Κυριακή, 15 Ιουλίου 2007

Στη Σκιά Των Τεσσάρων Γιγάντων (1959)


North By Northwest
Σκηνοθεσία: Άλφρεντ Χίτσκοκ
Σενάριο: Έρνεστ Λέχμαν
Μουσική: Bernard Herrmann Μοντάζ: George Tomasini Φωτογραφία: Robert Burks
Έτος: 1959
Είδος: Κλασσικό θρίλερ κατασκοπείας
Ηθοποιοί: Κάρυ Γκαρντ, Έβα Μαρί Σαντ, Τζέιμς Μέισον, Τζέσι Ρόις Λάντις
Χώρα: Αμερική
Γλώσσα: Αγγλικά
Διάρκεια : 131΄
Seven Films
Περίληψη:
Mία έξοχη, παιχνιδιάρικη, κατασκοπική περιπέτεια, με θαυμάσιους αφηγηματικούς χειρισμούς. Ο Κάρυ Γκράντ, ένας φιλήσυχος διαφημιστής, από ένα λάθος ,γίνεται θύμα απαγωγής από… σκοτεινά κυκλώματα πρακτόρων. Τώρα πρέπει να αποδείξει την πραγματική του ταυτότητα. Να συναντήσει την ξανθιά της ζωής του. Να αποκαταστήσει τη σχέση με την μητέρα του και το όνομά του. Για να τα πετύχει όλα αυτά μπλέκει σε μια περιπέτεια από τη μια ως την άλλη άκρη της Αμερικής.

Σχόλια :
Μια από τις 4 καλύτερες ταινίες, του «μετρ του σασπένς», Αλφρεντ Χίτσκοκ. Ένα κλασσικό πλέον αριστούργημα, σε αποκαταστημένη κόπια που παραμένει μέχρι σήμερα, σύγχρονο κι ενδιαφέρον. Η ταινία είναι μια απόλυτη επίδειξη όλης της βιρτουοζιτέ του Χίτσκοκ, σχετικά με την ανατροπή σχεδόν του συνόλου των μέχρι τότε κινηματογραφικών κανόνων.

Trivia:
H πρώτη ταινία της MGM που γυρίστηκε σε Technicolor, Vistavision, Widescreen και η μοναδική συνεργασία του σκηνοθέτη με το στούντιο.

Η ταινία υπήρξε στο τομέαa της παραγωγής, προάγγελος της επέλασης των ταινιών του Τζειμς Μπόντ. Τρία χρόνια μετά την ολοκλήρωσή της , γυρίστηκε η πρώτη ταινία με ήρωα τον Μπόντ, το Dr No.

Ήταν υποψήφια για τρία Οσκαρ. Σεναρίου, Μοντάζ και Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης.

Ο Μπέρναν Χέρμαν που υπογράφει την μουσική υπήρξε ο βασικός συνεργάτης του Χίτσκοκ στις περισσότερες ταινίες του με αποκορύφωμα το Ψυχω.


1 σχόλιο:

Seven Films είπε...

Αντιγραφη απο την θαυμασια κριτικη του κου Ηλια Δημόπουλου απο το blog του.

26.7.07
NORTH BY NORTHWEST
Labels: Hitch, Κριτικές


Είναι μια σχεδόν κοινή παρατήρηση πια: Ανάμεσα στους περιοδικούς θεατές ή τους παραδοσιακούς σινεφίλ, το North by Northwest απολαμβάνει μιας μεταχείρισης καθ’ ολοκληρίαν τόσο (πρόχειρα) ευμενούς («ναι, ναι μας άρεσε πολύ») όσο και ενοχλητικά άδικης («δεν είναι όμως σαν τα πιο δυνατά του»). Αν κι εδώ που τα λέμε, και παρά τις οκάδες εφημεριδάδικης αναγνώρισης κι αναγνωρισιμότητας, «μετρ του σασπένς», «μεγάλος» και πάει λέγοντας, ο Hitchcock, επιστρέφει σιγά σιγά στην προ Cahiers ανυποληψία ενώ, ελέω και χρόνου φθοροποιού, μοιάζει όλο και περισσότερο να κρύβει τον πλούτο του κάτω από τον μανδύα του entertainment.

Ωστόσο, είναι ακριβώς αυτό το entertainment που με κάνει να τον θεωρώ τόσο σπουδαίο. Και η Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων είναι η επιτομή αυτής της προσέγγισης του σινεμά. Η ακραία ψυχαγωγική ταινία μιας ασύγκριτης συνεκδοχικής και επαγωγικής σκηνοθεσίας περιστατικών.
Κι όμως. Είναι ακριβώς αυτή η επιδεικτική κατασκευαστική τελειότητα της Σκιάς, που καμουφλάρει το πλήθος και την ένταση των συνεπειών της ρητορείας της. Πίσω από την ιστορία της καταδίωξης ενός αθώου, κρύβεται έξοχα συνοψισμένη η αγωνία ενός ολόκληρου Φύλου: Του ανδρικού. Που, σιωπηρά (και καθόλου συνωμοτικά, ας μην εκληφθώ σωβινιστικά) εγκλωβισμένο σε μια κοινωνία ύπουλης μητριαρχικότητας, αδυνατεί εξαργυρώσει τις επιταγές που του επιδίδονται, να ενηλικιώσει το αγόρι σε άνδρα, να μετεξελιχθεί σε επιβιωτή/διεκπεραιωτή/κυνηγό/προστάτη και, τρόπον τινά, στυλοβάτη του κοινωνικού ιστού.

Ο Ρότζερ Θόρνχιλ δεν είναι παρά ο αιώνιος (και εδώ, μονάκριβος) γιόκας. Μεγαλωμένος αστικά, εύστροφος, προικισμένος με πνεύμα σαρδόνιο, ειρωνική δεινότητα και αγορίστικη γοητεία. Ένα πράγμα δεν είναι – όχι ακόμα τουλάχιστον, και παρά τους δύο (εύλογα αποτυχημένους) γάμους του: Άνδρας. Όχι βέβαια γιατί δεν έχει οικονομική ή κοινωνική αναγνώριση. Αλλά για δύο άλλους σημαντικότερους, υποθέτω, λόγους: Ο πρώτος αφορά στην ανικανότητά του να λειτουργήσει αυτόνομα χωρίς το χαϊδολόγημα ενός κεκτημένου περιβάλλοντος. Περιβάλλοντος επαγγελματικού, και, κυρίως, οικογενειακού. Η Μαμά, φιγούρα ανέκαθεν ψυχολογικά καταναγκαστική στο σινεμά του Χίτσκοκ, ποζάρει εδώ ως η κατεξοχήν ευνουχιστική φυσιογνωμία στη ζωή του Άνδρα. Στις κρισιμότερες στιγμές του πρώτου μισού της ταινίας, ο Θόρνχιλ προστρέχει στην Μαμά του ως διευθετήτριας των προβλημάτων του. Ο Χίτσκοκ, σαρκαστικά, έχει ήδη σχολιάσει την παραδοξότητα του σχήματος, βάζοντας στο ρόλο της Μαμάς την Τζέσι Ρόϊς Λάντις, στην (ορατή) πραγματικότητα μόλις επτά ετών μεγαλύτερης από τον Γκραντ…

Ο Θόρνχιλ δεν είναι Άνδρας λοιπόν, γιατί είναι ακόμα πίσω απ΄τη φούστα της μαμάς. Δεν είναι όμως και γιατί, αναρτημένος ών στο όχημα μιας ολοφάνερα (σε όλους μας εκτός απ’ τον ίδιο) κουρούμπελης γυναίκας, δεν γνωρίζει καν τον τρόπο να κερδίσει σεξουαλικά μια ώριμη γυναίκα. Που με τη σειρά της, και παρ’ ότι ερωτευμένη με το «αγόρι» σε δαύτον (μιλώντας για καίρια στόχευση ροπών ε; - μιας κατά τα άλλα «αθώας» ταινίας) παλινδρομεί ανάμεσα στην χειραγώγηση, τον πατερναλισμό αλλά και το δόσιμο. Θα είναι (;) άλλωστε η επόμενη…Μαμά του.

Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν αρκεί όμως για να οδηγηθεί το Αγόρι την (πολυαναμενόμενη) σεξουαλική του άνδρωση. Πίσω από την (αντί, σεξ) πολυλογία του, κρύβεται ακόμη το ανασφαλές αγοράκι που χρειάζεται λεκτική, «μητρική» επιβράβευση. Το ξυραφάκι του (στην εκπληκτική σκηνή του ξυρίσματος) είναι ακόμα…μικρό, δεν αφήνει «ούτε τη μαμά του» να του βγάλει τα ρούχα…
Μόνο όταν, και εδώ θίγεται ο δεύτερος λόγος, εξαγκαστεί να πολεμήσει για τη ζωή του, η ενηλικίωση θα ξεκινήσει. Κι αυτό θα γίνει, μέσα από έναν αγώνα διεκδίκησης της προσωπικής του ταυτότητας. Ονομαστικής, σεξουαλικής, ανδρικής. Τι είναι, άλλωστε, η Σκιά, αν όχι ένα τυπικό χιτσκοκικό παιχνίδι παρεξηγημένης ταυτότητας και συνεπακόλουθων συνεπειών. Μόνο που εδώ, όπως και ένα (κινηματογραφικό) χρόνο πριν και ένα χρόνο μετά, το πράγμα έχει σοβαρέψει. Ο Χίτσκοκ με μια λύπη σπαρακτικά διάχυτη στον Δεσμώτη, εξίσου σπαρακτικά επιθετική στο Ψυχώ (και κατευθείαν ανελέητη στα Πουλιά, αλλά εκεί πια ο Χίτσκοκ κατρακυλά έρμαιο της αμετάκλητης μοναξιά του), αστειεύεται για τελευταία φορά στην Σκιά με το πιο προσωπικό του (και πάμπολλων ανδρών) πρόβλημα. Εκείνο που του στέρησε την ικανότητα να εμπλακεί συναισθηματικά, καταδικάζοντάς τον σε πλατωνικούς έρωτες των πρωταγωνιστριών του (και της «Εικόνας» τους, που με φανατική επιμέλεια ανασύσταινε), μετατρέποντάς τον σε δώρο δικό μας και κατάρα του εαυτού του.

http://ildimo.blogspot.com/