Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται απο 17 Απριλίου στο ΙΝΤΕΑΛ

Ανάσταση Ζυλ Ντασσέν
Του Δημήτρη Δανίκα


Οκτώ πρεμιέρες φρέσκιας παραγωγής και μία από το 1957 με τη διασταύρωση Ντασσέν, Καζαντζάκη, Γαλλίας, Ελλάδας, Μελίνας. Όσο όμως και να προσπαθείς με τους συγχρόνους, ένας ο νικητής:
ο Χριστός ξανασταυρώνεται, ο Ζυλ Ντασσέν ανασταίνεται!
Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Τα παιχνίδια της μοίρας. Διότι στο Φεστιβάλ των Καννών του 1955 συναντώνται εντελώς τυχαία ο Ζυλ Ντασσέν με τη Μελίνα Μερκούρη. Ο Ντασσέν με το «Ριφιφί»- την πρώτη γαλλική του σκηνοθεσία για μια γκανγκστερική ιστορία. Η Μελίνα ως νέα απαστράπτουσα σταρ, με τη θρυλική «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη. Αυτό ήταν. Ο Ντασσέν τρελαίνεται με τη θηλυκότητα της Μελίνας και η Μελίνα παγιδεύεται από το μυαλό του Ντασσέν. Αρσενικό και Θηλυκό.
Βody and Μind.
Το αποτέλεσμα, γνωστό.
Φεύγοντας, ο μικροσκοπικός Εβραίος τα παίρνει όλα. Και το βραβείο σκηνοθεσίας και τη Μελίνα. Όχι θα του ξέφευγαν! (παρεμπιπτόντως, και προς αποκατάσταση όλης της αλήθειας, έναν χρόνο αργότερα η ταινία του Κακογιάννη κερδίζει τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξενόγλωσσης παραγωγής).
Συναρπαστική η συνέχεια. Τη στιγμή που τα «στρατοδικεία» του Μακάρθι έπαιρναν κεφάλια σεναριογράφων, σκηνοθετών και ηθοποιών, ο πρόσφυγας Ντασσέν σκέφτεται σοβαρά να μετακομίσει από το Παρίσι και να αλλάξει λιμάνι.
Πώς όμως;
Ευφυώς ποιών- και προκειμένου να ξεχαρμανιάσει την επαναστατική του οργή και να στείλει ένα μήνυμα στον άθλιο Μακάρθι- καταλήγει στον Νίκο Καζαντζάκη. Η πρώτη μεγάλη γέφυρα που θα τον φέρει στην Ελλάδα. Όχι όμως με ελληνικές, αλλά με τις δικές του, τις γαλλικές, τις επαγγελματικές και ελεύθερες προδιαγραφές. Έτσι αρχίζουν τα γυρίσμα- τα της πρώτης «ελληνικής» του περιπέτειας. Με τον γαλλόφωνο τίτλο «Celoui Qui Doit Μourir» (δηλαδή «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»), σε ελεύθερη μεταφορά, με σεναριογράφους τον ίδιο τον Ντασσέν και τον Μπεν Μπάρτζμαν, με συνεργείο και πρωταγωνιστές Γάλλους, με τη Μελίνα στον ρόλο μιας πόρνης, της Κατερίνας, και τον Δήμο Σταρένιο να παίζει τον φιλάργυρο Λαδά.
Η επιλογή του Καζαντζάκη καθόλου τυχαία.
Αφορισμένος ο Κρητίκαρος συγγραφέας από την Εκκλησία, όπως ο Τζούλι από την Πολιτεία. Με ριζοσπαστικό, κοινωνικό έργο όπως το δικό του και- το κυριότερο- με μια θρησκευτική αλληγορία που ταιριάζει γάντι, όχι μόνο με τη μαρξιστική του ιδεολογία αλλά και με την εβραϊκή καταγωγή του.
Βασικό αυτό. Το πλήθος των ρακένδυτων, περιφρονημένων και καταραμένων Κρητικών χωρικών συμβολίζει για τον Ντασσέν τους Εβραίους που δραπέτευσαν από τα κάτεργα της Αιγύπτου με αρχηγό τον Μωυσή, δηλαδή τον παπα-Φώτη, τον Ορθόδοξο χριστιανό.
Μ΄ έναν σμπάρο πολλά τρυγόνια.
Και Καζαντζάκης, και Ελλάδα, και Μαρξ, και εβραϊκή πληγή, και Μελίνα. Το αποτέλεσμα, συνταρακτικό.
Ο Ντασσέν, οκτώ χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, σε μια Ελλάδα όπου όλα τά ΄σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκων΄ η σκλαβιά, υπογράφει την πρώτη «ελληνική» επαναστατική ταινία. Γεγονός που επιβεβαιώνει για πολλοστή φορά μια πασίγνωστη αλήθεια: Φιλέλληνες, οι καλύτεροι και αληθινοί Έλληνες!
Σαρωτικό το φιλμικό αποτέλεσμα.
Πρώτα απ΄ όλα εγκαταλείπει την εθνοπατριωτική διάσταση. Το ζήτημα, λέει, δεν είναι εθνικό αλλά ολότελα κοινωνικό. Οι προύχοντες του πλούσιου ελληνικού χωριού εξορίζουν τους φτωχούς ενός ξεκληρισμένου, από τους Τούρκους, χωριού. Δύο Ελλάδες χωριστά.
Έτσι, πλαγίως, μπάζει στην ιστορία και τον εμφύλιο του 1946 και τους εμφυλίους του ΄21. Από ΄δώ οι κοτζαμπάσηδες, από ΄κεί ο απλός, φτωχός, λαός. Ο Τούρκος αγάς, στρογγυλοκαθισμένος στη σαλονάρα του, απολαμβάνει τον ελληνικό αλληλοσπαραγμό. Οι Έλληνες κάνουν καλύτερη δουλειά από αυτόν. Έπειτα, on the top of that- που θα ΄λεγε και ο ίδιος ο Ντασσέν- προσδιορίζει τον κύριο ιδεο λογικό αντίπαλο αυτής της εχθρικής, μισητής συμπεριφοράς: μα, φυσικά, η επίσημη Εκκλησία.
Έτσι, πλαγίως, μπάζει στο προσκήνιο τον Γρηγόριο Ε΄, που αποκήρυξε και αφόρισε τους επαναστάτες του ΄21 και που στη συνέχεια ο σουλτάνος τού πήρε το κεφάλι. Και προσκυνημένος και αποκεφαλισμένος. Στο πρόσωπο του τραγόπαπα ο Ντασσέν «βλέπει» και τον Μακάρθι.
Ιδεολόγος μίσους ο Έλληνας παπάς.
Κυνηγός μαγισσών και κεφαλών ο Μακάρθι.
Ολόιδιοι, σαν δυο σταγόνες νερού.
Το στόρι πάει ακόμα πιο βαθιά. Χειρότερα για την Εκκλησία δεν γίνεται. Ο ίδιος παπάς εμποδίζει με τα όπλα τον γιο και κληρονόμο του αρχιπρούχοντα, που επιθυμεί να μοιράσει την περιουσία του στους φτωχούς και εξόριστους του ξεκληρισμένου χωριού. Έτσι αρχίζει ο Εμφύλιος.
Δηλαδή- λέει ο Ντασσέν- το αδιέξοδο από την κοινωνική αδικία άνοιξε τον δρόμο για τον Εμφύλιο.
Ο παπάς παρέα με τον αγά. Ο Έλληνας με τον Τούρκο. Ο χριστιανός με τον μουσουλμάνο. Συμφέροντα κοινά. Ο αγάς, όπως ο Πόντιος Πιλάτος. Ο πόλεμος μπροστά. Ανελέητος ο Τζούλι. Ούτε εδώ σταματά. Γι΄ αυτόν η Ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Γι΄ αυτό παγώνει την εικόνα. Γι΄ αυτό τελειώνει με τα φλάμπουρα και τα ταμπούρια. Γι΄ αυτό δεν ολοκληρώνει τη μυθοπλασία. Όλα ανοιχτά. Όλα πιθανά. Justice you son΄s of bitches.
Δικαιοσύνη. Οι Άθλιοι του Ουγκώ, όλης της Γης οι κολασμένοι είναι εδώ.
Μισόν αιώνα πριν, κι όμως το έργο αθάνατο, επαναστατικό!
Το εγχείρημα εξασφαλίστηκε με τη συμμετοχή μερικών πρωτοκλασάτων ονομάτων του γαλλικού και του ευρύτερου ευρωπαϊκού κινηματογράφου: ο Πιερ Βανέκ είναι ο Μανωλιός-Χριστός. Ο Μορίς Ρονέ, που στη δεκαετία του ΄60 κάνει σπουδαία καριέρα, υποδύεται τον αποστάτη από την τάξη του, και κληρονόμο του αρχιπρούχοντα του χωριού. Ο Ζαν Σερβέ (πρωταγωνιστής στο «Ριφιφί») είναι ο επαναστάτης παπα-Φώτης. Ο Γκερτ Φρόμπε είναι ο προύχοντας. Μέσα στους κομπάρσους και ο 19χρονος- τότε- Τζο Ντασσέν. Δύο υποχωρήσεις έκανε ο Ντασσέν. Η πρώτη λόγω πάθους και καρδιάς. Δηλαδή, το στήσιμο της Μελίνας- από την κορυφή μέχρι τα νύχια - ξεκούδουνο σε σχέση με το κύριο, νεορεαλιστικό, σώμα της ταινίας. Η Μελίνα είναι σταρ. Επομένως, είναι από άλλη ταινία.
Τρία χρόνια αργότερα, το 1960, θα παίξει την Ίλια στο «Ποτέ την Κυριακή», όπως περίπου ερμηνεύει την Κατερίνα. Όλοι με τις αδυναμίες μας. Κι εγώ στη θέση του το ίδιο θα έκανα.
Η δεύτερη υποχώρηση είχε να κάνει με την αμερικανική του υπηκοότητα. Όλα, στην αρχή, «φωνάζουν» γραφικά. Η μουσική επένδυση με τα δημώδη, όπως «Ένα νερό κυρα-Βαγγελιώ», κάνει κακό.
Όλα «φωνάζουν» δυνατά. Στη διαπασών. Μπορεί να μπέρδεψε τον Καζαντζάκη με τον στόμφο του Εθνικού Θεάτρου και του αρχαίου θεάτρου. Μπορεί. Με χαμηλότερους τόνους και με διαχείριση πιο κοντά στον Παζολίνι, θα μιλάγαμε σήμερα για ένα από τα πιο κορυφαία έργα στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου!
Με δυο λόγια:
Στην Κρήτη κάτω από οθωμανικό ζυγό. Πλήθος ξεκληρισμένων, πεινασμένων, ρακένδυτων και εξόριστων Κρητικών, καταφθάνουν σ΄ ένα άλλο, πλούσιο χωριό. Όμως με πρωτοστάτη έναν μοχθηρό και καλοταϊσμένο παπά, εξορίζονται για δεύτερη φορά και καταλήγουν σε μια άνυδρη περιοχή, ψηλά στο βουνό. Είναι μεγάλη Εβδομάδα των Παθών και τον πρώτο ρόλο, του Χριστού, τον έχουν αναθέσει στον Μανωλιό, έναν παρία και μουγκό. Ο Μανωλιός, παρέα με τον γιο τού τσιφλικά και μια πόρνη, την Κατερίνα, που στην αναπαράσταση θα παίξει τον ρόλο της Μαρίας Μαγδαληνής, αρχίζουν να βοηθούν τους φτωχούς στα κρυφά. Αυτό ήταν. Από τις πράξεις τους κινδυνεύουν τα όσια και τα ιερά. Έτσι, ο παπάς ζητάει από τον αγά να συλλάβει τον Μανωλιό.
Ο Γολγοθάς και η Σταύρωση επαναλαμβάνονται, όπως τότε ακριβώς!
"Τα Νέα " Πέμπτη 17.04.08

2 σχόλια:

Seven Films είπε...

Ο Ντασσέν για τα πανανθρώπινα «πάθη»

«Αυτός που έπρεπε να πεθάνει (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται)»
Χρειάστηκε να περάσει μισός αιώνας και να «φύγει» από τη ζωή ο Ζυλ Ντασσέν, για να επανεμφανιστεί στη μεγάλη οθόνη το βασισμένο στο καζαντζακικό μυθιστόρημα «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», αριστούργημά του «Αυτός που έπρεπε να πεθάνει». Με χορηγό επικοινωνίας τον ραδιοτηλεοπτικό «902», η ασπρόμαυρη ταινία (120') προβάλλεται από την περασμένη Πέμπτη στο «Ιντεάλ».

Ο αυτοεξόριστος στο Παρίσι Ζυλ Ντασσέν βραβεύεται για το «Ριφιφί» (1956) στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου γνωρίζει και ερωτεύεται τη Μελίνα Μερκούρη. Ο Ντασσέν, μαζί με τη Μ. Μερκούρη, επισκέπτεται στην Αντίπ, όπου ζούσε, ο επίσης ουσιαστικά αυτοεξόριστος, Νίκος Καζαντζάκης και ζητά την έγκρισή του μεγάλου συγγραφέα για κινηματογραφική μεταφορά του αλληγορικού μυθιστορήματός του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Ο Καζαντζάκης δέχεται και ο Ντασσέν ταξιδεύει (ερχόμενος για πρώτη φορά στην Ελλάδα) στην Κρήτη, με το συνεργείο, τους ηθοποιούς και τη Μ. Μερκούρη, για τον πρωταγωνιστικό γυναικείο ρόλο. Πρότυπό του για την ερμηνεία του πρωταγωνιστικού ρόλου, του Μανολιού, ο Ντασσέν είχε τον φτωχούλη, όπως κι ίδιος, αγαπημένο παιδικό φίλο του, βασανισμένο αλλά και θαρραλέο απέναντι στο κακό, Μάρβιν.

Είναι η πρώτη ταινία (1957) που γυρίζει ο μεγάλος, προοδευτικός, διωκόμενος και αντιστεκόμενος στο μακαρθισμό σκηνοθέτης, ύμνος στον ελληνικό λαό και σ' όλους τους λαούς που αντιστέκονται στους καταπιεστές του ανθρώπου. Αν και η γαλλική παραγωγή, με αυτή την ταινία ο Ντασσέν ξεκινά ουσιαστικά την ελληνική του «περιπέτεια». Και το κάνει με έναν τρόπο βαθύτερα πανανθρώπινο, από ό,τι με το «Ποτέ την Κυριακή», τρία χρόνια αργότερα, όπως τουλάχιστον υποστηρίζει μερίδα της κριτικής. Αλλωστε, ο Ντασσέν δεν είναι «τουρίστας» στην Ευρώπη και δεν έρχεται ως «τουρίστας» στην Ελλάδα. Επιλέγει μια ήδη «καυτή» ιστορία του ρηξικέλευθου Καζαντζάκη και φτιάχνει μια ταινία «πολύ μπροστά από την εποχή της», όπως έχει χαρακτηριστεί.

Κρήτη 1920. Μια ομάδα ξεριζωμένων και εξαθλιωμένων φτάνει σε ένα χωριό που έχουν έθιμο να αναπαριστάνουν τα Πάθη, κάθε Μεγάλη Εβδομάδα, με ήρωες κατοίκους του χωριού: Ο «Χριστός», ο «Ιούδας» και η «Μαγδαληνή» στα «χέρια» του Καζαντζάκη και στη μηχανή του Ντασσέν μετατρέπονται σε αλληγορικά σύμβολα, που όχι μόνο ξεπερνούν την ηθογραφία, αλλά αποκαλύπτουν τις καθόλου μεταφυσικές βάσεις των ανθρώπινων, πραγματικών «παθών».

Το σενάριο, από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, είναι του σκηνοθέτη και του Ben Barzman, η φωτογραφία των Gilbert Chain, Jacques Natteau, η μουσική επιμέλεια πάνω σε ελληνικά θέματα είναι του Georges Auric, τα κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη. Συγκλονιστική η Μελίνα Μερκούρη στο ρόλο της Κατερίνας, ενώ παίζουν ακόμη οι: Μορίς Ρονέ, Πιερ Βανέκ, Ροζέ Ανίν, Τζο Ντασσέν, Αννα Αρμάου, Δήμος Σταρένιος. Η ταινία διακρίθηκε με Ειδική Μνεία στο Φεστιβάλ Καννών το 1957 (ήταν υποψήφια και για το «Χρυσό Φοίνικα»), ενώ το 1958 ήταν υποψήφια για τα Βραβεία BAFTA.


ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 20.4.08

Seven Films είπε...

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται


ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ
Celui qui doit mourir. Γαλλία, 1957Σκηνοθεσία: Ζυλ Ντασσέν. Σενάριο: Μπεν Μπάρζμαν, Ζυλ Ντασσέν. Ηθοποιοί: Ζαν Σερβέ, Μελίνα Μερκούρη, Πιέρ Βανέκ, Μορίς Ρονέ, Γκερτ Φρέμπε, Δήμος Σταρένιος, Φερνάν Λεντού. 127 λεπτά.

*** ½

Σ' ένα υπό τουρκική κατοχή χωριό της Κρήτης η αναβίωση των παθών του Ιησού παίρνει μιαν άλλη, τραγική υπόσταση - επανέκδοση της κλασικής, βασισμένης στο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, ταινίας του Ντασσέν.

Σε επανέκδοση προβάλλεται η διασκευή του μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη, που γύρισε στην Ελλάδα, το 1957, σε μαυρόασπρο σινεμασκόπ και με γαλλική χρηματοδότηση ο Ζυλ Ντασσέν. Ιστορία που αναφέρεται σ' ένα ελληνικό, υπό τουρκική κατοχή, χωριό της Κρήτης, στα τέλη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, το οποίο ετοιμάζεται, για τη Μεγάλη Βδομάδα, να αναβιώσει τα πάθη του Χριστού αναθέτοντας ρόλους σε διάφορους κατοίκους. Μόνο που η σύγκρουση του παπα-Γρηγόρη (Φερνάν Λεντού) του πλούσιου χωριού με τον φτωχό παπα-Φώτη (Ζαν Σερβέ) και τους ξεκληρισμένους κατοίκους ενός κατεστραμμένου από τους Τούρκους χωριού δίνει στα πάθη του Ιησού μιαν άλλη, πιο πραγματική υπόσταση.

Ο Ντασσέν ζωντανεύει με τρόπο συγκλονιστικό το μυθιστόρημα-αλληγορία του Καζαντζάκη, στήνοντας σκηνές αξέχαστες, όπως εκείνες της σύγκρουσης ανάμεσα στους κατοίκους των δύο χωριών ή εκείνες που οι «επίλεκτοι» του παπα-Γρηγόρη δολοφονούν τον Μανολιό-Ιησού (Πιερ Βανέκ) μέσα στην εκκλησία, με τον Τούρκο αγά (Γκρεγουάρ Ασλάν) να παίζει το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου, κινώντας ταυτόχρονα το πλήθος με εξαιρετική δεξιοτεχνία και δίνοντας στην ταινία μιαν επική μορφή τονίζοντας τη δική του, επαναστατική κατάληξη, με τον παπα-Φώτη και τους κατοίκους του ξεκληρισμένου χωριού να στήνουν «οδοφράγματα» για τη συνέχιση του αγώνα φέρνοντας στο νου την κομμούνα του Παρισιού. Θαυμάσια, στην πρώτη της συνάντηση με τον Ντασσέν, η Μελίνα, στο ρόλο της Κατερίνας-Μαρίας Μαγδαληνής.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 17.4.08