Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Βαλς με τον Μπασίρ

H ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΤΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ
απο το NSFC
Χρυσή Σφαίρα Ξενόγλωσσης ταινίας
Vals im Bashir
Waltz with Bashir
Δεν υπάρχει πιο συνταρακτικό πράγμα από την ηθική της αλήθειας

Σκηνοθεσία: Ari Folman
Σενάριο: Ari Folman
Φωνές: Ari Folman, Ori Sivan, Roni Dayg, Shmuel Frenkel, Ron Ben Yisahi, Dror Harazi, Zahava Solomon, Hezkel Lazarov
Είδος: Animation, ντοκιμαντέρ
Διάρκεια: 87'
Μουσική: Max Richter
Γλώσσα: Εβραϊκά
Animation: Bridgit Folman Film Gang
Παραγωγή: Razor Film (DE), Arte France (FR), ITVS Intl. (U.S.), Noga Communications-Channel 8, the New Israeli Foundation for Cinema & TV, Medienboard Berlin-Brandenburg, Israel Film Fund, HOT Telecommunication System, RTBF, TSR, YLE, SBS.
Διεθνής εκμετάλλευση: The Match Factory
Ελληνική Διανομή : Seven Films
Βραβεία - υποψηφιότητες:
Βραβείο καλύτερης ταινίας
Βραβείο σκηνοθεσίας
Βραβείο σεναρίου
Βραβείο φωτογραφίας
Βραβείο μοντάζ
& Βραβείο ήχου
από την Κινηματογραφική Ακαδημία του Ισραήλ.
Βραβείο μουσικής στον Μαξ Ρίχτερ στα Felix 2008
Βραβείο κοινού στο Διεθνές Φεστιβάλ Βαρσοβίας
Επίσημη συμμετοχή στο 61ο Φεστιβάλ των Καννών το 2008.
Υποψήφια για τα βραβεία Golden Trailer Awards στην κατηγορία της καλύτερης animated ταινίας.
Επίσημη Υποψηφιότητα Ισραήλ στην ξενόγλωσση κατηγορία των Oscar
Υποψηφιότητα για Oscar στην κατηγορία Animation
Υποψηφιότητα σε 4 βασικές κατηγορίες για τα Felix 2008 της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου
Επίσημη συμμετοχή στο φεστιβάλ του Τορόντο
Επίσημη συμμετοχή στο φεστιβάλ Νεας Υόρκης
Επίσημη συμμετοχή στο φεστιβάλ Κάρλοβυ Βαρυ
Επίσημη συμμετοχή στο φεστιβάλ Λονδίνου
Επίσημη συμμετοχή στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης


Η ταινία :

H Υπόθεση

Ένας άντρας ξενυχτά σε ένα μπαρ. Τον λένε Άρι και είναι σκηνοθέτης. Συνομιλεί με έναν φίλο του που του εξομολογείται πως κάθε βράδυ στον ύπνο του τον κυνηγούν 26 σκυλιά. Κάθε βράδυ ο ίδιος αριθμός. Συμπεραίνουν πως αυτό θα έχει να κάνει και με τη θητεία των δύο ανδρών στον Ισραηλινό στρατό στον πρώτο πόλεμο του Λιβάνου στις αρχές της δεκαετίας του '80. Μόνο που ο Άρι δεν έχει την παραμικρή θύμηση από τον πόλεμο στον οποίο ήταν κι αυτός παρών. Ψάχνει λοιπόν τους ανθρώπους από το παρελθόν του, εννιά γνωστούς και φίλους, τους ζητά να αφηγηθούν κι αυτοί τις εμπειρίες τους και ψάχνει την αλήθεια για αυτό το κομμάτι του εαυτού του που ο ίδιος ακούσια διέγραψε. Και σιγά σιγά, εικόνες άλλοτε ρεαλιστικές και άλλοτε σουρρεαλιστικές διαγράφονται με τα μάτια της φαντασίας του... Ή μήπως με αυτά της μνήμης του;

Η τεχνική :

Βασισμένο σε μεγάλο βαθμό στην προσωπική εμπειρία του σκηνοθέτη Άρι Φόλμαν, ένα ντοκιμαντέρ για τη μνήμη, τον πόλεμο, την ανθρώπινη φύση, που προτείνει ένα εντελώς πρωτότυπο φορμάτ , το οποίο αναδεικνύει τη μαγική διάσταση κάθε προσωπικής μαρτυρίας. Η παραγωγή της διήρκησε τέσσερα χρόνια, εκ των οποίων το πρώτο ήταν αφοσιωμένο στην συλλογή συνεντεύξεων. Τα γυρίσματα έγιναν σε πρώτη φάση στο στούντιο σε real video και το animation έγινε με την τεχνική του rotoscoping, με την οποία ο animator μεταφέρει στο cartoon τις φιγούρες που βλέπει στις live action φιλμαρισμένες σκηνές. To rotoscope επινοήθηκε από τον Max Fleischer και τα πιο πρόσφατα δείγματα αυτής της, ψηφιοποιημένης, πια, τεχνικής είναι το «Waking Life» και το «A Scanner Darkly» του Richard Linklater.

Η Ιστορία :

Bashir Gemayel ήταν το όνομα του Χριστιανού προέδρου του Λιβάνου που ανέδειξαν οι εκλογές του Αυγούστου του 1982. Απόγονος του Pierre Gemayel - που το 1936 ίδρυσε το Κόμμα της Φάλαγγας (μετά την επίσκεψή του στη ναζιστική Γερμανία). Δολοφονήθηκε τον ίδιο Αύγουστο, κατά τη διάρκεια της ορκωμοσίας του στα κεντρικά των Φαλαγγιτών, από έναν ισχυρότατο εκρηκτικό μηχανισμό. Ήταν πολιτική φιγούρα φιλικά προσκείμενη στον Αριέλ Σαρόν -που το 1982 ήταν ακόμα Υπουργός Άμυνας. Ο τελευταίος, το ίδιο καλοκαίρι είχε βάλει σε εφαρμογή τη δική του, μυστική ατζέντα. Ενώ στρατεύματα των Ισραηλινών είχαν ήδη καταλάβει το Νότιο Λίβανο σε μια ζώνη 40 χλμ, για να αποτρέψουν τις επιθέσεις των Παλαιστινίων που χρησιμοποιούσαν την περιοχή ως οχυρό για επιθέσεις στο Βόρειο τμήμα του Ισραήλ, ο Σαρόν, χωρίς την έγκριση της υπόλοιπης Ισραηλινής κυβέρνησης, οδήγησε τις δυνάμεις του IDF (Israeli Defense Forces - Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις), σε μια επιχείρηση κατάληψης όλου του νοτίου τμήματος του Λιβάνου, συμπεριλαμβανομένης και της Βυρηττού. Δύο εβδομάδες πριν από τη δολοφονία, ξένα στρατεύματα είχαν φτάσει στη Βυρηττό για να επιβλέψουν την αποχώρηση των συριακών στρατευμάτων και των δυνάμεων της PLO (της Οργάνωσης Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης) που είχε επιβληθεί μετά από την επίθεση των Ισραηλινών εναντίον των Σύριων που είχαν καταλάβει τα ανατολικά της πρωτεύουσας του Λιβάνου. Η αποχώρηση αυτή, 11.000 στρατιωτών, προέκταση και συνέχεια του εμφυλίου πολέμου στο Λίβανο, ανάμεσα σε μαρωνίτες και μουσουλμάνους μετά από επίθεση φαλαγγιτών σε δυνάμεις της PLO στη Βηρυτό, δεν αφορούσε τα γυναικόπαιδα, που στρατοπέδευσαν ως επί το πλείστον στα παλαιστινιακά στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα. Εκεί τους βρήκαν -και τους οδήγησαν σε μακελειό- οι χριστιανικές πολιτοφυλακές των φαλαγγιτών, που έστειλαν οι Ισραηλινές δυνάμεις ως αντίποινα για τη δολοφονία του Gemayel, το ίδιο κιόλας απόγευμα της δολοφονίας του. Ο αριθμός των θυμάτων μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει προσδιοριστεί, αλλά λογίζεται περί τις 3000. Η σφαγή της Σάμπρα και Σατίλα προκάλεσε τη διεθνή κατακραυγή, αλλά και αντιδράσεις εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών και στο εσωτερικό της χώρας. Το διεθνές ανακριτικό σώμα που συγκροτήθηκε ανάγκασε τον Αριέλ Σαρόν σε παραίτηση. Αυτό ασφαλώς δεν το εμπόδισε από το να εκλεγεί πρωθυπουργός της χώρας 20 χρόνια αργότερα.


Βιογραφικό του σκηνοθέτη:

Στα μέσα της δεκαετίας του '80, μόλις τελείωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ο Άρι Φόλμαν εκπλήρωσε το παλιό του, παιδικό όνειρο να γυρίσει τον κόσμο με ένα σάκο στην πλάτη. Μετά από δυο βδομάδες, και αφού πέρασε από δύο μόλις χώρες, κατάλαβε πως αυτή η στάση ζωής δεν του ταίριαζε. Έμεινε λοιπόν σε κάποιους μικρούς ξενώνες στη Νοτιοανατολική Ασία, και από εκεί έστελνε γράμματα στους φίλους της, στα οποία περιέγραφε πως είχε το τέλειο ταξίδι... 'Έμεινε εκεί έναν ολόκληρο χρόνο, στον οποίο κατέγραψε τα φανταστικά του ταξίδια. Κάπως έτσι λοιπόν, αποφάσισε να γυρίσει στην πατρίδα του και να σπουδάσει κινηματογράφο. Στην πρώτη του ταινία, το «Comfortably Numb», ασχολήθηκε και πάλι με τους κοντινούς του φίλους και τη ζωή τους στο Τελ Αβίβ την περίοδο του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου, όταν ιρακινά αεροπλάνα προσγειώνονταν σε όλη την πόλη. Μεταξύ 1991 - 1996 δούλεψε κυρίως για την ισραηλινή τηλεόραση, σκηνοθετώντας ντοκιμαντέρ κυρίως στις κατεχόμενες περιοχές. Το 1996 έκανε την ταινία μυθοπλασίας «Saint Clara», βασισμένη στο ομότιτλο έργο του Τσέχου συγγραφέα Πάβελ Κοχούτ που άνοιξε το τμήμα του Πανοράματος του Φεστιβάλ Βερολίνου και κέρδισε το βραβείο κοινού (πέρα από τις διακρίσεις που έλαβε και στην ίδια τη χώρα του, αλλά και τα βραβεία της επιτροπής στα φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι και της Βιέννης). Μετά από πέντε χρόνια, και αφού γύρισε και πολλά ακόμα τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ και υπέγραψε το σενάριο για πολυάριθμες σειρές, βρήκε χρόνο για τη δεύτερη ταινία φιξιόν του, το «Made in Israel» -μια ταινία φαντασίας που επικεντρώνεται στον τελευταίο ναζί που έχει μείνει ζωντανός στη γη. Το ντεμπούτο του στο animation το έκανε και πάλι για την τηλεόραση, στη σειρά ντοκιμαντέρ «The material that love is made of». Το κάθε επεισόδιο άνοιγε με ένα πεντάλεπτο animation στο οποίο επιστήμονες παρουσίαζαν τη δική τους θεωρία για την εξέλιξη του έρωτα. Έτσι πρωτοήρθε σε επαφή με τη φόρμα την οποία εφάρμοσε στην τελευταία του ταινία, «Waltz with Bashir».

Φιλμογραφία:

2004 The material that love is made of
2001 the third eye
2001 made in Ιsrael
1996 saint clara
1991 Comfortably numb

Η δήλωση του σκηνοθέτη:
«Για πολλά χρόνια είχα τη βασική ιδέα στο μυαλό μου για το “Waltz with Bashir”, αλλά δεν ήθελα να το γυρίσω με πραγματικά πρόσωπα, ήθελα εξ αρχής να είναι animated. Πώς θα μπορούσε να είχε γυριστεί αυτό διαφορετικά; Θα ήταν απλώς ένας μεσήλικας σε μαύρο φόντο που θα αφηγούταν ιστορίες, θα έλεγε ιστορίες που συνέβησαν είκοσι πέντε χρόνια πριν, χωρίς κανένα αρχειακό υλικό να τις υποστηρίζει. Θα ήταν τόσο απίστευτα βαρετό! Έτσι σκέφτηκα να το γυρίσω όπως το γύρισα, με σκίτσο. Ο πόλεμος είναι τόσο σουρεαλιστικός και η μνήμη μπορεί να σε προδώσει τόσο εύκολα, που σκέφτηκα να διαβώ το μονοπάτι των αναμνήσεων μόνο με τη βοήθεια κάποιων πολύ προσεγμένων επινοημένων εικόνων... Η ταινία γυρίστηκε στην αρχή σε real video, σε ένα στούντιο και μονταρίστηκε σε ένα υλικό 90 λεπτών. Μετά σχεδιάστηκε σε story board και μετά σε 2300 σκίτσα τα οποία στη συνέχεια «εμψυχώθηκαν». Το σενάριο βασίστηκε στη δική μου, πολύ προσωπική ιστορία. ακολουθεί εκείνο το σημείο της ζωής μου μετά από το οποίο κατάλαβα πως υπήρχαν μερικά πολύ σημαντικά σημεία της ζωής μου για τα οποία είχα κενά μνήμης. Πέρασα μια τεράστια ψυχολογική κρίση κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Ανακάλυψα πολλά βαριά πράγματα ατενίζοντας το παρελθόν μου ενώ, εν τω μεταξύ όλα αυτά τα χρόνια η γυναίκα μου και εγώ φέραμε τρία παιδιά σε αυτόν τον κόσμο. Αυτό θα σας κάνει να αναρωτιέστε, αν όλα αυτά τα έκανα για τα παιδιά μου. Όταν μεγαλώσουν και δουν την ταινία μπορεί να τους βοηθήσει να πάρουν τη σωστή απόφαση, που είναι να μην πάρουν μέρος σε κανέναν πόλεμο, όποιος κι αν είναι αυτός».


Διεθνή media:
«Η αξιοσημείωτη, έντονη δουλειά του Folman σε στοιχειώνει, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ταινία animation έχω δει ποτέ. Ζωγραφισμένο στο χέρι, σαν ωμό, underground κόμικ, συλλαμβάνει τη μάχη του σκηνοθέτη να κυνηγήσει τις μνήμες του τί είδε και τί έκανε κατά τη διάρκεια του Ισραηλινού πολέμου στις αρχές της δεκαετίας του '80, κατά τη διάρκεια της θητείας του στον ισραηλινό στρατό. [...] Το να ανασύρουν αυτές τις μνήμες θα πρέπει να υπήρξε θεραπευτικό για τους άνδρες που ενεπλάκησαν στην παραγωγή, αλλά το νόημα του “Waltz...” είναι ακόμα μεγαλύτερη. Είναι ένα παράξενο, προκλητικό, καθηλωτικό φιλμ, του οποίου το χαρμάνι των ειδών και η ουσία οφείλουν να φτάσουν σε ένα μεγαλύτερο, παγκόσμιο κοινό».
Jacob Dylan, Salon.com

«Μια κινηματογραφική περιπέτεια, στην οποία η κάμερα μετακινείται με τόλμη, κάνοντας απίθανα ζουμ μέσα στα ζωγραφισμένα καρέ. Παρά τη θηριωδία που περιγράφεται και την λεπτομερή, κοντινή ματιά του σκηνοθέτη στα γεγονότα, οι στιγμές της έκπληξης, του αστείου, της απόκοσμης ομορφιάς, δείχνουν με ανατριχιαστική καθαρότητα τον τρόπο με τον οποίο οι αναμνήσεις είναι σπαρμένες μέσα σου, ζωντανές σαν τις στιγμές του παρόντος. Συγκλονιστικά καλή απεικόνιση του μηχανισμού της ανθρώπινης μνήμης, και μαζί ένα υπέροχο, ανήσυχο φιλμ στο σύνολό του, που ξεπερνά τα δεδομένα των ντοκιμαντέρ που πραγματεύονται αντίστοιχη θεματολογία.
Alison Willmore, Independent Film / IFC.com

«Η πείρα του Folman ως ντοκιμαντερίστα φαίνεται στην εξαιρετική σύνθεση μιας συμπαγούς αφηγηματικής γραμμής που προκύπτει από την ένωση διαφόρων ιστοριών στο φορμάτ του ντοκιμαντέρ, που επιδεικνύει την υψηλή του τεχνική και λανσάρει μια εντελώς μοναδική καλλιτεχνική έκφραση».
Moland Fengkov, Plume Noire

«Ένα θέμα που θα μπορούσε να είχε δοθεί εντελώς συμβατικά, προσθέτοντας απλώς μία ακόμη ταινία στη μακριά λίστα ταινιών για τις φρικαλεότητες του πολέμου, μετουσιώνεται μέσω της χρήσης του animation σε κάτι ιδιαίτερο, παράξενο και ιδιότυπα δυνατό».
Leslie Felperin, Variety

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΕΓΡΑΨΕ

«Η κρίση του Λιβάνου, η φρίκη και ο παραλογισμός του πολέμου , μέσα από μια θαρραλέα, ποιητική και συνάμα στιβαρή ματιά. Μια ταινία που αξίζει να δείτε.»
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ Νινος Φενεκ Μικελίδης

"Γυρισμένο αρχικά σε ψηφιακή μορφή, το «Waltz With Bashir» μονταρίστηκε ως μια ολοκληρωμένη 90λεπτη ταινία και στη συνέχεια έγινε κινούμενο σχέδιο (όχι όμως με την τεχνική του rotoscoping την οποία χρησιμοποίησε ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ στο «A Scanner Darkly»). Συνδυασμός κλασικού animation, κινουμένου σχεδίου Flash και τρισδιάστατου σχεδίου, η ταινία «ζωγραφίστηκε» από την αρχή (με 2300 σχέδια) υπό την επίβλεψη του καλλιτεχνικού διευθυντή Ντέιβιντ Πολόνσκι για να ζωντανέψει το όραμα του Φόλμαν, να εκπροσωπήσει μια δημόσια συγνώμη του Ισραήλ για την σφαγή."
ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΡΑΝΑΚΗΣ περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ

"Το ισραηλινό φιλμ «Βαλς με τον Μπασίρ» του Αρι Φόλμαν, πηγαίνει όχι μόνο το είδος, αλλά και τον ίδιο τον κινηματογράφο ως τέχνη και ποιοτική ψυχαγωγία πολλά μίλια παραπέρα από εκεί που βρίσκεται."
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

«Η φετινή έκπληξη του φεστιβάλ Κανών ήταν ένα animation που ήρθε από το πουθενά -συγκεκριμένα από το Ισραήλ- και συνδύασε μοναδικά το ιστορικό ντοκουμέντο, τα αντιπολεμικά μηνύματα και μια συγκινητική ανθρώπινη ιστορία. Ο σκηνοθέτης ανατρέχει στις προσωπικές του μνήμες από τη σφαγή των Παλαιστινίων προσφύγων στους καταυλισμούς του Λιβάνου στις αρχές της δεκαετίας του '80, εξομολογείται τους φόβους, τις ενοχές και τα όνειρα ενός ολόκληρου έθνους, αιφνιδιάζοντάς μας με την κινηματογραφική τεχνική και την πολιτική του τόλμη. Ποιος είπε ότι τα κινούμενα σχέδια είναι διασκέδαση μόνο για ανηλίκους;»
ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ Χρήστος Μήτσης

Ο Ισραηλινός Αρί Φόλμαν επιστρέφει είκοσι έξι χρόνια μετά και μέσα από το αυτοβιογραφικό animation Βαλς με τον Μπασίρ, στα προσφυγικά στρατόπεδα της Σάμπρα και της Σατίλα, τα γνωστά και καταγεγραμμένα στην ιστορία κολαστήρια θανάτου χιλιάδων Παλαιστινίων, όπου εξοντώθηκαν υπό το βλέμμα του ισραηλινού στρατού, στον οποίο ο νεαρός τότε σκηνοθέτης υπηρετούσε.
LIFO Θοδωρης Κουτσογιαννόπουλος
(Μπορείτε να διαβάσετε τις αναλυτικές κριτικές του Ελληνικού Τύπου στα σχόλια αυτής της ανάρτησης)

Ένα Σχόλιο με αφορμή την ταινία
Πώς μπορείς να μιλήσεις για έναν πόλεμο, χωρίς να επιλέξεις πλευρά;
Πώς μπορείς να μην επιλέξεις πλευρά και αυτό να μην είναι απάνθρωπο, αλλά ανθρώπινο (πολύ ανθρώπινο);
Πώς μπορείς να αποφύγεις την παγίδα του αυτονόητου, πως δηλαδή, φυσικά, κάθε πόλεμος είναι εξ ορισμού κακός;
Πώς μπορείς να μιλήσεις για την καθαρή, εξωτερική πραγματικότητα, για γεγονότα, έχοντας ως αφετηρία (και προορισμό) την προσωπική μνήμη, την υποκειμενική αντίληψη και το ειδικό βάρος της εμπειρίας;
Και πώς μπορείς να αποδώσεις όλα τα παραπάνω με εικόνες ρεαλιστικές, αλλά και που ξεπερνούν κάθε φαντασία ή με εικόνες μαγικά υπερ-ρεαλιστικές που έχουν ως πρώτη ύλη τους τις πιο ακατέργαστες σκηνές αυτού του κόσμου;

Με τον τρόπο του Άρι Φόλμαν, όλα τα παραπάνω συγχωνεύονται, μετουσιώνονται σε ένα μοναδικό κινηματογραφικό γλωσσικό ιδίωμα. Αυτή του η αισθητική δεν υπερκερνά απλώς τις δυσκολίες της παραγωγής. Λειτουργεί και ως μια μεταφορά για τη φιλοσοφία του. Σκίτσα πάνω σε κάδρα αληθινής δράσης.
Αυτό δεν είναι και η μνήμη;
Μορφές που διαγράφονται πάνω σε ήδη δοσμένα γεγονότα. Ένας μηχανισμός που βάζει τον άνθρωπο στο χάρτη. Ο σκηνοθέτης, (λόγω του ρόλου του στην ταινία αλλά και λόγω ιδιότητας) είναι ένας άνθρωπος που καταδιώκει τη μνήμη του -όσο κι αν τις πιο πολλές φορές είναι οι μνήμες που μας κυνηγάνε. Ένας σκηνοθέτης γυρίζει μια ταινία, σαν να πρόκειται για ψυχοθεραπεία. Ένας άνδρας, για να παραμείνει άνθρωπος, προσπαθεί να γυρίσει στο παρελθόν του. Για την ακρίβεια, προσπαθεί να γυρίσει το παρελθόν του με όρους κινηματογραφικών πλάνων. Η μνήμη, έτσι κι αλλιώς, είναι μια λειτουργία κινηματογραφική. Μοντάρουμε μέσα μας τις σκηνές του παρελθόντος για να βγάλουμε ένα κάποιο νόημα, κάνουμε ζουμ στα πρόσωπα που μας ενδιαφέρουν, αφήνουμε εκτός κάδρου αυτά που μας πόνεσαν, κάνουμε jump-cuts σε άλλα χρονικά επίπεδα, σε άλλους τόπους ή και πραγματικότητες.
Το «Waltz with Bashir», λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα ακόμα ντοκιμαντέρ για τον πόλεμο, είναι ταυτόχρονα και ένα ντοκιμαντέρ για τη λειτουργία και την πραγματικότητα της ανθρώπινης μνήμης. Ο πόλεμος έξω, στο πεδίο της μάχης, μετατοπίζεται στο πεδίο της μνήμης, με βασικό αντίπαλο τη συνείδηση, την ενοχή, τη συνενοχή. Λιγότερο αιματηρός, αλλά και πάλι, έντονος και αμείλικτος.
Ο έξω κόσμος, μέσα.
Σε μια εποχή στην οποία «κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα», οι στροφές ενός βαλς ακούγονται πιο δυνατά κι από τις ριπές των όπλων. Εν έτει 2008, το Ισραήλ γιορτάζει περίτρανα εξήντα χρόνια από την ίδρυση του επίσημου κράτους του. Η Βυρηττός, που ακόμα δεν μάζεψε όλα της τα ερείπια από τον πόλεμο που την ισοπέδωσε πριν από δύο χρόνια, οδηγείται, για άλλη μια φορά, σε εσωτερικές αναταραχές. Το «Μεσανατολικό» χρησιμοποιείται ακόμα, λυπηρά και ειρωνικά μαζί, ως σχήμα λόγου για όλα τα άλυτα προβλήματα της ανθρωπότητας. Το Παλαιστινιακό, ακόμα μια πληγή. Οι νεκροί της Σάμπρα και Σατίλα μοιάζουν να κρύβονται -στο τέλος της ταινίας, στα περιθώρια της ιστορίας. Ζωντανεύουν όμως στη μνήμη. Σαν μια πρόκληση, για όλα όσα ο άνθρωπος αρνείται να δει και να αντιμετωπίσει. Σαν μία ακόμα υπενθύμιση…

Για να ευλογήσουμε και τα… «γένια» της μπλογόσφαιρας
δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο ελληνόφωνο δημοσίευμα
για την ταινία έγινε από τον Blogger “αλλου κι αλλου»
επίσης μια ενδιαφέρουσα ανάπτυξη της επικαιρότητας εδώ:

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Εξομολόγηση ενός οικονομικού δολοφόνου του Στέλιου Κούλογλου 20 εικόνες απο την Πρεμιέρα της Ταινίας


Διαγόρας Χρονόπουλος, Στέλιος Κούλογλου και το ζεύγος Εφραίμογλου


Ο Στέλιος Κούλογλου με την κόρη του


Γωγώ Μπρέμπου, Γιώργος Πυρπασόπουλος και η συζυγός του


Αποστολος Τότσικας, Αλκης Παναγιωτίδης, Γιώργος Κοτανίδης


Χριστόφορος Παπακαλιάτης, Γωγώ Μπρέμπου, Κώστας Κάππας


Γιώργος Νταλάρας ,Μανώλης Γλέζος


Κώστας Λαλιώτης, Μανώλης Γλέζος


Στέλιος Κούλογλου, Μανώλης Γλέζος


Σταύρος Ζαλμάς


Η Αννα και ο Γιώργος Νταλάρας συνομιλουν με τον Πέτρο Ραγκούση, κάτω απο το βλέμα του Απόστολου Κακλαμάνη



Η Φώφη Γεννηματα

Η Μαρία Νικόλτσου με τον Στέλιο Κούλογλου
Σπύρος Μαυρογένης, Στέλιος Κούλογλου, Χρήστος Μπεχτσής


Κώστας Λαλιώτης , Στέλιος Κούλογλου


Αλέξης Τσίπρας, Στέλιος Κούλογλου


Πέτρος Τατούλης, Στέλιος Κούλογλου


Βάσω Παπανδρέου, Στέλιος Κούλογλου


Χρήστος Μπεχτσής, Θόδωρος Αγγελόπουλος


Δήμητρα Χατούπη, Στέλιος Κούλογλου, Ρούλα Πατεράκη


Στέλιος Κούλογλου με το ζεύγος Ροκόφυλλου


Διαγόρας Χρόνόπουλος, Στέλιος Κούλογλου, Δημήτρης Βερνίκος


Στέλιος Κούλογλου, Παντελής Βούλγαρης

Απόστολος Κακλαμάνης, Στέλιος Κούλογλου, Συλβάνα Ράπτη






















Οι γυναίκες των ονείρων μου








Mes stars et moi)
Σκηνοθεσία: Laetitia Colombani
Σενάριο: Laetitia Colombani
Πρωταγωνιστούν:
Kad Merad,
Catherine Deneuve,
Emmanuelle Béart,
Mélanie Bernier,
Maria de Medeiros,
Juliette Lamboley,
Rufus,
Laetitia Colombani,
Patrice Leconte
Είδος: Κωμωδία
Διάρκεια: ‘88
Μουσική: Frédéric Talgorn
Γλώσσα: Γαλλικά
Παραγωγή: Christophe Rossignon, Nord-Ouest Productions
Συστάσεις τα πρόσωπα κι οι καταστάσεις:

Σολάνζ Ντιβιβιέρ (Κατρίν Ντενέβ)
Η αγαπημένη σταρ των Γάλλων. Κάθε καινούρια ταινία της είναι ένα καλλιτεχνικό και κοσμικό γεγονός που προσελκύει χιλιάδες θαυμαστές. Όμως πίσω από τα φλας των φωτογράφων κρύβεται μια μοναχική γυναίκα που έχει παραιτηθεί από τη ζωή και τις προσωπικές της επιθυμίες.
Ιζαμπέλ Σερένα (Εμανουέλ Μπεάρ)
Εκθαμβωτική και αισθησιακή, έχει τη φήμη της ψυχρής και επικίνδυνης γυναίκας. Οι ερωτικές της σχέσεις γίνονται πρωτοσέλιδα στις κουτσομπολίστικες εφημερίδες, όμως εκείνη αυτό που πραγματικά θέλει είναι ένα παιδί και τη δημιουργία μια ζεστής οικογένειας.
Βιολέτ Ντουβάλ (Μελανί Μπερνιέρ)
Η γλυκιά, ανερχόμενη ενζενί. Το επαγγελματικό άγχος και οι ανασφάλειες δεν της επιτρέπουν να κυνηγήσει τους ρόλους που της αξίζουν, αναζητώντας συμμετοχές σε αμφιβόλου ποιότητας τηλεοπτικές σειρές. Στην πραγματικότητα χρειάζεται μονάχα μια ευκαιρία για να αποδείξει ότι προορίζεται για μεγάλα πράγματα.

Τρεις σαγηνευτικές, Γαλλίδες ηθοποιοί διαφορετικής γενιάς που μοιράζονται τον ίδιο φανατικό θαυμαστή, τον Ρομπέρ (Καντ Μεράντ). Με την προσωπική του ζωή σε τέλμα ο Ρομπέρ βρίσκει καταφύγιο στην ενασχόληση με τη ζωή των άλλων, θεωρώντας πιο εύκολο να λύσει τα προβλήματα των απόμακρων διασημοτήτων παρά τα δικά του και κυρίως τη σχέση του με την αγαπημένη του σύζυγο (Μαρία ντε Μεντέιρος) με την οποία βρίσκεται σε διάσταση.


Ως καθαριστής σε ένα από τα μεγαλύτερα καλλιτεχνικά πρακτορεία του Παρισιού ο Ρομπέρ έχει πρόσβαση σε αδημοσίευτες πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και την καριέρα των αγαπημένων του ηθοποιών. Στη συνέχεια χρησιμοποιεί τις πληροφορίες για να αλλάζει το πρόγραμμά τους, να διαλύει σχέσεις τους που δεν εγκρίνει και γενικότερα να παρεμβαίνει στις προσωπικές τους υποθέσεις με όποιο τρόπο ο ίδιος θεωρεί κατάλληλο, πιστεύοντας ότι έτσι προστατεύει τις ίδιες και τα συμφέροντά τους. Όταν οι τρεις σταρ συναντιούνται στα πλατό μιας ταινίας στην οποία συμπρωταγωνιστούν ανακαλύπτουν την κοινή προέλευση των προβλημάτων τους και αποφασίζουν να περάσουν στην αντεπίθεση για να δείξουν μια και καλή στον Ρομπέρ ποιος είναι το αφεντικό!

Εισβάλλοντας σε κάθε τομέα της προσωπικής του ζωής, οι τρεις γυναίκες θα θέσουν άθελά τους σε κίνδυνο τη δουλειά του, τις σχέσεις με την οικογένειά του και θα τον φέρουν στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Όταν όμως η δίψα τους για εκδίκηση καταλαγιάσει θα ανακαλύψουν τον άνθρωπο πίσω από το μανιακό θαυμαστή και ένα φύλακα άγγελο που γνώριζε πολύ καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον ποιες είναι πραγματικά και τι χρειάζονται από τη ζωή τους.

Αναμειγνύοντας ιδιοφυώς και συχνά με ξεκαρδιστικά αποτελέσματα τις δύο όψεις του νομίσματος που λέγεται διασημότητα, η Λετίσια Κολομπάνι παίζει ταυτόχρονα με τη δημόσια εικόνα των τριών πρωταγωνιστριών της και ειδικότερα των σούπερ σταρ Κατρίν Ντενέβ και Εμανουέλ Μπεάρ, το προφίλ των οποίων δεν απέχει πολύ από τα πορτρέτα τους στην ταινία. Όπως και στο ντεμπούτο της «Μ' Αγαπά, Δεν Μ' Αγαπά» (2002) με πρωταγωνίστρια την Οντρέ Τοτού, έτσι και στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της η Κολομπάνι εξερευνά πάλι την ιδέα μιας ανθυγιεινής εμμονής, αυτή τη φορά όμως μέσα από το είδος της κωμωδίας και τα ευτράπελα που μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια εμμονή αλλά και η απρόσμενη αντιστροφή των ρόλων. Το αποτέλεσμα είναι μια ανάλαφρη, σαμπανιζέ κωμωδία με το χαρακτηριστικό άγγιγμα της γαλλικής κομψότητας.


Βιογραφικό της σκηνοθέτιδας:
Γεννημένη το 1976, η σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός Λετίσια Κολομπάνι σπούδασε σινεμά στην École Louis Lumière, ενώ ταυτόχρονα έκανε μαθήματα θεάτρου. Όταν αποφοίτησε από τη σχολή σκηνοθέτησε τις δύο μικρού μήκους ταινίες «Le dernier bip» (1998) και «Memoire de puce» (1999). Σε ηλικία μόλις 25 ετών έκανε το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο της με την ταινία «Μ' Αγαπά, Δεν Μ' Αγαπά» (2002), ένα πρωτότυπο, ψυχολογικό θρίλερ καμουφλαρισμένο ως ρομαντική κομεντί. Η ταινία έδωσε στην Οντρέ Τοτού την ευκαιρία να ξεφύγει από την εικόνα της γλυκιάς και χαριτωμένης κοπέλας που της κληρονόμησε η επιτυχία της «Αμελί», χαρίζοντάς της έναν αληθινά σκοτεινό χαρακτήρα για να ερμηνεύσει: εκείνον μιας κοπέλας που ο έρωτας για έναν ανυποψίαστο άνδρα μετατρέπεται σε εμμονή και την οδηγεί στα άκρα, ακόμα και στο έγκλημα. Το 2004 η Κολομπάνι γνώρισε τον παραγωγό Κριστόφ Ροσινιόν και του πρότεινε την ιδέα του «Mes stars et Moi» που είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της. Αυτή τη στιγμή ετοιμάζει την κινηματογραφική διασκευή του μυθιστορήματος «Le potentiel érotique de ma femme» του David Foenkinos (κυκλοφορεί στα ελληνικά με τον τίτλο «Tο Ερωτικό Δυναμικό της Γυναίκας μου» από τις εκδόσεις KAΣTAΛIA) που αναμένεται στις αίθουσες μέσα στο 2009.

Φιλμογραφία:
2009 Le potential érotique de ma femme
2008 Mes stars et moi
2003 Casting urgent (μικρού μήκους)
2002 Quelques mots d'amour (μικρού μήκους)
2003 Une fleur pour Marie (μικρού μήκους)
2002 Μ' Αγαπά, Δεν Μ' Αγαπά / À la folie... pas du tout / He Loves Me... He Loves Me Not
1999 Memoire de puce (μικρού μήκους)
1998 Le dernier bip (μικρού μήκους)



Δηλώσεις της σκηνοθέτιδας:
Δύο γεγονότα με προέτρεψαν να γράψω το σενάριο του «Mes stars et Moi». Το πρώτο συνέβη στην Ιαπωνία όπου βρέθηκα για τις ανάγκες προώθησης της πρώτης μου ταινίας «Μ' Αγαπά, Δεν Μ' Αγαπά». Εκεί συνάντησα μια νεαρή Γιαπωνέζα ηθοποιό που είχε γίνει στόχος ενός θαυμαστή, ο οποίος παρενοχλούσε παράλληλα και άλλους μεγάλους σταρ. Λίγο καιρό αργότερα βρέθηκα σε ένα από τα μεγαλύτερα πρακτορεία ηθοποιών στο Λος Άντζελες, απ’ όπου έφυγα πολύ αργά. Το τεράστιο κτίριο ετοιμαζόταν να κλείσει και συνάντησα το θυρωρό. Συνειδητοποίησα πως θα περνούσε τη νύχτα εκεί, μόνος σε αυτά τα έρημα γραφεία, γεμάτα διευθύνσεις, επαφές και σενάρια που προορίζονταν για μερικούς από τους μεγαλύτερους σταρ του κόσμου. Αναρωτήθηκα τι θα μπορούσε να κάνει με όλα αυτά. Και έτσι προέκυψε η ιδέα για το πως ο κόσμος ενός θαυμαστή συναντά τον κόσμο των διάσημων ηθοποιών σε μια κωμωδία όπου η εμμονή είναι το βασικό θέμα.

Ενα σχόλιο για την ταινία:
Ποια είναι η απόσταση ανάμεσα στο θαυμασμό που τρέφει το κοινό απέναντι στους λατρεμένους του ηθοποιούς και την αδιάκριτη περιέργεια με την οποία συχνά αντιμετωπίζει τη ζωή τους. Και πόσο επικίνδυνη μπορεί να αποβεί τελικά αυτή η εμμονή; Με ένα ξεκαρδιστικό, σεναριακό εύρημα η σκηνοθέτης Λετίσια Κολομπάνι αντιστρέφει τους ρόλους για να καταλήξει στο ότι το χάσμα ανάμεσα στις διάσημες πρωταγωνίστριες και τον ονειροπόλο θαυμαστή τους είναι τελικά πολύ μικρότερο απ’ όσο νομίζουν και οι ίδιες σταδιακά θα διαπιστώσουν έκπληκτες ότι μοιράζονται μαζί του περισσότερα από όσα φαντάζονται.
Από τις βιτριολικές κατινιές που ανταλλάσσουν οι δύο σούπερ ντίβες στο δωμάτιο του μακιγιάζ και στην καντίνα μέχρι την εικόνα τους στα media, η ταινία παίζει ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια, τη φαντασία και την πραγματικότητα, την εικόνα που έχουμε για τον αστραφτερό κόσμο της showbiz και το πόσο προσγειωμένος μπορεί να είναι τελικά. Αν και πρόκειται για κινηματογραφικούς χαρακτήρες και όχι για πραγματικά πρόσωπα το αληθινό status των δύο πρωταγωνιστριών συμβάλει σημαντικά στην φιλμική ψευδαίσθηση. Η Κολομπάνι κερδίζει εύκολα το στοίχημα να κάνει μια ταινία μυθοπλασίας αναμειγνύοντας εύστοχα στο σενάριο όψεις από τις περσόνες των διάσημων πρωταγωνιστριών της παρά το γεγονός ότι στόχος της είναι να φτιάξει μια δροσερή, ανάλαφρη κωμωδία. Η αναγνωρισιμότητα και η μαζική αποδοχή από το κοινό της Κατρίν Ντενέβ και της Εμανουέλ Μπεάρ, το κύρος της πρώτης ως ηθοποιός – σύμβολο της Γαλλίας και η ενασχόληση της δεύτερης με τα παιδιά μέσα από τη θέση της ως πρέσβειρας της UNICEF, είναι στοιχεία που βρίσκουν τη θέση τους αυτούσια ή ως αμυδρές επιρροές στην ταινία χαρίζοντας επιπλέον αληθοφάνεια παρά την υπερβολή του κωμικού στοιχείου.
Με συμμάχους δύο από τις μεγαλύτερες σταρ του γαλλικού σινεμά η Κολομπάνι διαψεύδει με χιούμορ τα κλισέ του γκλάμουρ και της τελειότητας που πολύ συχνά χαρακτηρίζουν τη δημόσια εικόνα των ηθοποιών του κινηματογράφου όπως την προβάλλουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Συχνά πίσω της κρύβονται η μοναξιά και τα καθημερινά προβλήματα που τους εξισώνουν με κάθε κοινό θνητό. Όταν τα θύματα του αντεπιτίθενται, ο Ρομπέρ ίσως θα προτιμούσε να παραμείνουν κινηματογραφικά είδωλα παρά ανθρώπινα όντα με σάρκα και οστά και με όλες τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες που δεν μπορεί πια να χειριστεί. Ο ίδιος είναι εμμονοληπτικός αλλά όχι φαντασιόπληκτος. Ξέρει πολύ καλά τι κάνει, απλά πιστεύει πως ενεργεί προς όφελός τους, θεωρώντας ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Δεν προσπαθεί να τις ξελογιάσει ή να τις προσεγγίσει με ύποπτους σκοπούς. Αντίθετα οι πράξεις του – όσο ενοχλητικές κι αν είναι και όσο απολαυστικά καταστροφικές κι αν αποβαίνουν – τον δικαιώνουν τελικά ως φύλακα άγγελό τους.
Η συνάντησή τους εξανθρωπίζει τις τρεις γυναίκες και εξιλεώνει τον Ρομπέρ. Κανείς τους δε θα βγει ανεπηρέαστος από αυτή την κωμική σύγκρουση, όλοι τους ανακαλύπτουν εκ νέου τον αληθινό εαυτό τους και προχωρούν δυνατότεροι. Και η σκηνοθέτιδα έχει στο ενδιάμεσο κατορθώσει να σατιρίσει με τον πιο καλόγουστο τρόπο την κινηματογραφική βιομηχανία της οποίας η ίδια και κυρίως το λαμπερό επιτελείο των έμπειρων πρωταγωνιστών της αποτελούν ολοζώντανο κομμάτι.

Και τα σπουργίτια τραγουδούν



Πρωτότυπος τίτλος :Avaze gonjeshk-ha
Αγγλικός τίτλος: The song of sparrows
Σκηνοθεσία: Majid Majidi
Σενάριο: Majid Majidi, Mehran Kashani
Παίζουν: Reza Naji, Maryam Akbari, Kamran Dehghan, Hamed Aghazi, Shabnam Akhlaghi, Neshat Nazari
Διάρκεια 96’
Γλώσσα: Ιρανικά
Διεθνής εκμετάλλευση: Majidi Film Production
Βραβεία / Υποψηφιότητες:
Αργυρή άρκτος καλύτερης αντρικής ερμηνείας για τον Mohammad Amir Naji στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου
Υποψήφια για Χρυσή Άρκτο στην ίδια διοργάνωση.
Βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας, μουσικής, μοντάζ και μακιγιάζ στο Fajr International Film Festival


Σύνοψη:
Ο Καρίμ δουλεύει σε μια φάρμα με στρουθοκαμήλους στην επαρχία έξω από την Τεχεράνη. Όταν μία από αυτές του ξεφεύγει, χάνει τη δουλειά του γιατί θεωρείται υπεύθυνος για την απώλεια. Παρά το γεγονός πως αλωνίζει τη χώρα για να την βρει, ο εργοδότης του δεν αλλάζει γνώμη. Ο Καρίμ βρίσκεται σε δύσκολη θέση, μιας που πρέπει να θρέψει πολλά, πολλά στόματα. Παράλληλα, ένα άλλο εμπόδιο βρίσκεται στο δρόμο του: η μεγάλη κόρη του χάνει το ακουστικό της στην ίδια νερά όπου ο αδερφός της ονειρεύεται να εκθρέψει χρυσόψαρα… Όταν το ξαναβρίσκει, το ακουστικό έχει καταστραφεί και ο Καρίμ πρέπει να πάει στην πρωτεύουσα για να το φτιάξει. Εκεί λοιπόν θα διαπιστώσει πως μπορεί να βγάλει εύκολα και γρήγορα χρήματα δουλεύοντας μαύρα ως μεταφορέας. Ωστόσο, οι ρυθμοί και το περιβάλλον της μεγάλης πόλης δεν θα τον αφήσουν ανεπηρέαστο. Σύντομα θα ξεκινήσουν οι τριβές με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, και ο Καρίμ καταλαβαίνει πως χάνει κάτι από την ηρεμία της ψυχής του. Θα πρέπει να πάρει γρήγορα μια απόφαση που θα καθορίσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Βιογραφικό του σκηνοθέτη:
Γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1959 από μια μεσοαστική οικογένεια. Μετά από την Ισλαμική επανάσταση του 1978, το ενδιαφέρον του για το σινεμά τον οδήγησε στην υποκριτική, πρωταγωνίστησε έτσι σε διάφορες ταινίες από τις οποίες ξεχωρίζει το «Boycott» του Mohsen Makhmalbaf.
Το ντεμπούτο του ως σεναριογράφου και σκηνοθέτη γίνεται το 1992 με το «Baduk» που παρουσιάστηκε εκείνη τη χρονιά στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στις Κάννες. Τα «Παιδιά του Παραδείσου» (1997) κέρδισαν το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ και προτάθηκε για το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας. «Το Χρώμα του Παραδείσου» (1999) κέρδισε και πάλι το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ. Η ταινία ψηφίστηκε από το περιοδικό Time και την New York Times ως μία από τις δέκα καλύτερες ταινίες για το 2000. Το «Baran» / «Η βροχή» κέρδισε και πάλι το βραβείο καλύτερης ταινίας στο 25ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ και προτάθηκε για το Ευρωπαϊκό βραβείο. Το 2001, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Αφγανιστάν, γύρισε το ντοκιμαντέρ «Barefoot to Herat» για τα στρατόπεδα προσφύγων που κέρδισε το βραβείο της FIPRESCI στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το 2005 σκηνοθέτησε το «The willow tree» που κέρδισε τέσσερα βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Τεχεράνης. Έλαβε το βραβείο «Douglas Sirk» το 2001 και το βραβείο «Φίλοι του Vittorio de Sica» το 2003.

Η δήλωση του σκηνοθέτη:
«Η ιστορία μου ξεκίνησε με το ανθρώπινο ον. Ποιες είναι οι ανθρώπινες αξίες, οι αιώνιες αξίες; Δεν υπάρχει όριο όταν ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τις αιώνιες αξίες -το να είσαι ευγενικός, το να είσαι καλός άνθρωπος. Ο Θεός μας δημιούργησε αγνά πλάσματα. Η αγνότητα ζει μέσα μας. ΟΙ μεγάλες πόλεις σκοτώνουν αυτές τις αξίες. Ο εκσυγχρονισμός σκοτώνει αυτές τις αξίες. Οι άνθρωποι χάνουν χρόνο κάθε μέρα… Ο στόχος μου δεν ήταν το να μπω μέσα στα πολιτικά προβλήματα της χώρας μου, εγώ ήθελα να επικεντρωθώ στον άνθρωπο… Όσο για τον τίτλο; Τα πουλιά για μένα είναι μια μεταφορά που χρησιμοποιώ για την ομορφιά. Όσο για τις στρουθοκαμήλους, αυτές συμβολίζουν το ανθρώπινο πεπρωμένο. Είναι ανόητα ζώα, διαρκώς τρέχουν μακριά. Και είναι τα μόνα πουλιά που δεν μπορούν αν πετάξουν».

Διεθνής τύπος:
«Προσφιλή θέματα του Ιρανικού σινεμά σκηνοθετούνται με σιγουριά κι αυτοπεποίθηση σε ένα ευχάριστο πακέτο που θα μπορούσε να συναντήσει ένα παγκόσμιο κοινό. Οι χαμηλότονες, ρεαλιστικές ερμηνείες του θιάσου, που απαρτίζεται κυρίως από ερασιτέχνες, κάνουν την ιστορία να ρέει ήρεμα και γλυκά, με πινελιές ωραίου χιούμορ. Ο Ναγί, με το πρόσωπο του αισθητά χαραγμένο από τη μοναξιά, καθώς απομακρύνεται από την οικογένεια και τους φίλους του, χαρίζει στην ταινία ένα ισχυρό κέντρο βάρους.
(Deborah Young, The Hollywood reporter)

«Είναι ένας ασυνήθιστος τρόπος να βλέπει κανείς ταινία, αλλά γιατί όχι; Εγώ λοιπόν έκανα διαλογισμό κατά τη διάρκεια της προβολής του «The Song of Sparrows». Παίρνοντας βαθιές εισπνοές και καθαρίζοντας το μυαλό μου καθώς παρακολουθούσα υπέροχες εικόνες του ιρανικού τοπίου να ανοίγουν στην οθόνη και μετά να απομακρύνονται, σαν σε καλειδοσκόπιο».
(Karin Badt, Huffington Post)

«Ο μόνος Ιρανός σκηνοθέτης που υπήρξε υποψήφιος για όσκαρ (για τα «Παιδιά του Παραδείσου») επιστρέφει με μια ταινία με ερασιτέχνες ηθοποιούς, μια βαθιά ουμανιστική ιστορία που διαδραματίζεται με ανάμεσα στους μη προνομιούχους αυτής της κοινωνίας και εξερευνά το πώς ο καπιταλισμός και η τεχνολογία διαφθείρουν τον άνθρωπο, τον κάνουν να χάσει την πνευματική του αγνότητα και τους ζωτικής σημασίας δεσμούς του με την οικογένεια, τους φίλους, τη φύση. Πανέμορφα κατασκευασμένη, άλλοτε συναισθηματική, άλλοτε αστεία…»
(Alissa Simon, Variety)

Ένα σχόλιο για την ταινία:
Στρουθοκάμηλοι που το βάζουν στα πόδια. Χρυσόψαρα που κολυμπούν σε λιμνάζοντα νερά. Αυγά που δεν μπορούν να σπάσουν εύκολα. Σπουργίτια παγιδευμένα σε μικρά δωμάτια. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, ο άνθρωπος. Αυτό είναι το σύμπαν μιας ταινίας που μας θυμίζει πράγματα που επιμένουμε να ξεχνάμε. Πως ο άνθρωπος είναι ζώο κοινωνικό, αλλά και κρίκος μιας βιολογικής αλυσίδας, μέρος μιας συμπαντικής ακολουθίας. Πως στις κοινωνίες που συγκροτούν οι άνθρωποι στην αρχή του νέου αιώνα, αν έχει χαθεί κάτι ανεπιστρεπτί, είναι αυτή η αντίληψη της συνέχειας. Η αίσθηση πως από κάπου έρχεσαι και καταλήγεις κάπου, πως συνάπτεις δεσμούς με το περιβάλλον σου. Στα αστικά κέντρα, προτεραιότητα δεν έχει η συνέχεια, αλλά η ανανέωση. Όχι η εξέλιξη, αλλά η πρόοδος. Ο Δαρβίνος λοιπόν, είχε άδικο; Τα ερωτήματα μπορεί να παραμένουν παντοτινά και λυπηρά επίκαιρα εδώ και δύο αιώνες, αλλά από τη... φύση τους, δεν επιδέχονται απαντήσεων. Ωστόσο, απαιτούν τουλάχιστον μια σωστή διατύπωση.
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως μια τέτοια υπόμνηση, με μια τέτοια διατύπωση, έρχεται από ένα δείγμα μιας εθνικής κινηματογραφίας που αλλάζει το παγκόσμιο κινηματογραφικό τοπίο. Το ιρανικό σινεμά, από τους δραστήριους και σταθερούς μηχανισμούς ανά την υφήλιο, δεν παράγει ταινίες με υψηλό προϋπολογισμό και μεγάλους σταρ, για μεγάλο κοινό και μεγάλες αίθουσες. Ως απάντηση στην πολυπλοκότητα που δεσπόζει στο σύγχρονο τρόπο ζωής, έρχεται η δύναμη της απλότητας στον ίδιο τον τρόπο παραγωγής ταινιών. Απέναντι στα αδιέξοδα του υλισμού που επιβάλλει ο δυτικός πολιτισμός, στέκεται η πνευματικότητα που πηγάζει από την ένωση του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον, που επιτελείται σε κάθε ταινία. Πρώτες ύλες ενός τέτοιου κινηματογράφου είναι οι απλούστερες του κινηματογραφικού μέσου. Πρωταγωνιστές, ερασιτέχνες ηθοποιοί. Μοντάζ αυστηρό. Σινεμά ρεαλιστικό, απλό, ποιητικό, ανθρωποκεντρικό.
Ο σκηνοθέτης Majid Majidi, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινηματογράφου από την Περσία, συλλαμβάνει με την κάμερά του «Το τραγούδι του σπουργιτιού». Το τραγούδι είναι υπόκωφο. Για να το ακούσει κανείς πρέπει να ξεπεράσει τον εαυτό του. Αυτό όμως είναι που ακούγεται στην ταινία -οι εικόνες της μοιάζουν να μπορούν να ενεργοποιήσουν και τις πέντε αισθήσεις, αλλά την ίδια στιγμή ξυπνούν κάτι πιο βαθύ που εκτείνεται πέρα και πάνω από αυτές. Η κάμερα καλύπτει και καταγράφει αυτό το λεπτό αέρα που χωρίζει τον άνθρωπο από την επιθυμία του. Πλούσια σε μεταφορές, συγκρατημένα λυρική, σουρεαλιστική σε στιγμές, αστεία και μαζί θλιμμένη, ικανή να δει πράγματι πέρα από τη φαινομενική πραγματικότητα, φειδωλή σε λόγια αλλά εύγλωττη στα νοήματα που διαχειρίζεται, με ευλάβεια αλλά υπεράνω κάθε θρησκευτικότητας, η ταινία ξεκινά από την περιπέτεια ενός και μόνο άνδρα που παλεύει να διατηρήσει την αξιοπρέπεια και τη διαύγεια του όταν αυτός κι η οικογένειά του βρίσκονται σε κρίση, για να τον ανάγει σε σύμβολο της αναζήτησης του αληθινού και ουσιαστικού, που δεν γνωρίζει όριο για τον άνθρωπο (αλλά ούτε και για τον κινηματογράφο). Ακόμα και αν αυτή η αναζήτηση τον οδηγήσει σε ένα ζευγάρι σκούρα παιδικά μάτια, σε ένα λούκι όπου δραπετεύουν εκατοντάδες χρυσόψαρα, ή στις πούλιες ενός χειροποίητου υφαντού που είναι πιο μαγικό κι από τον έναστρο ουρανό.

Η προγραμματισμένη έξοδος της ταινίας στους κινηματογράφους είναι την Πέμπτη 18.12.2008

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Η Σιωπή της Λόρνα των αφων Νταρντέν




(Le silence de Lorna / The silence of Lorna )

Σκηνοθεσία:
Jean-Pierre & Luc Dardenne
Σενάριο: Jean-Pierre & Luc Dardenne
Παίζουν: Αrta Dobroshi, (Lorna)
Jérémie Renier, Fabrizio Rongione, Alban Ukaj, Morgan Marinne, Olivier Gourmet
Διάρκεια: 105΄
Γλώσσα: Γαλλικά, Αλβανικά, Ρώσικα
Παραγωγή: Archipel 35, Les Films du Fleuve, Arte France Cinéma, Lucky Red (IT), RTBF
Διεθνής εκμετάλλευση: Celluloid Dreams
Βραβεία / διακρίσεις:
Βραβείο Lux του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου 2008
Βραβείο καλύτερου σεναρίου στο 61ο Φεστιβάλ των Καννών
Συμμετοχή του Βελγίου στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα στο 61ο Φεστιβάλ των Καννών

Σύνοψη:
Η Λόρνα είναι μια μετανάστρια από την Αλβανία που ζει στη Λιέγη. Ονειρεύεται να ανοίξει κάποια μέρα ένα μαγαζί με τον άντρα που αγαπάει. Ο μόνος τρόπος για να μαζέψει τα απαραίτητα χαρτιά είναι ένας λευκός γάμος. Κάπως έτσι, χτυπά την πόρτα ενός μαφιόζου της περιοχής που στήνει ένα σχέδιο: Η Λόρνα παντρεύεται τον Κλωντύ, ένα νεαρό ναρκομανή που δέχτηκε το γάμο για να κερδίσει κάποια χρήματα, δεν ξέρει όμως πως αυτός αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου. Η Λόρνα έχει συμφωνήσει στο να κρατήσει το στόμα της κλειστό όταν η Μαφία της περιοχής θα σκηνοθετήσει το θάνατο του Κλωντύ και στο να παντρευτεί ξανά ένα Ρώσο αρχιμαφιόζο που θέλει κι αυτός με τη σειρά του να αποκτήσει τη βελγική υπηκοότητα. Τα πράγματα όμως δεν πάνε σύμφωνα με το σχέδιο. Ο Κλωντύ σιγά σιγά εκδηλώνει την επιθυμία του να αποτοξινωθεί και η Λόρνα, που ήδη βασανίζεται από ενοχές, προθυμοποιείται να τον βοηθήσει και σιγά σιγά μεταστρέφεται, ακόμα και όταν η κατάσταση φαίνεται να ξεφεύγει από τον έλεγχό της.

Βιογραφικό των σκηνοθετών
Οι αδερφοί Jean-Pierre και Luc Dardenne γεννήθηκαν στην επαρχία της Λιέγης του Βελγίου. Πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια στο Seraing, μια κωμόπολη κοντά στην πόλη της Λιέγης. Ο Jean-Pierre, που γεννήθηκε στις 21 Απριλίου του 1951 σπούδασε θέατρο, ενώ ο Luc, γεννημένος στις 20 Μαρτίου του 1954 σπούδασε φιλοσοφία. Τη δεκαετία του '70 ξεκίνησαν την παραγωγή ντοκιμαντέρ, που διαπραγματεύονταν θέματα κοινωνικού - ιστορικού ενδιαφέροντος: η επανάσταση των Πολωνών, η Αντίσταση των Βέλγων κατά τη διάρκεια του Β'.Π.Π., η γενική απεργία του 1960... Το 1975 ίδρυσαν τη δική τους εταιρεία παραγωγής Derives, που στήριξε την παραγωγή εξήντα συνολικά ταινιών τεκμηρίωσης.( Ντοκιμαντέρ) Το 1987 στρέφονται στη μυθοπλασία. Η πρώτη τους ταινία είναι το Falsch, ενώ πέντε χρόνια αργότερα ακολουθεί το «Je pense a vous». Η αναγνώριση όμως έρχεται το 1996, με την ταινία «La promesse» (μεταφράστηκε στα ελληνικά ως «Η υπόσχεση»). Εν τω μεταξύ, ιδρύουν μια νέα εταιρία παραγωγής με το όνομα «Les films du Fleuve» Το 1998, η «Ροζέττα» τους κερδίζει το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και χρίζεται η πρώτη βελγική ταινία που το καταφέρνει αυτό (μάλιστα η πρωταγωνίστριά τους, Emilie Dequenne, που έκανε την παρθενική της εμφάνιση σε ταινία, κέρδισε το βραβείο A! Γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της). Το 2002 γυρίζουν το «Le fils» (μεταφράστηκε στα ελληνικά ως «Ο γιος»), άλλο ένα δράμα για τη ζωή των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων στην επαρχία του Βελγίου, που διακρίθηκε και πάλι στις Κάννες με το βραβείο του καλύτερου ηθοποιού για τον Olivier Gourmet. Το 2005, η ταινία τους «L' enfant» (μεταφράστηκε στα ελληνικά ως «Ο γιος») κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών,

Η δήλωση των σκηνοθετών:
«Είναι μια ταινία για μια νέα γυναίκα που έχει κάθε λόγο να είναι απελπισμένη, κι όμως συνεχίζει να πιστεύει πως όλα είναι πιθανά. Διατηρεί μια θρησκευτική πίστη απέναντι σε όλα τα πράγματα, ακόμα και αν ο Θεός είναι νεκρός. Πώς μπορεί μια γυναίκα που δεν πιστεύει στο Θεό να πιστεύει πως όλα είναι πιθανά; Από πού πηγάζει αυτή η τρελή ελπίδα; Είναι παράξενη, είναι πέρα από το συνηθισμένο. Ένας χαρακτήρας μυθοπλασίας πάντα κολυμπάει κόντρα στο ρεύμα.

[...] Τη Λόρνα την παίζει η Άρτα Ντομπρόσι. Ένας από τους βοηθούς μας ανέλαβε να ξεκινήσει μια οντισιόν για εκατό ηθοποιούς, επαγγελματίες και μη, στην Πρίστινα, τα Σκόπια και τα Τίρανα. Την είχαμε δει σε μια Αλβανική ταινία δύο εβδομάδες νωρίτερα. Πήγαμε να τη βρούμε στο Σεράγεβο, όπου ζούσε, και την τραβήξαμε με μίνι DV για μια ολόκληρη μέρα. Την τραβούσαμε ενώ περπατούσε, ενώ έτρεχε, ενώ τραγουδούσε, και τη βάλαμε να παίξει και σκηνές παρεμφερείς με αυτές της ταινίας. Στη συνέχεια, ήρθε στη Λιέγη και την κινηματογραφήσαμε να παίζει με τους Ζερεμί Ρενιέ και Φαμπρίτσιο Ροντζιόνε. 'Ήταν απίστευτα όμορφη και φυσική. Το απόγευμα, λίγο πριν μπει στο αεροπλάνο για το Σεράγεβο, της είπαμε πως την έχουμε επιλέξει για το ρόλο της Λόρνα, και πως θα έπρεπε να ξαναγυρίσει στο Βέλγιο λίγους μήνες πριν από τα γυρίσματα για τις πρόβες και για να μάθει γαλλικά. [...] Πέρα από τη δραματική πτυχή της ιστορίας, η ταινία έχει και μια αισθαντικότητα που τη χρωστάμε στην Άρτα. Το πρόσωπό της, η φωνή της, ο τρόπος που κινείται, η προφορά με την οποία μιλά γαλλικά... Θα φταίει βέβαια και η δική μας κάμερα που βλέπει έτσι τα πράγματα, γιατί η ταινία μιλά επίσης και για μια ερωτική ιστορία.

Διεθνή media:
«Η ερμηνεία της Ντομπρόσι ανταποκρίνεται πλήρως στην πρόκληση του ρόλου. Είναι αβίαστη, αλλά αφοσιωμένη, και σε κάνει να αισθάνεσαι συμπάθεια για μια γυναίκα που έχει συνηγορήσει με προθυμία για μια αλληλουχία φρικτών καθηκόντων. [...] Η σιωπή της Λόρνα σε χτυπά στο πρόσωπο σαν ένα χαστούκι που σου χρειάζεται για να σε επαναφέρει ξανά στην πραγματικότητα... Μια δυνατή ταινία από δυνατούς σκηνοθέτες...».
(James Rocchi, Cinematical)

«Το πώς η σιωπή της Λόρνα την εμπλέκει στο τι θα ακολουθήσει, παρά τις καλές της προθέσεις, επιβεβαιώνει την απροκάλυπτη μαεστρία των αδερφών Νταρντέν να ενορχηστρώνουν μεγάλα δράματα, την αναγνώριση των ξαφνικών, βίαιων τρόπων με τους οποίους η ζωή και οι προσδοκίες ενός ανθρώπου μπορούν να έρθουν τα πάνω κάτω [...]. Μπορεί η ταινία να μην έχει τις δραματικές εντάσεις του προηγούμενου έργου τους, αλλά οι χαμηλοί τόνοι, η άψογα οργανωμένη δομή και η υποδειγματική ερμηνεία της σχετικά νεοφερμένης στο χώρο Άρτα Ντομπρόσι, θα ξεσηκώσει το ενδιαφέρον των arthouse κινηματογράφων και θα κερδίσει την αποδοχή των διεθνών φεστιβάλ».
(
Justin Chang, Variety)

«Οι αδερφοί Νταρντέν συνεχίζουν την αξιοθαύμαστη σειρά ταινιών τους, μετά το βραβευμένο με το Χρυσό Φοίνικα “Το παιδί”, το 2005».
(Matt Noler, The house next door)

Ένα Σχόλιο με αφορμή την ταινία :

Αναζητώντας έναν Ντοστογιέφσκι για τον κινηματογράφο του εικοστού πρώτου αιώνα:
Κάπως έτσι φτάνει κανείς και στους αδερφούς Νταρντέν και το έργο τους. Η κάμερά τους, σαν όπλο που σημαδεύει, στρέφεται σε άλλο ένα έγκλημα και την τιμωρία του. Ένα έγκλημα της διπλανής πόρτας, που το ακολουθεί μια τιμωρία που δεν επιβάλλεται από έναν εξωτερικό παράγοντα, αλλά έρχεται από μέσα, από τα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης. Το έγκλημα, η σύγκρουση, η ηθική κρίση, η συγχώρεση, ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τις αποφάσεις που πήρε και με τις αποφάσεις που του επιβλήθηκαν, η ανάγκη για απόδραση σε έναν άλλο κόσμο, αυτά είναι τα στοιχεία στα οποία έχουν αδυναμία οι Βέλγοι κινηματογραφιστές και για τα οποία, αντίθετα από ό,τι κάνει η ηρωίδα της τελευταίας τους ταινίας, δεν μπορούν να σιωπήσουν
Στο στόχαστρο μπαίνει η Λόρνα, μια γυναίκα σαν αγριόχορτο, που θα μπορούσε να φυτρώσει οπουδήποτε. Όπως συμβαίνει και με όλες τις ηρωίδες των Νταρντέν, έτσι και η Λόρνα είναι κατά κάποιο τρόπο μια πολεμίστρια. Έχει κουρεμένα τα μαλλιά της κοντά, σαν να θέλει να καταργήσει τη θηλυκότητά της. Δουλεύει σκληρά και συντηρεί όχι μόνο τον ίδιο τον εαυτό της, αλλά και τον ανήμπορο σύζυγό της. Περνάει τις μέρες της φορώντας στολή εργασίας, έχοντας στο μυαλό της ως έξοδο κινδύνου την προοπτική του να κάνει μια μέρα τη δική της επιχείρηση. Είναι μετανάστρια, αλλά μιλάει απταίστως τη γλώσσα της χώρας που τη φιλοξενεί (όσο κι αν μιλάει στη μητρική της γλώσσα στον άνθρωπο που αγαπάει). Έτσι απασχολεί το σώμα και το πνεύμα της. Το σώμα της, όμως, μπορεί να γίνει ένα προϊόν. Στον καπιταλιστικό, «ανεπτυγμένο» κόσμο, το σώμα ενός ανθρώπου γίνεται κιβώτιο: ό,τι και να περιέχει, πωλείται και εξαγοράζεται με τρόπο υπόγειο. Η Λόρνα γίνεται αναλώσιμη, αλλά θέλει να γίνει αιώνια.
Και γίνεται αιώνια, μέσα στο σύμπαν που χτίζουν οι δύο αδερφοί από το Βέλγιο. Η Λόρνα γίνεται πια ένα σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Ο κινηματογράφος των αδερφών Νταρντέν, καθαρά ανθρωποκεντρικός, δεν είναι απλώς ένας κινηματογράφος των ηθικών διλημμάτων. Οι σκηνοθέτες δεν μιλούν απλώς για μια κοινωνία που σπάει τους κώδικες της ηθικής της. Συλλαμβάνουν εικόνες ενός κόσμου που έχει προ πολλού ξεχάσει το τι είναι σωστό και τι λάθος. Ένας κόσμος α-ήθης, κι όχι ανήθικος. Οι άνθρωποι είναι ικανοί και για το καλύτερο και για το χειρότερο. Και ενώ ξέρουν τι πρέπει να κάνουν για να κατακτήσουν το πρώτο, επιλέγουν στο τέλος το δεύτερο. Κανείς δεν είναι γνήσια κακός ή γνήσια καλός -αλλά σημασία έχει το να διαλέξεις πλευρά. Η Λόρνα, παγιδευμένη ανάμεσα στην αθωότητα και τη διαφθορά, δε διαλέγει. Αισθάνεται πιόνι στο πλαίσιο ενός μεγαλύτερου παιχνιδιού. Γι΄αυτό και όταν αποφασίζει να ξεφύγει από αυτό, παίρνει ένα δρόμο διπλής κατεύθυνσης. Στρέφεται μέσα της, στην κοιλιά της, και μαζί στρέφεται σε μια άγνωστη δύναμη μακριά από αυτήν, στον ουρανό, σαν να περιμένει έναν από μηχανής θεό που έτσι κι αλλιώς εμείς οι υπόλοιποι δεν μπορούμε να δούμε.
Αυτό το κομμάτι που δεν μπορούμε να δούμε, αυτό μεταφράζουν οι σκηνοθέτες στη γλώσσα του κινηματογράφου. Αν ο κινηματογράφος μπορεί να γίνει ένας καθρέφτης που αντανακλά την κοινωνία, οι αδερφοί από το Βέλγιο έχουν βρει τον τρόπο να το κάνουν αυτό, καθρεφτίζοντας μαζί και τις περιπέτειες της ανθρώπινης ψυχής. Οι ήρωές τους, σκληροί εξαιτίας του κοινωνικού τους περιγύρου, γίνονται λείες επιφάνειες, καθρέφτες όπου μπορούμε και εμείς να δούμε το παραμορφωμένο μας πρόσωπο. Και ας μην μπορούμε να αρθρώσουμε κουβέντα. Καμιά φορά είναι ο ήχος της σιωπής που ακούγεται δυνατότερα.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Εξομολόγηση ενός οικονομικού δολοφόνου του Στέλιου Κούλογλου


ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ
(Apology of an economic hitman)
http://www.hitmanapology.com

Δύο πρόεδροι της Λατινικής Αμερικής πεθαίνουν κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Πίσω από την δολοφονίες βρίσκονται τα τσακάλια της CIA και μια ομάδα οικονομικών δολοφόνων. Ενα στέλεχος της ομάδας αποκαλύπτει την αλήθεια σε ένα εξαγριωμένο πλήθος, κάπου στην Λατινική Αμερική...

Σύνοψη:
Ο Τζον Πέρκινς από το 1971 έως το 1981 εργάστηκε στην πολυεθνική εταιρία συμβούλων Chas. T. Main ως οικονομολόγος. Στην πραγματικότητα όμως ήταν ένας Οικονομικός Εκτελεστής, στρατολογημένος από τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών. Οπως ειχε ορκισθεί όταν στρατολογήθηκε,κράτησε το στόμα του κλειστο ώσπου με αφορμή τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, αποφάσισε να εκθέσει δημοσίως τη αθέατη πλευρά της αμερικανικής εταιρειοκρατίας, συγγράφοντας την <Εξομολόγηση ενός Οικονομικού Δολοφόνου>. Στο βιβλίο αυτό βασίστηκε το ομότιτλο ντοκιμαντέρ του δημοσιογράφου Στέλιου Κούλογλου. Ο Τζον Πέρκινς υπήρξε ένα από τα εξέχοντα μέλη της μυστικής ομάδας των «οικονομικών δολοφόνων», οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ψευδείς οικονομικές αναφορές, εξαγορές, εκβιασμούς, σεξ και φόνους για να εξαπλωθεί η αμερικανική αυτοκρατορία μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά από μια μακρόχρονη εσωτερική μάχη που καταγράφει το διλμ, ο Πέρκινς συναντά στον Ισημερινό την κόρη του δολοφονημένου προέδρου της χώρας και μιλά μπροστά σ’ ένα εξαγριωμένο Λατινοαμερικάνικο κοινό.

Βασισμένο σε σπάνιο προπαγανδιστικό υλικό, με δραματοποιημένες στυλ φιλμ- νουάρ σκηνές, κι αποκλειστικές εξομολογήσεις του best seller συγγραφέα (Confessions of an Economic Hit Man, The Secret History of the American Empire), αυτό το συναρπαστικό ντοκιμαντέρ, ρίχνει φως στους άγνωστους μηχανισμούς που χρησιμοποιούν αυτοί που κυβερνούν σήμερα τον κόσμο μας, στις ρίζες της ισλαμικής τρομοκρατίας, και τους λόγους που ένα τόσο μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού ζει στα όρια της ανέχειας.
Η απόλυτη απάντηση στην ερώτηση του Μπους: «Γιατί μας μισούν;»

Σημείωμα σκηνοθέτη:
«Αυτό είναι φιλμ νουάρ», σκέφτηκα μόλις διάβασα την ιστορία των οικονομικών εκτελεστών. Μία σέξυ femme fatale, διαφθορά και δολοφονίες, κρυφές συναντήσεις των «τσακαλιών» της αυτοκρατορίας σε δωμάτια γεμάτα καπνό. Αφήγηση του πρωταγωνιστή, παγιδευμένου σε μια ανεπιθύμητη κατάσταση, φλας μπακ στη γέννηση των οικονομικών εκτελεστών και ματιές στο μέλλον,δηλαδή στη λεηλασία του Ιράκ.
Χρησιμοποίησα όλες τις τεχνικές του φιλμ νουάρ, για να φτιάξω ένα ντοκιμαντέρ που εξιστορεί την πραγματική ιστορία του κόσμου μας.
Το μήνυμα των φιλμ νουάρ είναι συχνά απαισιόδοξο.. Αλλά η πλοκή και οι τελευταίες σκηνές της ταινίας, όπου ο πρωταγωνιστής απολογείται μπροστά στο λαό του Ισημερινού για τις πράξεις του, δίνουν μια νότα αισιοδοξίας: σε ένα κόσμο γεμάτο κυνισμό και πολέμους, υπάρχει πάντα χώρος για μετάνοια κι ελπίδα.»
Στέλιος Κούλογλου, Μάρτιος 2008
Η αντίδραση του Τζον Πέρκινς, όταν είδε την ταινία:
Είμαι βαθιά εντυπωσιασμένος- πρόκειται για ένα πολύ δυνατό και καλοφτιαγμένο φιλμ. Νομίζω ότι θα καθιερωθεί ως κλασσικό, ο κόσμος θα το βλέπει για δεκαετίες, αρκεί να τον ενδιαφέρει έστω και λίγο η ιστορία του τελευταίου μισού του 20ου αιώνα. Αφηγείται την ιστορία μιας αυτοκρατορίας- και τις επιπτώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο- με ένα ιδιαίτερο και εύκολα κατανοητό τρόπο. Σοκαρίστηκα από το μέγεθος της παραγωγής και την αφοσίωση σου. Το αρχειακό υλικό για τον Ρόλντος (πρωην πρόεδρος Ισημερινου) και τον Τορίχος (πρώην πρόεδρος του Παναμά) με έκανε να δακρύσω. Τα περισσότερα από αυτά τα έβλεπα για πρώτη φορά. Ο τρόπος που ενσωμάτωσες τα διαφημιστικά της Ford Motor Co με την επίθεση στη Βαγδάτη και το Ρόμπερτ ΜακΝαμάρα είναι εξαιρετικός. Με τιμά ιδιαίτερα που ενέπνευσα εσένα και το συνεργείο σου. Είσαι μάστερ! (προσωπικό e-mail προς το Στέλιο Κούλογλου)

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΤΕΛΙΟΥ ΚΟΥΛΟΓΛΟΥ

Ο Στέλιος Κούλογλου είναι δημοσιογράφος. Είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών και σπούδασε δημοσιογραφία στο Παρίσι, στο Τόκιο και στην Ινδία. Ξεκίνησε να δημοσιογραφεί το 1981 στο «Aντί» και αργότερα εργάστηκε ως πολιτικός συντάκτης στο "Βήμα". Διετέλεσε ανταποκριτής της εφημερίδας "Αυγή" στο Παρίσι και το 1989 εγκαταστάθηκε στην Μόσχα απ όπου κάλυψε τις εξελίξεις στην Σοβιετική Ένωση και τις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες για λογαριασμό του ραδιοσταθμού "Sky" και της εφημερίδας "Καθημερινή". Τα χρόνια 1992-95 κάλυψε ως ειδικός απεσταλμένος τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Επίσης αρθρογραφεί σε περιοδικά και έχει γράψει 7 βιβλία. Το τελευταίο του βιβλίο («Μην πας ποτέ μόνος στο ταχυδρομείο»), είναι best seller με περισσότερα από 35.000 αντίτυπα.
Από το 1996 ο Κούλογλου επιμελούνταν και παρουσίαζε την εκπομπή Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα στη δημόσια τηλεόραση (Ε.Ρ.Τ.). Το Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα ήταν μια ωριαία εβδομαδιαία εκπομπή ντοκιμαντέρ πάνω σε διεθνή και ελληνικά ιστορικά και σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα, εστιάζοντας κυρίως στις εμπειρίες των πρωταγωνιστών τους αλλά και των απλών ανθρώπων. Από το 1996, οπότε και ξεκίνησε, η εκπομπή βρισκόταν στον κατάλογο των καλύτερων τηλεοπτικών προγραμμάτων και επιλέχθηκε για να αντιπροσωπεύσει την Ελλάδα σε διεθνή φεστιβάλ ντοκιμαντέρ. Βραβεύθηκε τέσσερις φορές ως η καλύτερη ελληνική ενημερωτική εκπομπή. Το Σεπτέμβριο του 2000 και 2001 της απονεμήθηκε το "Euro-Comenius", το ευρωπαϊκό βραβείο για ιστορικά ντοκιμαντέρ.
Από τον Οκτώβριο του 2005 επιμελούνταν και παρουσίαζε την εκπομπή "Θεματική Βραδιά" στην ΕΤ1.
Συγγραφέας και σκηνοθέτης πολλών ντοκιμαντέρ μεταξύ των οποίων το βραβευμένο: “Κομμουνισμός: η μεγάλη ουτοπεία του 20ου αιώνα ” (Καλύτερο Ελληνικό Ντοκιμαντέρ-2000, Βραβείο Eurocomenius -2000, για το καλύτερο Ιστορικό ντοκιμαντέρ Ευρωπαϊκής παραγωγής), “Ο Αγώνας του Θανάτου”(Βραβείο Eurocomenius -2002) και “Whistleblowers”. Director for the French-German ARTE channel.
Έχει γράψει πάνω από 150 σενάρια για ντοκιμαντέρ και οχτώ βιβλία.
Φιλμογραφία:
- The crusade of an Archbishop (2000 Αrte) - Ο Αγώνας του Θανάτου (2002)- Whistleblowers (2004)

Σενάριο/ Σκηνοθεσία: Στέλιος Κούλογλου
Παραγωγός: Σπύρος Μαυρογένης
Συμπαραγωγοί: Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ΕΡΤ ΑΕ, Στέλιος Κούλογλου, Ηλίας Μπόβαλης, Kenan Akkawi, Ιωάννα Λουλουδή
Διεύθυνση φωτογραφίας: Διονύσης Ευθυμιόπουλος, Μανώλης Κονσολάκης.
Εκτέλεση παραγωγής: Ηλίας Μπόβαλης, Λίλυ Γρυπαίου
ASSOSIATED PRODUCER: MOXIE FILMS
Μοντάζ: Kenan Akkawi
Σχεδιασμός ήχου: Περσεφόνη Μίλιου
Μιξάρισμα ήχου: Echo Studios, Κώστας Βαρυπομπιώτης
Έρευνα και αρχειακό υλικό: Ιωάννα Λουλούδη
Έρευνα: Μαρία Λιβανού, Δάφνη Σκαγκλιώνη, Κωνσταντίνος Τσαλάκος
Μουσική: ACTIVE MEMBER
Μουσική βιβλιοθήκη: Funkey Studios, Αλέξανδρος Μαμμόπουλος
Καλλιτεχνική διεύθυνση: Έλενα Χριστούλη
Styling: Δέσποινα Χειμώνα
Παραγωγή: Lynx ΑΕ.
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Μίσσιν
Βοηθός μοντέρ: Ιωάννα Πογιατζή, Άρτεμις Αναστασιάδου, Μαϊρίλια Καλαϊτζίδου Υποτιτλισμός: Arcadia Media, Μενέλαος Κώστας
Γραφικά: Πέτρος Γκέλας, Φώτης Δορκοφύκης
Κάμερα: Δημήτρης Κασσιμάτης
VIDEO MAN: Χρήστος Αραμπατζής
Βοηθός παραγωγής: Γιώργος Περγανδός, Στράτος Κοβάνης
Βοηθός καλλιτεχνικής διεύθυνσης: Josephine Serio
Βοηθός styling: Νικολέτα Μητροφανάκη
Ηλεκτρολόγος: Παναγιώτης Μουσαφιράκης, Βαγγέλης Ρούσσης
Φωτισμός: Κώστας Γκίκας
Μακιγιάζ: Μαρίνα Στάικου
Διεύθυνση οικονομικών: Στέλλα Γεωργακοπούλου
Γραμματεία: Νίκη Δήμου
Κοστούμια: Vestiario Konsta
Ηθοποιοί:
Κωνσταντίνος Βελέντζας, Ναταλία Λιονάκη, Γιάννης Χατζηγιάννης, Τάκης Στάγκος, Γιώργος Πλακούλας, Βαγγέλης Τάσσας, Γιάννης Σκούταρης, Γιάννης Νιόρας, Νίκος Καβούρης
Διάρκεια: 89

Ημερομηνία εξόδου ΗΠΑ: 15 Αυγούστου 2008 (Pioneer Theatre, Νέα Υόρκη The Laemmle Theatre στο Λος Άντζελες 22-28 Αυγούστου 2008)
LYNX S.A.ΔΙΑΝΟΜΗ ΕΛΛΑΔΑ & ΚΥΠΡΟΣ: SEVEN FILMS ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΠΩΛΗΣΕΙΣ: DECKERT DISTRIBUTION GMBH ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΗΠΑ: MOXIE FILMS

Συμμετοχές σε Φεστιβάλ:
· 27ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου ΒανκούβερΥποψήφιο για βραβείο Καλύτερης Μη μυθοπλαστικής ταινίας
· SunDoc, Κοπεγχάγη (Οργάνωση: Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ντοκιμαντέρ, European Documentary Network (EDN))
· 61ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου ΛοκάρνοΠρεμιέρα στην Εβδομάδα Κριτικής (Semaine de la Critique)

Ξένος τύπος:
Μετα την προβολή της ταινίας στους κινηματογράφους της Νέας Υόρκης και του Λος Αντζελες καθώς στα φεστιβάλ του Λοκάρνο και του Βανκούβερ, Ιταλικές και Αμερικανικές εφημερίδες δημοσίευσαν εκτενείς κι ενθουσιαστικές κριτικές: «Χάρη στην εξαιρετική χρήση των δραματοποιημένων σκηνών, ο σκηνοθέτης κατάφερε να μετατρέψει το φιλμ σε ένα πολιτικό θρίλερ, που κρατάει πάντα σε αγωνία το κοινό .»
Coriere de la Ticino
«…το περιεχόμενο του είναι εκρηκτικό. Οτιδήποτε υποπτευόμασταν για τις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί και να είναι αλήθεια. Κάνει τα πόδια σου να τρέμουν»
Il Sole 24 Ore
“Εδώ θα βρείτε όλους τους λόγους, γιατί ο κόσμος σιχαίνεται τους «γιάνκις»… όλα αυτά έχουν ειπωθεί και στο παρελθόν, είναι αλήθεια. Το γεγονός όμως ότι έρχεται από άμεση απολογία, είναι συναρπαστικό»
Il Manifesto
«…η ταινία αποκαλύπτει μερικά ραδιουργά γεγονότα. Οι σκηνές του κοινού στο Κίτο, που ορθώνεται ενάντια στην αμερικανική πολιτική σε καθηλώνουν»
New York Times
«... ενα προκλητικό, συναρπαστικό φιλμ-νουαρ που δεν πρέπει να χάσετε. Μπορεί να αρρωστήσετε και να αισθανθείτε κατάθλιψη, αλλά μετα θα συνειδητοποιήσετε ότι παρόμοιες πρακτικές εφαρμόζονται και στην κρίση της Γουώλ Στρητ....
.90,1FM Καναδας

Tips:

Το ομότιτλο βιβλίο "Εξομολόγηση ενός οικονομικού δολοφόνου" του John Perkins, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Αιώρα", σε μετάφραση του Βασίλη Αθανασιάδη και με εισαγωγή του Στέλιου Κούλογλου.

«Αφού διαβάσετε το βιβλίο, θα βλέπετε τις ειδήσεις με άλλα μάτια».
The Guardian

Τον Τζον Πέρκινς έπεισε ο ίδιος ο Στέλιος Κούλογλου να απολογηθεί δημόσια στο λαό του Εκουαδόρ, και να μιλήσει με την κόρη του πρώην προέδρου του, τη Μάρθα Ρόλντος. Τα δικαιώματα του βιβλίου έχουν ήδη αγοραστεί για τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη, και ο Harisson Ford έχει εκδηλώσει το ενδιαφέρον του να συμμετάσχει στην ταινία.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

TO KYMA The Wave Die Welle


ΤΟ ΚΥΜΑ
Die Welle
The Wave



"Ώστε πιστεύετε ότι ακόμη μία δικτατορία δεν θα ήταν εφικτή στη Γερμανία...?"
("Ράινερ Βένγκερ")

Σκηνοθεσία: Dennis Gansel
Σενάριο: Dennis Gansel, Todd Strasser, Peter Thorwarth
Παίζουν: Jurgen Vogel, Frederick Lau, Max Riemelt, Jennifer Ulrich, Christiane Paul, Cristina do Rego, Jacob Matschentz, Elyas M'Barek, Maximillian Vollmer, Maximillian Mauff
Διάρκεια: 101'
Είδος: Δραματικό Πολιτικό Θρίλερ
Γλώσσα: Γερμανική
Παραγωγή: Rat Pack Filmproduktion, Christian Becker, Constantin Film
Διεθνής εκμετάλλευση: Cellloid dreams
Βραβείο / Διακρίσεις/ Υποψηφιότητες:
· Χάλκινο βραβείο καλύτερης ταινίας & Χρυσό βραβείο Δεύτερου Ανδρικού Ρόλου (για τον Frederick Lau) στα German Film Awards.
· Υποψηφιότητα για το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής για την Καλύτερη Διεθνή Ταινία στο Φεστιβάλ του Sundance για το 2008.
· Στις 10 επικρατέστερες, για καλύτερη ταινία στα European Film Awards 2008


Σύνοψη
Ένα πείραμα σε ένα σχολείο της Γερμανίας ξεκινά με τις καλύτερες των προθέσεων, αλλά εξελίσσεται σε κάτι άγριο και βίαιο. Ο Ράινερ Βένγκερ, καθηγητής Λυκείου με αναρχικό παρελθόν και πρωτοποριακές ιδέες για την εκπαίδευση, αναλαμβάνει, στο πλαίσιο του μαθήματος της πολιτικής θεωρίας, να διδάξει στους φοιτητές του για την τυραννία. Ο ίδιος, βέβαια, θα προτιμούσε να αναλάβει να μιλήσει για την αναρχία, αλλά σε αυτό τον έχει προλάβει ένας αυστηρός καθηγητής της παλιάς σχολής. Προκειμένου, λοιπόν, να κάνει το μάθημα πιο ενδιαφέρον και με αφορμή το σχόλιο ενός μαθητή του πως «δεν μπορεί σήμερα να ξαναυπάρξει φασισμός, σοφίζεται ένα παιχνίδι ρόλων: Ο ίδιος αναλαμβάνει το ρόλο του ηγέτη και οι μαθητές του το ρόλο των ακολούθων του. Οι τελευταίοι ανταποκρίνονται με ενθουσιασμό στις ανάγκες του «ρόλου». Πειθαρχούν με χαρά σε μια σειρά κανόνων συμπεριφοράς, ονοματίζουν την μικρή κοινωνία τους «Το κύμα», φορούν ένα είδος ενιαίας στολής, επινοούν έναν κοινό χαιρετισμό, φιλοτεχνούν ένα διακριτικό σήμα, μαθαίνουν τελικά να αντιλαμβάνονται ο ένας τον άλλο ως μέλη μιας εκλεκτής ομάδας, όπου όλοι είναι ίσοι με όλους. Ο Μάρκο, γιος διαλυμένης οικογένειας, είναι ίσος επιτέλους με τον πλούσιο συμμαθητή του. Η ντροπαλή, συνεσταλμένη Λϊζα είναι ίση επιτέλους με τα άλλα, δημοφιλή κορίτσια. Ο Τιμ, που βρισκόταν πάντα στο περιθώριο και κινούνταν καμιά φορά και εκτός νόμου, μπαίνει επιτέλους στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και αισθάνεται χρήσιμος. Ο Ντένις, που ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο και αναζητά διαρκώς το νόημα, διοχετεύει επιτέλους κάπου το πάθος του. Ένας μαθητής Τούρκικης καταγωγής είναι ίσος με τον Γερμανό. Μόνο που αν για τα μέλη της ομάδας όλα φαίνονται σωστά, όσοι βρίσκονται στην απ' έξω δείχνουν την δυσπιστία, αν όχι την αγωνία τους. Πρώτες πρώτες, η σύζυγος του Ράινερ, και αυτή καθηγήτρια στο ίδιο σχολείο, αλλά και η νεαρή Κάρο, το κορίτσι του Μάρκο που βρέθηκε στην ομάδα, εξοστρακίστηκε γιατί αρνήθηκε να φορέσει το ίδιο λευκό πουκάμισο με τους υπόλοιπους και παλεύει να δείξει στους υπόλοιπους το πόσο επικίνδυνες είναι οι νέες ιδέες του. Κανείς όμως δεν μπορεί να σταματήσει το «Κύμα» και την καταστροφή που φέρνει μαζί του…

Η ταινία βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο του Martin Rhue (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Todd Strasser), υποχρεωτικό ανάγνωσμα σε πολλά σχολεία της Γερμανίας, που με τη σειρά του είναι εμπνευσμένο από πραγματική ιστορία. Το 1967, ένας καθηγητής ιστορίας στο Λύκειο Cubberley του Πάλο Άλτο με το όνομα Ron Jones εφάρμοσε ένα αντίστοιχο πείραμα στους μαθητές του. Όταν, κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος όπου δίδασκε για τον Εθνικό Σοσιαλισμό, ένας μαθητής του τον ρώτησε για το πώς θα μπορούσε ο λαός της Γερμανίας να αγνοεί για τη σφαγή του Εβραϊκού πληθυσμού, ο καθηγητής δεν μπόρεσε να απαντήσει. Αντ' αυτού όμως, αποφάσισε να δώσει μια μικρή γεύση από τις συνθήκες της εποχής που μελετούσαν. Έτσι, οργάνωσε την τάξη σε μια ομάδα (με το κάθε άλλο παρά αθώο όνομα «το Τρίτο Κύμα», μια άμεση αναφορά στο Τρίτο Ράιχ), πρότεινε σκληρά κανονιστικά μέτρα και εφάρμοσε σε λίγη ώρα ένα μικρό πρόγραμμα αυστηρής πειθαρχίας μέσα στην τάξη, έκπληκτος με την προθυμία με την οποία τον υπάκουαν οι μαθητές του. Το όλο εγχείρημα, που θα κρατούσε μία μόλις μέρα, εξαπλώθηκε ραγδαία σε όλο το σχολείο, όσοι είχαν αντίθετη γνώμη γνώριζαν έναν άτυπο αποκλεισμό, τα μέλη της πρώτης ομάδας άρχιζαν να κατασκοπεύουν το ένα το άλλο, και όσοι αρνούνταν να συμμορφωθούν έπεφταν θύματα βίας. Ο Jones κλήθηκε να επιβάλλει την τάξη μετά από πέντε μέρες. Και τα κατάφερε.

Η δήλωση του σκηνοθέτη
«Έδειχνα ανέκαθεν ειδικό ενδιαφέρον για την ιστορία της Ναζιστικής Γερμανίας. Για το αν θα μπορεί να υπάρξει φασισμός ξανά, για το πώς λειτουργεί το φασιστικό σύστημα, το πώς μπορεί να εκτροχιαστούν οι άνθρωποι από το δρόμο τους. Ήταν κάτι που πάντα με συνάρπαζε. Υποθέτω πως αυτό έχει να κάνει και με την ιστορία της οικογένειάς μου. Ο παππούς μου ήταν αξιωματικός του Τρίτου Ράιχ, κάτι για το οποίο ο πατέρας μου, αλλά και οι δύο θείοι μου, συνάντησαν πολλά και διάφορα προβλήματα στη ζωή τους. Όταν ήμουν νέος συχνά αναρωτιόμουν για το τι θα έκανα αν θα βρισκόμουν σε μια κατάσταση σαν κι αυτή του παρελθόντος. Στο "Wave" η ερώτησή μου είναι το πώς θα μπορούσε να δουλεύει σήμερα ο φασισμός. Θα ήταν πιθανός σήμερα; Θα μπορούσε να ξανασυμβεί αυτό το πράγμα, εδώ και τώρα, σε ένα συνηθισμένο σχολείο στη Γερμανία;... Και πάλι, όταν ήμουν νέος πάντα ευχόμουν να υπήρχε κάτι με το οποίο θα μπορούσα να ταυτιστώ. Ζήλευα τους γονείς μου που έζησαν τη δεκαετία του '60 και το φοιτητικό κίνημα, όπου οι άνθρωποι είχαν ένα είδος κοινού στόχου, προσπαθώντας να αλλάξουν το κόσμο και να κάνουν τη διαφορά. Εγώ μεγάλωσε στη δεκαετία του '80 και του '90, όταν πια υπήρχαν χιλιάδες πολιτικά ρεύματα και ομάδες, αλλά καμιά πραγματική κατεύθυνση. Δεν μπορούσα να ενθουσιαστώ με τίποτα. Κι αυτό μου έλειπε. Αυτό νομίζω πως λείπει και από τα παιδιά σήμερα. Εννοώ, δεν μπορούμε να ορίζουμε τους εαυτούς μας μόνο μέσα από τη μουσική και το ντύσιμο. Νομίζω πως οι άνθρωποι έχουν μια βαθιά ανάγκη για την ουσία, μια ανάγκη που γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Η τάση για τον ατομικισμό και την ιδιώτευση, τη διάσπαση της κοινωνίας σε μικρές ομάδες, δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Σε κάποιο σημείο θα βρεθεί ένα τεράστιο κενό. Και τότε ο κίνδυνος θα είναι ότι κάποιος «-ισμός» θα ξεπεταχτεί και θα θελήσει να γεμίσει αυτό το κενό».

Βιογραφικό του σκηνοθέτη:
Ο Dennis Gensel γεννήθηκε το 1973 στο Ανόβερο. Ενώ σπούδαζε στην Κινηματογραφική Ακαδημία του Μονάχου, γύρισε τις μικρού μήκους «The Wrong Trip» και «Living Game» το 1995 και 1996. Και στις δύο ήταν παραγωγός ο συμφοιτητής του Christian Becker (παραγωγός και του «The Wave») και κέρδισαν το βραβείο F.W.Murnau για την καλύτερη ταινία μικρού μήκους. Μετά την αποφοίτησή του, γύρισε την πρώτη του ταινία «The Phantom» για τη γερμανική τηλεόραση, ένα πολιτικό θρίλερ για την RAF, όπου συνεργάστηκε ξανά με τον Becker αλλά και τον Jurgen Vogel, (τον πρωταγωνιστή του «The Wave»). Το 2001 γύρισε την πρώτη του κινηματογραφική ταινία, τη νεανική σεξοκωμωδία «Girls on top» που γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Το 2004 γύρισε το «Before the fall», μια ιστορία για ένα εσωτερικό σχολείο για νεαρούς Ναζί, σε σενάριο του ιδίου και της Maggie Peren, που διακρίθηκε με πολλά βραβεία σε Φεστιβάλ του εξωτερικού.

Διεθνή media
«Πανέξυπνη εξέταση της σταδιακής δηλητηρίασης ενός Γερμανικού Λυκείου από το φασισμό... Ειδικά ο Βόγκελ είναι εξαιρετικός στην κλιμάκωση του χαρακτήρα του, καθώς το ευχάριστό του πρόσωπο σκληραίνει καθώς γίνεται ο δικτάτορας που φοβόταν».
(James Greenberg, Hollywood Reporter)

«Το να αποκαλέσει κανείς το "The Wave" το γερμανικό "Fight Club" θα ήταν μαζί ακριβές αλλά και παραπλανητικό… Το "Wave" είναι ένα πιο προσγειωμένο δράμα με ένα συγκεκριμένο φόκους: Το να κοιτάξει βαθιά στα μάτια της σημερινής νεολαίας και να συναντήσει εκεί μέσα ακόμα και τους παππούδες της… Στο σύνολό της, μία από τις πιο δελεαστικές “προσφορές” του Sundance».
(Ryan Stewart, Premiere)

«Ο σκηνοθέτης κρατά την ενέργεια της ταινίας σε πολύ υψηλά επίπεδα, με αλλεπάλληλους τριγμούς και το σενάριό του (που έγραψε σε συνεργασία με τον Peter Thorwarth) διατηρεί την σκοπιά του πρωτότυπου πειράματος, ενώ χτίζει αποτελεσματικά την κορύφωση και αναπτύσσει προσεκτικά τους χαρακτήρες του».
(Cody Clark, Daily Herald)



Ένα Σχόλιο:
Από όλα τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τουλάχιστον για τον εικοστό, αν όχι για περισσότερους αιώνες, ίσως μόνο η άνοδος του ναζισμού και τα παρεπόμενά του συνάντησε τη δριμεία καταδίκη που του αναλογούσε. Μπήκε με αρνητικό πρόσημο σε όλα τα ευρωπαϊκά Συντάγματα, η θλίψη που τον ακολούθησε επηρέασε την πολιτική σκέψη, την τέχνη την φιλοσοφία, που έμπαιναν πλέον σε νέα μονοπάτια, αφηγηματικά ενέπνευσε μια ολόκληρη εποποιία για τους διασωθέντες. Οι Γερμανοί, τόσο στον καθημερινό λόγο όσο και στην επίσημη γλώσσα του κράτους, υπονοούν ακόμα και σήμερα μια διάθεση απολογίας, οι Εβραίοι συνέδεσαν άρρηκτα το όνομά της φυλής τους με το ολοκαύτωμα, η Ευρώπη ατενίζει το κοντινό παρελθόν της με λύπη και αποδοκιμασία. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η Γηραιά Ήπειρος δεν έχει ξεχάσει.Όσο εύκολο είναι να αποδοκιμάζει κανείς σήμερα, στην Ευρώπη των ανοιχτών συνόρων, της «ελεύθερης» αγοράς, της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, ένα απολυταρχικό πολιτικό σύστημα και τη βίαια επιβολή ανθρώπου εις άνθρωπον, άλλο τόσο δύσκολο είναι το να βρει κανείς τη ρίζα του κακού, που δεν είναι μια άγνωστη, αφηρημένη δύναμη, αλλά κάτι που φωλιάζει σπερματικά στην ανθρώπινη φύση. Ο καθένας είναι ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο. Ακόμα και αν στοχεύει στο πρώτο, μπορεί να καταλήξει στο δεύτερο.
Το ίδιο κάνουν οι χαρακτήρες που παρασέρνει το «Κύμα»: Οι νεαροί μαθητές ξεκινούν για να αλλάξουν τον κόσμο που τους παραδίδεται –ανεργία, φτώχεια, χάος, πληροφοριακή βόμβα, «έξυπνες» βόμβες, celebrities πιο δημοφιλείς κι από πολιτικές πρόσωπα, απώλεια «Μεγάλων αφηγήσεων», ενοποιητικών ιδεών, ο Θεός πέθανε, ο Μαρξ πέθανε, οι γονείς είναι του «εξήντα οι εκδρομείς» και τα παιδιά τους αμήχανοι παρατηρητές ενός κόσμου που αλλάζει συνέχεια. Πρόκειται όμως για την εποχή των άκρων. Οι νέοι ξεκινούν από το ένα άκρο και καταλήγουν στο άλλο, με την ίδια ευκολία που πλοηγείται κανείς στο διαδίκτυο: από τη μία σελίδα στην άλλη. Από τη μία σελίδα της ιστορίας στην άλλη, και πάλι από εκεί που ξεκίνησαν. Όταν ο ιδεαλισμός δεν βρίσκει αντίκρισμα, μπορεί να γίνει επικίνδυνος.
Αν όμως αυτά ακούγονται αφηρημένα, η έβδομη τέχνη είναι εδώ για να τα φέρνει στη γη, δείχνοντάς μας εκδοχές του εαυτού μας σε μεγέθυνση. Αν προσπαθούσε βέβαια κανείς να βγάλει συμπεράσματα και απαντήσεις για το τι πήγε στραβά στην ιστορία αυτού του κόσμου, μέσα σε 101 λεπτά κινηματογραφικού χρόνου, θα ήταν ή αφελής ή αγνώμων -ειδικά σε μια εποχή στην οποία «κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα». Αν από την άλλη όμως, αν κανείς προσπαθούσε να αρνηθεί τη δύναμη του κινηματογραφικού μέσου ως ιδεολογικού μηχανισμού, θα εθελοτυφλούσε. Στην περίπτωση του «Κύματος», το σινεμά γίνεται το ιδανικό όχημα για να περιγράψει μια νέα συνθήκη ολοκληρωτισμού, αυτής που λαμβάνει χώρα στο γόνιμο, λόγω της αθωότητάς του, πεδίο της εφηβικής ψυχής. Σενάριο «βγαλμένο από τη ζωή», όπως θα έλεγε κάποιο κλισέ, και την ίδια στιγμή larger than life, η ιστορία για μια τάξη στη Γερμανία που καταλήγει να αυτοπροσδιορίζεται ως περιούσιος πληθυσμός, διδάσκει, χωρίς διδακτισμό, απλά αλλά ποτέ απλοϊκά, ένα από τα πιο έντονα σε ρυθμούς και συναισθηματικά φορτισμένα μαθήματα κινηματογράφου στην ιστορία του μέσου.
Και ο σκηνοθέτης της το πετυχαίνει, με τον τρόπο που το έκανε και ο μαθητής που ξεσήκωσε το «Κύμα»: με μια ερώτηση!
Στους εαυτούς μας και στους γύρω μας:
«Μπορεί να ξαναγεννηθεί ο ναζισμός;».
Μπορεί να υπάρξει ένας άλλος κινηματογράφος;



ΙΣΤΟΡΙΚΟ:
Οι λεπτομέρεις του "πειράματος" αυτού δεν έγιναν γνωστές για αρκετά χρόνια, παρά το μεγάλο ενδιαφέρον του. Το 1972 ο Τζόουνς δημοσίευσε ένα διήγημα όπου περιέγραφε ορισμένες λεπτομέρειες, και το 1981 διασκευάστηκε σε ταινία (κερδίζοντας βραβείο Έμμυ). ο συγγραφέας Τοντ Στράσσερ, με το ψευδώνυμο Μόρτον Ρου, έγραψε το μυθιστόρημα “Το Κύμα”, βασισμένο πάνω στην ταινία αλλά και τη διήγηση του Τζόουνς. Το βιβλίο γνώρισε επιτυχία, και στη Γερμανία προτεινόταν σαν ανάγνωσμα στα σχολεία. Διασκευάστηκε σε θεατρικό έργο και μιούζικαλ. Αργότερα, ο Τζόουνς αποκάλυψε την πλήρη δική του εκδοχή της ιστορίας, ορισμένες λεπτομέρεις από την οποία αμφισβητήθηκαν, κυρίως για το μέγεθος που απέκτησε το φαινόμενο μέσα στο σχολείο, αλλά και το κατά πόσον οι μαθητές μέλη του Κύματος συμμετείχαν όλοι σοβαρά. Το πείραμα προσέλκυσε το ενδιαφέρον του ψυχολόγου Φίλιπ Ζιμπάρντο, που αρκετά αργότερα διεξήγαγε το πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ, που και αυτό αφορούσε συνθήκες υπακοής/καταπίεσης.







ΤΟ
ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΠΟΥ ΒΑΣΙΣΤΗΚΕ Η ΤΑΙΝΙΑ

ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΥΜΑ
του Ron Jones (1972)

Για χρόνια κρατούσα ένα παράξενο μυστικό. Μοιραζόμουν αυτή τη σιωπή με διακόσιους μαθητές. Χτες συνάντησα έναν από αυτούς τους μαθητές. Για μια στιγμή όλα ξαναγύρισαν στο μυαλό μου. Ο Στηβ Κονίτζιο ήταν μαθητής μου στο μάθημα της Παγκόσμιας Ιστορίας. Πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλον μάλλον τυχαία. Είναι μια από αυτές τις συμπτώσεις που συμβαίνουν στους καθηγητές, τη στιγμή ακριβώς που δεν το περιμένουν. Περπατάς στο δρόμο, τρως σ’ ένα απόμερο εστιατόριο, ή βρίσκεσαι να αγοράζεις εσώρουχα, όταν εντελώς ξαφνικά ένας πρώην μαθητής σου πετάγεται από το πουθενά και σου λέει καλημέρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο Στηβ να τρέχει στο δρόμο φωνάζοντας «Κύριε Τζόουνς, κύριε Τζόουνς!». Χαιρετιόμαστε μ’ ένα αμήχανο αγκάλιασμα. Έπρεπε να σταθώ για ένα λεπτό για να θυμηθώ. Ποιος είναι αυτός ο νεαρός που με αγκαλιάζει; Με φωνάζει κύριο Τζόουνς. Θα πρέπει να είναι πρώην μαθητής. Πως τον λένε; Στα κλάσματα δευτερολέπτου που διήρκεσε το ταξίδι μου πίσω στο χρόνο, ο Στηβ αντιλήφθηκε την απορία μου και έκανε ένα βήμα πίσω. Μετά χαμογέλασε, και αργά σήκωσε το χέρι του, κρατώντας το κάπως λυγισμένα. Θεέ μου, ήταν μέλος του Τρίτου Κύματος. Είναι ο Στηβ, ο Στηβ Κονίτζιο. Καθόταν στη δεύτερη σειρά. Ήταν ευαίσθητος και ξύπνιος μαθητής. Έπαιζε κιθάρα και του άρεσε το θέατρο.
Στεκόμασταν ακίνητοι ανταλλάσσοντας χαμόγελα, όταν, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, σήκωσα το χέρι μου κρατώντας το σε σχήμα καμπύλης. Ο χαιρετισμός είχε δοθεί. Δύο σύντροφοι συναντιούνταν χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Το Τρίτο Κύμα ήταν ακόμα ζωντανό. «Κύριε Τζόουνς, θυμάστε το Τρίτο Κύμα;». Φυσικά και το θυμάμαι, ήταν ένα από τα πιο τρομακτικά γεγονότα που βίωσα μέσα στην σχολική αίθουσα. Και ήταν συγχρόνως η γέννηση ενός μυστικού που εγώ και διακόσιοι μαθητές θα μοιραζόμασταν θλιμμένα για το υπόλοιπο της ζωής μας.
Μιλούσαμε και γελούσαμε με το Τρίτο Κύμα για τις επόμενες ώρες. Ύστερα ήταν η ώρα να χωριστούμε. Είναι παράξενο, με τα παιχνίδια αυτά της τύχης συναντάς έναν παλιό μαθητή, ξαναπιάνεις κάποιες στιγμές τις ζωής σου. Τις κρατάς σφιχτά. Και μετά λες αντίο. Χωρίς να ξέρεις πότε και αν θα συναντηθείτε ξανά. Δίνετε βέβαια υποσχέσεις ο ένας στον άλλον ότι θα τηλεφωνηθείτε, αλλά δε θα γίνει. Ο Στηβ θα συνεχίσει να μεγαλώνει και να αλλάζει. Εγώ θα παραμείνω ένα αναλλοίωτο σημείο αναφοράς στη ζωή του. Μια παρουσία που δεν πρόκειται να αλλάξει. Είμαι ο κύριος Τζόουνς. Ο Στηβ γυρνά και κάνει ένα σιωπηλό χαιρετισμό. Το χέρι σηκωμένο προς τα πάνω στο σχήμα ενός καμπυλωτού κύματος. Με το χέρι λυγισμένο σε παρόμοια θέση, απαντώ στη χειρονομία.
Το Τρίτο Κύμα. Ώστε έτσι λοιπόν, μπορεί επιτέλους να γίνει μια συζήτηση γι’ αυτό. Εδώ συνάντησα ένα μαθητή και μιλούσαμε για ώρες γι’ αυτόν τον εφιάλτη. Το μυστικό θα πρέπει σιγά σιγά να εξατμίζεται. Πήρε τρία χρόνια. Μπορώ να πω σε σας και σε οποιονδήποτε άλλο για το Τρίτο Κύμα. Τώρα πια είναι μόνο ένα όνειρο, κάτι για να θυμόμαστε -όχι, είναι κάτι που προσπαθούμε να ξεχάσουμε. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Τί σύμπτωση, νομίζω πως ήταν ο Στηβ αυτός που ξεκίνησε το Τρίτο Κύμα με μια ερώτηση. Μελετούσαμε τη Γερμανία των Ναζί και στη μέση της παράδοσης, κάποιος με διέκοψε με μια ερώτηση.
Πώς μπορούσε ο κοσμάκης στη Γερμανία να διατείνεται ότι αγνοούσε τη σφαγή των Εβραίων; Πώς μπορούσαν οι άνθρωποι των πόλεων, οι μηχανοδηγοί, οι δάσκαλοι, οι γιατροί, να υποστηρίζουν ότι δεν γνώριζαν τίποτα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη σφαγή των αθώων; Πώς μπορεί άνθρωποι που ήταν γείτονες, ακόμα και φίλοι με κάποιον Εβραίο να λένε ότι δεν ήταν εκεί όταν έγινε; Ήταν άραγε μια καλή ερώτηση; Δεν ήξερα την απάντηση. Μιας και είχαμε ακόμα πολλούς μήνες μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς και μιας και είχα ήδη φτάσει στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποφάσισα να αξιοποιήσω μια βδομάδα και να εξερευνήσω την ερώτηση.

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ
Τη Δευτέρα, στο μάθημα ιστορίας της δευτέρας λυκείου, εισήγαγα τους μαθητές μου σε μια από τις εμπειρίες που χαρακτήριζαν τη ναζιστική Γερμανία. Την πειθαρχία. Τους έκανα διάλεξη για την ομορφιά της πειθαρχίας. Για τον αθλητή που νιώθει πως έχει δουλέψει σκληρά, και συνήθως πετυχαίνει στο άθλημά του. Για τη μπαλαρίνα ή το ζωγράφο που δουλεύουν σκληρά για να τελειοποιήσουν μια κίνηση. Για την προσήλωση και την επιμονή ενός επιστήμονα στο κυνήγι μιας Ιδέας. Αυτό είναι πειθαρχία. Η σκληρή προπόνηση. Ο έλεγχος. Η δύναμη της θέλησης. Το αντάλλαγμα της σωματικής καταπόνησης για την ανύψωση ψυχής και σώματος. Ο απόλυτος θρίαμβος.
Για να βιώσουν την εμπειρία της πειθαρχίας προσκάλεσα –όχι, διέταξα τα παιδιά της τάξης να εξασκηθούν και να πάρουν μια νέα στάση σώματος την ώρα που κάθονται· τους εξήγησα με ποιο τρόπο η σωστή θέση του σώματος ενισχύει την απαιτούμενη συγκέντρωση και ενδυναμώνει τη θέληση. Τους καθοδήγησα μάλιστα ώστε να πάρουν την κατάλληλη στάση. Η στάση αυτή σήμαινε πως τα πέλματα των ποδιών έμεναν στηριγμένα σταθερά στο έδαφος και τα χέρια ήταν κολλημένα στα πλάγια για να συγκρατούν τη σπονδυλική στήλη σε όρθια θέση. «Ορίστε, δεν αναπνέετε καλύτερα τώρα; Βρίσκεστε σε εγρήγορση. Δεν νιώθετε καλύτερα;»
Εξασκηθήκαμε σ’ αυτή τη νέα στάση προσοχής ξανά και ξανά. Περπατούσα πάνω κάτω, ανάμεσα στα θρανία με τους καθισμένους μαθητές, δείχνοντάς τους και τα πιο ασήμαντα σφάλματα, κάνοντας τις απαραίτητες διορθώσεις. Η σωστή στάση σώματος αναδείχθηκε στην σημαντικότερη πτυχή στην εκπαιδευτική αυτή διαδικασία. Τους έλεγα να φύγουν, και εκεί που τους είχα μόλις επιτρέψει να σηκωθούν από τα θρανία τους, τους φώναζα απότομα να γυρίσουν και να κάτσουν στη θέση προσοχής. Με ασκήσεις ταχύτητας, η τάξη έμαθε να μετακινείται από όρθια θέση σε καθιστή στάση προσοχής σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Στις ασκήσεις συγκέντρωσης, επέστησα την προσοχή στα πόδια που έπρεπε να στέκονται παράλληλα και σταθερά με κολλημένους αστραγάλους, τα γόνατα λυγισμένα σε γωνία 90 μοιρών και τα χέρια σταθερά και σταυρωμένα πίσω από την πλάτη, με όρθιο κορμό, χαμηλωμένο σαγόνι και το κεφάλι να κοιτά μπροστά. Κάναμε και ασκήσεις θορύβου, στις οποίες επιτρεπόταν η συζήτηση, μόνο και μόνο για να φανεί πόσο διασπά την προσοχή. Στη συνέχεια, προχωρώντας προοδευτικά σε νέες ασκήσεις, τα παιδιά κατάφεραν σε μερικά λεπτά να μετακινούνται από όρθια θέση έξω από την αίθουσα σε καθιστή θέση προσοχής στα θρανία τους χωρίς να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο. Η στροφή έπαιρνε 5 δευτερόλεπτα.
Ήταν περίεργο το πόσο γρήγορα οι μαθητές υιοθέτησαν αυτόν τον ενιαίο τρόπο συμπεριφοράς. Άρχισα να αναρωτιέμαι μέχρι ποιού σημείου θα μπορούσα να το τραβήξω. Αυτή η επίδειξη υποταγής ήταν ένα παιχνίδι της στιγμής που παίζαμε όλοι μαζί, ή ήταν κάτι άλλο; Ήταν η επιθυμία για πειθαρχία και ομοιομορφία μια φυσική ανάγκη; Ένα ένστικτο κοινωνικότητας που κρύβεται πίσω από την ύπαρξη των αλυσίδων εστιατορίων και του κοινού προγράμματος της τηλεόρασης;
Αποφάσισα να πιέσω κι άλλο αυτή την ανοχή της τάξης στην ελεγχόμενη συμπεριφορά. Στα τελευταία εικοσιπέντε λεπτά του μαθήματος επέβαλα κάποιους νέους κανόνες. Οι μαθητές πρέπει να κάθονται μέσα στην τάξη σε στάση προσοχής πριν από το τελευταίο κουδούνι· όλοι οι μαθητές πρέπει να έχουν χαρτί και μολύβι για να κρατούν σημειώσεις· δίνοντας απάντηση ή θέτοντας ερώτηση, ο κάθε μαθητής πρέπει να στέκεται δίπλα στο θρανίο του· οι πρώτες λέξεις σε κάθε απάντηση ή ερώτηση πρέπει είναι «κύριε Τζόουνς». Κάναμε εξάσκηση σε σύντομες περιόδους «σιωπηλής ανάγνωσης». Οι μαθητές που απαντούσαν με βαριεστημένο τρόπο επιπλήττονταν αυστηρά και σε κάθε περίπτωση υποχρεώνονταν να επαναλάβουν τη συμπεριφορά τους μέχρι να γίνουν πρότυπο ακριβολογίας και σεβασμού. Ο τόνος της απάντησης έγινε σημαντικότερος από το περιεχόμενό της. Για να το υπογραμμίσω αυτό, ζήτησα οι απαντήσεις που δίνονται να περιέχουν από τρεις λέξεις και κάτω. Οι μαθητές ανταμείβονταν όταν προσπαθούσαν να απαντήσουν ή να θέσουν ερωτήσεις. Και τους το αναγνώριζα ακόμα πιο πολύ αν τα έθεταν κοφτά και περιεκτικά. Σύντομα όλοι στην τάξη άρχισαν να πετάγονται ρωτώντας και απαντώντας σε ερωτήσεις. Το επίπεδο συμμετοχής στην τάξη άλλαξε αισθητά και από τους ελάχιστους που συνήθως κυριαρχούσαν στη συζήτηση, τώρα έπαιρναν μέρος όλοι. Ακόμα πιο περίεργη ήταν η σταδιακή βελτίωση στην ποιότητα των απαντήσεων. Όλοι έμοιαζαν να ακούνε με περισσότερη προσήλωση. Νέα πρόσωπα έπαιρναν τον λόγο. Νέες απαντήσεις έκαναν την εμφάνισή τους, καθώς μαθητές που συνήθως δίσταζαν να μιλήσουν, βρήκαν τώρα υποστήριξη για να προσπαθήσουν.
Όσο για μένα, εγώ δεν είχα παρά απορίες. Γιατί δεν είχα σκεφτεί νωρίτερα αυτή την τεχνική; Οι μαθητές έδειχναν αφοσιωμένοι στην αποστολή και επιδείκνυαν αξιοπρόσεκτη ικανότητα να συγκρατούν δεδομένα και αφηρημένες έννοιες. Έμοιαζαν σχεδόν να θέτουν καλύτερες ερωτήσεις και να συμπεριφέρονται ο ένας στον άλλον με περισσότερη ζεστασιά. Μα πως ήταν δυνατόν; Βρέθηκα, εγώ, να σκηνοθετώ ένα απολυταρχικό περιβάλλον και έμοιαζε τόσο παραγωγικό. Άρχισα πια να αναρωτιέμαι όχι τόσο για την τάξη και μέχρι πού μπορούσε αυτή να φτάσει, αλλά πώς εγώ μπορούσα να αλλάξω τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις μου σχετικά με την «ανοιχτή τάξη» και την αυτομόρφωση. Όλη μου η πίστη στον Καρλ Ρότζερς μπορούσε να κλονιστεί ή και να χαθεί; Που οδηγούσε επιτέλους αυτό το πείραμα;

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΟΜΑΔΙΚΟΤΗΤΑΣ
Την Τρίτη, τη δεύτερη μέρα της άσκησης, μπαίνοντας στην τάξη βρήκα τους πάντες να κάθονται σιωπηλοί στη θέση προσοχής. Σε κάποιων τα πρόσωπα αχνοφαινόταν αυτό το χαμόγελο ικανοποίησης, αυτό που παίρνεις όταν ξέρεις πως έχεις χαροποιήσει τον καθηγητή. Αλλά οι περισσότεροι μαθητές κοιτούσαν ευθεία μπροστά τους, με απόλυτη αυτοσυγκέντρωση. Με λαιμό άκαμπτο. Χωρίς ίχνος μειδιάματος, σκέψης, ή ακόμα κι απορίας. Αφοσιωμένοι στην αποστολή με όλο τους το είναι. Για να αλλάξω λίγο την ατμόσφαιρα, προχώρησα στον πίνακα και έγραψα με μεγάλα γράμματα «ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ». Κάτω από αυτό σε μια δεύτερη γραμμή έγραψα «ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΟΜΑΔΙΚΟΤΗΤΑΣ».
Καθώς η τάξη καθόταν σε νεκρική σιγή, ξεκίνησα να περιγράφω, να αναλύω, να εξυψώνω την αξία της ομαδικότητας. Σ’ αυτή τη φάση του παιχνιδιού, πάλευα εσωτερικά για το αν θα σταματούσα το πείραμα ή αν θα το συνέχιζα. Δεν είχα υπολογίσει τέτοια σφοδρότητα, ούτε καν ανταπόκριση. Στην πραγματικότητα είχα εκπλαγεί που έννοιες σχετικές με την πειθαρχία είχαν τέτοιο αντίκτυπο.
Όσο μέσα μου συνεχιζόταν η διαμάχη για το αν θα σταματήσω ή θα συνεχίσω με το πείραμα, δε σταμάτησα να μιλάω για την έννοια της ομαδικότητας. Έπλαθα ιστορίες από τις εμπειρίες μου ως αθλητής, ως προπονητής και ως καθηγητής ιστορίας. Ήταν εύκολο. Ομαδικότητα είναι ο δεσμός ανάμεσα σε άτομα που δουλεύουν μαζί και κοπιάζουν από κοινού. Είναι να χτίζεις έναν κοινό χώρο με τους γείτονές σου, είναι το συναίσθημα ότι ανήκεις σε κάτι μεγαλύτερο από σένα, σ’ ένα κίνημα, σε μια ομάδα, σε μια φυλή, σ’ ένα σκοπό. Ήταν πολύ αργά για να κάνω πίσω. Τώρα καταλάβαινα γιατί ο αστρονόμος δεν μπορεί να κρατήσει το μάτι του μακριά από το τηλεσκόπιο. Έσκαβα όλο και πιο βαθιά στα δικά μου πιστεύω και στα κίνητρα πίσω από την ατομική και συλλογική δράση. Υπήρχαν πολλά ακόμα για να δω και να προσπαθήσω να κατανοήσω. Πολλές οι ερωτήσεις που με στοίχειωναν. Γιατί οι μαθητές δέχονταν την εξουσιαστική σχέση που τους επέβαλλα; Που είχε πάει η περιέργεια ή και η αντίστασή τους σ’ αυτή την ηγεμονική συμπεριφορά; Πότε και πώς θα τελειώσει αυτό;
Αφού τους περιέγραψα την έννοια της ομαδικότητας, τους είπα για ακόμα μια φορά ότι η ομαδικότητα, όπως και η πειθαρχία, πρέπει να βιωθούν για να γίνουν κατανοητές. Για να τους φέρω σε μια πρώτη επαφή με την έννοια της ομαδικότητας, τους έβαλα να φωνάξουν όλοι μαζί «Δύναμη μέσω της Πειθαρχίας», «Δύναμη μέσω της Ομαδικότητας». Αρχικά είπα σε δύο μαθητές να σταθούν όρθιοι και να φωνάξουν το σύνθημά μας. Μέτα πρόσθεσα ακόμα δύο, μέχρι που τελικά όλη η τάξη βρέθηκε να απαγγέλλει όρθια. Ήταν ευχάριστο. Οι μαθητές κοίταζαν ο ένας τον άλλον και συνειδητοποιούσαν την αίσθηση της ισχύος που σου δίνει η ομάδα. Όλοι ήταν ικανοί και ίσοι. Έκαναν κάτι όλοι μαζί. Δουλέψαμε πάνω σ’ αυτή την απλή σύλληψη για το υπόλοιπο της ώρας. Επαναλαμβάναμε τα συνθήματα σαν επωδό. Ή τα λέγαμε με αυξανόμενη ένταση. Πάντα τα φωνάζαμε μαζί, δίνοντας έμφαση στον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να καθόμαστε, να στεκόμαστε και να μιλάμε.
Άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου ως μέρος του πειράματος. Με ευχαριστούσε η κοινός τρόπος δράσης που υιοθετούσαν οι μαθητές. Η ανταμοιβή μου ήταν να βλέπω την ικανοποίηση στα πρόσωπά τους και τον ενθουσιασμό τους να κάνουν περισσότερα. Μου ήταν όλο και πιο δύσκολο να κρατήσω τον εαυτό μου έξω από αυτή τη στιγμή και από αυτή την νέα ταυτότητα που αποκτούσε η τάξη. Ακολουθούσα τις επιταγές της ομάδας στον ίδιο βαθμό που τις καθοδηγούσα.
Καθώς η ώρα έφτανε στο τέλος της, και χωρίς να το έχω σκεφτεί εκ των προτέρων, δημιούργησα έναν χαιρετισμό. Ήταν μόνο για τα μέλη της τάξης. Για να κάνεις αυτό τον χαιρετισμό, έπρεπε να ανεβάσεις το δεξί σου χέρι στο ύψος του δεξιού σου ώμου σε θέση λυγισμένη. Τον ονόμασα «ο Χαιρετισμός του Τρίτου Κύματος», γιατί η στάση του χεριού έμοιαζε με κύμα που είναι έτοιμο να σκάσει. Η ιδέα του «τρίτου» προέκυψε από τη σχετική μου γνώση ότι τα κύματα έρχονται πάντα μαζεμένα, με το τρίτο στη σειρά να είναι πάντα το τελευταίο και το μεγαλύτερο. Από τη στιγμή που είχαμε χαιρετισμό, απαίτησα από όλα τα μέλη του τμήματος να τον χρησιμοποιούν για να χαιρετηθούν μεταξύ τους έξω από την τάξη. Όταν χτύπησε το κουδούνι για το τέλος της ώρας, ζήτησα από την τάξη απόλυτη ησυχία. Με τους πάντες να κάθονται σε θέση προσοχής, σήκωσα αργά το μπράτσο μου, και με καμπυλωμένο το χέρι, έκανα τον χαιρετισμό. Ήταν ένα σιωπηλό σημάδι αναγνώρισης. Ήταν κάτι το ξεχωριστό. Χωρίς καμία διαταγή, ολόκληρη η ομάδα των μαθητών αποκρίθηκε στο χαιρετισμό.
Στη διάρκεια των επόμενων ημερών, οι μαθητές της τάξης αντάλλασσαν μεταξύ τους τον χαιρετισμό. Προχωρούσες στο διάδρομο και ξαφνικά τρεις συμμαθητές γυρνούσαν προς το μέρος σου, ο καθένας κάνοντας αστραπιαία την κίνηση. Έβλεπες μαθητές στη βιβλιοθήκη ή στο μάθημα της γυμναστικής να κάνουν αυτή την περίεργη χειρονομία. Άκουγες δίσκους φαγητού να πέφτουν με θόρυβο στο κυλικείο, και γυρνώντας να κοιτάξεις έβλεπες τους δύο συμμαθητές να κάνουν μεταξύ τους το χαιρετισμό. Το μυστήριο γύρω από αυτά τα τριάντα άτομα που επαναλάμβαναν αυτή την παράξενη κίνηση σύντομα έστρεψε την προσοχή στην τάξη και στο πείραμά μας πάνω στην γερμανική ταυτότητα. Πολλοί μαθητές εκτός του τμήματος ρωτούσαν αν μπορούσαν να συμμετάσχουν.

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ
Την Τετάρτη, αποφάσισα να φτιάξω κάρτες μέλους για κάθε μαθητή που ήθελε να συνεχίσει αυτό που πλέον είχα ονομάσει «το πείραμα». Ούτε ένας μαθητής δεν επέλεξε να φύγει από την αίθουσα. Εκείνη τη στιγμή, την τρίτη μέρα της δραστηριότητας, υπήρχαν σαραντατρείς μαθητές μέσα στην τάξη. Δεκατρείς μαθητές είχαν αλλάξει τμήμα για να γίνουν μέρος του πειράματος. Όσο η τάξη καθόταν στη θέση προσοχής, έδωσα σε κάθε παιδί από μια κάρτα. Σημείωσα σε τρεις από τις κάρτες ένα κόκκινο Χ και ενημέρωσα τους αποδέκτες ότι τους είχε ανατεθεί η ειδική αποστολή να μου δίνουν αναφορά για τυχόν μαθητές που δεν συμμορφώνονταν με τους κανόνες της τάξης. Συνέχισα μιλώντας για τη σημασία της Δράσης. Εξήγησα πως η πειθαρχία και η ομαδικότητα στερούνται νοήματος χωρίς τη δράση. Συζήτησα για την ομορφιά του να παίρνει κανείς την απόλυτη ευθύνη για τις πράξεις του. Για την ακλόνητη πίστη στον εαυτό σου και την κοινότητά σου ή την οικογένειά σου, που θα έκανες τα πάντα για να συντηρήσεις, να προστατέψεις και να διευρύνεις αυτή την ύπαρξη. Τόνισα πως η σκληρή δουλειά, η πίστη και η υπακοή του ενός στον άλλον, επιταχύνει το ρυθμό της μάθησης και την επίτευξη των στόχων. Υπενθύμισα στους μαθητές πώς ήταν να είσαι σε μια τάξη που ο ανταγωνισμός προκαλεί πόνο και ταπείνωση. Καταστάσεις στις οποίες οι μαθητές τρώγονταν ο ένας με τον άλλον για τα πάντα, από τη γυμναστική μέχρι το διάβασμα. Το συναίσθημα του να μην κάνεις ποτέ τίποτα, να μην είσαι ποτέ μέρος κάποιου πράγματος, να μην έχεις υποστήριξη από τον άλλον.
Κάπου εκεί, μαθητές σηκώθηκαν χωρίς προειδοποίηση και άρχισαν, κατά κάποιο τρόπο, να με επαινούν. «Κύριε Τζόουνς, για πρώτη φορά μαθαίνω πολλά πράγματα». «Κύριε Τζόουνς, γιατί δεν διδάσκετε έτσι όλη την ώρα;». Ήμουν σοκαρισμένος! Ναι, τους παρείχα πληροφορίες κατά τρόπο εξαιρετικά ελεγχόμενο, αλλά το γεγονός ότι εκείνοι το έβρισκαν επαρκές και αποδεκτό ήταν αναπάντεχο. Ήταν εξίσου ανησυχητικό να συνειδητοποιώ ότι σύνθετες και χρονοβόρες γραπτές εργασίες πάνω στον γερμανικό τρόπο ζωής ολοκληρώνονταν αλλά και αναλύονταν τώρα πολύ πιο διεξοδικά από τους μαθητές. Οι επιδόσεις στον μαθησιακό τομέα βελτιώνονταν αισθητά. Μάθαιναν περισσότερα. Και έδειχναν να θέλουν περισσότερα. Άρχισα να πιστεύω ότι οι μαθητές θα έκαναν ό, τι κι αν τους ανέθετα. Αποφάσισα έτσι να το ανακαλύψω.
Για να κάνω τους μαθητές να νιώσουν τη δράση πιο άμεσα, έδωσα προφορικά στον καθένα από μια συγκεκριμένη αποστολή. «Καθήκον σου είναι να σχεδιάσεις το σήμα του Τρίτου Κύματος. Εσύ είσαι υπεύθυνος να σταματάς κάθε μαθητή που δεν είναι μέλος του Τρίτου Κύματος από το να μπαίνει σ’ αυτή την αίθουσα. Θέλω εσύ μέχρι αύριο να θυμάσαι απ’ έξω κι ανακατωτά τα ονόματα και τις διευθύνσεις κάθε μέλους του Τρίτου Κύματος. Εσένα σου ανατίθεται το δύσκολο έργο να προπονήσεις και να πείσεις τουλάχιστον είκοσι παιδιά από το διπλανό δημοτικό σχολείο ότι η στάση που καθόμαστε εμείς είναι απαραίτητη για τη σωστή εκμάθηση. Δουλειά σου είναι να διαβάσεις αυτό το φυλλάδιο και να μας ενημερώσεις για ολόκληρο το περιεχόμενό του μέχρι το τέλος της ώρας. Θέλω ο καθένας από εσάς να μου δώσει το όνομα και τη διεύθυνση ενός έμπιστου φίλου που πιστεύει ότι μπορεί να θέλει να προσχωρήσει στο Τρίτο Κύμα...».
Για να ολοκληρώσω τον κύκλο που αφορούσε στην άμεση δράση, εξήγησα στους μαθητές την απλή διαδικασία προσέλκυσης νέων μελών. Πήγαινε κάπως έτσι: ένα νέο μέλος χρειαζόταν μόνο να προταθεί από ένα υπάρχον μέλος και να εκδοθεί γι’ αυτό μια κάρτα από εμένα. Με το που έπαιρνε την κάρτα, το νέο μέλος έπρεπε να αποδείξει πως γνώριζε τους κανόνες μας και να δηλώσει υποταγή σ’ αυτούς. Η ανακοίνωσή μου προκάλεσε σάλο.
Το σχολείο ζωήρεψε από εικασίες και περιέργεια. Επηρέαζε τους πάντες. Ο μάγειρας του σχολείου ρώτησε πώς θα ήταν ένα μπισκότο του Τρίτου Κύματος. Του απάντησα, φυσικά, σοκολατένιο. Ο διευθυντής μας ήρθε σε μια απογευματινή συνάντηση καθηγητών του τμήματος και μου έκανε τον χαιρετισμό του Τρίτου Κύματος. Εγώ ανταποκρίθηκα. Ο βιβλιοθηκάριος με ευχαρίστησε για το πανό «30 λεπτά γνώσης», το οποίο έβαλε πάνω από την είσοδο της βιβλιοθήκης. Μέχρι το τέλος της μέρας, πάνω από διακόσιοι μαθητές είχαν ακολουθήσει τον κανόνα. Ένιωθα πολύ μόνος, και λίγο φοβισμένος.
Το μεγαλύτερο μέρος του φόβου μου οφειλόταν σε περιστατικά «καρφώματος». Παρόλο που επισήμως είχα αναθέσει μόνο σε τρεις μαθητές να μου δίνουν αναφορές για αποκλίνουσες συμπεριφορές, περίπου είκοσι μαθητές είχαν έρθει σε μένα αναφέροντας πως ο Άλαν δεν χαιρέτισε ή ότι η Τζωρτζίνα μιλούσε επικριτικά για το πείραμά μας. Αυτά τα περιστατικά ελέγχου σήμαιναν ότι η μισή τάξη θεωρούσε καθήκον της να παρατηρεί και να καταγγέλει τα μέλη του τμήματος. Μέσα σ’ αυτό τον καταιγισμό των καταγγελιών, ήταν λογικό μια συνωμοσία να μη φαίνεται πολύ μακρινή...
Τρεις κοπέλες από την τάξη είχαν πει στους γονείς τους τα πάντα για τις δραστηριότητες του τμήματός μας. Αυτές οι τρεις κοπέλες ήταν μακράν οι εξυπνότερες μαθήτριες της τάξης. Σαν φίλες, τα πήγαιναν καλά. Είχαν μια σιωπηλή αυτοπεποίθηση και τις ευχαριστούσε το σχολικό περιβάλλον, κάτι που τους έδινε τη δυνατότητα να αναπτύσσουν τόσο τις ακαδημαϊκές όσο και τις ηγετικές τους ικανότητες. Στη διάρκεια του πειράματος, ήμουν περίεργος να δω πώς θα αντιδράσουν σ’ αυτή την αναδιαμόρφωση της τάξης που είχε σαν βάση την ισότητα. Οι επιβραβεύσεις που είχαν συνηθίσει να συνοδεύουν τις νίκες τους, δεν υπήρχαν στο πείραμα. Πνευματικές δεξιότητες όπως η αμφιβολία και η εκλογίκευση ήταν ανύπαρκτες. Μπροστά στην στρατιωτική ατμόσφαιρα της τάξης έμοιαζαν αποσβολωμένες και σκεπτικές. Τώρα που τα φέρνω ξανά στο μυαλό μου, έδειχναν πολύ σαν παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες. Παρακολουθούσαν τις δραστηριότητες και συμμετείχαν με τρόπο μηχανικό. Ενώ όλοι οι άλλοι ορμούσαν, αυτές παρέμεναν συγκρατημένες, παρακολουθώντας.
Με το να πουν στους γονείς τους για το πείραμα, έδωσαν την αφορμή για να ξεκινήσει μια σειρά γεγονότων. Ο ραβίνος ενός από τους γονείς μου τηλεφώνησε στο σπίτι. Ήταν ευγενικός και συγκαταβατικός. Του είπα ότι απλώς μελετούσαμε την γερμανική ταυτότητα. Έδειξε ευχαριστημένος και μου είπε να μην ανησυχώ. Θα μιλούσε αυτός στους γονείς και θα καθησύχαζε τις ανησυχίες τους. Προς το τέλος αυτής της συζήτησης, έφερα στο μυαλό μου αντίστοιχες συζητήσεις στη διάρκεια της ιστορίας, στις οποίες ο κλήρος αποδέχτηκε και απολογήθηκε για αδικαιολόγητες καταστάσεις. Μακάρι να είχε ξεσπάσει από θυμό ή απλά να προσπαθούσε να ερευνήσει την κατάσταση, θα μπορούσα έτσι να καταδείξω στους μαθητές μια περίπτωση δικαιολογημένης εξέγερσης. Αλλά όχι. Ο ραβίνος έγινε μέρος του πειράματος. Παραμένοντας αδαής για την καταπιεστικότητα του πειράματος, έγινε συνένοχος και υποστηρικτής.
Στο τέλος της τρίτης μέρας, ήμουν εξουθενωμένος. Είχα διαλυθεί. Η ισορροπία ανάμεσα στο παιχνίδι των ρόλων και την κατευθυνόμενη συμπεριφορά είχε σχεδόν χαθεί. Πολλοί από τους μαθητές είχαν δοθεί απόλυτα στο ρόλο του «μέλους του Τρίτου Κύματος». Απαιτούσαν πλήρη υποταγή στους κανόνες από τους υπόλοιπους μαθητές και ήταν επιθετικοί απέναντι σ’ αυτούς που δεν έπαιρναν το πείραμα στα σοβαρά. Άλλοι απλά βυθίζονταν στις ασκήσεις και έπαιρναν από μόνοι τους τους ρόλους τους. Θυμάμαι συγκεκριμένα τον Ρόμπερτ. Ο Ρόμπερτ ήταν μεγαλόσωμος για την ηλικία του και δεν ήταν και ο καλύτερος στα σχολικά του καθήκοντα. Προσπαθούσε βέβαια περισσότερο από τον καθένα για να πετύχει. Κάθε βδομάδα παρέδιδε εργασίες αντιγραμμένες λέξη προς λέξη από τα βιβλία που είχα προτείνει από τη βιβλιοθήκη. Ο Ρόμπερτ είναι ένα από αυτά τα παιδιά στο σχολείο που δεν διαπρέπει πουθενά αλλά και που δεν προκαλεί φασαρίες. Δεν είναι ιδιαίτερα έξυπνα, δεν είναι μέλη κάποιας αθλητικής ομάδας, δεν αποζητούν την προσοχή. Είναι χαμένα. Αόρατα. Ο μόνος λόγος για τον οποίο βρέθηκα να γνωρίζω τον Ρόμπερτ ήταν γιατί τον πέτυχα να τρώει μεσημεριανό στην τάξη μου. Πάντα έτρωγε μεσημεριανό μόνος του.
Έτσι λοιπόν, το Τρίτο Κύμα έδωσε στον Ρόμπερτ μια θέση στα σχολείο. Ήταν τουλάχιστον ίσος με όλους τους άλλους. Μπορούσε να κάνει κάτι. Να συμμετέχει. Να είναι εποικοδομητικός. Και αυτό ακριβώς έκανε ο Ρόμπερτ. Αργά το απόγευμα της Τετάρτης βρήκα τον Ρόμπερτ να με ακολουθεί, και τον ρώτησα τί στην ευχή έκανε. Χαμογέλασε (δεν νομίζω ότι τον είχα ξαναδεί ποτέ να χαμογελάει) και έκανε την εξής ανακοίνωση: «Κύριε Τζόουνς, είμαι ο σωματοφύλακάς σας. Φοβάμαι ότι κάτι θα σας συμβεί». «Μπορώ να το κάνω κύριε Τζόουνς, σας παρακαλώ;». Με αυτή την αυτοπεποίθηση και το χαμόγελο, δεν μπορούσα να πω όχι. Είχα σωματοφύλακα. Όλη τη μέρα μου άνοιγε και μου έκλεινε τις πόρτες. Περπατούσε πάντα στα δεξιά μου. Χαμογελούσε απλώς, και χαιρετούσε τα άλλα μέλη της τάξης. Με ακολουθούσε παντού. Στην αίθουσα των καθηγητών (που απαγορευόταν η είσοδος στους μαθητές), καθόταν σε σιωπηλή στάση προσοχής όσο έπινα τον καφέ μου. Όταν ένας καθηγητής Αγγλικών του έκανε παρατήρηση που, αν και μαθητής, βρισκόταν στην «αίθουσα για τους καθηγητές», εκείνος απλά χαμογέλασε και τον ενημέρωσε ότι δεν ήταν μαθητής. Ήταν σωματοφύλακας.

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΕΡΗΦΑΝΙΑΣ
Την Παρασκευή άρχισα να οδηγώ το πείραμα στο τέλος του. Ήμουν εξουθενωμένος και ανήσυχος. Πολλοί μαθητές είχαν ξεπεράσει το όριο. Το Τρίτο Κύμα είχε γίνει το κέντρο του κόσμου τους. Βρισκόμουν κι εγώ σε κακή κατάσταση. Δρούσα τώρα ενστικτωδώς σαν δικτάτορας. Ήμουν, βέβαια, καλοπροαίρετος. Και κάθε μέρα επιχειρηματολογούσα στον εαυτό μου για τα προτερήματα αυτής της εκπαιδευτικής εμπειρίας. Στο σημείο εκείνο, την τέταρτη μέρα του πειράματος, είχα αρχίσει να ξεμένω από επιχειρήματα. Καθώς περνούσα όλο και περισσότερο χρόνο υποδυόμενος το ρόλο, είχα λιγότερο χρόνο να μου υπενθυμίζω τη λογική του αφετηρία και το σκοπό του. Έπιανα τον εαυτό μου να βυθίζομαι μέσα στο ρόλο, ακόμα και όταν αυτό δεν ήταν απαραίτητο. Αναρωτιόμουν αν αυτό δεν είναι που συμβαίνει σε τόσο κόσμο. Μας δίνουν ή παίρνουμε έναν προαποφασισμένο ρόλο και μετά προσαρμόζουμε τη ζωή μας ώστε να ταιριάζει με την εικόνα. Και σύντομα αυτή η εικόνα είναι η μόνη ταυτότητα που αποδέχεται ο υπόλοιπος κόσμος. Γινόμαστε έτσι η ίδια η εικόνα. Το πρόβλημα με την κατάσταση και το ρόλο που είχα δημιουργήσει, ήταν ότι δεν είχα χρόνο να σκεφτώ πού θα οδηγούσε. Τα γεγονότα με ξεπερνούσαν. Ανησυχούσα μήπως οι μαθητές κάνουν πράγματα για τα οποία θα μετάνιωναν αργότερα. Για μια ακόμα φορά βρέθηκα αντιμέτωπος με το δίλημμα του να δώσω ένα τέλος στο πείραμα ή να το αφήσω να κυλήσει στο δρόμο του. Και οι δύο επιλογές ήταν πια μη εφαρμόσιμες. Αν σταματούσα το πείραμα, ένας μεγάλος αριθμός μαθητών θα έμενε ξεκρέμαστος. Είχαν δεσμευτεί ενώπιον των συμμαθητών τους για ριζοσπαστική συμπεριφορά. Είχαν εκτεθεί συναισθηματικά και ψυχολογικά. Αν ξαφνικά τους τραβούσα πίσω στην καθημερινότητα του μαθήματος, θα είχα να αντιμετωπίσω ένα μπερδεμένο μαθητικό κοινό για το υπόλοιπο της χρονιάς. Θα ήταν πολύ επίπονο και μειωτικό για τον Ρόμπερτ και παιδιά σαν αυτόν να συρθούν πίσω στα καθίσματά τους και να τους πούμε ότι ήταν μόνο ένα παιχνίδι. Θα γελοιοποιούνταν από τους εξυπνότερους μαθητές που συμμετείχαν με τρόπο μετρημένο και προσεκτικό. Δεν μπορούσα να αφήσω τους Ρόμπερτ αυτού του κόσμου να χάσουν ξανά.
Για την άλλη επιλογή, του να αφήσω απλώς το πείραμα να πάρει το δρόμο του, δεν ετίθετο επίσης θέμα συζήτησης. Τα πράγματα είχαν ήδη αρχίσει να βγαίνουν εκτός ελέγχου. Την Τετάρτη το βράδυ κάποιος είχε μπει μέσα στην αίθουσα και τα είχε κάνει όλα άνω κάτω. Αργότερα έμαθα ότι ήταν πατέρας ενός από τους μαθητές. Ήταν σμήναρχος εν αποστρατεία που είχε περάσει από γερμανικά στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου. Με το που άκουσε τις δραστηριότητές μας, απλά έχασε τον έλεγχο. Αργά το βράδυ, έκανε διάρρηξη και μπήκε στην αίθουσα και τη διέλυσε. Τον βρήκα εκείνο το πρωί, να στέκεται στηριζόμενος στην πόρτα της τάξης. Μου είπε για τους φίλους του που είχαν σκοτωθεί στη Γερμανία. Με κρατούσε και έτρεμε. Με κοφτά, γεμάτα ένταση λόγια με ικέτεψε να τον καταλάβω και να τον βοηθήσω να πάει σπίτι. Τηλεφώνησα στη γυναίκα του και με τη βοήθεια ενός γείτονα τον συνόδεψα ως το σπίτι. Αργότερα, περάσαμε ώρες συζητώντας για το πώς ένιωθε, και γι’ αυτό που έκανε, όμως από εκείνη τη στιγμή του πρωινού της Πέμπτης, η ανησυχία μου ήταν περισσότερο για το τί θα μπορούσε να συμβαίνει στο σχολείο.
Ανησυχούσα όλο και περισσότερο για τον αντίκτυπο που είχε η δραστηριότητά μας στο σχολείο και στους υπόλοιπους μαθητές. Το Τρίτο Κύμα διατάρασσε τη φυσιολογική διδασκαλία. Κάποιοι μαθητές έχαναν άλλα μαθήματα για να συμμετέχουν, και οι σχολικοί σύμβουλοι είχαν αρχίσει να ανακρίνουν κάθε μαθητή της τάξης. Η πραγματική Γκεστάπο του σχολείου είχε πιάσει δουλειά. Αντιμέτωπος μ’ αυτό το πείραμα που τώρα ξέφευγε προς πάσα κατεύθυνση, αποφάσισα να ακολουθήσω ένα παλιό μπασκετικό σύστημα. Όταν παίζεις έχοντας τους πάντες εναντίον σου, η καλύτερη κίνηση είναι να δοκιμάσεις το απροσδόκητο. Και αυτό ακριβώς έκανα.
Μέχρι την Πέμπτη η τάξη είχε πολλαπλασιαστεί, ξεπερνώντας σε αριθμό τους ογδόντα μαθητές. Ο μόνος λόγος για τον οποίο μπορούσαν όλοι να χωρέσουν ήταν η υποχρεωτική πειθαρχία που τους επέβαλλε η σιωπηλή θέση προσοχής. Υπάρχει μια παράξενη ηρεμία όταν σε μια αίθουσα γεμάτη από ανθρώπους όλοι κάθονται σιωπηλά, παρατηρώντας και προσμένοντας. Αυτό με βοηθούσε να τους προσεγγίσω με πιο προσεκτικό τρόπο. Μίλησα για την περηφάνια. «Η περηφάνια είναι κάτι περισσότερο από λάβαρα και χαιρετισμούς. Η περηφάνια είναι κάτι που κανείς δεν μπορεί σας στερήσει. Περηφάνια είναι να ξέρεις πως είσαι ο καλύτερος. Δεν μπορεί να καταστραφεί...».
Στη μέση αυτής της κορύφωσης, απότομα άλλαξα και χαμήλωσα τον τόνο της φωνής μου για να τους ανακοινώσω τον πραγματικό λόγο ύπαρξης του Τρίτου Κύματος. Με τρόπο αργό και μεθοδικό, τους εξήγησα τί κρυβόταν πίσω από το Τρίτο Κύμα: «Το Τρίτο Κύμα δεν είναι απλά ένα πείραμα πάνω στη σχολική συμπεριφορά. Είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό από αυτό. Το Τρίτο Κύμα είναι ένα πρόγραμμα εθνικής εμβέλειας για να βρεθούν μαθητές που είναι έτοιμοι να αγωνιστούν για πολιτική αλλαγή σ’ αυτή τη χώρα. Μάλιστα. Αυτές οι δραστηριότητες που κάναμε μέχρι τώρα ήταν απλά προετοιμασία για το πραγματικό κομμάτι. Σε όλη τη χώρα, δάσκαλοι όπως εγώ, στρατολογούν και εκπαιδεύουν ένα σώμα αποτελούμενο από νέους, ικανό να δείξει στο έθνος μια καλύτερη κοινωνία μέσα από την πειθαρχία, την ομαδικότητα, την περηφάνια και τη δράση. Αν μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σχολείο, μπορούμε να αλλάξουμε και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα εργοστάσια, τα μαγαζιά, τα πανεπιστήμια και οι άλλοι θεσμοί. Είστε μια εκλεκτή ομάδα νέων ανθρώπων που επιλέχθηκαν να βοηθήσουν σε αυτό το σκοπό. Αν ορθώσετε το ανάστημά σας και επιδείξετε αυτά που μάθατε τις τελευταίες τέσσερις μέρες, μπορούμε να αλλάξουμε τη μοίρα αυτού του έθνους. Μπορούμε να το καθοδηγήσουμε προς μια νέα κατεύθυνση τάξης, ομαδικότητας, περηφάνιας και δράσης. Με νέο προορισμό. Όλα επαφίενται σε σας και στη διάθεσή σας να πάρετε μέρος».
Για να προσδώσω κύρος και σοβαρότητα στα λόγια μου, γύρισα στις τρεις κοπέλες της τάξης που ήξερα ότι αμφισβητούσαν το Τρίτο Κύμα. Απαίτησα να φύγουν από την αίθουσα. Εξήγησα γιατί το έκανα αυτό, και στη συνέχεια ανέθεσα σε τέσσερις μαθητές το ρόλο των φρουρών, για να συνοδεύσουν τις κοπέλες στη βιβλιοθήκη και να τις εμποδίσουν να ξαναμπούν στην αίθουσα την Παρασκευή. Μετά, με δραματικό ύφος, ενημέρωσα την τάξη για μια ιδιαίτερη συγκέντρωση που πραγματοποιούνταν το μεσημέρι της Παρασκευής. Επρόκειτο για μια συγκέντρωση που απευθυνόταν μόνο σε μέλη του Τρίτου Κύματος.
Ήταν μεγάλο ρίσκο. Απλώς συνέχισα να μιλάω. Φοβόμουν ότι, αν σταματούσα, κάποιος θα ξεσπούσε σε γέλια ή θα έκανε κάποια ερώτηση, και το κόλπο γκρόσο θα διαλυόταν στο χάος. Τους εξήγησα πώς το μεσημέρι της Παρασκευής, ένας από τους υποψήφιους για την προεδρία θα ανακοίνωνε τη δημιουργία ενός προγράμματος για τη νεολαία με την ονομασία το Τρίτο Κύμα. Ταυτόχρονα με αυτή την ανακοίνωση, πάνω από 1000 ομάδες νεολαίων από κάθε περιοχή της χώρας θα ξεσηκώνονταν και θα εκδήλωναν την υποστήριξή τους σ’ αυτή την κίνηση. Τους εκμυστηρεύτηκα ότι εκείνοι ήταν οι μαθητές που επιλέχθηκαν να εκπροσωπήσουν την περιοχή τους. Στη συνέχεια αναρωτήθηκα δυνατά αν θα ήταν σε θέση να κάνουν μια καλή εμφάνιση, δεδομένου ότι ο Τύπος είχε προσκληθεί για να καταγράψει το γεγονός. Κανένας δε γέλασε. Δεν ακούστηκε ούτε ένας ψίθυρος αντίδρασης. Ίσα ίσα, το ακριβώς αντίθετο. Ένα ρίγος ενθουσιασμού διαπέρασε την αίθουσα. «Μπορούμε να το κάνουμε!». «Θα πρέπει να φοράμε λευκά μπλουζάκια;». «Κύριε Τζόουνς, έχετε δει αυτή τη διαφήμιση στο περιοδικό Time;».
Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε μάλλον τυχαία. Ήταν μια ολοσέλιδη έγχρωμη καταχώριση στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Time για κάτι δομικά υλικά. Ο διαφημιστής προσδιόριζε το προϊόν ως το Τρίτο Κύμα. Η διαφήμιση διακήρυττε με μεγάλα κόκκινα, άσπρα και μπλε γράμματα πως «Το Τρίτο Κύμα Καταφθάνει». «Είναι κι αυτό μέρος της καμπάνιας, κύριε Τζόουνς;». «Είναι κωδικός ή κάτι τέτοιο;». «Ναι. Και τώρα ακούστε με προσεκτικά».
«Όλα έχουν προγραμματιστεί αύριο. Να είστε στο μικρό αμφιθέατρο δέκα λεπτά πριν τις 12:00. Να είστε καθισμένοι. Να είστε έτοιμοι να επιδείξετε την πειθαρχία, την ομαδικότητα και την περηφάνια που διδαχτήκατε. Μην μιλήσετε σε κανέναν γι’ αυτό. Αυτή η συγκέντρωση απευθύνεται αποκλειστικά σε μέλη».

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ
Την Παρασκευή, την τελευταία μέρα της άσκησης, πέρασα όλο το πρωινό προετοιμάζοντας το αμφιθέατρο για τη συγκέντρωση. Κατά τις εντεκάμιση, μαθητές άρχισαν να καταφτάνουν στην αίθουσα. Στην αρχή λίγοι, προχωρώντας αναγνωριστικά, και μετά περισσότεροι. Η μία σειρά γέμιζε μετά την άλλη. Μια διακριτική σιγή σκέπαζε την αίθουσα. Τα πανό του Τρίτου Κύματος κρέμονταν σαν σύννεφα πάνω από την ομήγυρη. Στις δώδεκα ακριβώς, έκλεισα την αίθουσα και έβαλα φύλακες σε κάθε πόρτα. Αρκετοί φίλοι μου, παριστάνοντας τους δημοσιογράφους και τους φωτογράφους, μπλέχτηκαν με το πλήθος τραβώντας φωτογραφίες και κρατώντας με έντονο τρόπο εμφανείς σημειώσεις. Βγάλαμε και μια ομαδική φωτογραφία. Πάνω από διακόσιοι μαθητές είχαν στριμωχτεί μέσα στην αίθουσα. Δεν υπήρχε ούτε μια κενή θέση. Το πλήθος έδειχνε να αποτελείται από μαθητές κάθε λογής. Ήταν οι αθλητές, η κοινωνική ελίτ, οι ηγετικές φυσιογνωμίες, οι μοναχικοί, τα παιδιά που πάντα έφευγαν νωρίς από το σχολείο, οι ποδηλάτες, οι ψευτομοδάτοι, μερικοί εκπρόσωποι από την ντανταϊστική κλίκα του σχολείου και κάποιοι από τους μαθητές που σύχναζαν στα κοινόχρηστα πλυντήρια. Ολόκληρο το πλήθος, όμως, έμοιαζε σαν μια γροθιά όπως καθόντουσαν σε θέση απόλυτης προσοχής. Κάθε πρόσωπο αφοσιωμένο στην οθόνη της τηλεόρασης που είχα τοποθετήσει στο μπροστά μέρος της αίθουσας. Δεν κουνιόταν κανείς. Στην αίθουσα δεν έπεφτε καρφίτσα. Ήταν σαν να είμαστε όλοι μάρτυρες σε έναν τοκετό. Η ένταση και η προσμονή ξεπερνούσαν κάθε λογική.
«Πριν γυρίσω το κανάλι στην εθνική συνέντευξη τύπου, που ξεκινά σε πέντε λεπτά, θέλω να κάνουμε στον Τύπο μια επίδειξη της προετοιμασίας μας». Με αυτά τα λόγια, έκανα το χαιρετισμό και αυτόματα ακολούθησαν διακόσια χέρια να καρφώνουν τον αέρα σε απάντησή μου. Στη συνέχεια είπα τις λέξεις «Δύναμη μέσω της πειθαρχίας» και ακολούθησαν επαναλαμβάνοντας σαν χορωδία. Το κάναμε ξανά, και ξανά. Κάθε φορά η απάντηση ήταν και πιο ηχηρή. Οι φωτογράφοι μας περικύκλωναν τραβώντας τις καθιερωμένες αυθόρμητες φωτογραφίες, μα μετά από λίγο κανείς δεν τους έδινε σημασία. Επανέλαβα τη σημασία αυτής της εκδήλωσης και ζήτησα για ακόμα μια φορά μια επίδειξη πίστης και υποταγής. Ήταν η τελευταία φορά που θα ζητούσα από οποιονδήποτε να το επαναλάβει. Η αίθουσα σείστηκε από μια σπηλαιώδη κραυγή: «Δύναμη μέσω της πειθαρχίας». Ήταν 12:05. Έσβησα τα φώτα της αίθουσας και προχώρησα γρήγορα προς την τηλεόραση. Το οξυγόνο της αίθουσας έμοιαζε να εξαντλείται. Ήταν δύσκολο να αναπνεύσεις και ακόμα δυσκολότερο να μιλήσεις. Ήταν σαν η κλιμάκωση των βροντερών ψυχών να είχε διώξει τα πάντα έξω από την αίθουσα. Άναψα την τηλεόραση. Στεκόμουν τώρα δίπλα στην οθόνη, με το πρόσωπό μου να αντικρίζει κατευθείαν την πλημμυρισμένη αίθουσα. Το μηχάνημα πήρε ζωή, δημιουργώντας ένα φωτεινό πεδίο από φωσφορίζουσα λάμψη. Ο Ρόμπερτ ήταν στο πλευρό μου. Του ψιθύρισα να κοιτά προσεκτικά και να προσέχει τα επόμενα λεπτά. Το μόνο φως στην αίθουσα ερχόταν από την τηλεόραση, και φώτιζε απέναντι από τα πρόσωπα της αίθουσας. Μάτια χρωματισμένα και απορροφημένα από το φως, αλλά η γενική εικόνα δεν άλλαξε. Το δωμάτιο παρέμενε νεκρικά ακίνητο. Περιμένοντας. Υπήρχε μια πνευματική διελκυστίνδα ανάμεσα στους ανθρώπους της αίθουσας και την τηλεόραση. Η τηλεόραση νίκησε. Η λευκή λάμψη της κενής οθόνης δεν άλλαζε σε κάποια εικόνα πολιτικού υποψήφιου. Απλώς συνέχιζε να τρεμοπαίζει. Κι όμως, οι θεατές επέμεναν. Θα πρέπει να υπάρχει κάποιο πρόγραμμα. Θα πρέπει να εμφανιστεί από στιγμή σε στιγμή. Μα που είναι; Η αποχαύνωση από την τηλεόραση έμοιαζε να κρατά για ώρες. Ήταν 12:07. Τίποτα. Ένα κενό πεδίο λευκού χρώματος. Δεν πρόκειται να συμβεί. Η προσμονή μετατράπηκε σε αγωνία και μετά σε ταραχή. Κάποιος σηκώθηκε και φώναξε.
«Δεν υπάρχει κανένας αρχηγός, έτσι δεν είναι;». Όλοι γύρισαν σοκαρισμένοι, πρώτα στον απελπισμένο μαθητή και μετά πίσω στην τηλεόραση. Στα πρόσωπά τους υπήρχε το βλέμμα της δυσπιστίας. Μέσα στη σύγχυση της στιγμής, προχώρησα αργά προς την τηλεόραση. Την έσβησα. Ένιωσα τον αέρα να φυσά ξανά μέσα στην αίθουσα. Η αίθουσα παρέμεινε αμετάβλητα σιωπηλή, όμως για πρώτη φορά μπορούσα να νιώσω ανθρώπους να αναπνέουν. Οι μαθητές μετακινούσαν τα χέρια τους από το πίσω μέρος των καθισμάτων τους. Περίμενα έναν καταιγισμό ερωτήσεων, αλλά αντ’ αυτού βρέθηκα αντιμέτωπος με μια διαπεραστική ησυχία. Ξεκίνησα να μιλάω. Κάθε λέξη έδειχνε να αρπάζεται και να απορροφάται.
«Ακούστε προσεκτικά, έχω κάτι σημαντικό να σας πω». «Καθίστε κάτω». «Δεν υπάρχει αρχηγός! Δεν υπάρχει κανένα εθνικό κίνημα νέων που να λέγεται Τρίτο Κύμα. Γίνατε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Χειραγωγηθήκατε. Παρασυρθήκατε από τις ίδιες σας τις επιθυμίες στο σημείο που βρίσκεστε τώρα. Δεν είστε ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι από τους Γερμανούς Ναζί που μελετούσαμε».
«Νομίζατε πως ήσασταν οι εκλεκτοί. Πως ήσασταν καλύτεροι από αυτούς που βρίσκονται έξω από αυτή την αίθουσα. Διαπραγματευτήκατε την ελευθερία σας με αντάλλαγμα την ευκολία της πειθαρχίας και της αίσθησης ανωτερότητας. Επιλέξατε να αποδεχτείτε τη θέληση της ομάδας και ένα τεράστιο ψέμα αντί για τη δική σας αντίληψη. Φυσικά, λέτε στους εαυτούς σας ότι ακολουθούσατε απλά για την πλάκα. Ότι θα μπορούσατε να απαγκιστρωθείτε ανά πάσα στιγμή. Αλλά που οδεύατε; Μέχρι που θα φτάνατε; Επιτρέψτε μου να σας δείξω το μέλλον σας».
Και μ’ αυτό, άναψα έναν προτζέκτορα που βρισκόταν στο πλάι. Γρήγορα φώτισε ένα λευκό πανί που ήταν κρεμασμένο πίσω από την τηλεόραση. Μεγάλοι αριθμοί εμφανίστηκαν να μετρούν αντίστροφα. Το μουγκρητό από τις ναζιστικές συγκεντρώσεις ξέσπασε μπροστά στα μάτια μας. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Μέσα από στοιχειωμένες εικόνες, η ιστορία του Τρίτου Ράιχ παρέλαυνε μέσα στην αίθουσα. Η πειθαρχία. Η παρέλαση της αρίας φυλής. Το μεγάλο ψέμα. Αλαζονεία, βία, τρομοκρατία. Άνθρωποι να σπρώχνονται μέσα σε φορτηγά. Η οπτική δυσωδία των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Πρόσωπα χωρίς μάτια. Οι δίκες. Οι ικεσίες για άγνοια. Έκανα μόνο τη δουλειά μου. Τη δουλειά μου. Όσο απότομα ξεκίνησε, έτσι το φιλμ σταμάτησε παγώνοντας σ’ ένα καρέ με γράμματα. «Όλοι πρέπει να αποδεχτούν την ευθύνη. Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν ήταν με κάποιον τρόπο συμμέτοχος».
Το δωμάτιο παρέμεινε σκοτεινό, καθώς το τελευταίο κομμάτι του φιλμ γυρνούσε αργά στον προτζέκτορα. Ένιωθα το στομάχι μου ανακατεμένο. Το δωμάτιο ίδρωνε και μύριζε σαν να ήμασταν σε αποδυτήρια. Κανείς δεν κουνήθηκε. Έμοιαζε σαν οι πάντες να προσπαθούν να αναλύσουν αυτή τη στιγμή, μήπως και συνειδητοποιήσουν τί είχε συμβεί. Σαν να ξυπνούσαν μόλις από ένα όνειρο, από έναν βαθύ ύπνο, όλοι όσοι βρίσκονταν στην αίθουσα έριξαν μια τελευταία ματιά στη συνείδησή τους. Περίμενα κάμποσα λεπτά για να επιτρέψω σε όλους να φτάσουν στο ίδιο σημείο. Επιτέλους, προέκυψαν οι ερωτήσεις. Όλα τα ερωτήματα ακουμπούσαν με κάποιο τρόπο πάνω στο θέμα των φανταστικών καταστάσεων και προσπαθούσαν να συλλάβουν το νόημα αυτού του γεγονότος. Στο ακόμα σκοτεινό δωμάτιο, ξεκίνησα να δίνω εξηγήσεις. Ομολόγησα το αρρωστημένο συναίσθημα και τις τύψεις που ένιωθα. Είπα στο συγκεντρωμένο πλήθος ότι μια ολοκληρωμένη εξήγηση θα έπαιρνε αρκετό χρόνο. Αλλά για να ξεκινήσω κάπως, ένιωσα τον εαυτό μου να μετατοπίζεται από εσωτερικός συμμέτοχος του γεγονότος στο ρόλο του καθηγητή. Είναι ευκολότερο να είσαι καθηγητής. Με αντικειμενικούς όρους, ξεκίνησα να περιγράφω τα περασμένα γεγονότα.
«Μέσα από την εμπειρία της τελευταίας εβδομάδας, όλοι πήραμε μια γεύση του πώς ήταν να ζεις και να δρας στη ναζιστική Γερμανία. Μάθαμε πώς ήταν το συναίσθημα του να δημιουργείς ένα απόλυτα πειθαρχημένο κοινωνικό σύνολο. Να χτίζεις μια ξεχωριστή κοινωνία. Να υπόσχεσαι πίστη και υπακοή σε αυτή την κοινωνία. Να αντικαθιστάς τη λογική με κανόνες. Ναι, όλοι θα είχαμε γίνει καλοί Γερμανοί. Θα είχαμε φορέσει τη στολή. Θα στρέφαμε το κεφάλι καθώς φίλοι και γείτονες θα καταδικάζονταν και θα καταδιώκονταν. Θα κλειδώναμε τις πόρτες. Θα δουλεύαμε στις βιομηχανίες «άμυνας». Θα καίγαμε ιδέες. Ναι, γνωρίζουμε έστω και λίγο πώς είναι να βρίσκεις έναν ήρωα. Το να αρπάζεσαι από την εύκολη λύση. Να νιώθεις πως είσαι δυνατός και πως ελέγχεις το πεπρωμένο σου. Γνωρίζουμε το φόβο της απομόνωσης. Την ικανοποίηση του να κάνεις κάτι σωστό και να επιβραβεύεσαι γι’ αυτό. Να είσαι ο πρώτος. Να έχεις δίκιο. Σε έναν ακραίο βαθμό θα βλέπαμε, και πιθανόν θα νιώθαμε, πού οδηγούν αυτές οι πράξεις. Γίναμε όλοι μάρτυρες κάποιου πράγματος στη διάρκεια της τελευταίας βδομάδας. Είδαμε ότι ο φασισμός δεν είναι απλά κάτι που έκαναν εκείνοι, οι άλλοι. Όχι. Βρίσκεται ακριβώς εδώ. Σ’ αυτή την αίθουσα. Στις δικές μας καθημερινές συνήθειες και στον τρόπο ζωής μας. Ξύστε λίγο την επιφάνεια, και εμφανίζεται. Είναι κάτι μέσα σε όλους μας. Το κουβαλάμε σαν αρρώστια. Αυτή την πεποίθηση ότι τα ανθρώπινα όντα είναι κατά βάση κακά και επομένως ανίκανα να πράξουν με καλοσύνη απέναντι στους άλλους. Μια πεποίθηση που απαιτεί έναν ισχυρό ηγέτη και πειθαρχία για να διατηρηθεί η κοινωνική τάξη πραγμάτων. Και υπάρχει και κάτι άλλο. Η πράξη της συγγνώμης.»
«Αυτό είναι το τελευταίο μάθημα που θα πάρετε. Αυτό το τελευταίο μάθημα είναι ίσως και το σημαντικότερο. Αυτό το μάθημα ήταν το ερώτημα που ξεκίνησε την κατάδυσή μας στη μελέτη του ναζιστικού τρόπου ζωής. Θυμάστε την ερώτηση; Αφορούσε τη σαστιμάρα του γερμανικού λαού, που υποστήριζε πως αγνοούσε και δεν είχε καμία συμμετοχή στο ναζιστικό κίνημα. Αν θυμάμαι σωστά την ερώτηση, πήγαινε κάπως έτσι: Πώς μπορούσε ο Γερμανός στρατιώτης, δάσκαλος, μηχανοδηγός, νοσοκόμος, εφοριακός, ο μέσος πολίτης, να διατείνεται στο τέλος του Τρίτου Ράιχ ότι δεν γνώριζε τίποτα για όσα γίνονταν τριγύρω του; Πώς μπορούν οι άνθρωποι να είναι μέρος κάποιου πράγματος και μετά, στο τέλος, να υποστηρίζουν ότι δεν είχαν καμία ανάμιξη; Τί είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να σβήνουν την ιστορία τους; Στα επόμενα λεπτά και πιθανόν χρόνια, θα έχετε την ευκαιρία να απαντήσετε σ’ αυτό το ερώτημα».
«Αν η αναπαράστασή μας του φασιστικού τρόπου σκέψης είναι ολοκληρωμένη, τότε ούτε ένας από εσάς δεν πρόκειται ποτέ να παραδεχτεί ότι παραβρέθηκε σ’ αυτή την τελική συγκέντρωση του Τρίτου Κύματος. Όπως ακριβώς οι Γερμανοί, θα σας φαίνεται δύσκολο να παραδεχτείτε στους εαυτούς σας ότι φτάσατε μέχρις αυτού του σημείου. Δεν θα επιτρέψετε στους φίλους και τους γονείς σας να γνωρίζουν ότι ήσασταν διατεθειμένοι να παραδώσετε την προσωπική σας ελευθερία και τη δύναμη για τα κελεύσματα της τάξης και κάποιων αόρατων αρχηγών. Δεν μπορείτε να παραδεχτείτε ότι χειραγωγηθήκατε. Ότι γίνατε ακόλουθοι. Ότι αποδεχτήκατε το Τρίτο Κύμα ως τρόπο ζωής. Δε θα παραδεχτείτε ότι συμμετείχατε σ’ αυτό τον παραλογισμό. Θα κρατήσετε αυτή τη μέρα και αυτή τη συγκέντρωση σαν μυστικό. Ένα μυστικό που θα μοιράζομαι μαζί σας».
Πήρα το φιλμ από τις τρεις κάμερες που βρίσκονταν στην αίθουσα και τράβηξα τη σελιλόζη ώστε να μείνει εκτεθειμένη στο φως. Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί. Η δίκη είχε τελειώσει. Το Τρίτο Κύμα είχε φτάσει στο τέλος του. Κοίταξα πάνω από τον ώμο μου. Ο Ρόμπερτ έκλαιγε. Οι μαθητές σηκώνονταν αργά-αργά από τις θέσεις τους και, αμίλητοι, κατευθύνονταν προς το εξωτερικό φως. Πλησίασα τον Ρόμπερτ και τον αγκάλιασα. Πλάνταζε σε αναφιλητά. Έπαιρνε βαθιές, ανεξέλεγκτες ανάσες. «Τελείωσε. Όλα θα πάνε καλά». Καθώς παρηγορούσαμε ο ένας τον άλλον, ήμασταν σαν ένας βράχος μέσα στην ροή των εξερχομένων μαθητών. Κάποιοι γύριζαν στιγμιαία πίσω για να κρατήσουν τον Ρόμπερτ κι εμένα. Κάποιοι έκλαιγαν ανοιχτά και μετά καθάριζαν τα δάκρυά τους για να συνεχίσουν. Ανθρώπινα όντα να δημιουργούν κύκλους και να κρατούν ο ένας τον άλλον. Να προχωρούν προς την πόρτα και τον έξω κόσμο.
Για μια εβδομάδα, στο μέσο μιας σχολικής χρονιάς, μοιραστήκαμε απολύτως μια ζωή. Και, όπως είχα προβλέψει, μοιραστήκαμε κι ένα τεράστιο μυστικό. Στα τέσσερα χρόνια που δίδαξα στο Λύκειο του Κάμπερλεϊ, κανένας δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι παραβρέθηκε στην συγκέντρωση του Τρίτου Κύματος. Συζητήσαμε φυσικά πολύ και μελετήσαμε τις πράξεις μας διεξοδικά. Όμως την ίδια τη συγκέντρωση –όχι. Ήταν κάτι που όλοι θέλαμε να ξεχάσουμε