Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Blue Valentine

Blue Valentine


Σκηνοθεσία: Derek Cianfrance
Σενάριο: Derek Cianfrance, Joey Curtis και Cami Delavigne
Φωτογραφία: Andrij Parekh
Μουσική: Grizzly Bear και αλλοι
Παίζουν: Ryan Gosling , Michelle Williams
Γλώσσα: Αγγλικά
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Ετος Παραγωγής: 2010
Διάρκεια : 120΄
Εγχρωμο
Κατάλληλο

Official site :
http://www.bluevalentinemovie.com


«μια σπαρακτική μελέτη ενός γάμου στα πρόθυρα της κατάρρευσης».



“You always hurt the one you love,
The one you shouldn't hurt at all.
You always take the sweetest rose
And crush it till the petals fall.
You always break the kindest heart
With a hasty word you can't recall.
So If I broke your heart last night,
It's because I love you most of all.”


Στους κινηματογράφους 3 Φεβρουαρίου
Μια παρουσίαση απο την Μαριάννα Ραντου

Ο Dean και η Cindy δεν είναι μεγάλοι σε ηλικία, ωστόσο, αν και μόλις τριαντάρηδες, δείχνουν ήδη γερασμένοι. Παραιτημένοι από τη σχέση τους, από την αγάπη τους, από τη ζωή. Εκείνη, γλυκιά και όμορφη, μα πάντα ατημέλητη και κουρασμένη, δουλεύει σ' ένα νοσοκομείο, χωρίς σημαντικές ιατρικές αρμοδιότητες. Εκείνος, κάποτε σίγουρα γοητευτικός, μα που έχει πλέον βαριεστημένα αφήσει τον εαυτό του να κατρακυλήσει, βγάζει τα προς το ζην ,μπογιατίζοντας σπίτια -η μόνη δουλειά που του επιτρέπει να πίνει μπύρες πριν καλά-καλά ξεκινήσει την εργάσιμη μέρα. Ζουν σ' ένα μοναχικό, μάλλον φτωχικό σπίτι έξω από τη Νέα Υόρκη, σαν ξένοι κάτω από την ίδια στέγη, μεγαλώνοντας την 5χρονη κόρη τους.


Βυθισμένοι και απορροφημένοι καθώς είμαστε στη ρουτινιασμένη, αβάσταχτα μουντή και άδεια καθημερινότητά τους, μας ξενίζει η πρώτη κινηματογραφική βουτιά στο παρελθόν τους. Είναι μόλις λίγα χρόνια πριν, μα μοιάζει σαν να βλέπουμε το παρελθόν δυο ολότελα διαφορετικών ανθρώπων: ένα παρελθόν ζωγραφισμένο με απαλά, φωτεινά χρώματα που η γκρίζα καθημερινότητα δεν έχει ακόμα αγγίξει. Πρώτα συναντούμε εκείνον, απερίγραπτα όμορφο και ανέμελο, γεμάτο ζωντάνια και ελπίδες να ψάχνει για δουλειά. Κι ύστερα βλέπουμε εκείνη, ακόμα μαθήτρια, ανεπιτήδευτα όμορφη και γεμάτη σιγουριά για το μέλλον της, τις σπουδές της και την ιατρική. Και παρακολουθούμε, χαμογελώντας ασυναίσθητα, τη μοιραία διαδρομή του ενός προς τον άλλον, μια διαδρομή τόσο φυσική και ταιριαστή, που όλα τα εμπόδια που εμφανίζονται στην πορεία τους μοιάζουν μικρά μπροστά στην χημεία τους. Και παρασυρόμαστε μαζί τους, χαμογελώντας χαζά, παρακούγοντας τη φωνή της λογικής, κι αφηνόμαστε κι εμείς στη ρομαντική επιμονή του Dean, στο παιχνιδιάρικο φλερτ τους, στην μοιραία παράδοση της Cindy, στο ελπιδοφόρο ξεκίνημα της κοινής τους ζωής. Και καθώς ακούμε τον Dean να της τραγουδά στον έρημο δρόμο το (τόσο σπαρακτικά συμβολικό) "You always hurt the one you love", και την βλέπουμε να χορεύει άτσαλα στο τραγούδι του, την πατάμε κι εμείς σαν ερωτευμένοι πρωτάρηδες, σαν να μην ξέρουμε εξαρχής το τέλος της ιστορίας, σαν να μην έχουμε ήδη δει την κατάντια της σχέσης τους, σαν μην ήμασταν μάρτυρες της επίπονα γκρίζας κατάληξής της.


Κι αυτό ακριβώς είναι που σε διαλύει στο «Blue Valentine»: Που δεν ξέρεις αν πονάς για την έλλειψη του έρωτα ή γιατί ξέρεις πως αυτός κάποτε υπήρξε. Γιατί δεν μπορείς να καταλάβεις αν η αγάπη τους ξεθύμανε πριν ακόμα ξεκινήσει ή αν πέθανε στην πορεία. Και γιατί συνειδητοποιείς ότι οι σχέσεις κάποτε τελειώνουν όχι γιατί κάποιος φταίει, αλλά γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι. Κι ακούγοντας το "You and Me" των Penny and the Quarters που με τόσο ενθουσιασμό ο Dean βιάστηκε να βαφτίσει 'το τραγούδι τους', θυμάσαι όλα τα τραγούδια που ήταν κάποτε 'μας' και τώρα μαζεύουν σκόνη σε κάποιο συρτάρι των αναμνήσεων.
Και καταλαβαίνεις ότι το «Blue Valentine» είναι αληθινό,
όχι γιατί περιγράφει ωμά κι επίπονα το τέλος μιας σχέσης,
αλλά γιατί χώρεσε μαζί και την αρχή της..
(Μαριάννα Ράντου - London Film Festival 2010 )

Διακρίσεις Φεστιβάλ
Υποψήφιοτητα για Χρυσή Σφαίρα Α γυναικείας και Α αντρικής ερμηνείας
Επίσημη συμμετοχή σε πολλά παγκόσμια φεστιβαλ.
Sundance Film Festival – Παγκόσμια πρεμιέρα
Toronto International Film Festival
Zurich Film Festival
Mill Valley Film Festival
London Film Festival
New Orleans Film Festival
Austin Film Festival)
Vienna International Film Festival
Canberra International Film Festival
Savannah International Film Festival



Το soundtrack του Blue Valentine
Unicorn Tears (Ryan Gosling)
"I Cant Stop Thinking About It" (The Dirtbombs)
"We Belong" (Pat Benetar)
"Granny Diner"(Grizzly Bear)
"In Ear Park"( Department of Eagles)
"Smoking Gun Bleeding Knives" (Ryan Gosling)
"Easier"( Grizzly Bear)
"Lullaby"( Grizzly Bear)
"At The Drop of the Day" (Matt Sweeney, Peter Raeburn and Nick Foster)
"North Haven" (Matt Sweeney & Bjorn Yttling)
"Dory" (Grizzly Bear)
"You Always Hurt the Ones You Love" (Ryan Gosling)
"You and Me"(Penny & The Quarters)
"I Live With You" (Grizzly Bear)
"Foreground" (Grizzly Bear)
"Smoke Gets In Your Eyes" (The Platters)
"Shift "(Grizzly Bear)
"Alligator (Χορωδιακό)"( Grizzly Bear)




Συνέντευξη με τον Derek Cianfrance στον Τασο Μελεμενίδη

Ξεκινώντας από το Sundance πέρυσι και γοητεύοντας σε πολλά φεστιβάλ του κόσμου το Blue Valentine φτάνει στην Ελλάδα λίγο πριν τελειώσει την πορεία των διακρίσεων του με την υποψηφιότητα για Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου που έχει η Michelle Williams. Τίποτα από όλα αυτά δε θα ήταν δυνατό να συμβεί αν δεν υπήρχε η πίστη του δημιουργού του, ότι μπορεί να φτιάξει μια ταινία μέσα από τις φοβίες που είχε βλέποντας τους καυγάδες των γονιών του, αλλά και να την εμπλουτίσει με τις εμπειρίες που απέκτησε από τις προσωπικές του σχέσεις ως ενήλικας. Ο Derek Cianfrance σκέφτηκε και ξεκίνησε τη διαδικασία υλοποίησης του Blue Valentine από τον προηγούμενο αιώνα, συναντώντας συνεχώς αναποδιές που ποτέ δεν στάθηκαν σοβαρές αφορμές ώστε να παρατήσει εντελώς το project, αντιθέτως όπως λέει παρακάτω νοιώθει πλέον χαρούμενος που συνέβησαν όλα αυτά γιατί η ταινία τελικά γυρίστηκε όταν όλα τα συστατικά της ήταν σχεδόν τέλεια.

Αν πρέπει να περιγράψεις με μια λέξη το Blue Valentine η καταλληλότερη είναι μάλλον το έντονο. Όπως τα λέγαμε πριν μήνες, η ταινία παρατηρεί ένα ζευγάρι, διηγούμενη παράλληλα την αρχή και επερχόμενο τέλος του γάμου τους. Χωρίς να ερευνά τις αιτίες και κυρίως χωρίς να παίρνει το μέρος κάποιας πλευράς, καταγράφει πως καταλήγει ένα συναίσθημα έχοντας φθαρεί με την πάροδο του χρόνου. Ο Cianfrance στην πορεία της ταινίας στα φεστιβάλ απέδειξε πόσο σημαντικό είναι για τη ζωή του αυτό το φιλμ, ζώντας με πολύ ένταση ακόμη και τη διαδικασία της προώθησης. Σχεδόν αφιονισμένος, παρουσίαζε την ταινία του με απαράμιλλο ενθουσιασμό και με ένα διαρκές βλέμμα ικανοποίησης για το γεγονός ότι την ολοκλήρωσε. Παρακάτω μας μιλά για τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι τελικά να γυριστεί το φιλμ, τις επιρροές του, το πρωταγωνιστικό ζευγάρι και τί σημαίνει γι αυτόν η όλη εμπειρία του Blue Valentine.

Ξεκίνησες να σκέφτεσαι την ιδέα της ταινίας πριν 12 χρόνια. Πως προέκυψε η ιδέα και τι μεσολάβησε ;
Όταν ήμουν μικρός είχα συνήθως 2 εφιάλτες, ο ένας ήταν να γίνει πυρηνική καταστροφή και ο δεύτερος να χωρίσουν οι γονείς μου. Τελικά χώρισαν όταν έγινα 20 χρονών και αισθάνθηκα πως έπρεπε να φτιάξω ένα φιλμ που μιλά για τη φοβία αυτή που είχα, νομίζω πως αυτή είναι η ευθύνη του καλλιτέχνη να μιλά ξεκάθαρα για τέτοια θέματα.Δούλεψα πολύ πάνω στο θέμα αλλά συνέβησαν πολλές ατυχίες στο παρελθόν και πάντα χανόταν η ευκαιρία να γίνει τελικά η ταινία. Ήταν σαν να μου έλεγε μια ανώτερη δύναμη ότι δεν ήμουν έτοιμος ακόμη, γιατί 12 χρόνια πριν δεν είχα παιδιά, δεν ήμουν παντρεμένος, ήμουν τελείως διαφορετικός ως άνθρωπος. Παίρνοντας νέες εμπειρίες από τη ζωή δούλευα ξανά και ξανά τους χαρακτήρες και τελικά νομίζω πως η ταινία γυρίστηκε όταν πραγματικά ήταν όλα τέλεια. Για πολλά χρόνια ένοιωθα καταραμένος, τώρα νοιώθω ευλογημένος για την 12χρονη ταλαιπωρία.

Πως βλέπεις εσύ τους 2 χαρακτήρες και γιατί επέλεξες να αφηγηθείς την ιστορία τους έτσι ;
Η πρώτη μου μεγάλη επιρροή για τον τρόπο αφήγησης ήταν ο Νόνος 2, όχι ότι δεν υπήρχαν και πριν παλιότερες ταινίες με παράλληλη αφήγηση, αλλά γιατί εκεί κατά τη γνώμη μου έγινε η καλύτερη δουλειά. Στην ταινία μου ήθελα να παρουσιάσω πως ζουν αυτή την εξέλιξη και οι 2, δεν ήθελα κρίνω κάποιον από τους 2, ούτε να πάρω και θέση για το ποιος έχει δίκιο ή άδικο. Είναι δίδυμο, είναι και οι 2 ισότιμα μέλη της ίδιας ιστορίας. Πολλοί θεατές παίρνουν πάντως το μέρος κάποιου, ανάλογα πιθανά και με τις προσωπικές τους εμπειρίες στις σχέσεις, είναι κάτι που δε μπορώ να αποτρέψω τον κόσμο, σημαίνει μάλλον και ότι οι χαρακτήρες είναι δυνατοί και επιδρούν διαφορετικά στον καθένα. Έχει συμβεί και σ εμένα, πχ μια από τις αγαπημένες μου ταινίες είναι το A Woman under Influence του John Cassavetes το οποίο όταν πρωτοείδα το σκεφτόμουν ως μια ταινία που μιλά για μια γυναίκα τρελή σε σχέση με τους γύρω της ενώ μετά από χρόνια το βλέπω πλέον ως μια γυναίκα που είναι η μοναδική λογική σε έναν κόσμο τρελών. Λατρεύω τέτοιου είδους φιλμ, που οι χαρακτήρες είναι τόσο κοντά στη πραγματικότητα και μπορούν να κριθούν ανάλογα με την οπτική του καθενός και η οποία αλλάζει με την ηλικία και τις εκάστοτε συνθήκες.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν, τι σκεφτόσουν για τη μουσική επένδυση της ταινίας και τι αλλαγές έγιναν τελικά ;
Μέχρι και πριν 3 χρόνια ήθελα να χρησιμοποιήσω το score του Βαγγέλη Παπαθανασίου για το ντοκιμαντέρ
L’Apocalypse Des Animaux (του 1972). Ένας παλιός μου καθηγητής με έφερε σε επαφή τότε με τους Grizzly Bear και βρήκα τη μουσική τους πολύ κινηματογραφική. Τους άκουγα συνέχεια στο αυτοκίνητο ή με ακουστικά στο σπίτι και σκεφτόμουν συνεχώς εικόνες από το Blue Valentine όπως το είχα στο μυαλό μου, μου φάνηκε πως ταίριαζε τέλεια ο ήχος τους που είναι αρκετά μοντέρνος αλλά με σαφείς κλασικές επιρροές. Τα τραγούδια τους άλλωστε μιλούν κυρίως για σχέσεις και από ένα σημείο και έπειτα ήμουν σίγουρος πως αυτοί θα ήταν η ιδανική επιλογή. Τους έδειξα το σενάριο και είπαν το ok αμέσως. Χρησιμοποιήσαμε ήδη υπάρχοντα τραγούδια τους, απλά χρειάστηκαν κάποιες επανεκτελέσεις ώστε να δένουν καλύτερα με συγκεκριμένες σκηνές.
Στα credits του σεναρίου βλέπουμε 2 ακόμη ονόματα. Είχαν συνεισφορά σε όλη τη διάρκεια της συγγραφής ;
Έγγραψα το σενάριο με την βοήθεια του
Joey Curtis και της Cami Delavigne. Με τον Joey γνωριζόμαστε από το πανεπιστήμιο, ήταν ο άνθρωπος που έβαλε 10 χιλιάδες δολλάρια για την πρώτη μου ταινία, τον βοήθησα και εγώ μετά στη δική του, ήμασταν για χρόνια συνεργάτες. Μαζί γράψαμε τα 12 πρώτα προσχέδια για την ταινία και κάποια στιγμή ρωτούσα γνωστούς μου για να μου πουν τις γνώμες τους. Τότε συναντήθηκα με την Cami και θυμάμαι την απογοήτευση μου όταν μου εξήγουσε για 3 ώρες σε ένα καφέ πόσο πολύ μίσησε το σενάριο. Ενώ στην αρχή προσπαθούσα να αμυνθώ τελικά της πρότεινα να με βοηθήσει να ξαναγράψουμε πολλές από τις σκηνές. Η Cami βοήθησε πολύ στην ισορροπία μεταξύ της ανδρικής και της γυναικείας οπτικής, γιατί έχοντας γράψει την ιστορία με τον Joey, μοιραία προσέξαμε περισσότερο την ανδρική.Αλλάξαμε αρκετά πράγματα μέσα σε ένα χρονικό διάστημα τεσσάρων χρόνων. Στη συνέχεια είχαν συμμετοχή και οι 2 πρωταγωνιστές, η Michelle Williams και ο Ryan Gosling όταν διάβασαν το σενάριο και δέχθηκαν να συμμετάσχουν. Βρισκόμασταν κατά καιρούς, συζητούσαμε και πολλά απο αυτά που λέγαμε κατέληγαν τελικά σε νέες ιδέες και νέες διορθώσεις. Δεν αναφέρονται στα credits αλλά με τις σκέψεις και τους αυτοσχεδιασμούς τους έπαιξαν εξίσου σημαντικό ρόλο για μένα στη συγγραφή.
Ποια ήταν τα συναισθήματα σου όταν κατάφερες να ολοκληρώσεις τελικά το Blue Valentine ;
Όταν ξεκίνησα να γράφω, το έκανα περισσότερο για θεραπεία, για να αντιμετωπίσω τους παιδικούς μου φόβους. Μεγαλώνοντας προσπάθησα να μάθω περισσότερα για τις σχέσεις και να παλεύω ώστε να μην τελείωνουν εύκολα με έναν χωρισμό, δε ξέρω είναι η αλήθεια αν έμαθα τελικά κάποιο μαγικό μάθημα από την ταινία. Είμαι όμως πραγματικά περήφανος που κατάφερα να ολοκληρώσω κάτι, είναι σημαντικό για τα παιδιά μου που το είδαν να γίνεται πραγματικότητα. Είναι σπουδαίο να τελειώνεις κάτι για το οποίο προσπαθείς χρόνια και ήμουν σίγουρος ότι κάποια μέρα πριν πεθάνω θα τέλειωνα το Blue Valentine.
(
http://www.cinemart.gr/article.php?id=2512)


Ο Δημήτρης Δανίκας διαπιστώνει στα ΝΕΑ:

"Οταν τελείωσε η προβολή του «Blue Valentine» και ο δικός σου µε στόµα να χάσκει σαν να ‘βλεπε µπροστά του τη νεκράνασταση του Τζον Κασσαβέτη, έτσι µου ‘ρθε να γράψω σ’ αυτή την σκηνοθετάρα µε το όνοµα Ντέρεκ Σίανφρανς «αγαπητέ Ντέρεκ, είσαι ο καλύτερος της γενιάς σου. Αν µας κοιτάει από εκεί ψηλά ο Τζον, ευχαρίστως θα υπέγραφε την ταινιάρα σου!» Τίποτα δεν χάνεται. Και καµία µεγιστοτεράστια αξία δεν πεθαίνει. Γιατί αν είχα δει αυτή την καταιγίδα πριν υπογράψω τα δικά µου Οσκαρ στο περασµένο σαββατιάτικο του «Νσυν» των «ΝΕΩΝ», θα την είχα συµπεριλάβει στις εξής κατηγορίες: Καλύτερης ταινίας (χωρίς συζήτηση). Καλύτερης σκηνοθεσίας (ούτε που το διαπραγµατεύοµαι). Καλύτερου γυναικείου ρόλου (ήδη έχει µπει η Μισέλ Ουίλιαµς). Καλύτερου ανδρικού ρόλου (αν και ανώτερος ο Ράιαν Γκόσλινγκ, περιφρονήθηκε). Και καλύτερου Soundtrack (µια κατηγορία που δεν υπάρχει αλλά για την περίπτωση έπρεπε να επινοηθεί για πρώτη φορά). Πώς να σας το πω. Μπήκα στην αίθουσα και µόλις έπεσα πάνω σε µια σκηνή µιζέριας, από τηβιασύνη µου ήµουν έτοιµος να πω «πάλι τα ίδια» και στο τέλος φεύγοντας σχεδόν παραµιλούσα από θαυµασµό. Ο Τζον Κασσαβέτης (1929-1989), ντουµπλαρισµένος εντελώς από έναν διανοούµενο αµερικανό µε το όνοµα Ντέρεκ Σίανφρανς. Που από τα 13 του αρχίζει να σκηνοθετεί το δικό του σινεµά. Που στα 23 υπογράφει την πρώτη µεγάλου µήκους ταινία «Brother Tied», σαρώνοντας σε πλήθος φεστιβάλ. Που αµέσως µετά, λόγω σωµατικής λατρείας µε τη µουσική, σκηνοθετεί ντοκιµαντέρ µε Κασσάνδρα Ουίλσον και Mos Def (ανάµεσα στους άλλους). Και που το 2010 αναβιώνει ολοκληρωτικά την οπτική, τη δραµατουργία, τους χαρακτήρες και τη θεµατική των ταινιών του Τζον Κασσαβέτη. ∆ηλαδή η τιτάνια προσπάθεια του καλλιτέχνη να αποτυπώσει την πραγµατικότη τα µε το έργο του. ∆ηλαδή να έχει σώµα, ανάσα, πνοή, επιθυµίες, αισθήµατα. Να κοπανιέται από αντιφάσεις και αντιθέσεις. Με συγκλίσεις και αποκλίσεις. Με συνθέσεις και αποδοµήσεις. Με οτιδήποτε στην καθηµερινότητά µας συνιστά µια σχέση. Εγώ κι εσύ. Εµείς και το περιβάλλον. Τώρα θέλω, µετά δεν θέλω. Η αµφιθυµία, αυτή η οµολογηµένη, η (ακόµα χειρότερα) κρυµµένη συνεχής, βασανιστική, ανελέητη ταλάντευση που σχεδόν σε όλους µας συµβαίνει. Αυτό και το βαθύτερο στίγµα του «Blue Valentine». Ετσι γκρεµίζονται τα σχήµατα. Καταστρέφονται τα κλισέ. Εξαφανίζονται οι συνταγές. Ούτε άσπρο, ούτε µαύρο. Αληθινές σχέσεις και τίποτα άλλο. Αυτή και η οργανική ανάγκη του Τζον Κασσαβέτη να βγει στους δρόµους µε µια µηχανή στο χέρι. Να αποτυπώσει, ή τουλάχιστον να προσπαθήσει, την αλήθεια όπως αυτή µέσα στη ζωή συµβαίνει. ∆εν είναι φόρµα, αλλά εσωτερική παρόρµηση. Το περιεχόµενο έσπρωξε τον Κασσαβέτη σ’ αυτή την οπτική. Γι’ αυτό ο εκπαιδευµένος από τα κλισέ και τις συνταγές θεατής δεν καταλαβαίνει. Ισως µάλιστα επειδή έχει ανάγκη ν’ αποφύγει, στον κινηµατογράφο, αυτό που στο βάθος τον βασανίζει και τον κάνει να υποφέρει. Γιατί το εύκολο, τοχάπι έντι θέλει να βλέπει. Γιατί τέτοιες ταινίες µοιάζουν γι’ αυτόν σαν χειρουργικό νυστέρι. Ε, λοιπόν, αυτό είναι το «Blue Valentine». Η Σίντι (Μισέλ Ουίλιαµς) και ο Ντιν (Ράιαν Γκόσλινγκ). Τυχαία συναντήθηκαν. Οµως καθόλου τυχαία ξαναβρέθηκαν. Ο Ντιν δεν µπορεί να την βγάλει από το µυαλό του. Είναι ολοκληρωτικά κατειληµµένος από το βλέµµατης. Εκείνη από µικροαστική οικογένεια. Με όνειρα να σπουδάσει ιατρική. Εκείνος εργάτης. Και µάλιστα από επιλογή. «Μα έχεις πολλές δυνατότητες» η Σίντι του λέει. «Τι εννοείς; Να τις επενδύσω πού;». Σα να του λέει: «Πας χαµένος». Κι εκείνος σα να της λέει: «Τι µε θέλεις; Να γίνω επιστήµονας;». Η Σίντι από 13 χρο νών µε σεξουαλικές σχέσεις. «Με καµιά εικοσαριά ίσως και παραπάνω εραστές» οµολογεί στη νοσοκόµα, όταν πρόκειται να κάνει έκτρωση για ένα έµβρυο που το όνοµα του αληθινού πατέρα δεν ξέρει. Αραγε είναι ο Ντιν ή ο προηγούµενος µε τον οποίο διέκοψετην σχέση. Από την άλλη ο Ντιν, ούτε να παντρευτεί ούτε οικογένεια θέλει. Τελικά εκείνη από ανάγκη, εκείνος από αγάπη, καταλήγουν παντρεµένοι. Οµως µέσα της η Σίντι σε διαρκή αντιπαράθεση µε τις επιλογές της. Από τη µια τον θέλει, από την άλλη τον απορρίπτει. Αυτή η αµφιθυµία ανοίγει εσωτερική πληγή στον Ντιν. Ετσι εκείνος καταφεύγει σε µικρές εκρήξεις βίας. Αλλά ούτε βίαιος ούτε αλκοολικός είναι. Οπως ακριβώς είναι και η δική τους σχέση. Το πάθος του ενός, η απόρριψη του άλλου. Ετσι η απόρριψη µετεξελίσσεται σε αντιπαλότητα. Η αντιπαλότητα σε αντιθέσεις. Κι έτσι η ερωτική επαφή καταλήγει σε µπέρδεµα. Η Σίντι µπερδεµένη από τον εαυτό της. Αλλα θέλει, άλλα κάνει, άλλα σκέφτεται. «Οσο πιο ωραία µια γυναίκα τόσοπιο τρελή είναι» λέει ο «απλοϊκός» Ντιν. Γιατί εκείνος, αν και καθαρός µε τα αισθήµατά του, ταυτόχρονα κι εκείνος µπερδεµένος µε τον έρωτά του. Ποιος ο ένοχος; Κανείς. Ποιος ο αθώος; Κανείς. Οπως ακριβώς συµβαίνει σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις. Γιατί το τυχαίο γεγονός (µιας γνωριµίας) µπορεί να καταλήξει σε «οργανωµένο έγκληµα» µιας εσωτερικής καταστροφικής µανίας. Ποια τα αίτια; Πολλά. Ο Σίανφρανς, φευγαλέα, αποτυπώνει µερικά απ’ αυτά. Η κοινωνική διαφορά. Οι διαφορετικές επιλογές. Ας πούµε. Από τη µια οι φιλοδοξίες της Σίντι και από την άλλη το βόλεµα του Ντιν. Μα είναι έτσι; Γιατί εκείνος το βόλεµά του (την εργατική του κατάσταση) το εκλαµβάνει ως µαγκιά του. Εποµένως γιατί οι φιλοδοξίες της Σίντι να θεωρούνται ότι είναι κάτι ανώτερο από τηνδική µου, προσωπική επιλογή; Ποιοςτο λέει αυτό; Καταλάβατε; Το χάσµα ανάµεσα σ’ αυτούς τους δύο είναι κοινωνικό. Θέλουµε, δεν θέλουµε, µιασχέση είναι ευάλωτηαπό κάθε εξωτερικό αλλάκαι εσωτερικό εχθρό. Και από τοπεριβάλλοναλλά και από τον ίδιο τον εαυτόµας. Μπορούµε να την προφυλάξουµε; Μπορούµε το αρχικό αίσθηµα να διαφυλάξουµε; Η σύγκλιση των δύο πλευρών είναι αισθηµατική. Η απόκλιση διανοητική. Η καρδιάκαι το σεξ µε φέρνουν κοντά. Η σκέψη, η περιρρέουσα κοινωνική πραγµατικότητα, η λίστα των καθιερωµένων αξιών µεδιώχνουν από τον άλλο µακριά. Πορευόµαστε µε τα εσωτερικά συντρίµµια µας. Μπερδεύτηκες; Ψέµατα λες. Σκάλισε λίγο µέσα σου και κάπου θα βρεις τη Σίντι και τον Ντιν. Αυτήη πρόκληση του «Blue Valentine». Να κοιταχτείς σ’ αυτόν τον καθρέφτη. Καινα δεις τον εαυτό σουόπως στηνπραγµατικότητα είναι. Ενα κουβάρι. "
Δημήτρης Δανίκας ΤΑ ΝΕΑ 3 ΦΕβρουαρίου 2011

11 σχόλια:

Seven Films είπε...

Τι συμβαίνει όταν η καρδιά σου ανοίγεται σε κάποιον; Τι συμβαίνει κάθε φορά που βρίσκεις το "έτερον ήμισυ" και είσαι έτοιμος να του δοθείς / εμπιστευθείς αλλά γρήγορα - καθώς ο ένας "συντρίβεται" από τον άλλο - αρχίζουν και βγαίνουν στην επιφάνεια τα κομμάτια του εαυτού μας, που μέσα από συγκρούσεις και εγωισμούς θα αρχίσουν να οδηγούν στο τέλος, την σχέση;

Πάνω στο εφήμερο και στην ρευστότητα των όρκων και των στιγμών που πατήσαμε πάνω τους, όλοι μας - σαν κοινά ανθρώπινα όντα ενταγμένα στην προσωρινότητα των περιστάσεων - βασίζεται το σενάριο και η υλοποίηση του εξαιρετικά σκοτεινού αλλά και βαθιά ευαίσθητου και πανέμορφου φιλμ, για το οποίο ήδη η Μισέλ Γουίλιαμς ήταν υποψήφια στις Χρυσές Σφαίρες αλλά και στα Όσκαρ.

Οι Γκόσλινγκ και Γουίλιαμς μας δίνουν το πορτρέτο της γέννησης αλλά και της διάλυσης ενός γάμου, μιας οικογενειας, με απαράμιλλη δύναμη και εσωτερική ένταση. Στο μυαλό μου καθώς έβλεπα το φιλμ, μου ερχόταν συνεχώς η ιδέα, πως ο δημιουργός του έχει επηρεαστεί από τον Κασσαβέτη (στην σκιαγράφηση χαρακτήρων), από τον φαινομενικά " διαφορετικό" Σκορτσέζε και συνολικά από το Αμερικάνικο after cinema της δεκαετίας του '70.

Παράλληλο μοντάζ του φωτεινού παρελθόντος και του σκοτεινού παρόντος, με εναλλαγές των "ζεστών" χρωμάτων της φωτογραφίας στο πριν να δημιουργούν την αντίθεση με το μουντό, σκούρο γκρι / κρύο, μπλε χρώμα του σήμερα. Τέλος, άξια αναφοράς η όμορφη, έντονα αμερικάνικη μουσική με τονισμένες τις γλυκόπικρες πινελιές που αφήνουν οι νότες, συνθέτουν συμπληρωματικά το ανοδικό και καθοδικό ταξίδι του κεντρικού ζευγαριού. Ο ρεαλισμός, απέναντι στα όνειρα; μάλλον όχι!

Όνειρα υποσχέσεις και όνειρα μέσα στα όνειρα!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΑΟΥΖΑΙΟΣ www.myfilm.gr

Seven Films είπε...

Ο Dean και η Cindy δεν είναι μεγάλοι σε ηλικία, ωστόσο, αν και μόλις τριαντάρηδες, δείχνουν ήδη γερασμένοι. Παραιτημένοι από τη σχέση τους, από την αγάπη τους, από τη ζωή. Εκείνη, γλυκιά και όμορφη μα πάντα ατημέλητη και κουρασμένη, δουλεύει σ' ένα νοσοκομείο χωρίς σημαντικές ιατρικές αρμοδιότητες. Εκείνος, κάποτε σίγουρα γοητευτικός, μα που έχει πλέον βαριεστημένα αφήσει τον εαυτό του να κατρακυλήσει, βγάζει τα προς το ζην μπογιατίζοντας σπίτια -η μόνη δουλειά που του επιτρέπει να πίνει μπύρες πριν καλά-καλά ξεκινήσει την εργάσιμη μέρα. Ζουν σ' ένα μοναχικό, μάλλον φτωχικό σπίτι έξω από τη Νέα Υόρκη, σαν ξένοι κάτω από την ίδια στέγη, μεγαλώνοντας την 5χρονη κόρη τους.

Βυθισμένοι και απορροφημένοι καθώς είμαστε στη ρουτινιασμένη, αβάσταχτα μουντή και άδεια καθημερινότητά τους, μας ξενίζει η πρώτη κινηματογραφική βουτιά στο παρελθόν τους. Είναι μόλις λίγα χρόνια πριν, μα μοιάζει σαν να βλέπουμε το παρελθόν δυο ολότελα διαφορετικών ανθρώπων: ένα παρελθόν ζωγραφισμένο με απαλά, φωτεινά χρώματα που η γκρίζα καθημερινότητα δεν έχει ακόμα αγγίξει. Πρώτα συναντούμε εκείνον, απερίγραπτα όμορφο και ανέμελο, γεμάτο ζωντάνια και ελπίδες να ψάχνει για δουλειά. Κι ύστερα βλέπουμε εκείνη, ακόμα μαθήτρια, ανεπιτήδευτα όμορφη και γεμάτη σιγουριά για το μέλλον της, τις σπουδές της και την ιατρική. Και παρακολουθούμε, χαμογελώντας ασυναίσθητα, τη μοιραία διαδρομή του ενός προς τον άλλον, μια διαδρομή τόσο φυσική και ταιριαστή, που όλα τα εμπόδια που εμφανίζονται στην πορεία τους μοιάζουν μικρά μπροστά στην χημεία τους. Και παρασυρόμαστε μαζί τους, χαμογελώντας χαζά, παρακούγοντας τη φωνή της λογικής, κι αφηνόμαστε κι εμείς στη ρομαντική επιμονή του Dean, στο παιχνιδιάρικο φλερτ τους, στην μοιραία παράδοση της Cindy, στο ελπιδοφόρο ξεκίνημα της κοινής τους ζωής. Και καθώς ακούμε τον Dean να της τραγουδά στον έρημο δρόμο το (τόσο σπαρακτικά συμβολικό) "You always hurt the one you love", και την βλέπουμε να χορεύει άτσαλα στο τραγούδι του, την πατάμε κι εμείς σαν ερωτευμένοι πρωτάρηδες, σαν να μην ξέρουμε εξαρχής το τέλος της ιστορίας, σαν να μην έχουμε ήδη δει την κατάντια της σχέσης τους, σαν μην ήμασταν μάρτυρες της επίπονα γκρίζας κατάληξής της.

Κι αυτό ακριβώς είναι που σε διαλύει στο «Blue Valentine»: Που δεν ξέρεις αν πονάς για την έλλειψη του έρωτα ή γιατί ξέρεις πως αυτός κάποτε υπήρξε. Γιατί δεν μπορείς να καταλάβεις αν η αγάπη τους ξεθύμανε πριν ακόμα ξεκινήσει ή αν πέθανε στην πορεία. Και γιατί συνειδητοποιείς ότι οι σχέσεις κάποτε τελειώνουν όχι γιατί κάποιος φταίει, αλλά γιατί έτσι είναι οι άνθρωποι. Κι ακούγοντας το "You and Me" των Penny and the Quarters που με τόσο ενθουσιασμό ο Dean βιάστηκε να βαφτίσει 'το τραγούδι τους', θυμάσαι όλα τα τραγούδια που ήταν κάποτε 'μας' και τώρα μαζεύουν σκόνη σε κάποιο συρτάρι των αναμνήσεων. Και καταλαβαίνεις ότι το «Blue Valentine» είναι αληθινό, όχι γιατί περιγράφει ωμά κι επίπονα το τέλος μιας σχέσης, αλλά γιατί χώρεσε μαζί και την αρχή της.
ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΡΑΝΤΟΥ www.cinemanews.gr

Seven Films είπε...

Στο ύφος των ταινιών "Μυστικά της κρεβατοκάμαρας" και "Κρυφές επιθυμίες" οι παραγωγοί και ο πρωταγωνιστής του υποψήφιου για Όσκαρ «Half Nelson», Ryan Gosling συνεργάζονται για ακόμη μια φορά στο "Blue Valentine", σε μια ιστορία που αγγίζει μια ευαίσθητη χορδή σε οποιονδήποτε έχει αγαπηθεί, έχει χάσει και έχει αγαπήσει. Συμπρωταγωνίστρια στην ταινία είναι η Michelle Williams.
Η ιστορία ενός ζευγαριού. Η σχέση του Dean (Ryan Gosling) και της Cindy (Michelle Williams) έχοντας αποκτήσει ένα κοριτσάκι δοκιμάζεται όταν ο πειρασμός εμφανίζεται με τη μορφή ενός χαμένου έρωτα. Η υπόσχεση μιας νέας αρχής είναι αρκετή για να καταλύσει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μιας οικογένειας ή τα λάθη που παρουσιάζονται είναι δυνατά να τα καταστρέψουν;
Όταν πρωτοείδα το poster της ταινίας πίστεψα πως θα δω μια ακόμη ταινία από αυτές τις ρομαντικές Αμερικάνικες σάχλες. Όχι, δεν πρόκειται για μία ρομαντική ιστορία με αίσιο τέλος. Ένα δράμα που διδάσκει για τις σχέσεις των ζευγαριών και τη συμβίωση που μπορούν να έχουν μεταξύ τους όταν πολλά λάθη παρουσιάζονται το ένα μετά το άλλο και ο χρόνοq δεν κυλά υπέρ τους. Ερμηνείες καταπληκτικές, κάτι που αναμένονταν για τον Ryan Gosling που έχει αποδείξει και στο παρελθόν ότι είναι καταπληκτικός ηθοποιός. Βαθμολογία: 4/5
To "Blue Valentine" προβλήθηκε στην μεγάλη οθόνη των Ηνωμένων Πολιτείων στις 31 Δεκεμβρίου του 2010. Στην Ελλάδα θα προβληθεί στις 3 Φεβρουαρίου 2011.

www.movie-eaters.blogspot.com

Seven Films είπε...

Το Blue Valentine του Derek Cianfrance είναι μια δυνατή ταινία, αποφασισμένη να στοιχειώσει πολλούς από εσάς και να δημιουργήσει πόλωση και έντονες συζητήσεις.
Μιλάει για ένα ζευγάρι αλλά προσέξτε αγαπητοί αναγνώστες, δεν είναι ένα date movie.
Σε καμιά περίπτωση δε θα πρέπει να τη δείτε με το έτερον σας ήμισυ.
This is not a love story!
Το Blue Valentine είναι βέβαιο ότι θα καταστρέψει σχέσεις.
Θα μπορούσε να συγκριθεί με το περσινό (500) Days of Summer - που επίσης ενοχοποιούσε και απομυθοποιούσε κατά κάποιο τρόπο τον έρωτα και τις σχέσεις και το ‘για πάντα’ - αφού η αρχική σύσταση και βασική ιστορία της ταινίας είναι περίπου η ίδια.
Η διαφορά τους είναι ότι στο τέλος το Blue Valentine φέρνει εις πέρας την αποστολή του ενώ το άλλο κατέληξε να γίνει μια classic ρομαντική κομεντί με ένα αγνό και καθαρό φινάλε όπου όλοι παίρνουν ο,τι τους αξίζει, έστω κι αν το δίδυμο μένει χώρια.
Αντίθετα, στο τέλος του Blue Valentine ...
Η ιστορία επικεντρώνεται στον Dean (Ryan Gosling) και τη Cindy (Michelle Williams), ένα παντρεμένο ζευγάρι που ζει στη Pennsylvania με τη μικρή τους κόρη (Faith Wladyka).
Ο Dean είναι ένας εργάτης που έχει παρατήσει το σχολείο και, αν και έχει αρκετά καλλιτεχνικά ταλέντα δε θέλει τίποτε άλλο από τη ζωή του εκτός από το να γίνει καλός πατέρας, σύζυγος και οικογενειάρχης.
Η Cindy από την άλλη είναι ένα κορίτσι με πολλές φιλοδοξίες.
Σπούδασε νοσηλευτική για χρόνια και τώρα είναι μια αφοσιωμένη νοσοκόμα που περιμένει την ευκαιρία της για μια επαγγελματική καριέρα.
Η ταινία πηγαίνει μπρος και πίσω χρονικά, φτιάχνοντας ένα πορτρέτο του τι άνθρωποι ήταν πριν γνωριστούν, πως γνωρίστηκαν κι ερωτεύτηκαν και πως τελικά έφτασαν στα προβλήματα του γάμου.
Ενδιάμεσα στα flash back, το φιλμ μας δείχνει το ζευγάρι στο τώρα, να προσπαθεί να αναθερμάνει τη φλόγα προτού αυτή εξασθενίσει τελείως.
Τα γυρίσματα της ταινίας ήταν προγραμματισμένα να γίνουν την Άνοιξη του 2008 αλλά αναβλήθηκαν τότε λογω του θανάτου του Heath Ledger, πρώην φίλος της Michelle Williams και πατέρας της κόρης τους Matilda.
Οι παραγωγοί και ο σκηνοθέτης θα μπορούσαν να γυρίσουν τη ταινία με άλλη πρωταγωνίστρια αλλά από σεβασμό στο πρόσωπο της προτίμησαν να την περιμένουν.
Δεν έκαναν άσχημα καθώς η Michelle Williams κέρδισε υποψηφιότητα Χρυσής Σφαίρας όπως άλλωστε και ο Ryan Gosling.
Στην Αμερική έκανε πρεμιέρα σε λίγες αίθουσες λίγο πριν τη Πρωτοχρονιά ενώ στην Ελλάδα η Seven Films θα το φέρει στις 3 Φεβρουαρίου.

www.filmboy.gr

Seven Films είπε...

Μία από τις ταινίες που μας είχε κάνει αίσθηση στο περασμένο Φεστιβάλ των Καννών, ήταν το ανεξάρτητο Blue Valentine, ένα φιλμ για τους χαμένους έρωτες, την χωρίς εκπτώσεις αγάπη και την επιθυμία για ένα νέο ξεκίνημα.Το χαρισματικό πρωταγωνιστικό δίδυμο των Ryan Gosling και Michelle Williams (στην πρώτη της εμφάνιση μετά τον θάνατο του Heath Ledger), σε ρόλους που ταιριάζουν και στους δύο νέους ηθοποιούς, κερδίζει τις εντυπώσεις από τα πρώτα κιόλας λεπτά, κάνοντας τους θεατές να συμπάσχουν μαζί του.

Κάτω από την προστασία μιας μεγάλης κινηματογραφικής εταιρείας και με την επιτακτική ανάγκη του να «βγάλουμε χρήματα», ίσως το Blue Valentine να ήταν άλλο ένα επιφανειακό ρομαντικό μελόδραμα, με τα συνήθη διδάγματα περί σχέσεων. Με την σκηνοθετική καθοδήγηση όμως του Derek Cianfrance, έχουμε τη ρεαλιστική απεικόνιση -και στις ερωτικές σκηνές- μιας σχέσης που ξεκινά με αρκετά καλές προϋποθέσεις, αλλά με την πάροδο του χρόνου και τις δυσκολίες της καθημερινότητας, οδηγείται σε τέλµα. Η αλήθεια είναι πως το σενάριο δεν παρουσιάζει κάτι το ιδιαίτερο που δεν έχουμε ξαναδεί, ούτε ο Cianfrance αφήνει το προσωπικό του στίγμα. Άλλωστε η κοινή πρακτική των φλας μπακ χρησιμοποιείται και εδώ προκειμένου να μάθουμε πως γνωρίστηκε το ζευγάρι. Ωστόσο η ειλικρινής όσο και ορισμένες φορές ποιητική ματιά του σκηνοθέτη πάνω στο θέμα των σχέσεων, δημιουργεί ένα ξεχωριστικό φιλμ που δεν το ξεχνάς εύκολα. Στα θετικά και η μουσική των Grizzly Bear
ΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑ www.cine.gr

Seven Films είπε...

Χωρίς να έχει συμβεί κάτι κινηματογραφικά/συμβατικά κακό, όπως μια ασθένεια ή ένα ατύχημα, ο έρωτάς τους βρίσκεται στο ναδίρ, αλλά ο Ντιν δεν θέλει να το παραδεχτεί. Μια νύχτα σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου είναι μια βασανιστική εμπειρία για τους δυο τους, καθώς ο Ντιν επιθυμεί να ανανεώσει τους όρκους αναμασώντας τη σχέση τους, κολλημένος στην ιδέα της αιώνιας συμβίωσης, ενώ η Σίντι έχει πετάξει, χωρίς ωστόσο να νιώθει καλά με τον εαυτό της ή να έχει βρει τον αντικαταστάτη του. Η ταινία μιλάει για το αδιευκρίνιστο κενό μιας σχέσης και ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Ντέρεκ Σιανφράνς ξετυλίγει το κουβάρι μιας μικρής κοινής ζωής με μερικά λαμπερά περιστατικά του ζευγαριού, που πιστοποιούν και μας αποκαλύπτουν την κεραυνοβόλο τους ένωση - είναι μερικές στιγμές που δεν ξέρεις γιατί έλκεσαι και επιλέγεις το ταίρι σου, κάτι δύσκολο να αποτυπωθεί στην έκφραση των ηθοποιών και φυσικά στο πανί.

Η Μισέλ Γουίλιαμς και ο Ράιαν Γκόσλινγκ είναι παρόντες και ζωντανοί στην αρχή της γνωριμίας και παρά τη δύσκολη ψυχική και σωματική μεταμόρφωση από τα 24 στα 30 τους χρόνια, η απόγνωσή τους μοιάζει με τικ μιζέριας και μακρόσυρτο αδιέξοδο. Κλασικό δείγμα αναζήτησης του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου κατά τα πρότυπα του Sundance, με «μικρό» σενάριο και γυμνές ερμηνείες, που ωστόσο στηρίζεται σε ένα κασαβετικό αντι-μελό για να μπαλώσει την γκρίζα ζώνη και το μεγάλο ερωτηματικό: γιατί η Σίντι συναινεί σε κάτι που ξεκάθαρα έχει τελειώσει γι' αυτήν, αντί να καλύψει την απόσταση με σύνεση, καθώς υπάρχει και ένα παιδί στη μέση;

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ LIFO

Seven Films είπε...

αρχή και το τέλος μιας σχέσης, οι ρομαντικές φαντασιώσεις και η σκληρή πραγματικότητα της συμβίωσης, της κοινής ζωής, της οικογένειας, αποτελούν τους δύο πόλους αυτής της συναισθηματικά φορτισμένης και σκηνοθετικά τεταμένης ταινίας, που παρακολουθεί τον έρωτα των δύο ηρώων της παράλληλα στην ενθουσιώδη αρχή και το άδοξο τέλος του. Με την κάμερα να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τα πρόσωπα και την ιστορία να ταλαντεύεται ανάμεσα στη μεθυστική ευτυχία και την τσιμεντένια απογοήτευση, το Blue Valentine θα μπορούσε να είναι το απόλυτο πορτρέτο του «τέλους μιας σχέσης». Μόνο που παρά τις σπαρακτικά αληθινές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών, το φιλμ μοιάζει να «σκέφτεται» περισσότερο απ’ ό,τι «νιώθει». Ο Ντέρεκ Τσιανφράνς προετοίμαζε την ταινία του έντεκα ολόκληρα χρόνια και ο χρόνος που πέρασε μαζί της βαραίνει τη ματιά του. Το στιλ αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την ιστορία, οι χαρακτήρες σχεδόν χάνουν τη σαρκική υπόστασή τους. Το αποτέλεσμα, αισθητικά άψογο, κινηματογραφικά και ερμηνευτικά εντυπωσιακό, δεν «πονά» όσο θα ήθελες και κάτι τέτοιο σε μια ταινία σαν αυτή δεν μπορεί παρά να είναι μειονέκτημα...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ATHENS VOICE

Seven Films είπε...

ΑΦΟΠΛΙΣΤΙΚΑ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΡΑΜΑ ΣΤΟΥΣ ΧΑΜΗΛΟΤΟΝΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΣΙΝΕΜΑ. ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΣΑΟΥΝΤΡΑΚ ΚΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΡΕΣΙΤΑΛ ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΑΙΑΝ ΓΚΟΣΛΙΝΓΚ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΓΙΑ ΟΣΚΑΡ ΜΙΣΕΛ ΓΟΥΙΛΙΑΜΣ.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Η βαθμιαία φθορά στη σχέση ενός ζευγαριού, μέσα από τρεις σημαντικές στιγμές της εξάχρονης συμβίωσής του, σε μια δοσμένη με λεπτομέρεια, οξυδέρκεια και ρεαλισμό και με έξοχες ερμηνείες ταινία.

Οι συζυγικές σχέσεις, από το ξεκίνημα ώς τη σταδιακή φθορά τους, είναι στο επίκεντρο της θαυμάσιας αυτής μελαγχολικής ταινίας. Πρωταγωνιστές ένα συνηθισμένο ζευγάρι εργατικής τάξης: ο μπογιατζής Ντιν και η νοσοκόμα Σίντι. Η ταινία αρχίζει στο παρόν, με το ζευγάρι να έχει κλείσει έξι χρόνια γάμου κι ενώ η σχέση τους έχει ήδη φθαρεί.

Οι πρώτες σκηνές, με την αναζήτηση του εξαφανισμένου, και στη συνέχεια το θάψιμο του νεκρού σκυλιού του τετράχρονου κοριτσιού τους και την ιδιαίτερη συμπεριφορά του καθενός από τους δυο μάς αποκαλύπτουν την ήδη προβληματική σχέση τους και καθορίζουν την πορεία, αλλά και το μέλλον τους.

Σε μια σειρά φλας-μπακ χωρίς χρονολογική σειρά, που τα αναμιγνύει κάθε τόσο με το παρόν, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος, από τις αποκαλύψεις του Φεστιβάλ του Σάντανς, Ντέρεκ Σιανφράνς, παρακολουθεί το ζευγάρι μέσα από σκηνές επιλεγμένες για να φωτίσουν τις αλλαγές στη συμπεριφορά τους, από την αρχική ειδυλλιακή, όλο ενέργεια και αληθινό πάθος σχέση τους ώς τη σταδιακή, αναπόφευκτη διάλυσή της.

Μια χαμηλών τόνων, μελαγχολική στην πραγματικότητα ταινία, με έξοχες ερμηνείες από τους δυο πρωταγωνιστές: τον Ράιαν Γκόσλινγκ, που τονίζει ιδιαίτερα το ρομαντισμό, την ενέργεια και τον αυθορμητισμό του Ντιν και τη Μισέλ Γουίλιαμς (υποψήφια για Οσκαρ α' γυναικείου ρόλου), που υποβάλλει με ελεγχόμενη λεπτότητα όχι μόνο τις μικρές, διαρκώς αναπτυσσόμενες, διαφορές ανάμεσά τους, αλλά και την κουραστική καθημερινότητα της μητέρας και συζύγου με τις πολλές, συχνά αξεπέραστες ευθύνες. Συνολικά, μια ταινία δείγμα του πολύ καλού ανεξάρτητου κινηματογράφου που διαρκώς συρρικνώνεται.

ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Seven Films είπε...

She sends me blue valentines
All the way from Philadelphia
To mark the anniversary
Of someone that I used to be

Blue Valentines,
Tom Waits.


Το Blue Valentine δεν περιγράφει το τέλος μιας σχέσης. Περιγράφει το τέλος ενός γάμου. Κακώς οι κριτικές που διαβάζω συγχέουν το πρώτο με το δεύτερο: στην πρώτη περίπτωση, είσαι σύντροφος στα μάτια του ανθρώπου που έχεις απέναντι σου. Στη δεύτερη, είστε σύντροφοι στα μάτια της Κοινωνίας. Υπάρχετε δηλαδή ως σύντροφοι μέσα από την έγκριση της. Βάρος μεγάλο. Εξ’ ου και η λέξη «σύζυγος»: αυτός που μοιράζεται το «ζυγό», το φορτίο.

Ο Ντιν και η Σίντι γνωρίστηκαν πριν από έξι χρόνια. Ο Ντιν ήταν γοητευτικός. Και η Σίντι είχε ανάγκη να αγαπηθεί από έναν άντρα τρυφερό, όπως αυτός. Με ένα περίτεχνο αφηγηματικό μπρος-πίσω, βλέπουμε την αρχή και το τέλος της ένωσης τους. Σε έναν γάμο διαλυμένο, με δυο ανθρώπους παραιτημένους από τη ζωή, από την όποια ευτυχία – και ο έρωτας βέβαια είναι από καιρό απών: από την εποχή δηλαδή που πετάχτηκε στα σκουπίδια, και κατάντησε μασκαρεμένη κτητικότητα.

Ο Ντιν δεν άλλαξε καθόλου – αυτή και η αμαρτία του. Η Σίντι άλλαξε πολύ – αυτή, η δικιά της. Από πίσω, ένα «επιτελείο» παιδιών, γονέων, πρώην συντρόφων, «φίλων» και «συναδέλφων» που υπενθυμίζουν σε αυτούς, αλλά και σ’ εμάς, ότι οι σχέσεις κρίνονται κατ’ ιδίαν, και οι γάμοι δημοσίως.

Το γεγονός ότι ο Σιανφράνς κατορθώνει να αρθρώσει όλα αυτά, και ακόμη περισσότερα, δίχως να καταφύγει σε μελοδραματικά κολπάκια αλλά και να διατηρήσει την εύθραυστη ανθρωπιά του δίχως να απομακρυνθεί από το παράλογο της συνθήκης που φιλμογραφεί, ενδέχεται να ξύσει παλιές πληγές σε πολλούς – ή να δημιουργήσει καινούργιες. Και μέσα σε όλα αυτά, οι Ράιαν Γκόσλινγκ και Μισέλ Γουίλιαμς (που, μέσα από τα βλέμματα τους και μόνο, μοιάζουν 20 χρόνια γερασμένοι στις «έγγαμες» σκηνές τους) ενώνονται και χωρίζουν με μια σπαρακτική ειλικρίνεια.

This is the way Love Ends. Not with a bang but A Whimper.

ΑΚΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ BROKEN ROAD
http://akiskapranos.blogspot.com

Seven Films είπε...

Αγόρι συναντάει κορίτσι όμορφο, έξυπνο, μορφωμένο, από σπίτι, και γκαστρωμένο από μπρατσαρά γκόμενο. Κάποια χρόνια μετά θα χωρίσουν φυσικά. Από μια άποψη στην ανάποδη πλευρά των 127 Ωρών (2010) αυτή τη βδομάδα στις αθηναϊκές αίθουσες και τη προηγούμενη στις οσκαρικές λίστες, το Blue Valentine (2010) είναι άσκηση στο μη ευτυχισμένο τέλος, από ένα σκηνοθέτη που ακόμα αγωνιά να ακουστεί η δημιουργική φωνή του. Έχοντας κυριολεκτικά μελετήσει τη κινηματογραφική παραγωγή και έχοντας περιμένει μια δεκαετία τον πλανήτη να προλάβει την αβαντγκάρντ οπτική του, ο Derek Cianfrance παρουσίασε πέρσι στο Sundance ένα πολύ σύγχρονο ρομαντικό δράμα που παρολαυτά χρειάστηκε ένα χρόνο αυξανόμενης καταξίωσης και αρκετά επικοινωνιακά τρικ ελλείψει φράγκων από τους Weinsteins, για να.. μείνει έξω από την οσκαρική δεκάδα. Με το μινιμαλισμό και τη τερατώδη προσοχή στις λεπτομέρειες του Haneke, ο Cianfrance εξέτασε κάποιες ώρες στην αρχή και το τέλος της σχέσης ενός ζευγαριού, καταφέρνοντας να.. εξοργίσει αρκετούς κριτικούς, οι γαλάζιες κουκκίδες του Valentine, κάτι σιγομουρμουρίσματα εδώ, κάτι ενδυματολογικές επιλογές εκεί, τα παραπέρα από κουρασμένες σχηματικές τοιχογραφίες στιλ Revolutionary Road (2008) δεν προσφέρονται για ανάπτυξη αεροθεωριών χωρίς συγκεκριμένη κατάληξη ούτε έχουν χιλιοαναλυμένη ιστορικοκοινωνικοπολιτική τέτοια, η αφήγηση βασίζεται σε όσα πραγματικά αισθάνεσαι και συναισθάνεσαι, και ο σκηνοθέτης την υποβοηθά έχοντας δουλέψει τα χωροχρονικά πηγαινέλα του με τον αέρα του Ozon αν όχι κάπως του Nolan, συνήθως ανεπαίσθητα όσο και η αλλαγή στο βλέμμα της Michelle Williams όταν συνειδητοποιεί το τέλος του γάμου της μέσα από την ανακάλυψη του χαμένου οικογενειακού σκύλου, κάποιες φορές επιδεικτικά όσο ο.. κρύος ώμος που τρώει ο Ryan Gosling όταν προσπαθεί να ζεστάνει εκεί χαμηλά τη γυναίκα του στο ντους ιλαρού σεξοδωματίου.

Παρότι δούλευε το project καμιά δεκαριά χρόνια, ο Cianfrance δεν είχε φανερά ιδέα πως να υλοποιήσει κάποιες αυθεντικά προσωπικές στιγμές μπροστά στον 16mm νοσταλγικό φακό του, εκεί τον βγάλανε παραπάνω από ασπροπρόσωπο οι πρωταγωνιστές του, όχι τυχαία βασιλιάδες του indie, που μελέταγαν επιπλέον και το σενάριο όσο περίπου διαρκεί και η σχέση τους στην οθόνη (5-6 χρόνια) και αυτοσχεδίασαν εκπληκτικά στο ρομαντζάρισμά τους. Όπως ταιριάζει στις διαφορές των δυο φύλων, το σενάριο σε αφήνει να γνωρίσεις τις προθέσεις του άντρα του ζευγαριού μέσα από τα λίγα λόγια του (που είναι και.. συμβόλαιο), και ξοδεύει τα flashback στις πράξεις και την ιστορία του έτερου ημίσεός του (που έχει τα ασυνεπή και μεγάλα λόγια πιο φυσικά και από τον κύκλο του), όμως αυτή η ισορροπημένη ανισορροπία αφήνει κάπως στη σκιά το μερίδιο ευθυνών που αναλογεί σε όσους πιστεύουν πως θα κρατήσουν μια γκόμενα πολύ πάνω από τη κλάση τους προσφέροντάς της απλά όσα τυχαίνει να χρειάζεται σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και σε συγκεκριμένες συνθήκες. Κάτω από τη πίεση μιας ελάχιστης εμπορικότητας και ευνοϊκής αντιμετώπισης ο Cianfrance κλείνει αλαφρά χιπστερικά και ανοιχτά το φιλμ του, και η παραγωγή πνίγεται από υπερβολική ευφυία και ταλέντο το ίδιο δυσδιάκριτα σε κάποια σημεία (στο χωρίς ειρωνεία στιλιζάρισμα μελαγχολικών στιγμών πιο.. ευδιάκριτα), σίγουρα όμως η ώρα όλων τους ήρθε, και πάλι καλά που δε παρήλθε και πολύ δηλαδή.
www.mftm.blogspot.com