιστρέψει στο σπίτι της συζύγου του, τι πρόκειται να συμβεί εκεί; Έτσι, πολλά ερωτήματα αναδύονται από αυτές τις λίγες γραμμές και οι οποίες με την απάντησή τους, κατασκευάζουν την ιστορία της ταινίας».


Για  την παρουσία των  παιδιών στις ταινίες του:


«Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν είμαι σε θέση να κάνω μια ταινία χωρίς να υπάρχει σ’ αυτήν ένα παιδί. Ωστόσο είναι δύσκολο να εργαστεί κάποιος με παιδιά. Αλλά θεωρώ η παρουσία τους στην ταινία ανοίγει την ατμόσφαιρα της ταινίας σε επιδράσεις και συναισθήματα,  κάτι που προσθέτει ένα επίπεδο ειλικρίνειας σε αυτήν. Στις ταινίες μου, τα παιδιά δεν ψεύδονται, εκτός αν είναι κάτω από την πίεση των ενηλίκων».




Κριτικές :

Μια κριτική του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου

«Εκκίνησε πριν από μία δεκαετία και έκανε τους πάντες να... ξεχάσουν διακεκριμένους συμπατριώτες του, ακόμα και τον πατριάρχη του σινεμά της χώρας του, Αμπάς Κιαροστάμι.
Φέτος λοιπόν μας πρόσφερε το “Παρελθόν”, το 2011 το πολύκροτο “Ένας χωρισμός”, το 2009 το συγκλονιστικό “Τι απέγινε η Έλι”. Το 2006 γύρισε τα πολύ καλά “Πυροτεχνήματα την Τετάρτη”. Το 2004 έκανε την “Όμορφη πόλη”, ενώ ξεκίνησε το 2003 με το “Χορεύοντας στη σκόνη”. Βέβαια, το ότι η Δύση ανακαλύπτει τον Φαρχαντί έχει να κάνει, πέραν της αξίας των ταινιών του, και με τη δηκτική κριτική που ασκεί στην κοινωνία και στην πολιτική διακυβέρνηση της χώρας του, στις προκαταλήψεις, στα στερεότυπα και στην απαγόρευση ενός πιο νεοτερικού τρόπου ζωής.

ΕΚΘΑΜΒΩΤΙΚΟ ΣΤΙΛ
Ο “Ένας χωρισμός” κέρδισε και το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Θεωρώ πως είναι βολικό για τις ΗΠΑ να έρχονται από το Ιράν τέτοιες ταινίες, που ουσιαστικά ενισχύουν τις αμερικανικές απόψεις για τη χώρα. Όλη αυτή η ιστορία είναι μια σύμπτωση προς εκμετάλλευση, μιας και το σκηνοθετικό στιλ του Φαρχαντί είναι εκθαμβωτικό. Οι ταινίες του θυμίζουν και νουάρ και Μπέργκμαν και Αντονιόνι, το στιλ του οποίου αξιοποιεί δημιουργικά.
Αυτή η ιστορία μου θυμίζει πολύ την περίπτωση Ταρκόφσκι της δεκαετίας του 1970. Χωρίς ο Ρώσος να είναι υπερεκτιμημένος, αγαπήθηκε και προωθήθηκε ιδιαίτερα στη Δύση όχι μόνο για τον έξοχο φορμαλισμό του, αλλά και για τη φιλοσοφία του πάνω στην πίστη και στον χριστιανισμό. Ο “Καθρέφτης” έγινε μύθος, και ενώ οι Σοβιετικοί πουλούσαν άλλες ταινίες προς 500 δολάρια, αυτή έφθανε τις 10.000. Πολλές φορές σε περιπτώσεις τέτοιων σκηνοθετών μπορεί να λειτουργήσει και μια πλειοδοσία κέρδους.

ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΔΙΕΝΕΞΕΙΣ
Ο “Χωρισμός” έκανε πολύ καλά εισιτήρια. Όσοι γνωστοί μου είδαν την ταινία, μου είπαν πως συγκλονίστηκαν. Δεν γνώριζα ακριβώς την προβληματική του Φαρχαντί, αλλά πήρα μια ουσιαστική γεύση με το “Τι απέγινε η Έλι”: η αναζήτηση, η έρευνα στο οικογενειακό άδυτο ξεχωρίζουν, μαζί με την ελλειπτικότητα και την αντονιονική αντίληψη της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης. Τώρα μπορούμε να το ξεκαθαρίσουμε: τα “Πυροτεχνήματα την Τετάρτη”, ο “Χωρισμός”, το “Παρελθόν”, αναφέρονται σε διαζύγια, συζυγικές διενέξεις και άλλα παρόμοια δυτικά θέματα. Αυτό το σινεμά είναι τελείως διαφορετικό από εκείνο του Κιαροστάμι, ενώ ήδη και άλλοι δημιουργοί υπέγραψαν φιλμ που ασκούν κριτική στη λογική του συστήματος του Ιράν.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΟΣ ΣΥΓΚΡΙΣΗ
Ο Φαρχαντί αναρριχήθηκε στην κορυφή χωρίς καμία στήριξη και με το καθεστώς να είναι εχθρικό απέναντί του, έχοντας αναπτύξει μια αμφίσημη σχέση μαζί του. Ενοχλείται από τη θεματική του, αλλά παράλληλα το Ιράν ακούγεται ως κινηματογραφία, δείχνει αισθητή υπεροπλία και κερδίζει ακόμα και τους Γάλλους.
Αν συγκρίνουμε τον δικό μας κινηματογράφο με του Ιράν, τότε δυστυχώς βλέπουμε πως ωχριά μπροστά του. Θα πρέπει ωστόσο να ξεκαθαρίσω πως από τότε που νέοι έλληνες δημιουργοί άρχισαν να γυρίζουν ταινίες γύρω από τη σήψη της οικογένειας, ξεφεύγοντας από τα τυπικά θέματα της λεγόμενης ελληνικότητας, διακρίθηκαν.
Ο Φαρχαντί καταφέρνει να πετύχει έναν ιδανικό συνδυασμό που αξίζει να καταγραφεί. Οι ταινίες του είναι κατανοητές αλλά και άψογα φορμαλιστικές. Παρουσιάζουν ενδιαφέρον προς παρακολούθηση, αλλά ασκούν και κριτική. Σαφώς είναι περιβεβλημένες με ένα σινεφίλ και πρωτότυπο στιλ.

ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΟΝ... ΚΟΣΜΟ
Παρ’ όλα όσα νομίζουμε, η δυτικοποίηση στα ήθη της ιρανικής κοινωνίας είναι φανερή. Όσο για το “Παρελθόν”, υπάρχουν αλλεπάλληλα ευρήματα, μια αφήγηση που καλύπτει μυστικά και ψέματα και ανατέμνει και πραγματιστικά και συμβολικά τα σωθικά της οικογένειας. Το εύρημα με το κώμα ενός ήρωα είναι μια σαφέστατη μετωνυμία.
Ο Φαρχαντί καταφέρνει και συνεχίζει ένα σινεμά που αγαπήσαμε και το είχαμε ξεχάσει. Θυμίζει κορυφαίους δημιουργούς και ιδίως τον Αντονιόνι. Να μην ξεχνάμε πως και ο ιταλός μετρ αγαπούσε ιδιαίτερα τη δομή του νουάρ, κάτι που τώρα ακολουθεί ο Ιρανός. Είναι σε μια ηλικία αρχόμενης ωριμότητας και αναμένεται να μας δώσει εξαιρετικές ταινίες στο μέλλον. Το σινεμά του Ιράν, δίνοντας την αίσθηση του “χειροποίητου”, μπορεί να γίνει ένα παράδειγμα σεναριακών ευρημάτων, θεμάτων και διαχείρισης. Σήμερα θεωρούν τον Φαρχαντί έναν από τους 100 ανθρώπους που επηρεάζουν τον κόσμο γενικά. Σημαντική επίδοση για έναν δημιουργό, που το σινεμά του συνεχώς απογειώνεται.»




Only God Forgives




Only God Forgives
Σκηνοθεσία: Nicolas Winding Refn
Σενάριο : Nicolas Winding Refn
Φωτογραφία : Larry Smith
Μουσικη : Cliff Martinez
Παίζουν : Ryan Gosling (Julian), Kristin Scott Thomas (Crystal), Yayaying Rhatha Phongam ( Yayaying), Tom Burke , Vithaya Pansringarm, Byron Gibson, Gordon Brown, Sahajak Boonthanakit, Joe Cummings
Χωρα Παραγωής : Γαλλία – Δανία
Ετος Παραγωγής : 2013
Γλώσσα : Αγγλικά
Διαρκεια : 90’
Εγχρωμο

Βραβεια- Συμμετοχές :
66 Cannes Film Festival επίσημο διαγωνιστικό , υποψήφιο για Palme dOr




Περίληψη :
Ο  Τζούλιαν διευθύνει έναν πυγμαχικό όμιλο στην Ταϊλάνδη, ο οποίος είναι βιτρίνα της οικογενειακής επιχείρησης διανομής ναρκωτικών. Όταν ο αδελφός του, Μπίλι, δολοφονείται, η μητέρα του , η Τζίνα, καταφτάνει στην πόλη. Το μόνο που αποζητά είναι εκδίκηση και ορίζει  τον Τζούλιαν, κατάλληλο  για να την πάρει. Οι σχέσεις του Τζούλιαν με τον υπόκοσμο τον οδηγούν στον «Άγγελο Εκδίκησης», έναν συνταξιοδοτημένο αστυνόμο που γνωρίζει τα πάντα και είναι ταυτόχρονα δικαστής και τιμωρός. Η Τζίνα θέλει από τον Τζούλιαν να τον σκοτώσει, χωρίς να σκεφτεί οποιοδήποτε κόστος. 


ο Nicolas Winding Refn
απο το "Valhalla Rising"
ως το "Only God Forgives"



Ο Refn είναι ιδιαίτερος κινηματογραφιστής. Οι ταινίες του δεν είναι για όλους, κι ας έδωσε προς στιγμήν αυτή την εντύπωση το προπέρσινο hit του με τον, αγαπημένο των κορασίδων, Ryan Gosling. To Drive υπήρξε τελικά μια ταινία-παγίδα. Σε καμιά περίπτωση mainstream, με τους αργούς ρυθμούς του, τη στιλιζαρισμένη σκηνοθεσία και τους ελάχιστους διαλόγους του, διέθετε παρ’ όλα αυτά έναν ιδιαίτερα δημοφιλή πρωταγωνιστή (σ’ έναν απ’ αυτούς τους ρόλους που δημιουργούν, αναπόφευκτα, μεγάλο cult following) στιβαρό σενάριο, σκηνοθεσία με άποψη, πραγματάκια δηλαδή γοητευτικά γι’ αυτό το παρενθετικό κομμάτι του κοινού που δε λέει να ενταχθεί ούτε στις τάξεις των καθαρών «σινεφίλ», ούτε όμως και στο λαό των εύπεπτων blockbusters. Αυτό το υβριδικό κοινό πιστεύει πως το σινεμά ξεκίνησε με τον Tarantino, λατρεύει ανεπιφύλακτα τον ιδιοφυή Christopher Nolan (τον οποίο συγκρίνει με τον Kubrick, χωρίς να έχει δει ούτε μια ταινία του τελευταίου-άντε, βαριά, το «Κουρδιστό Πορτοκάλι»), ξέρει να πετάει την κατάλληλη στιγμή στη συζήτηση το βαρύ όνομα Scorsese για να κλέψει εντυπώσεις και μοιάζει τελικά με εγωπαθή έφηβο: δεν ξέρει τίποτα αλλά προσποιείται πως γνωρίζει τα πάντα. Χάρη σ’ αυτό το κοινό και στον Gosling, το Drive χαρακτηρίστηκε ταινία “must see” ενώ δεν ήταν παρά μια αξιολάτρευτη φιλμική παραξενιά. Πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας μεγάλης παρεξήγησης. Ο Refn δεν είναι Tarantino, δεν ενδιαφέρεται να «διασκεδάσει» τον κόσμο του, να εντυπωσιάσει, να μοστράρει σινεφιλία και σκηνοθετική βιρτουοζιτέ σ’ ένα κοινό που δεν έχει τη δυνατότητα να καταλάβει ούτε τις μισές απ’ τις αναφορές του. Σε αντίθεση με το παιδί-θαύμα απ’ το video club, δεν εκμεταλλεύεται μια συμπτωματική επιτυχία για να χαϊδέψει τους «πελάτες» του πουλώντας τους δωρεάν μαθήματα κινηματογραφικής κουλτούρας για αρχάριους. Πρέπει όμως να ξεφύγουμε από τη βαριά σκιά του Drive για να τον εννοήσουμε.

Ο Refn είναι καλλιτέχνης, όχι διασκεδαστής. Δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τον θεατή, κι αυτό το καταλαβαίνει καλύτερα κανείς βλέποντας τα αριστουργήματα του που προηγήθηκαν του Drive: το Valhalla Rising και το Bronson. Υπερβατικά αισθητικά αντικείμενα και δύο, επιβάλλονται στη συνείδηση με εικόνες τραχιές, συντριπτικές, ανατριχιαστικά όμορφες. Δεν εξηγούν, δεν περιγράφουν, δεν στοχεύουν στο λογικό. Αφορούν το ασυνείδητο και αδιαφορούν για τις ερμηνείες. Αναπόφευκτα ενοχλούν τις μικρές συνειδήσεις πολλών με την αλαζονική αυτοαναφορικότητα τους αλλά ποιος μπορεί να κατηγορήσει ένα φυσικό τοπίο γιατί δε λέει τίποτα για τον εαυτό του; Μπορούμε να ψέξουμε την πέτρα, το δέντρο, το νερό γιατί δεν μας μιλάνε, γιατί δεν απευθύνονται σε μας αλλά παραμένουν αυτάρεσκα τυλιγμένα στο είναι τους; Οι ταινίες του Refn προσεγγίζουν την επιβλητική αδιαφορία των πραγμάτων. Δεν υπάρχουν σαν αντικειμενικοποιημένες συνειδήσεις (το έργο τέχνης είναι το πέρασμα μιας συνείδησης στο αντικειμενικό επίπεδο, στο επίπεδο του κόσμου) αλλά σαν φυσικά όντα. Αναμφίβολα κάποιος τις κατασκεύασε, κάποιος πάσχισε ιδιαίτερα για να τους δώσει την απατηλή όψη της βουβής, άκαμπτης ύλης. Ναι, ένας καλλιτέχνης που τον διακρίνουμε πίσω από τις εικόνες κάθε στιγμή, με τον τρόπο όμως που μαντεύουμε μια αχνή, φασματική θεότητα πίσω από την αρμονία και την ομορφιά του κόσμου σαν απουσία απ’ αυτόν τον ίδιο κόσμο που θεωρούμε ότι έπλασε. Το χέρι του δημιουργού απλώς υπονοείται, οι εικόνες ξεπηδούν σαν αυθόρμητο ανάβρυσμα από το πρωταρχικό Τίποτα. Έχουμε να κάνουμε με γεννήσεις. Κάθε κάδρο κι από μία. Πρωτόλεια όντα που συσσωρεύονται το ένα δίπλα στο άλλο. Η κοινότητα που δημιουργείται απ’ αυτά στο τέλος, είναι το φιλμ σαν αγέλη αλλόκοσμων πλασμάτων. Ο άνθρωπος, ακόμα κι αν αντανακλάται στην επιφάνεια τους (τέλος πάντων πρέπει να τηρηθούν κάποιες συμβάσεις, πρέπει να υπάρχουν ηθοποιοί, ένα στοιχειώδες σενάριο) δεν είναι παρά φαινομενικότητα. Στην πραγματικότητα τον έχουν εξορίσει. Πουθενά δε θα βρούμε τη ζεστασιά μιας οικειότητας με το είδος μας εκεί μέσα, μιας ανθρώπινης αλληλεγγύης. Το έργο τέχνης δεν μας επιστρέφει την εικόνα μας. Είναι αυτό που συγκροτείται αρχικά σαν εικόνα και η δική μας λειτουργία συνίσταται στο να σταθούμε απέναντι της, να τη θέσουμε, να τη θαυμάσουμε και τελικά να την ερμηνεύσουμε. Ο άνθρωπος παύει να αποτελεί το προνομιακό, κεντρικό ζήτημα της τέχνης. Στο Valhalla Rising πρωταγωνιστούν τα βράχια, η ομίχλη κι ο ουρανός, στο Bronson οι τοίχοι των κελιών. Αυτή η απάνθρωπη διάσταση των ταινιών του Refn, αυτή η –επιτηδευμένη σίγουρα αλλά πειστική- αυτόνομη, ανεξάρτητη ύπαρξη τους είναι που τις καθιστά τρομακτικές και συχνά, όπως στην περίπτωση του Only God Forgives, μισητές.

Μ’ αυτή τη νέα του ταινία όμως, αποκαθιστά την βασική, ειλικρινή του σχέση με τον άνθρωπο, το θεατή, το κοινό. Με το Drive μας ξεγέλασε και ξεγελάστηκε κι ο ίδιος. Δε στοχεύει στην επικοινωνία, δεν έχει κάποιο «μήνυμα» να μεταδώσει. Δε θέλει να γίνει αρεστός ή τουλάχιστον δε θέλει να γίνει αρεστός με τον τρόπο που οι πιο «ανθρωπιστές» καλλιτέχνες προτιμούν. Δηλαδή με τον ψυχολογισμό, τη χαρακτηρολογία, το δράμα της ηθικής ή την ηθική του δράματος. Ο κόσμος του Refn είναι πέρα από την ηθική και πέρα από τα ξεθωριασμένα λόγω υπερβολικής χρήσης «νοήματα». Είναι ένας κόσμος οριστικά διαζευγμένος απ’ το λόγο, γι’ αυτό κι οι λέξεις πέφτουν σ’ αυτόν με το σταγονόμετρο (πράγμα που ενόχλησε πολύ κόσμο, πάλι καλά, αυτό ήταν το ζητούμενο άλλωστε, να φύγουν οι πολλοί και να μείνουμε μεταξύ μας). Κοντύτερα στη Φύση, άρα και στη βία σαν φύση, το έργο τέχνης αποκαλύπτει την κτηνωδία στα κατάβαθα του πολιτισμού, χλευάζει τις καθησυχαστικές ρητορείες του συμβατικού κινηματογράφου. Όλα εδώ συμβαίνουν ανάποδα. Οι άνθρωποι δεν εκλογικεύουν την παράλογη πραγματικότητα με τη δράση τους (που παραδοσιακά συνίσταται στην επιβολή νόμων και οριοθετήσεων στις περιοδικές αναταραχές του γίγνεσθαι), αντίθετα αυτή η τελευταία τους απορροφά στο χάος της, ξεβράζοντας τους σε δεύτερη φάση σαν πειθήνια όργανα μιας αδιάλειπτης καταστροφικής δραστηριότητας. Με λίγα λόγια, έχουμε να κάνουμε με φαταλισμό. Δεν παρακολουθούμε τις ελεύθερες ενέργειες λογικών ατόμων, αλλά το αναπόφευκτο πέρασμα του υποκειμενικού στο αντικειμενικό. Η αιτιοκρατία του Refn είναι ταυτόχρονα μηχανική και τυχαία. Αφού δίνει στα ένστικτα τον κυρίαρχο ρόλο, οι ήρωες του δε θα μπορούσαν παρά να είναι δέσμιοι των αλυσιδωτών αντιδράσεων μιας τυφλής, ενστικτώδους βαρβαρότητας που ριζώνει στις περιοχές του ασυνείδητου. Ταυτόχρονα όμως, στο πλαίσιο μιας αντίφασης που προσδίδει στο έργο τέχνης την αμοραλιστική ομορφιά του, αναλαμβάνουν, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, να πραγματώσουν την σκοτεινή μοίρα τους, σπρώχνοντας ως τα άκρα μια αδυσώπητη ελευθερία για το Κακό. Άγγελοι εξολοθρευτές, μεφιστοφελικές μητέρες, καταραμένα παιδιά, το γκροτέσκο μπαλέτο των μορφών που ο Refn επιλέγει για να αποικήσουν τον εφιάλτη του (κατ’ επίφαση χαρακτήρες, πολύ περισσότερο φαντασιακές κατασκευές μιας πρωταρχικής, μοχθηρής βούλησης που ονειρεύεται τον κόσμο απαλλαγμένο από την αρετή και τον Λόγο), διασχίζει τις σεκάνς μαγεμένο, υποταγμένο σε γητειές και ανίερα ξόρκια, παρασύροντας τελικά και τον θεατή στο μακάβριο χορό του.

Κατά συνέπεια μοιάζει τόσο άτοπο να αναζητά εδώ κανείς, «ψυχολογικό υπόβαθρο», «ανάπτυξη χαρακτήρων» και λογικοφανείς εξηγήσεις. Ο Refn νοιάζεται μόνο για το μυστήριο, τις εντυπώσεις που βιώνει κανείς μέσα σ’ ένα άγριο όνειρο, για το άρρητο δηλαδή θεμέλιο κάθε μεταφυσικής εμπειρίας. Η ιστορία είναι προσχηματική σαφώς, αλλά για ποιό πράγμα αποτελεί πρόσχημα; Για την απεικόνιση μιας δωρεάν, σαδιστικής και ανήθικης βίας όπως υποστήριξαν πολλοί; Νομίζω όχι. Μάλλον για μια υπερστυλιζαρισμένη αναπαράσταση του φόβου στις αισθητικές του διαστάσεις. Δεν είναι δύσκολο άλλωστε να διακρίνει κανείς τις ομοιότητες με το σινεμά του David Lynch. Ο Refn έχει πιο πολλά κοινά με τον μεγάλο αμερικανό Auteur παρά με τον Tarantino. Που σημαίνει ότι οι σκηνές του δεν οργανώνονται γύρω από τη βία με σκοπό να την προσελκύσουν, να την φέρουν στο αφηγηματικό κέντρο, να την καλέσουν μέσα από τη μαυρίλα του μηδενός και να τη φωτίσουν σαν αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια της ιστορίας, αντίθετα: την χρησιμοποιούν για να πυκνώσουν την ύλη του φόβου. Ο ρόλος της είναι περιφερειακός αλλά ουσιώδης. Αγκαλιάζει από παντού το φιλμ σαν μια αόρατη αλλά διαρκώς υποδηλούμενη παρουσία. Όταν ξεσπάει, γυμνή και άσχημη, δεν υπάρχει τίποτα να μας εκπλήξει σε δαύτην. Ήταν πάντα εκεί: στις σιωπές, τα βλέμματα τις πιο αθώες φαινομενικά πράξεις και χειρονομίες. Η ατμόσφαιρα φορτίζεται διαρκώς απ’ αυτό το φάντασμα της ανεσταλμένης αιματοχυσίας κι όταν πραγματώνεται σ’ ένα φρικιαστικό ακρωτηριασμό, συνειδητοποιούμε πως όλα προετοίμαζαν τον ερχομό της. Την περιείχαν οι ανάερες ακινησίες των κάδρων, όπως ακριβώς στους εφιάλτες που η απλή ανησυχία για το χειρότερο αρκεί για να το προκαλέσει. Το είπαμε εξαρχής άλλωστε. Βρισκόμαστε στην περιοχή του εφιάλτη. Όσο σκληρή κι αν είναι η εικονογραφία του Refn, δεν παύει να αποτελεί μια ηθελημένη φαινομενικότητα. Η επιφάνεια βρίσκεται στο βάθος αντί του νοήματος και η σημειολογία αυτοκαταργείται. Σαν γάντι που το γυρίσαμε τα μέσα έξω, μόνο και μόνο για να διαπιστώσουμε πως η εσωτερική πλευρά του ήταν το ένα και το αυτό με την εξωτερική. Μάταια θα αναζητούσαμε σημαινόμενα πίσω από τα σημαίνοντα του φιλμ. Κάθε σημείο παραπέμπει σ’ ένα άλλο στο διηνεκές. Δεν υπάρχει κάποια κρυμμένη αλήθεια που θα καλούμασταν να εντοπίσουμε με κόπο πίσω από τα πολύχρωμα πέπλα. Όλη η αλήθεια της ταινίας συνίσταται στο να βιώσει ο θεατής τον ίδιο παράλογο, εξουθενωτικό, απελπισμένο φόβο που τρώει τα σωθικά των ηρώων της. Κι αυτό όχι κατανοώντας, αλλά συναισθανόμενος. Έτσι, σαν να μας πέταξαν μέσα στο ανήσυχο όνειρο μιας δυστυχισμένης συνείδησης (για να δανειστούμε την ορολογία του Χέγκελ) που οριακά αναπαύεται πνιγμένη στις αναθυμιάσεις της αγωνίας της, πασχίζουμε να συλλάβουμε αιτιακές ακολουθίες, κρυμμένες σχέσεις και κατανοητές συνδέσεις μεταξύ των αναπαραστάσεών της. Κι όλα αυτά για να παραιτηθούμε τελικά από ένα τόσο άχαρο καθήκον και να αφεθούμε στην ενατένιση της διεστραμμένης, εμπρηστικής, αλλόκοτης ομορφιάς ενός ελεύθερου παιχνιδιού φωτοσκιάσεων. Πρόκειται για τον απόλυτο και συναρπαστικό θρίαμβο της επιφάνειας.

Γιατί θα έπρεπε όμως να μας ξαφνιάζει αυτό; Το ακραία φορμαλιστικό σινεμά του Refn αυτό ήταν και ευτυχώς, κόντρα στις μίζερες απαιτήσεις των όψιμων μελετητών του, αυτό εξακολουθεί να είναι: μια άνευ όρων, περήφανη, σίγουρη για τον εαυτό της, λατρεία των εικόνων. Όποιος θελήσει καλοπροαίρετα να αναζητήσει κι άλλες πτυχές σ’ αυτό, δε θα μείνει βέβαια με εντελώς άδεια χέρια: υπάρχουν λεπτά υποστρώματα ψυχαναλυτικών, θεολογικών ή έστω πολιτικών αναφορών, αλλά είναι τόσο αραχνοΰφαντα και εύθραυστα στο αραιό πλέξιμό τους που διαλύονται εύκολα κάτω από την γρανιτένια βαρύτητα των εικαστικών συνθέσεων που σκορπάει ο Refn σε κάθε κάδρο. Η ιδιότυπη ουσία αυτού του στιλπνού αισθητικού επιτεύγματος ζητά να καταναλωθεί μέσα στα θαμπωμένα από θαυμασμό, αδηφάγα μάτια αυθεντικών εραστών των εικόνων κι όχι στα πληκτικά μυαλά λογιστάκων της «αντικειμενικής» κριτικής θεώρησης. Αργά η γρήγορα θα βρει το κοινό του. Ίσως σε μια άλλη, πιο ποιητική από τη δική μας, με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις αισθήσεις, εποχή.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΜΟΙΛΗΣ (sevenfilmgallery.blogspot.com) 

Κριτικές :

"Ναι, προσωπικά για μένα αυτή ήταν η μεγάλη φετινή κινηματογραφική μου ευχαρίστηση από το 66ο φεστιβάλ Κανών, απόλαυσα την πρώτη κανονική ταινία του φεστιβάλ. Ένα στιλιζαρισμένο γεωμετρικά, νεονουάρ σπλάτερ, στις αντανακλάσεις του υποκόσμου της Βangkok, σαν αρχαία τραγωδία παιγμένη από ιαπωνικό θίασο που το σκηνοθετεί ο Ντέιβιντ Λιντς, στο club Silencio, με πρωθιέρειες του χορού, τον Ράιαν Γκόσλινγκ που δυστυχώς δεν ήρθε φέτος στις Κάννες και την Κριστίν Σκοτ Τόμας στην πιο συναρπαστική κόντρα – ρόλο, μεταμόρφωση της καριέρας της. Στανταράκι cult λατρείας για όσους παρασυρθούν στο υπνωτιστικό του, αιματοβαμμένο σύμπαν, σαν τριπάκι 90 λεπτών με την αφήγηση να περιορίζεται στα απολύτως βασικά."

Τασος Θεοδωρόπουλος 

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Μιά καλύτερη ζωή του Σεντρίκ Καν


ΜΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΖΩΗ
(UNE VIE MEILLEURE)


του Σεντρίκ Καν

Γκιγιόμ Κανέ 

Λεϊλά Μπεκτί

Διάρκεια: 112’




 ΣΥΝΟΨΗ

Ο Γιαν και η Νάντια, ένας μάγειρας και μια σερβιτόρα, αποφασίζουν να ρισκάρουν τα πάντα για να αποκτήσουν το δικό τους εστιατόριο, και να φροντίσουν το νεαρό γιο της, Ρεμί. Με πολύ ταλέντο, ενέργεια και αγάπη για το όνειρο τους, ξεκινούν να το κάνουν πραγματικότητα για να βρουν τα προβλήματα και τη σκληρή πραγματικότητα να τους κατακλύζει και να τους χωρίζει. Ο Γιαν θέλει να σώσει την αγάπη του και θα ακολουθήσει τη Νάντια που έφυγε. Για μια καλύτερη τύχη. Μια καλύτερη ζωή.




ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Ξεκινήσαμε με μια παραδοχή: είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγεις των συνθηκών. Ζούμε σε ένα κόσμο που οι μόνες δουλειές για τους φτωχούς είναι οι κακές δουλειές, ένα κόσμο στον οποίο είναι καταδικασμένοι να πληρώσουν ακριβά για όλα.
Αυτοί που δε μπορούν να πληρώσουν μετρητά για το νέο τους ψυγείο, θα πληρώσουν διπλά λόγω πίστωσης. Οι τράπεζες κρατούν τα καλύτερα ποσοστά, για τους καλύτερους πελάτες, τους πλούσιους. Τα δάνεια στους λιγότερο προνομιούχους είναι πολύ περιοριστικά, οπότε αυτοί αναγκάζονται να καταφύγουν σε δάνεια με υπέρογκους τόκους, δάνεια από τα οποία πολύ γρήγορα αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει διαφυγή.
Η ελεύθερη αγορά έχει κατασκευαστεί έτσι ώστε να δίνει στον καθένα μας την ευκαιρία να βελτιώσει τη ζωή του. Υποτίθεται ότι προσφέρει τη δυνατότητα ανόδου σε όλες τι επιχειρήσεις. Σήμερα, επιτυγχάνει το ακριβώς αντίθετο: η ελεύθερη αγορά είναι μια μηχανή εξαθλίωσης των φτωχών, μια καταδίκη των νοικοκυριών τους. Η πρόσφατη κρίση είναι το πιο πρόσφατο και εξαιρετικό παράδειγμα όλων αυτών.
Οι χαρακτήρες της ταινίας είναι καταδικασμένοι λόγω της επιθυμίας τους να βελτιώσουν το εισόδημα τους. Πληρώνουν πολύ ακριβά το γεγονός ότι θέλανε να είναι λιγότερο φτωχοί.
Γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι δε θα μπορούσε η ιστορία τους να βασιστεί απλά στα οικονομικά χρέη. Κατασκευάσαμε ένα συναισθηματικό και ψυχολογικό κόσμο, που εμπλέκει τους χαρακτήρες σε εντάσεις πολύ πιο πολύπλοκες από οικονομικά προβλήματα. Πολύ γρήγορα αποκαλύφθηκε ότι το πραγματικό θέμα της ιστορίας μας, πέρα από την κοινωνική φιλοδοξία και τα χρέη, ήταν η επιβίωση της ενότητας της οικογένειας. Όλοι μας έχουμε γίνει μάρτυρες μιας τέτοιας ιστορίας: τα οικονομικά προβλήματα καταστρέφουν οικογένειες.  Το οικονομικό πρόβλημα αναγκάζει τη Νάντια να φύγει. Να αποχωριστεί το παιδί της. Ένα παιδί για το οποίο αρχικά , είχε παρατήσει τις σπουδές και την καριέρα της. Εκείνη θέτει σε κίνηση τη ρομαντική πλοκή της ιστορίας με τη φυγή της. Εκείνη πρέπει να αναζητήσει τώρα εκείνος, και να την ξανακερδίσει. Ο Γιαν όμως είναι αυτός που κρατάει την πλοκή. Η φιλοδοξία του τον παγιδεύει. Ο ίδιος θέτει τους κανόνες και τους καταρρίπτει.
Η ταινία ξετυλίγει σιγά σιγά τη σχέση ενός άντρα κι ενός παιδιού, την αμοιβαία αποδοχή δύο ανθρώπων που έχουν στερηθεί την αγάπη. Το παιδί είναι το κλειδί, ο κρυφός ήρωας της ταινίας. Επιτρέπει την επιβίωση ενός συναισθηματικού δεσμού όταν όλες οι κοινωνικές συνδέσεις έχουν καταρρεύσει. Μέσω αυτού, οι ενήλικες σώζονται και βρίσκουν νόημα στη ζωή τους. Χάρη σ’ αυτόν μπορούν να ξεκινήσουν και πάλι τη ζωή τους.

Σεντρίκ Καν




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Γεννημένος το 1966, ο Σεντρίκ Καν, έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο το 1991 με το Bar des rails, που προβλήθηκε επίσημα στο Φεστιβάλ Βενετίας. Τρία χρόνια αργότερα, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, Trop de Bonheur τιμήθηκε με το βραβείο Ζαν Βιγκό και της κριτικής επιτροπής νέων στο Φεστιβάλ Καννών. Ήταν όμως με την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, που κέρδισε την καταξίωση, το L’Ennui (1998), που βραβεύτηκε με το Prix Louis-Delluc. Το 2003, η ταινία του Red Lights (Feux Rouges), συμμετείχε στο Επίσημο Διαγωνιστικό του Φεστιβάλ Βερολίνου. Το 2004, σκηνοθέτησε το L’Avion (Το Αεροπλανάκι που Μου Χάρισε ο Μπαμπάς μου), βασισμένο σε σειρά κόμικ. Το «Μια Καλύτερη Ζωή» είναι η ένατη ταινία του.

Φιλμογραφία
Une vie meilleure – Μια καλύτερη Ζωή (2011)
Les regrets (2009)
L'avion - Το Αεροπλανάκι που Μου Χάρισε ο Μπαμπάς μου (2005)
Feux Rouges (2004)
Roberto Succo (2001)
L'ennui (1998)
Trop de bonheur (1994)
Bar des rails (1991)

ΓΚΙΓΙΟΜ ΚΑΝΕ
Φιλμογραφία

Jappeloup (2013)
Les Infideles - 6+1 Απιστίες (2012)
La Nouvelle Guerre des Boutons - Ο Πόλεμος των Κουμπιών (2011)
Une Vie Meilleure - Μια Καλύτερη Ζωή (2011)
Last Night - Χθες το Βράδυ (2010)
Les Petits Mouchoirs - Μικρά Αθώα Ψέματα (2010)
Espion(s) - (Κατα)σκοπεύοντας (2009)
L`Affaire Farewell - Υπόθεση Farewell (2009)
Le Dernier Vol - Η Τελευταία Πτήση (2009)
Darling - Ντάρλινγκ (2007)
Ensemble, C`est Tout - Φτάνει να `Μαστε Μαζί (2007)
La Clef - Το Κλειδί (2007)
Ne le Dis a Personne - Μην το Πεις σε Κανένα (2006) (Σκηνοθεσία)
Joyeux Noel - Καλά Χριστούγεννα (2005)
L`Enfer - Η Κόλαση Μέσα μας (2005)Jeux d`Enfants - Αγάπα Με Αν Τολμάς (2003)
Mon Idole - Ερωτας αλά Γαλλικά (2002) (Σκηνοθεσία)
Les Morsures de l`Aube - Η Αγάπη Δαγκώνει (2001)
Vidocq - Η Μάσκα του Τρόμου (2001)
La Fidelite - Πρόκληση (2000)
The Beach - Η Παραλία (2000)
Ceux qui m`Aiment Prendront le Train - Αυτοί που μ`Αγαπούν θα Πάρουν το Τρένο (1998)


ΛΕΪΛΑ ΜΠΕΚΤΙ
Φιλμογραφία


La Source des Femmes - Η Πηγή των Γυναικών (2011)
Une Vie Meilleure - Μια Καλύτερη Ζωή (2011)
Toi, Moi, les Autres - Εσύ, Εγώ, οι Αλλοι (2010)
Tout Ce Qui Brille - Λαμπερά Ονειρα (2010)
Un Prophete - Προφήτης (2009)
Mauvaise foi - Λάθος Πίστη (2006)
Paris, Je t`Aime (2006)
Sheitan - Σατανάς (2006)

Παρενέργειες του Σ.Σόντερμπεργκ


ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ
(SIDE EFFECTS)


ΤΖΟΥΝΤ ΛΟ ΡΟΥΝΕΪ ΜΑΡΑ ΚΑΘΡΙΝ ΖΕΤΑ-ΤΖΟΟΥΝΣ ΤΣΑΝΙΝΓΚ ΤΕΪΤΟΥΜ

Του ΣΤΙΒΕΝ ΣΟΝΤΕΡΜΠΕΡΓΚ

Σενάριο: Σκοτ Ζ. Μπερνς



  
Διάρκεια: 106’
  

ΣΥΝΟΨΗ

Η Έμιλυ και ο Μάρτιν είναι ένα νέο, όμορφο κι ευκατάστατο ζευγάρι που ζει την ονειρεμένη ζωή, μέχρι που ο Μάρτιν φυλακίζεται για αθέμιτη χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών. Επί τέσσερα χρόνια, η Έμιλυ τον περιμένει υπομονετικά, αλλά κατά τη διάρκεια της απουσίας του, έχει πέσει σε κατάθλιψη.
Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, ένας ψυχίατρος, καλείται να συμβουλεύσει την Έμιλυ. Απεγνωσμένη να μην νοσηλευτεί, συμφωνεί σε θεραπεία κι αντικαταθλιπτικά, μια απόφαση που θα αλλάξει τις ζωές όλων των εμπλεκόμενων. Όταν εκείνη δε θα παρουσιάσει καμία βελτίωση, ο ψυχίατρος θα της παρέχει ένα νέο φάρμακο που θα την ηρεμήσει. Οι παρενέργειες όμως είναι τρομακτικές: γάμοι θα διαλυθούν, η καριέρα του γιατρού θα αποδεκατιστεί, κάποιος θα πεθάνει- ποιος είναι όμως ο υπεύθυνος; Συντετριμμένος ο γιατρός θα αναζητήσει απαντήσεις. Όταν βρει την αλήθεια όμως, όλα όσα του έχουν απομείνει στη ζωή και την καριέρα απειλούνται να καταστραφούν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Περίπου μια δεκαετία πριν, ο σεναριογράφος Σκοτ Ζ. Μπερνς πέρασε αρκετές εβδομάδες στην ψυχιατρική κλινική Μπελβού της Νέας Υόρκης. Ο Μπερνς που τότε έγραφε το σενάριο για την τηλεοπτική σειρά Wonderland, μιλούσε με τους ψυχιάτρους, τους ασθενείς, ακόμη και με εκείνους που είχαν εγκληματικό ιστορικό.
«Ήταν μια από τις πιο συναρπαστικές ιστορίες της ζωής μου», θυμάται ο ίδιος. «Ήταν πραγματικά τρομακτικοί εγκληματίες.» «Ήταν όμως, και σοβαρά άρρωστοι, που δεν κατανοούσαν τους κανόνες της κοινωνίας, και δε θα ήταν ποτέ αναμενόμενο να συμβαδίσουν με αυτούς. »
Η εμπειρία έμεινε για πάντα με τον Μπερνς. «Ήθελα να γράψω ένα νουάρ θρίλερ, όπως τα Double Indemnity ή Body Heat, με σκηνικό τον κόσμο της ψυχοφαρμακολογίας.»
Ξεκίνησε να δουλεύει το σενάριο, που αργότερα θα ήταν το Side Effects με τη βοήθεια  του Σάσα Μπάρντυ, Αναπληρωτή Διευθυντή της Εγκληματολογικής Ψυχιατρικής Κλινικής. «Η βοήθεια του ήταν πολύτιμη, γιατί η ταινία έπρεπε να είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πραγματικότητα».
Ο συνδυασμός του ταλέντου στην αφήγηση του Μπερνς και των γνώσεων του Μπάρντυ είχαν ως αποτέλεσμα ένα ανατριχιαστικό θρίλερ. «Μελετά την ιδέα του που τελειώνει η πραγματικότητα και ξεκινά η πνευματική ασθένεια», λέει ο Μπάρντυ. «Δεν ξέρεις αν τα πράγματα είναι όπως φαίνονται. Με την έννοια αυτή η ταινία έχει μια Χιτσκοκική αίσθηση. Και το τέλος είναι ένα πολύ καλό μάθημα».
Καθώς δομούσε την αφήγηση του, ο Μπερνς έκανε εκτεταμένη έρευνα για τη χρήση των αντικαταθλιπτικών στη χώρα με τη βοήθεια του Μπάρντυ, οποίος κατέληξε να γίνει συμπαραγωγός στην ταινία.
            Ο Μπερνς βρήκε αποδείξεις ότι τα ίδια χάπια που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης, του άγχους και άλλων ψυχολογικών παθήσεων, δημιουργούσαν ανεξήγητες συμπεριφορές σε ένα μικρό αλλά σημαντικό αριθμό ασθενών. Ευρέως συνταγογραφούμενα φάρμακα κατηγορούνται για εγκλήματα και ατυχήματα που εκτείνονται από τροχαία έως βίαιες επιθέσεις. Ένας άντρας στην Καλιφόρνια απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες του για ένα τροχαίο δυστύχημα, γιατί βρισκόταν υπό την επήρεια υπνωτικού. Ένα πολύ συχνά συνταγογραφούμενο αντικαταθλιπτικό εμπλεκόταν επίσης σε ένα σοκαριστικό περιστατικό απαγωγής και βιασμού.
Το ίδιο συναρπαστικές βρήκε διάφορες ιστορίες για ανάρμοστη συμπεριφορά καταξιωμένων γιατρών.  «Υπήρχε μια ιστορία στις ειδήσεις κάποια στιγμή για έναν ψυχίατρο που προσπάθησε να προσλάβει έναν ασθενή του, για να σκοτώσει την ερωμένη του», λέει ο Μπερνς. «Όταν ο ασθενής πήγε στην αστυνομία δε τον πιστέψανε γιατί προφανώς ήταν τρελός. Αν και η ιστορία μας είναι πολύ διαφορετική από εκείνη, είναι γεμάτη ανατροπές, με τρόπο τέτοιο ώστε να αναρωτιέσαι συνεχώς τι συνέβη και ποιος λέει την αλήθεια».
Ο παραγωγός Γκρέγκορι Τζέικομπς, που επίσης δούλεψε με τους Σόντερμπεργκ και Μπερνς  στα Αληθοφανή Ψέματα και Contagion, επισημαίνει ότι οι Παρενέργειες είναι ίσως το πρώτο θρίλερ που ασχολείται με το θέμα αυτό. «Δεν είδα ποτέ κανέναν να μιλάει για τη φαρμακοβιομηχανία, τα αντικαταθλιπτικά και τα ηρεμιστικά που χρησιμοποιούνται κατά κόρον», αναφέρει. «Ταυτόχρονα είναι κι ένα πολύ ενδιαφέρον θρίλερ». 
Όσο εξελισσόταν το σενάριο, ο Μπερνς στράφηκε σε δύο πολύ έμπιστους συνεργάτες του: το βραβευμένο με Όσκαρ Στίβεν Σόντερμπεργκ και τον παραγωγό Λορένζο Ντι Μποναβεντούρα. «Ο Λορένζο με είχε προσλάβει να γράψω το Αληθοφανή Ψέματα για τη Warner Bros σε ένα καιρό που θεωρώ ότι δεν είχα τα φόντα να το κάνω. «Αλλά πίστεψε σε μένα και με εμπιστεύτηκε. Μόλις είχε ξεκινήσει την εταιρία παραγωγής του, οπότε τον κάλεσα πρώτο. Ήταν εκεί όταν η ταινία δεν είχε ακόμα στέγη. Ήταν ανοιχτός σε ιδέες. Είναι ο άντρας που έχει κάνει τεράστιες ταινίες αλλά του αρέσει και να πειραματίζεται».  
Ο Μποναβεντούρα στήριξε πλήρως την ταινία «Λάτρεψα την ιδέα ενός αυθεντικού θρίλερ». «Το Χόλυγουντ έχει εγκαταλείψει ελαφρώς το θέμα, οπότε είναι κάτι διαφορετικό για την αγορά. Δουλέψαμε μαζί. Ο Σκοτ έγραψε πάρα πολλά προσχέδια, αλλά έμεινε πιστός στην αρχική ιδέα. Ήταν μακρύς ο δρόμος, αλλά διασκεδαστικός».
Την περίοδο που έγραφε τις Παρενέργειες, ο Μπερνς δούλευε με το Σόντερμπεργκ στα Αληθοφανή Ψέματα και το Contagion, οπότε ο σκηνοθέτης παρακολουθούσε από κοντά την εξέλιξη του.
«Ο Σκοτ είναι πολύ έμπειρος στο να βρίσκει ενδιαφέροντα θέματα και να τα βάζει σε εμπορικό καλούπι», λέει ο Σόντερμπεργκ. «Μου αρέσουν οι ταινίες που προσπαθούν να κάνουν περισσότερα από ένα πράγματα ταυτόχρονα. Οι Παρενέργειες είναι ένα θρίλερ μεν, αλλά βασίζεται σε μια πραγματικότητα που αντικατοπτρίζει το σημερινό κόσμο. Εάν αυτό το αποδόσεις και με χάρη, το κοινό το εκτιμά πάντα».
Ο Σόντερμπεργκ αναφέρει επίσης ότι ο Μπερνς είναι πολύ καλός σε αυτό που εκείνος αποκαλεί «μαθηματικά μιας ιστορίας». Πόσα στοιχεία χρειάζονται σε μια ταινία; Πως ικανοποιείς τις προσδοκίες του κοινού; Πώς αποφεύγεις τα κλισέ; «Είναι πολύ καλός στην αρχιτεκτονική, όπως και στο να δημιουργεί ενδιαφέροντες χαρακτήρες και σπουδαίους διαλόγους».
Ο Μπερνς σχεδίαζε να σκηνοθετήσει ο ίδιος την ταινία αρχικά, αλλά μόλις πρότεινε ο Σόντερμπεργκ να το κάνει δε μπόρεσε να αρνηθεί. «Είχαμε την ίδια σκοπιά για την ταινία. Οποιαδήποτε άρνηση μου θα ήταν από εγωισμό, που δεν είναι βάσιμος λόγος για καλλιτεχνικές αποφάσεις. Σκέφτηκα απλά, τι θα ήταν καλύτερο για την ομάδα;»
Ο Μποναβεντούρα επίσης υποστήριξε την αλλαγή στα σχέδια. «Ο Στίβεν δίνει μια μοναδική οπτική σε ό, τι κάνει», λέει. «Κάνει κάθε ταινία μοναδική, με το δικό της σύνολο δυνάμεων».
«Ο Μπερνς και ο Σόντερμπεργκ είχαν ήδη αποδείξει τη δύναμη τους στα Αληθοφανή Ψέματα και το Contagion», προσθέτει. «ταιριάζουν. Οι ταινίες του Στίβεν πάντα έχουν ένα κοινωνικό σχόλιο. Αυτή η ιστορία είναι χτισμένη στην υποκειμενική έννοια ότι δεν ξέρουμε πραγματικά τι επίδραση έχουν αυτά τα φάρμακα πάνω μας, αλλά παρ’ όλα αυτά η κοινωνία μας τα έχει πλήρως αποδεχτεί. Το αφήνουμε στο θεατή να αποφασίσει στο τέλος αν τελικά είναι καλό ή κακό στο τέλος.»
Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που μένει στο θεατή με τις Παρενέργειες. «Πιστεύω ότι αυτό που είναι ελκυστικό σε ένα θρίλερ είναι ο ανθρωπισμός», αναφέρει ο Μπερνς. «αυτό που θέλαμε με το Στίβεν είναι να ταρακουνήσουμε το κοινό με βάση τις προσωπικές του εμπειρίες».
Η ταινία έχει ως σκοπό πρώτα να ψυχαγωγήσει, και μετά να δημιουργήσει συζητήσεις. «Ελπίζουμε το κοινό να βγει από την αίθουσα και να πει «Δε το περίμενα αυτό», λέει ο Μποναβεντούρα. «Έπειτα θέλουμε να το προβληματίσει βαθιά το θέμα των φαρμακευτικών προϊόντων».

ΓΙΑΤΡΟΙ ΚΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ

Οι Παρενέργειες είναι από τους πρώτους ρόλους της Ρούνεϊ Μάρα από την υποψηφιότητα της για Όσκαρ για Το Κορίτσι με το Τατουάζ, που την κατέταξε στην πρώτη λίστα ηθοποιών του Χόλυγουντ. Ο Σόντερμπεργκ την ανακάλυψε όταν είδε το The Social Network.
«Όταν ο Φίντσερ επέλεγε τους ηθοποιούς για Το Κορίτσι με το Τατουάζ, με ρώτησε πως θα μου φαινόταν η Μάρα για τον πρωταγωνιστικό ρόλο». «Ήμουν πολύ υποστηρικτικός, καθώς πίστευα ότι χρειαζόταν κάποια που να μην είναι πολύ αναγνωρίσιμη».  
«Είναι μία από τις καλύτερες ανερχόμενες ηθοποιούς, και το εύρος της είναι αδιανόητο», λέει ο Γκρέγκορι Τζέικομπς. «Είναι ιδιαίτερα χαρισματική και τέλεια για το ρόλο».
Η Μάρα αναφέρει ότι βρίσκει το στόρι και το ρόλο της Έμιλυ καθηλωτικό. « Έπρεπε να το διαβάσω περισσότερες από μία φορές. Είναι έτσι δομημένο ώστε να πιστεύεις ότι τα πράγματα είναι μεν έτσι, αλλά να ανακαλύπτεις ότι είναι διαφορετικά αργότερα. Δε φτιάχνονται τέτοια θρίλερ πια. Αισθάνομαι ότι είναι κάτι σαν αφιέρωμα στις κλασικές ταινίες». 
«Η Έμιλυ είναι τόσο περίπλοκος και ενδιαφέρον χαρακτήρας», προσθέτει. «Δε διαβάζω πολλούς ρόλους για γυναίκες γραμμένους έτσι. Συνήθως είσαι η κοπέλα ή η σύζυγος, ένα συμπλήρωμα σε έναν αντρικό ρόλο. Όταν έρχεται μια πρόταση που έχει τόσα να σου προσφέρει είναι πραγματικά συναρπαστικό!»
Η Έμιλυ εγκατέλειψε το Μίντγουεστ για τη Νέα Υόρκη με την ελπίδα να σπουδάσει γραφιστική, αλλά κατέληξε μπαργούμαν, εξηγεί ο Μπερνς. «Όταν γνωρίσει έναν πλούσιο άντρα της Γουόλ Στρητ, αποφασίζει να πάρει αυτό το τρένο. Αγαπάει πραγματικά το Μάρτιν, αλλά όταν προέρχεσαι από τόση ανασφάλεια και φόβο, η αγάπη βιώνεται πολύ διαφορετικά. Ο Μάρτιν της προσφέρει ασφάλεια. Μαγεύεται από αυτό, όπως εκείνος από την ομορφιά της και το μυστήριο της».  
Αυτός ο αέρας μυστηρίου φαίνεται να έρχεται φυσικά στη Μάρα, σύμφωνα με το συγγραφέα. «Υπάρχει κάτι πάνω της που σε κάνει περίεργο. Από την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε, ήθελα να μάθω περισσότερα. Ο τρόπος που υποδύεται την Έμιλυ, σε κάνει να την ακούς προσεκτικά. Θέλεις να μάθεις τι γίνεται μέσα της. Μπορεί να είναι πολύ σέξι και πολύ επικίνδυνη συγχρόνως».
   Όταν ο Μάρτιν φυλακίζεται για διαρροή πληροφοριών, η Έμιλυ χάνει την ασφάλεια που ένοιωθε. «Ζούσαν σε ένα υπέροχο σπίτι, είχαν σκάφος, ήταν μια ζωή πληθωρική. Τώρα βρίσκεται σε ένα πολύ μικρό διαμέρισμα, που είναι πολύ πιο χαμηλά από αυτό που είχε. Πρέπει να δουλεύει καθημερινά. Πληρώνει μόνη τους λογαριασμούς της. Πρέπει να φροντίσει για τον εαυτό της».
«Υποφέρει από άγχος και κατάθλιψη», λέει η Μάρα. «είναι πολύ μεγάλη η αλλαγή για εκείνη».
Η ηθοποιός που κάνει μόλις τα πρώτα βήματα στο Χόλυγουντ, βρήκε την εμπειρία να δουλεύει με τον Σόντερμπεργκ μια πολύ ευχάριστη αλλαγή. «Ήταν τόσο λίγοι οι άνθρωποι, τόσο λίγος ο χρόνος που στήνανε, τόσα λίγα πλάνα. Ο Στήβεν ελέγχει κάθε γωνία στην ταινία του. Έχει ολοκληρωμένο όραμα στο μυαλό του για το αποτέλεσμα όταν φτάνει στο πλατώ».
«Νομίζω ότι η Ρούνεϊ ήταν πολύ ενθουσιασμένη που θα υποδυόταν τις δύο όψεις ενός νομίσματος», λέει ο σκηνοθέτης. «Έχει αρκετό χιούμορ ώστε να εκτιμήσει τις σκοτεινά αστείες απόψεις από αυτό που της ζητούνταν να κάνει. Έκανε καταπληκτική δουλειά, ήξερε ακριβώς που έπρεπε να βρίσκεται σε κάθε δεδομένη στιγμή».
«Ο Τζουντ Λο είναι πολύ γοητευτικός, και είναι απλά ο Τζουντ Λο», αναφέρει ο Μπερνς. «Έχει την εμφάνιση ενός σταρ, αλλά είναι και πολύ πειστικός ως επιστήμονας με ιδιόμορφο χαρακτήρα. Όσο προχωράει η σχέση του με την ασθενή του, η ζωή του κρέμεται από μια κλωστή και δε μπορεί να κάνει τίποτα για αυτό. Βρίσκεται σε ένα πολύ σκοτεινό μέρος».  
«Ο Τζουντ Λο είναι πολύ καλός στο να υποδύεται τον εμμονικό χαρακτήρα», αναφέρει ο Σόντερμπεργκ. Ο ίδιος βρήκε αμέσως το ρόλο αυτό πολύ ελκυστικό. «Ο χαρακτήρας μου βρίσκεται σε ένα σημείο της ζωής του όπου όλα φαίνονται να πηγαίνουν καλά: ένα υπέροχο σπίτι, μια όμορφη σύζυγος, οικογένεια, μια ανοδική καριέρα- τίποτα δε δείχνει αυτά που θα ακολουθήσουν».
Ο Λο περιγράφει την ταινία ως ένα θρίλερ για ενήλικες με σκηνικό τον κόσμο της ψυχιατρικής και της φαρμακοβιομηχανίας. Προσθέτει: «αυτό που βρίσκω εξαιρετικά έξυπνο στο σενάριο είναι ότι δεν επιμένει ιδιαίτερα στο θέμα των φαρμάκων. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που έχει να χάσει τα πάντα και τα χάνει. Έχει τόσες ανατροπές, και σίγουρα θα κάνει το κοινό να δημιουργεί σενάριο για το τι θα ακολουθήσει, και ίσως να το φέρει ξανά στην αίθουσα για να το ξαναδεί».
Ο Τέιτουμ, συνεργάζεται για τρίτη φορά με το Στίβεν Σόντερμπεργκ. «Αρχικά φαντάστηκα το Μάρτιν μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά ο Στίβεν θεώρησε ότι η ιστορία τους τότε θα ήταν όπως στη Λολίτα, και συμφωνήσαμε ότι δε το θέλαμε», λέει ο Μπερνς.
Ο ρόλος είναι λίγο διαφορετικός από ότι έχει συνηθίσει μέχρι σήμερα ο Τέιτουμ. «Σκέφτηκα να του φορέσω κοστούμι για αλλαγή. Ήθελα να μιλάει διαφορετικά, και δούλεψε πολύ σκληρά για να το πετύχει. Ο Τσάνινγκ είναι πολύ ελκυστικός, και λειτουργεί πολύ καλά για το ρόλο», λέει ο Σόντερμπεργκ.
Ο ίδιος ο Τέιτουμ δεν περίμενε να του ζητηθεί να ερμηνεύσει ένα κουστουμαρισμένο εγκληματία. «Κατάγομαι από το Νότο και σίγουρα δεν έχω σπουδάσει. Αλλά ο Στίβεν θεώρησε ότι θα έδινα άλλη οπτική στο χαρακτήρα, σε αντίθεση με κάποιον που έχει υποδυθεί τέτοιους ρόλους πολλάκις».  
Όποιος κι αν ήταν ο ρόλος, ο Τέιτουμ δηλώνει ότι θα το δεχόταν για να ξαναδουλέψει με το Σόντερμπεργκ. «Ο Στίβεν είναι ένας από τους εξυπνότερους, πιο δημιουργικούς και γνήσιους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Συνεννοούμαστε τόσο σε επίπεδο προσωπικό και καλλιτεχνικό που αν μου ζήταγε να υποδυθώ ένα δεύτερο σερβιτόρο θα το έκανα».
Η βραβευμένη με Όσκαρ Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, επίσης συνεργάζεται για Τρίτη φορά με το σκηνοθέτη. «Λάτρεψα την ιδέα της Κάθριν σε μια τέτοιου είδους ταινία», λέει ο σκηνοθέτης. «Εάν πρόκειται να κάνω ένα ψυχολογικό θρίλερ με φόντο τη Νέα Υόρκη, πρέπει οπωσδήποτε να είναι ένας από τους ανθρώπους σε αυτήν. Στην πραγματικότητα, την πρότεινε ο Σκοτ, και αμέσως σκέφτηκα γιατί δε το σκέφτηκα εγώ πρώτος».
Σύμφωνα με τη Ζέτα-Τζόουνς, οι Παρενέργειες είναι το υλικό που μπορεί να αναδείξει το ταλέντο του Σόντερμπεργκ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. « Πρόκειται για ένα πολύ καλογραμμένο σενάριο, με εξαιρετικούς διαλόγους και πλοκή, και κοινωνικό σχολιασμό. Έχω διαβάσει πολλά σενάρια, και τις περισσότερες φορές γνωρίζω τι πρόκειται να συμβεί. Αλλά με αυτό, δεν ήξερα. Το μυστηριώδες παιχνίδι μεταξύ του χαρακτήρα μου και του Τζουντ Λο είναι πολύ συναρπαστικό».
 
ΤΟ CAST
Ο Τζουντ Λο θεωρείται ένας από τους καλύτερους βρετανούς ηθοποιούς, με πλούσιο βιογραφικό στο θέατρο και τον κινηματογράφο.  
Ξεκίνησε την καριέρα του στο θέατρο, στην ηλικία των 12. Το 1994, τιμήθηκε με την υποψηφιότητα για Καλύτερο Πρωτοεμφανιζόμενο Ηθοποιό των βραβείων Ian Charleson, για την ερμηνεία στο Les Parents Terribles, του Ζαν Κοκτώ. Όταν το θεατρικό μεταφέρθηκε στο Μπρόντγουαιη, μετονομάστηκε σε Indiscretions , όπου ο Λο έλαβε μια υποψηφιότητα για Καλύτερο Ανδρικό Ρόλο στα Βραβεία Tony. Ακολούθησαν τα Its Pity Shes a Whore και το Dr. Faustus.
Το 2007, η Γαλλική Ακαδημία χάρισε στο Λο τιμητική διάκριση (César dHonneur) για την προσφορά του στον κινηματογράφο, και η κυβέρνηση της Γαλλίας τον ονόμασε Ιππότη του Τάγματος Γραμμάτων και Τεχνών (Chevalier de lOrdre des Arts et des Lettres) για τα καλλιτεχνικά του επιτεύγματα.
Ο ρόλος του στον Ταλαντούχο Κύριο Ρίπλεϋ, του χάρισε υποψηφιότητα στις Χρυσές Σφαίρες και στα Όσκαρ, κι ένα Βραβείο Καλύτερου Β’ Ανδρικού Ρόλου από τα BAFTA.
Αργότερα ήταν υποψήφιος για Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα και BAFTA για το ρόλο του στο Cold Mountain, ενώ μια υποψηφιότητα στις Χρυσές Σφαίρες είχε και για τη Τεχνητή Νοημοσύνη.
ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
Side Effects- Παρενέργειες (2013)              
Anna Karenina - Άννα Καρένινα (2012)                 
Rise of the Guardians - Οι Πέντε Θρύλοι (2012)   
360 (2011)       
Contagion (2011)       
Hugo (2011)    
Sherlock Holmes: A Game of Shadows - Sherlock Holmes 2: Το Παιχνίδι των Σκιών (2011)
Exit Through the Gift Shop - Banksy: Η Τέχνη στο Δρόμο (2010)          
Repo Men (2010)       
Rage (2009)    
Sherlock Holmes (2009)                   
The Imaginarium of Doctor Parnassus - Ο Φανταστικός Κόσμος του Δρ. Παρνάσους (2009)
My Blueberry Nights - My Blueberry Nights: Οι Νύχτες μου Μακριά σου (2007)
Sleuth - Παιχνίδια Μυαλού (2007)  
All the King`s Men - Όλοι οι Άνθρωποι του Βασιλιά (2006)        
Breaking and Entering - Η Διάρρηξη (2006)          
The Holiday (2006)    
Alfie (2004)      
Closer - Εξ Επαφής (2004)   
Cold Mountain - Επιστροφή στο Cold Mountain (2004)  
I ♥ Huckabees - Το Νόημα της Ζωής και Πώς να το Χάσετε (2004)       
Lemony Snicket`s A Series of Unfortunate Events - Λέμονι Σνίκετ: Μια Σειρά από Ατυχή Γεγονότα (2004)   
Sky Captain and the World of Tomorrow - Sky Captain: Ο Κόσμος του Αύριο (2004)
The Aviator - Ιπτάμενος Κροίσος (2004)    
Road to Perdition - Ο Δρόμος της Απώλειας (2002)        
A.I. Artificial Intelligence - Α.Ι. Τεχνητή Νοημοσύνη (2001)         
Enemy at the Gates - Εχθρός Προ των Πυλών (2001)                
The Talented Mr. Ripley - Ο Ταλαντούχος Κύριος Ρίπλεϊ (2000)
eXistenZ (1999)          
The Wisdom of Crocodiles - Η Σοφία των Κροκοδείλων (1998) 
Gattaca - Γκάτακα (1997)                  
Midnight in the Garden of Good and Evil - Μεσάνυχτα στον Κήπο του Καλού και του Κακού (1997)              
Wilde - Η Ταραγμένη Ζωή του Οσκαρ Γουάιλντ (1997)

Η Ρούνεϊ Μάρα ξεκίνησε την καριέρα της λίγα χρόνια πριν, λίγο αφού ξεκίνησε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Ως φοιτήτρια ακόμη, συμμετείχε σε ανεξάρτητες παραγωγές με μικρούς ρόλους, κι αποφάσισε αργότερα να μετακομίσει στο Λος Άντζελες για να ασχοληθεί εξ’ολοκλήρου με αυτό.
Πέρυσι, μάγεψε κοινό και κριτικούς στην μεταφορά του «Το Κορίτσι με το Τατουάζ» του Ντέιβιντ Φίντσερ, και ήταν υποψήφια για την ερμηνεία της για Χρυσή Σφαίρα και Όσκαρ, ενώ έλαβε το Βραβείο Καλύτερης Πρωτοεμφανιζόμενης από το National Board of Review.
Στη μικρή οθόνη συμμετείχε σε σειρές όπως οι “ER,” “The Cleaner,” “Womens Murder Club,” και  “Νόμος και Τάξη.” 
 Η Μάρα είναι ιδρύτρια του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Uweze, που προσφέρει φροντίδα και βοήθεια σε άπορα ορφανά από τη μεγαλύτερη παραγκούπολη της Αφρικής, στην Κιμπέρα της Κένυα.
ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
Side Effects - Παρενέργειες (2013) 
The Girl with the Dragon Tattoo - Το Κορίτσι με το Τατουάζ (2012)       
A Nightmare On Elm Street - Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες (2010)          
The Social Network (2010)               
Friends (With Benefits) (2009)         
The Winning Season - Οι Πρωταθλήτριες (2009) 
Youth in Revolt - Νιάτα Σ` Έξαψη (2009)   
Dream Boy (2008)

Η Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς είναι μια πολυβραβευμένη ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου.
Γεννημένη στην Ουαλία, ξεκίνησε τις σπουδές της στη θεατρική σκηνή του Λονδίνου, και ακολούθησε η συμμετοχή της στην τηλεοπτική σειρά, The Darling Buds of May.
Είναι παντρεμένη με τον ηθοποιό Μάικλ Ντάγκλας, κι έχουν δύο παιδιά, το Ντύλαν και την Κάρυς.
Έχει τιμηθεί με Όσκαρ για το ρόλο της στη μεταφορά του μιούζικαλ Chicago στη μεγάλη οθόνη. Για τον ίδιο ρόλο, απέσπασε τη Χρυσή Σφαίρα, το Βραβείο CriticsChoice, Screen Actors Guild και BAFTA Καλύτερου Β’ Γυναικείου Ρόλου.  Μια υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα της χάρισε και η ερμηνεία της στην ταινία του Στίβεν Σόντερμπεργκ, Traffic.
           Έχει τιμηθεί με Βραβείο Tony για το ντεμπούτο της στο Μπρόντγουαιη A Little Night Music.  
ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
Broken City (2013)     
Red 2 (2013)   
Side Effects (2013)    
Lay the Favorite (2012)         
Playing for Keeps - Παίζοντας με την Αγάπη (2012)                    
Rock of Ages (2012)              
The Rebound (2009) 
Death Defying Acts - Αψηφώντας το Θάνατο (2007)                    
No Reservations - Έχετε Κάνει Κράτηση; (2007)  
The Legend of Zorro - Ο Θρύλος του Ζορό (2005)           
Ocean`s Twelve - Η Συμμορία των Δώδεκα (2004)                       
The Terminal (2004)              
Chicago - Σικάγο (2003)       
Intolerable Cruelty - Αβάσταχτη Γοητεία (2003)    
Sinbad: Legend of the Seven Seas - Σεβάχ: Ο Θρύλος των Επτά Θαλασσών (2003)
America`s Sweethearts - Το Ζευγάρι της Χρονιάς (2001)
High Fidelity (2000)   
Traffic (2000)   
Entrapment - Διπλή Παγίδα (1999) 
The Haunting - Το Στοιχειωμένο Σπίτι (1999)       
The Mask of Zorro - Η Μάσκα του Ζορό (1998)    
The Phantom - Φάντομ (1996)         
Splitting Heirs - Εντιμότατοι Κληρονόμοι (1993)               
Christopher Columbus: The Discovery - Χριστόφορος Κολόμβος: Η Ανακάλυψη της Αμερικής (1992)

Ο Τσάνινγκ Τέιτουμ  είναι ένας από τους πιο περιζήτητους άντρες του Χόλυγουντ. Γεννήθηκε στην Αλαμπάμα και μεγάλωσε στη Φλόριντα, κι αυτή την περίοδο κατοικεί στο Λος Άντζελες με τη σύζυγο του, Τζέννα Ντιούαν.   
Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό το 2006, με το ρόλο του στο Step Up.
Έχει πρωταγωνιστήσει και κάνει και παραγωγή για τα Magic Mike , 21 Jump Street, και Ten Years.
Το 2006, ήταν υποψήφιος για Βραβείο Independent Spirit και Gotham για την ερμηνεία στο A Guide to Recognizing Your Saints. Το Rolling Stone τότε έγραψε: «κρατήστε τα βλέμματα σας στον πρωτοεμφανιζόμενο Τσάνινγκ Τέιτουμ. Ημίγυμνος, ξεχειλίζει από σωματική και σεξουαλική απειλή, όπως ο Μπράντο στο Λεωφορείο ο Πόθος».
ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
G.I. Joe: Retaliation (2013)
Side Effects - Παρενέργειες (2013)                      
White House Down (2013) 
21 Jump Street (2012)        
Magic Mike (2012)  
The Vow - Έρωτας από την Αρχή (2012)            
10 Years (2011)                   
Haywire - Η Τιμωρός (2011)          
The Dilemma - Το Δίλημμα (2011)          
The Eagle - Ο Αετός της Αυτοκρατορίας (2011)            
The Son of No One - Ο Αντι-Ηρωας (2011)                    
Dear John - Αγαπημένε μου Τζον (2010)
Fighting - Με Μια Γροθιά (2009)   
G.I. Joe: The Rise of Cobra - G.I. Joe: Η Γέννηση της Cobra (2009)  
Public Enemies - Δημόσιος Κίνδυνος (2009)    
Step Up 2: The Streets - Step Up 2: Το Επόμενο Βήμα (2008)           
Stop-Loss - Θύματα Πολέμου (2008)                   
Battle in Seattle - Η Εξέγερση (2007)      
A Guide to Recognizing Your Saints - Εγχειρίδιο Αναγνώρισης Αγίων (2006)
She`s the Man - Διαφορά Στήθους (2006)          
Step Up - Step Up Στα Βήματα του Πάθους (2006)       
Coach Carter (2005)           
Havoc - Σκοτεινός Κόσμος (2005)
War of the Worlds - Ο Πόλεμος των Κόσμων (2005)
           
           Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ τιμήθηκε με Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας το 2000, για Traffic.  Εκείνη τη χρονιά είχε διπλή υποψηφιότητα στην κατηγορία αυτή και για το Erin Brockovich, που χάρισε στη Τζούλια Ρόμπερτς το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου.
 Η ταινία- ντεμπούτο του sex, lies, and videotape, απέσπασε το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών το 1989, ενώ ήταν και υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου.
ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
Side Effects – Παρενέργειες (2013)                                  
Magic Mike (2012)              
Contagion (2011)                             
Haywire - Η Τιμωρός (2011)                      
And Everything Is Going Fine (2010)        Σκηνοθετης               
The Girlfriend Experience - Συνοδός Πολυτελείας (2009)         Κινηματογραφιστής              
The Informant! - Αληθοφανή Ψέματα (2009)         
Che: Part One (2008)                                  
Che: Part Two (2008)                                   
Ocean`s Thirteen - Η Συμμορία των Δεκατριών (2007)             
Wind Chill - Εγκλωβισμένοι (2007)                                   
A Scanner Darkly (2006)                            
The Good German - Ο Καλός Γερμανός (2006)                          
Bubble (2005)          
Eros (2004)                           
Ocean`s Twelve - Η Συμμορία των Δώδεκα (2004)                                 
Full Frontal (2002)              
Solaris (2002)                                   
Erin Brockovich - Εριν Μπρόκοβιτς (2001)                                
Ocean`s Eleven - Η Συμμορία των Έντεκα (2001)         
Traffic (2000)                         
The Limey - Ο Εγγλεζος (1999)                
Out of Sight - Εκτός Ελέγχου (1998)                    
King of the Hill - Ο Βασιλιάς του Λόφου (1993)                           
Kafka - Κάφκα (1991)         
Sex, Lies, and Videotape - Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες (1990)