Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007

control



Best film of the week και μέσα στις είκοσι καλύτερες στιγμές του χειμώνα, το ασπρόμαυρο, βρετανικό «Control» του άγνωστου αλλά ταλαντούχου και διεισδυτικού Άντον Κόρμπιν. Μαζί με το περιφρονημένο από τους Έλληνες θεατές «Last Days» του Γκας Βαν Σαντ, ό,τι καλύτερο έχω συναντήσει για την πεμπτουσία της σύγχρονης, ροκ μουσικής. Βy far!

Το σεναριακό φόντο βασίζεται στο αυτοβιογραφικό «Τouching from a distance», δηλαδή «Αγγίζοντας από απόσταση», γραμμένο από την Ντέμπορα, σύζυγο του Ίαν Κέρτις, της σπαρακτικής και αυτοκτονικής φωνής των Joy Division του Μάντσεστερ και του 1979 αλλά και του 1980. Επομένως η ταινία φαίνεται αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι εξαρτημένη από την ακρίβεια της διαδρομής αυτής της μπάντας.

Αυτή και η μέγιστη αρετή, η υπέρβαση, το εφαλτήριο που εκτινάσσει το «Control» πέρα από τα στενά όρια της βιογραφίας. Δηλαδή. Άραγε αυτοκτόνησε ο Ίαν Κέρτις βάζοντας μια θηλιά στον κατάλευκο και μαλακό λαιμό του; Έτσι λέει ο σκηνοθέτης, haze, δηλαδή «ομιχλώδεις» οι συνθήκες της αυτοκτονίας ισχυρίζεται το εγκυρότατο «Rock- Rough guide». Επομένως ο Κόρμπιν αυθαιρετεί και καλά κάνει προκειμένου να υπηρετήσει την ουσία, η οποία πηγάζει και διαπλέκεται ομοιόμορφα με το συμπαγές, αισθητικό του στυλ. Πάμε παρακάτω.

Ήταν ή δεν ήταν φασιστική η ιδεολογία των Joy Division; Γιατί η ονομασία του συγκροτήματος είναι δάνειο από ένα ναζιστικό ορισμό. Έτσι οι κανίβαλοι ονόμαζαν τις γυναίκες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που τις χρησιμοποιούσαν σαν δοχεία σεξουαλικών αναγκών. Πουτάνες εκείνες για τους ναζί, πουτάνες και τα μέλη του συγκροτήματος για την αγορά της μουσικής. Γι΄ αυτό ο Κόρμπιν προσπερνάει το περιστατικό με τον Ίαν Κέρτις να ουρλιάζει σε μια συναυλία στην Βαρσοβία «you all forgot Rudolf Ηess»!
Όνειδος και άθλια λογοκρισία;
Λάθος.
Είπαμε.
Είναι και δεν είναι βιογραφία.
Που πάει να πει κάτι που ελάχιστοι τόλμησαν να το αρθρώσουν με τέτοια ευθύτατα και παρρησία. Το ύστερο ροκ ουδεμία σχέση με sex, drugs και φασαρία. Προσέξτε την κολοσσιαία διαφορά. Οι Joy Division- λέει πλαγίως ο Κόρμπιν- είναι σημαντικοί, γιατί προαναγγέλλουν την μεταμοντέρνα εκδοχή της σύγχρονης μουσικής. Ποια είναι αυτή; Εντελώς γυμνή, ολότελα κενή. Η άλλη όψη των sex pistols. Το περιγράφει με απόσταση διακριτική μέσα σε μια ατμόσφαιρα πλήξης, αφασίας και σχεδόν αδιαφορίας. Ο Κέρτις να δουλεύει σαν να κοπανάει μύγες σε ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας. Να πηγαινοέρχεται μεταξύ παμπ και μονοτονίας. Οι συναυλίες στραγγαλισμένες από υστερικά ουρλιαχτά. Η ζωή του εντελώς επίπεδη, μονόχορδη, ευθύγραμμη, μηχανική. Περίπου σαν εκείνη του Καρυωτάκη. Γι΄ αυτό οι κρίσεις επιληψίας. Γι΄ αυτό και ο διχασμός του ανάμεσα στην γυναίκα του την Ντέμπορα και την Βελγίδα ερωμένη Ανίκ Ονορέ, η οποία μπορεί να ήταν μια οπτασία σκηνοθετημένη από την άρρωστη και υστερική φαντασία της εγκαταλειμμένης συζύγου. Γι΄ αυτό και η κόντρα ανάμεσα στο μουντό, βιομηχανικό Μάντσεστερ και τον προκλητικό Ίαν Κέρτις.

Από τα σπλάγχνα αυτού του απόλυτου κενού προέκυψε η αναρχία. Η κανονικότητα μιας βρετανικής, πληκτικής και άδειας επαρχίας, ήταν ο διαρρήκτης που άνοιξε μια αόρατη πληγή στον Ίαν Κέρτις. Δηλαδή οι Joy Division, λέει ο Κόρμπιν, ήταν η άρνηση και ταυτόχρονα η κατάφαση του Μάντσεστερ. Η προέκτασή του και η ανατροπή του. Επομένως η σύντομη διαδρομή του Κέρτις και η αυτοκτονική του κατάληξη δεν ταιριάζουν με τις ακραίες καταστάσεις ενός Τζίμι Χέντριξ και ενός Τζιμ Μόρισον.
Ο Ίαν Κέρτις ήταν η αναίρεση όλων αυτών.
Η αυτοκτονία του είναι το αδιέξοδό του.
Ο ερωτικός διχασμός του η ανασφάλειά του.
Ένας γελοίος θάνατος ενός σπουδαίου καλλιτέχνη.
Πλήθος τα προσόντα του «Control». Συμπαγές, ομοιογενές, χαμηλόφωνο, υπόγειο, διαυγές, παγωμένο, αποστασιοποιημένο και ταυτόχρονα ταυτισμένο με το «γεγονός».
Με έναν πρωταγωνιστή- τον Σαμ Ρίλεϊ - που θα σε στοιχειώσει από την αρχή.
Και λιτός και ταραγμένος.
Και χυμώδης και στεγνός.
Και φοβισμένος και επιθετικός.
Και μεγάλος και μικρός.
Η καλύτερη ταυτοπροσωπία με σάρκα, αίμα και ουσία.
Μακράν ανώτερη από τον Γιοακίν Φίνιξ του Τζόνι Κας και τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν του Τρούμαν Καπότε.
Αν ήταν στο χέρι μου θα του έδινα το Όσκαρ!

Με δυο λόγια: Βy the way οι Joy Division, δηλαδή Μπέρναρντ Αλμπρεχτ, Πίτερ Χουκ, Ίαν Κέρτις, Στίβεν Μόρις κάτω από την εταιρεία Factory με τρία άλμπουμ «Unknown pleasures» 1979, «Closer» 1980 και το Live «Still» του 1981. Μετά την αυτοκτονία του Ίαν Κέρτις μετεξελίχθηκαν σε Νew Οrder. Έτσι για την Ιστορία.

Δημητρης Δανίκας

Τα Νεα

18.10.07

7 σχόλια:

Seven Films είπε...

Control ****
Τροχιά παραπλεύρως του μύθου
Του Δημητρη Μπουρα
απο την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Σκηνοθεσία: Αντον Κορμπάιν
Ερμηνεία: Σαμ Ρίλεϊ, Σαμάνθα Μόρτον, Κρεγκ Πάρκισον, Αλεξάντρα Μαρία Λάρα.


Tο «Control» είναι μια σειρά από ασπρόμαυρες εικόνες που περιγράφουν αποσπασματικά τη δίνη στην οποία χάθηκε ο τραγουδιστής και αρχηγός των Joy Division Ιαν Κέρτις. Η ιστορία αρχίζει το 1973 στο γκρίζο Μάντσεστερ με τον εσωστρεφή νεαρό Κέρτις να κοιτάζει αδιάφορα προς το μέλλον. Βρισκόμαστε σε μια εποχή που το γκλαμ ροκ, με προεξάρχουσα μορφή τον Ντέιβιντ Μπάουι, γελοιοποιούσε διαχωριστικά όρια και κώδικες συμπεριφοράς, θέτοντας το ζήτημα της ταυτότητας σε μια νέα βάση ελευθεριότητας και αυτοπροσδιορισμού.

Συνεχίζεται παρουσιάζοντας την kitchen -sink καθημερινότητα του Κέρτις ανάμεσα στην οικογένεια, τη δουλειά (σε ένα γραφείο εύρεσης εργασίας), την ασθένειά του (έπασχε από επιληψία) και τη φυγή προς τον σκοτεινό και άγνωστο ορίζοντα που εξερευνούσε με τη μουσική του. Κλείνει στις ίδιες καταθλιπτικές γειτονιές του Μάντσεστερ, όπου ο Κέρτις έδωσε τέλος στη ζωή του την παραμονή της περιοδείας των Joy Division στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο δημιουργός του «Control», ο διάσημος Ολλανδός φωτογράφος αστέρων του ροκ Αντον Κορμπάιν, εικονογραφεί με στυλ το βιβλίο «Ιαν Κέρτις και Joy Division, αγγίζοντας από απόσταση» της συζύγου του Κέρτις, Ντέμπορα Κέρτις, συνθέτοντας μια ξεχωριστή βιογραφική ταινία. Το «Control» διαγράφει μια ελλειπτική τροχιά μακριά από το μύθο των Joy Division -μύθος, που δημιουργήθηκε μετά την αυτοκτονία του επιληπτικού Kέρτις τον Μάιο του 1980. Αυτή η απόκλιση από το μύθο είναι το μέτρο της αξίας του «Control». Δεν είναι τυχαίο ότι στην πρώτη και επιπόλαιη ματιά το «Control» μοιάζει με ταινία δίχως στόχο, αφού στη θέση του πρωταγωνιστή βρίσκεται ένας τύπος μάλλον αδιάφορος ακόμη και για όλους όσοι λατρεύουν τα τραγούδια των Joy Division. O Kορμπάιν σκηνοθετεί ένα ψυχρό και διόλου μελοδραματικό οικογενειακό δράμα με αισθητικούς όρους μιας φόρμας που αποτυπώνει την ατμόσφαιρα των ροκ κλαμπ της εποχής και ταιριάζει στο μύθο ενός ροκ ειδώλου που ακροβατεί στο κενό σε απόσταση ασφαλείας από το κοινό του. Η στυλιζαρισμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία (του Μάρτιν Ρούε) αυτό το σκοπό εξυπηρετεί.

Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και η ερμηνεία του νεαρού ηθοποιού Σαμ Ρίλεϊ.

Seven Films είπε...

Control


ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ
απο την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

**** Το συναρπαστικό, συγκινητικό πορτρέτο του Ιαν Κέρτις, τραγουδιστή του συγκροτήματος Joy Division, με εξαιρετική μουσική μπάντα και θαυμάσια ερμηνεία από τον Σαμ Ράιλι.


Ο Σαμ Ράιλι στο «Control» του Αντον Φόρμπιν
Τις σκέψεις, τα αισθήματα και την ασθένεια του Ιαν Κέρτις, του ταραγμένου ψυχικά τραγουδιστή του διάσημου στη δεκαετία του '80 συγκροτήματος «Τζόι Ντιβίζιον», διερευνά η συναρπαστική, συγκινητική αυτή ταινία, που σκηνοθέτησε ο διάσημος φωτογράφος Αντόν Κόρμπιν. Εκεί που οι συνηθισμένες βιογραφικές ταινίες προσπαθούν, συχνά αδιάφορα, να καλύψουν όλες -ή τις πιο σημαντικές- στιγμές στη ζωή του αντικειμένου τους, η ταινία του Κόρμπιν καταφέρνει να καταγράψει με ξεχωριστή φροντίδα και οξυδέρκεια τα συναισθήματα και την αγωνία του Κέρτις.

Ξεκινώντας από το ελκυστικό ντεμπούτο ενός αρχικά επαναστάτη, της εργατικής τάξης, νεαρού έφηβου, απομονωμένου από φίλους και οικογένεια, μουσικού, το 1973, και φτάνοντας ώς την αυτοκτονία του, το 1980, σε ηλικία μόλις 23 χρόνων, ο Κόρμπιν μας αποκαλύπτει σταδιακά τα προβλήματα του Κέρτις, ιδιαίτερα τις κρίσεις επιληψίας, που τον μετατρέπουν σε ένα απελπισμένο, μελαγχολικό, που αγγίζει τα όρια του μηδενισμού, άτομο - σίγουρα ένα μέρος της κατάστασής του οφείλεται στα φάρμακα που είναι αναγκασμένος να παίρνει. Είναι ακριβώς η κατάστασή του αυτή που τον οδηγεί στο να απομακρύνει συγγενείς και φίλους, μαζί και τη σύζυγό του, με τη Σαμάνθα Μόρτον να δίνει μια συγκινητική ερμηνεία στο ρόλο της Ντεμί (η ταινία βασίζεται στο βιβλίο της, ενώ η ίδια ήταν συμπαραγωγός τής ταινίας). Αξίζει να αναφέρω πως μέρος των προβλημάτων αυτών μάς είχε παρουσιάσει στη δική του, το ίδιο ενδιαφέρουσα, ταινία «24-Hour Party People» ο Μάικλ Γουιντερμπότομ.

Χωρίς να χάνει την αίσθηση του περίγυρου, ο Κόρμπιν κυριολεκτικά διεισδύει με την ερευνητική του κάμερα στο βασανισμένο μυαλό του ήρωά του, παρουσιάζοντας με λεπτομέρεια, με τρόπο συγκλονιστικό, συχνά συγκινητικό, την ψυχική του κατάσταση, που τελικά τον οδηγεί στην κατάθλιψη και την αυτοκτονία. Με σοβαρότητα, λεπτότητα και εξυπνάδα, χρησιμοποιώντας μονοχρωματικές εικόνες υψηλών αντιθέσεων, ο Κόρμπιν κατάφερε να αναπαραστήσει με τον καλύτερο τρόπο την όλη βλοσυρή, ρεαλιστική ατμόσφαιρα, στην οποία κινείται ο ήρωάς του. Καταφέρνοντας ταυτόχρονα να αποσπάσει μια θαυμάσια ερμηνεία από τον Σαμ Ράιλι, που τόνισε την ευαισθησία αλλά και το ρομαντισμό του βασανισμένου Κέρτις, που προσπαθούσε απελπισμένα να ελέγξει (να «κοντρολάρει», όπως το θέλει ο πολύ πετυχημένος τίτλος) την πορεία της ζωής του. Στην επιτυχία της ταινίας -που σίγουρα θα αρέσει στους φαν του συμπαθητικού αυτού συγκροτήματος- συμβάλλουν η μουσική και τα τραγούδια της ταινίας που τραγουδούν οι Joy Division ή και οι ηθοποιοί που τους ερμηνεύουν.

Seven Films είπε...

O θρύλος του Ιαν Κέρτις

Γράφει Ο Ρόμπυ Εκσιέλ
reksiel@pegasus.gr
ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΟΣ

Οχι ότι βλάπτει να γνωρίζεις τη ριζοσπαστική πανκ ροκ μουσική των Joy Division -και τη σκληρή ποίηση του Ιαν Κέρτις- πριν δεις τούτη την ταινία, αλλά απαραίτητο, ευτυχώς, δεν είναι. Καθώς με τον εντελώς ευθύγραμμο ρεαλισμό του, το «Control» θυμίζει μάλλον ένα μίνι κοινωνικό μανιφέστο, πολύ κοντά στο ύφος και στο ήθος των πρωτοπόρων του βρετανικού φρι σίνεμα στις αρχές των sixties, παρά μια τυπική μουσικοβιογραφία.

Μελαγχολική ασπρόμαυρη φωτογραφία (κατ εικόνα της δουλειάς του Ολλανδού φωτογράφου και νεοεμφανιζόμενου εδώ σκηνοθέτη Αντον Κόρμπιν, που απαθανάτισε τον Κέρτις σε διάφορες φάσεις της σύντομης καριέρας του στα τέλη του 70), κάμερα που ακολουθεί τα υποκείμενα στα σκαμπό των θλιπτικών παμπ της βρετανικής επαρχίας ή στις ξεθωριασμένες πολυθρόνες των καμαρινιών πριν από τις συναυλίες, γενικά πλάνα που καδράρουν εκφραστικά το βαρύ βιομηχανικό τοπίο και τις προλεταριακές γειτονιές του Μάντσεστερ.

Ολα αυτά, στην υπηρεσία ενός «γήινου» σεναρίου που αδιαφορεί επιδεικτικά για τη μυθοποίηση και πριμοδοτεί τις πτυχές ενός δράματος προσωπικού μεν, αλλά αβίαστα αναγνωρίσιμου από τον καθένα - η ευαίσθητη μετάβαση από τη συγκεχυμένη μετεφηβεία στις επιτακτικές ευθύνες της ενηλικίωσης.

Η αναγωγή είναι εμπρόθετη, δηλώνεται άλλωστε από τον τίτλο. «Control», «Ελεγχος», κι όχι, ας πούμε, «Ιαν».

Χωρίς να θέλει να υποτιμήσει το ξεχωριστό χάρισμα του Κέρτις, ο Κόρμπιν τον σκιαγραφεί παρ όλα αυτά σαν μια μορφή μέσα στο πλήθος, ένα αγόρι ευάλωτο και μοναχικό που προσπαθεί (απεγνωσμένα, και, τελικά, μάταια), να κοντρολάρει λογική και ευαισθησία, επιλογές (παντρεύτηκε μικρός, έγινε πατέρας, ενέδωσε σε εξωσυζυγική σχέση) και μοίρα (ήταν επιληπτικός).

Η εστίαση δεν είναι απλά επίμονη, αλλά συχνά τόσο περίφραχτη που μαζί με τον Κέρτις απομονώνεται και ο Κόρμπιν από τους γύρω χαρακτήρες (ανεπαρκής η εμβάθυνση, ακόμα και στο πρόσωπο της συζύγου Ντέμπορα Κέρτις, σε βιβλίο της οποίας βασίστηκε το φιλμ), ενώ η εγκράτεια στις εντάσεις κάνει την αφήγηση μονότονη.

Εντούτοις, και μόνο η καίρια εξανθρωπιστική του ματιά πάνω σ' έναν θρύλο, τον οποίο υποδύεται ο νεαρός Σαμ Ράιλι χωρίς καμία συζήτηση ακόμα και στις σκηνές που τον θέλουν παροξυσμικά «ξεκούρδιστο» πάνω στη σκηνή, προικίζουν το «Control» με μια υπόγεια ευαισθησία, εντελώς σπάνια στις δραματοποιημένες μουσικοβιογραφίες.

Seven Films είπε...

Control [4/5]
Το κόλλημα με τους στίχους, οι μουσικές επιρροές, η μπάντα, η υπαλληλική αγγαρεία για το μεροκάματο, ένας βιαστικός γάμος, ένα παιδί, το συμβόλαιο, οι περιοδείες, η άλλη γυναίκα, οι κρίσεις επιληψίας, τα φάρμακα, τα αδιέξοδα, το «χάσιμο» πάνω στη σκηνή, η κατάθλιψη, ο βρόγχος που του δίνει τη μόνη ελπίδα: να πει το μεγάλο αντίο στα 23 του...

Αιχμηρά απαισιόδοξη καταγραφή της ζωής του ιδανικού αυτόχειρα μιας ολόκληρης γενιάς, το σκηνοθετικό ντεμπούτο μεγάλου μήκους του Άντον Κορμπέιν (όχι τυχαία, ο φωτογράφος που απαθανάτισε τις πλέον κλασικές πόζες των Joy Division στις αρχές του ‘80) απαλλάσσει από το λούστρο του ροκ μύθου τη μορφή του Ίαν Κέρτις και περπατά χεράκι χεράκι με το «Jude» του Γουίντερμπότομ στην κατηγορία... θανατερό βρετανικό ψυχόδραμα. Τα υλικά μοιάζουν τόσο! Αποπνικτική ατμόσφαιρα «επαρχίας», γήινα κόμπλεξ που σιγοτρώνε κάθε εσωτερική δύναμη, αποχρωματισμένη αίσθηση τραγωδίας στον αέρα. Και, πάνω απ’ όλα, το πένθος που ταίριαξε στον Κέρτις σα σκιά του κορμιού του, για ν’ αποδοθεί ιδανικά από τον Σαμ Ράιλι, τόσο όταν η κάμερα τον παρακολουθεί σχεδόν άστοχα, στις πιο αμέριμνες στιγμές της καθημερινότητας, όσο και στις σχεδόν τρομακτικές συναυλιακές σεκάνς, όπου η ομοιότητα του πρωταγωνιστή προκαλεί ρίγη.

Με καδραρίσματα που μαρτυρούν την καλλιτεχνική του καταγωγή, ο Κορμπέιν αποφεύγει κάθε παγίδα βιογραφικής τυμβωρυχίας, σκοτεινιάζει με φυσικότητα το τοπίο της ψυχής του ήρωά του και θυμάται πως πρέπει να σε συγκινήσει πάνω στην κόψη του νήματος με τη ζωή, υπό τους ήχους του «Atmosphere» κι ένα σχεδόν μεταφυσικό «φευγιό» που τα κάνει όλα στάχτη. Ναι, ο Ίαν Κέρτις ήταν μόλις 23ων ετών. Και το πέρασμά του από τούτο τον κόσμο δεν ήταν από εκείνα που γεννούν ιστορίες συναρπαστικές, που φτιάχνουν είδωλα, που αξίζουν μια θέση στη μνήμη σου. Η πορεία του (μαζί με το φιλμ), όμως, σ’ αυτή την απομίμηση ζωής, θα σου μάθει αρκετά για το τι σημαίνει να χάνεις τον έλεγχο. Μπας και βγεις από την εφηβική σου «παραμύθα», που σου λέει πως οι στίχοι του Κέρτις αρκούν για να βρεις την απάντηση. Εάν ανήκεις σ’ εκείνους, το «Control» δεν είναι μια ταινία που θα σου ανήκει. Ποτέ.

για το CINEMaD & το mftm

Ηλίας Φραγκούλης

Seven Films είπε...

Control, του Anton Corbijn
Ένα φιλμ για τον τραγουδιστή των Joy Division, Ian Curtis. Ένα φιλμ για ένα καταραμένο σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς. Ένα φιλμ όμως που δεν πραγματεύεται την καταραμένη ιστορία ενός μουσικού, αλλά την τραγική ιστορία ενός εγκλωβισμένου ανθρώπου. Ενός ποιητή πραγματικού, που τον έπνιξε ο μεσοαστισμός και η μετριότητα, που τον συνέθλιψαν οι συμβάσεις, που δεν τον χώρεσε η πραγματικότητα. Ενός ανθρώπου που δεν άντεξε την πραγματικότητα όχι γιατί δεν ήθελε, μα γιατί δεν μπορούσε. Δεν επεδίωξε την κορυφή, δεν επεδίωξε την ένταση, τη φήμη, την κατάρα για να γίνει διάσημος. Επεδίωξε την ηρεμία, την απλότητα, την καθημερινότητα –μια καθημερινότητα όμως που απλά δεν τον χωρούσε. Και τον διέλυσε. Κι έτσι, έχασε τον έλεγχο. Μόλις στα 24 του χρόνια. Η μαυρόασπρη φωτογραφία, η εκπληκτική ερμηνεία του Σαμ Ρίλευ (και η ανατριχιαστική ομοιότητα με τον Ίαν Κέρτις), η σωστή δραματουργική επεξεργασία μιας ιστορίας που στα λάθος χέρια θα είχε γίνει ένα δακρύβρεχτο μελό ή μια βαρετή βιογραφία/αγιογραφία, οι σκηνές ανθολογίας -όπως η «κατινίστικη σκηνή του love will tear us apart- και, βέβαια, το εκπληκτικό soundtrack δεν αφήνουν περιθώρια αντίδρασης. Και όταν, στην τελευταία σκηνή, ο καπνός χαθεί στην ατμόσφαιρα υπό τους ήχους του atmosphere, ίσως μπορέσετε να επανέλθετε στην πραγματικότητα. Που όμως, θα είναι λίγο διαφορετική από πριν. Γιατί για ένα διώρο, you lost control.

Μαριάννα Ράντου ΕΞΩΣΤΗΣ

Seven Films είπε...

απο www.akiskapranos.blogspot.com


CONTROL

Ο Δίας και ο Σίσυφος.



To Μαύρο, να'ναι καλά, έχει πολλές αποχρώσεις.


Μαύρο που σε πνίγει, Μαύρο που σε αγκαλιάζει, Μαύρο που μισείς, Μαύρο που προσκυνάς, Μαύρο που υπομένεις.


Ο Ίαν Κέρτις, η φωνή (και το πνεύμα) των Joy Division, το τραγούδησε δίχως ποτέ να το υμνήσει - εν αντιθέσει με τις ορδές των γκοθάδων που μασκάρεψαν με Μαύρη μουτσούνα τον απωθημένο μικροαστισμό τους. Και εδώ είναι το αστείο (ή το χαριτωμένα γελοίο) της υπόθεσης: Έμπλεξαν, οι άνθρωποι, τον Δία με τον Σίσυφο. Δεν έβλεπαν έναν άνθρωπο που μαρτυρούσε, προσπαθώντας, απέλπιδα, να νικήσει τον Θάνατο, αλλά έναν Θεό.


Γι'αυτό και παραπονιούνται για το Control, την υπέροχα θλιμμένη ταινία που σκάρωσε ο Άντριου Κόρμπιν βασισμένος στη ζωή του, καταγράφοντας λεπτό προς λεπτό την απόγνωση, την αγωνία και την παραίτηση ενός καλλιτέχνη βασανισμένου αλλά και ενός παιδιού που ενηλικιώθηκε πριν την ώρα του.


Ξεκινώντας απο τις αναμνήσεις της συζύγου του Κέρτις αλλά και με την βοήθεια των μελών της μπάντας, ο σκηνοθέτης στήνει σε ζοφερό, βιομηχανικό ασπρόμαυρο, μια ταινία μουσική αλλά και εξόχως δραματική (δεν χρειάζεται να είστε φαν των Joy Division για να την εκτιμήσετε, αλλά μπορεί και να έχετε γίνει μέχρι το τέλος του φιλμ) υπογραμμίζοντας την τραγική αναγκαιότητα της αυτοκτονίας του ήρωα του.

ΑΚΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ


Αυτό το τελευταίο είναι που σε σκίζει. Η ταινία δεν είναι αγιογραφία, δεν φοβάται να παρουσιάσει τις όχι και τόσο "κολακευτικές" πτυχές του "αντικειμένου" της. Αλλά νοιάζεται. Πραγματικά. Αυτό την κάνει σπουδαία.

Seven Films είπε...

Best film of the week και μέσα στις είκοσι καλύτερες στιγμές του χειμώνα, το ασπρόμαυρο, βρετανικό «Control» του άγνωστου αλλά ταλαντούχου και διεισδυτικού Άντον Κόρμπιν. Μαζί με το περιφρονημένο από τους Έλληνες θεατές «Last Days» του Γκας Βαν Σαντ, ό,τι καλύτερο έχω συναντήσει για την πεμπτουσία της σύγχρονης, ροκ μουσικής. Βy far!


Το σεναριακό φόντο βασίζεται στο αυτοβιογραφικό «Τouching from a distance», δηλαδή «Αγγίζοντας από απόσταση», γραμμένο από την Ντέμπορα, σύζυγο του Ίαν Κέρτις, της σπαρακτικής και αυτοκτονικής φωνής των Joy Division του Μάντσεστερ και του 1979 αλλά και του 1980. Επομένως η ταινία φαίνεται αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι εξαρτημένη από την ακρίβεια της διαδρομής αυτής της μπάντας.


Αυτή και η μέγιστη αρετή, η υπέρβαση, το εφαλτήριο που εκτινάσσει το «Control» πέρα από τα στενά όρια της βιογραφίας. Δηλαδή. Άραγε αυτοκτόνησε ο Ίαν Κέρτις βάζοντας μια θηλιά στον κατάλευκο και μαλακό λαιμό του; Έτσι λέει ο σκηνοθέτης, haze, δηλαδή «ομιχλώδεις» οι συνθήκες της αυτοκτονίας ισχυρίζεται το εγκυρότατο «Rock- Rough guide». Επομένως ο Κόρμπιν αυθαιρετεί και καλά κάνει προκειμένου να υπηρετήσει την ουσία, η οποία πηγάζει και διαπλέκεται ομοιόμορφα με το συμπαγές, αισθητικό του στυλ. Πάμε παρακάτω.


Ήταν ή δεν ήταν φασιστική η ιδεολογία των Joy Division; Γιατί η ονομασία του συγκροτήματος είναι δάνειο από ένα ναζιστικό ορισμό. Έτσι οι κανίβαλοι ονόμαζαν τις γυναίκες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που τις χρησιμοποιούσαν σαν δοχεία σεξουαλικών αναγκών. Πουτάνες εκείνες για τους ναζί, πουτάνες και τα μέλη του συγκροτήματος για την αγορά της μουσικής. Γι΄ αυτό ο Κόρμπιν προσπερνάει το περιστατικό με τον Ίαν Κέρτις να ουρλιάζει σε μια συναυλία στην Βαρσοβία «you all forgot Rudolf Ηess»!
Όνειδος και άθλια λογοκρισία;
Λάθος.
Είπαμε.
Είναι και δεν είναι βιογραφία.
Που πάει να πει κάτι που ελάχιστοι τόλμησαν να το αρθρώσουν με τέτοια ευθύτατα και παρρησία. Το ύστερο ροκ ουδεμία σχέση με sex, drugs και φασαρία. Προσέξτε την κολοσσιαία διαφορά. Οι Joy Division- λέει πλαγίως ο Κόρμπιν- είναι σημαντικοί, γιατί προαναγγέλλουν την μεταμοντέρνα εκδοχή της σύγχρονης μουσικής. Ποια είναι αυτή; Εντελώς γυμνή, ολότελα κενή. Η άλλη όψη των sex pistols. Το περιγράφει με απόσταση διακριτική μέσα σε μια ατμόσφαιρα πλήξης, αφασίας και σχεδόν αδιαφορίας. Ο Κέρτις να δουλεύει σαν να κοπανάει μύγες σε ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας. Να πηγαινοέρχεται μεταξύ παμπ και μονοτονίας. Οι συναυλίες στραγγαλισμένες από υστερικά ουρλιαχτά. Η ζωή του εντελώς επίπεδη, μονόχορδη, ευθύγραμμη, μηχανική. Περίπου σαν εκείνη του Καρυωτάκη. Γι΄ αυτό οι κρίσεις επιληψίας. Γι΄ αυτό και ο διχασμός του ανάμεσα στην γυναίκα του την Ντέμπορα και την Βελγίδα ερωμένη Ανίκ Ονορέ, η οποία μπορεί να ήταν μια οπτασία σκηνοθετημένη από την άρρωστη και υστερική φαντασία της εγκαταλειμμένης συζύγου. Γι΄ αυτό και η κόντρα ανάμεσα στο μουντό, βιομηχανικό Μάντσεστερ και τον προκλητικό Ίαν Κέρτις.


Από τα σπλάγχνα αυτού του απόλυτου κενού προέκυψε η αναρχία. Η κανονικότητα μιας βρετανικής, πληκτικής και άδειας επαρχίας, ήταν ο διαρρήκτης που άνοιξε μια αόρατη πληγή στον Ίαν Κέρτις. Δηλαδή οι Joy Division, λέει ο Κόρμπιν, ήταν η άρνηση και ταυτόχρονα η κατάφαση του Μάντσεστερ. Η προέκτασή του και η ανατροπή του. Επομένως η σύντομη διαδρομή του Κέρτις και η αυτοκτονική του κατάληξη δεν ταιριάζουν με τις ακραίες καταστάσεις ενός Τζίμι Χέντριξ και ενός Τζιμ Μόρισον.
Ο Ίαν Κέρτις ήταν η αναίρεση όλων αυτών.
Η αυτοκτονία του είναι το αδιέξοδό του.
Ο ερωτικός διχασμός του η ανασφάλειά του.
Ένας γελοίος θάνατος ενός σπουδαίου καλλιτέχνη.
Πλήθος τα προσόντα του «Control». Συμπαγές, ομοιογενές, χαμηλόφωνο, υπόγειο, διαυγές, παγωμένο, αποστασιοποιημένο και ταυτόχρονα ταυτισμένο με το «γεγονός».
Με έναν πρωταγωνιστή- τον Σαμ Ρίλεϊ - που θα σε στοιχειώσει από την αρχή.
Και λιτός και ταραγμένος.
Και χυμώδης και στεγνός.
Και φοβισμένος και επιθετικός.
Και μεγάλος και μικρός.
Η καλύτερη ταυτοπροσωπία με σάρκα, αίμα και ουσία.
Μακράν ανώτερη από τον Γιοακίν Φίνιξ του Τζόνι Κας και τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν του Τρούμαν Καπότε.
Αν ήταν στο χέρι μου θα του έδινα το Όσκαρ!


Με δυο λόγια: Βy the way οι Joy Division, δηλαδή Μπέρναρντ Αλμπρεχτ, Πίτερ Χουκ, Ίαν Κέρτις, Στίβεν Μόρις κάτω από την εταιρεία Factory με τρία άλμπουμ «Unknown pleasures» 1979, «Closer» 1980 και το Live «Still» του 1981. Μετά την αυτοκτονία του Ίαν Κέρτις μετεξελίχθηκαν σε Νew Οrder. Έτσι για την Ιστορία.


Δημητρης Δανίκας
Τα Νεα
18.10.07