Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν της Lynne Ramsay


ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΕΒΙΝ
WE NEED TO TALK ABOUT KEVIN
Σκηνοθεσία: Lynne Ramsay
Σενάριο: Lynne Ramsay, Rory Kinnear βασισμένο στο βιβλιου του Lionel Shriver
Φωτογραφία: Seamus McGarvey
Μουσική:Jonny Greenwood
Παίζουν:

Tilda Swinton

John C. Reilly

Ezra Miller

Siobhan Fallon

Ursula Parker



Τι συμβαίνει όταν η μητρότητα δεν είναι μια ονειρεμένη εμπειρία;

Πώς νιώθει μια μητέρα απέναντι στον γιο της τον δολοφόνο;

Ποιες είναι οι ευθύνες της;

Εγκληματίας γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Η Ίβα ποτέ δεν ήθελε πραγματικά να γίνει μητέρα. Σίγουρα δεν ήθελε να γίνει η μητέρα ενός ψυχρού αγοριού που δολοφόνησε εφτά συμμαθητές του, έναν υπάλληλο της σχολικής καντίνας και μια δημοφιλή καθηγήτριά του λίγες μέρες πριν κλείσει τα δεκάξι.


Δύο χρόνια μετά τα τραγικά γεγονότα, ήρθε η ώρα η Ίβα να αναλύσει με ειλικρίνεια τον γάμο, την καριέρα της, την οικογένειά της, τη σχέση της με τα παιδιά της, το φονικό ξέσπασμα του Κέβιν σε μια σειρά από αφοπλιστικά εξομολογητικές επιστολές που απευθύνονται στον χαμένο σύζυγό της, τον Φράνκλιν.

Ο ΤΥΠΟΣ ΕΓΡΑΨΕ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

«Εντυπωσιακό… Η ηρωίδα της, η Ίβα Κατσαντουριάν σκάβει στο παρελθόν της, στο παρελθόν του γιου της, του έθνους της, για να βρει ποιος έχει την ευθύνη. Η ορμή και η εντιμότητά της απογειώνουν την αφήγηση».

New York Times

«Αφοπλιστικά ειλικρινές. Η κυρία Σράιβερ παίρνει ένα καλά υπολογισμένο ρίσκο… το οποίο της βγαίνει. Ένα καθηλωτικά οικείο και προσωπικό αφήγημα».

Wall Street Journal

«Αδύνατον να το αφήσεις από τα χέρια σου… Η ειλικρίνειά του είναι βάναυση… Ποιος τελικά πρέπει να συζητήσει για το θέμα του Κέβιν; Μάλλον όλοι μας».

Boston Globe

10 σχόλια:

Seven Films είπε...

Ένα χρόνο μετά το συγκινητικό Beautiful Boy που είδαμε στο Τορόντο, έρχεται στις Κάννες για να κάνει πρεμιέρα μια ταινία κοινής θεματικής αλλά διαφορετικής ματιάς. Εδώ η παιδική εγκληματικότητα είναι απομακρυσμένη από το αφηγηματικό προσκήνιο, δίνοντας ελεύθερο πεδίο στις στιγμές για να αφηγηθούν διαφορετικά ένα άκρως διδακτικό κατά τα άλλα και στρατευμένης οπτικής θέμα.

Σε μια καθημερινότητα που η λεκτική επικοινωνία δεν επιτυγχάνει άμεσα τον στόχο της, η Εύα (Tilda Swinton), με την εύγλωττη σιωπή της πρωτόπλαστης, εκθέτει και εκτίθεται ως μητέρα του Κέβιν. Σαν σύγχρονη Lady Macbeth πρέπει να καθαρίσει το κόκκινο χρώμα που βάφει την καθημερινότητα της: τρίβει τον τοίχο της να αφαιρέσει την κόκκινη μπογιά, ξεπλένει τα ματωμένα χέρια της στο νιπτήρα, αφαιρεί τους λεκέδες της ντομάτας στην οποία είχε βυθιστεί. Από τις πρώτες σκηνές, λοιπόν, γνωρίζουμε ότι σε αυτή τη ζωή έχει κληθεί για να καθαρίζει σημάδια στα οποία ίσως ευθύνεται. Μοναδικό μέσο διαφυγής της, μια σειρά χαρτών στους τοίχους του σπιτιού της, στιγματισμένοι όμως και αυτοί από τη σφραγίδα του αντιήρωα της ιστορίας.

Ο λόγος έρχεται στον Κέβιν, τον γιο της, ένα παιδί με εμφανές πρόβλημα επικοινωνίας που στρέφεται στη μητέρα του μόνο σε κρίσιμες καταστάσεις, που δεν μπορεί να ελέγξει με τη διαστρεβλωμένη εικόνα που διατηρεί απέναντι στα κοινωνικά πρέπει. Και όσο η ιστορία υπαινικτικά τοποθετεί το ζήτημα μιας μαζικής δολοφονίας στο τραπέζι, τόσο το φαγητό κρυώνει σαν την αίσθηση της εκδίκησης.

Με μικρά ξεσπάσματα αμφισβήτησης της επιτυχίας της ως μητέρα, στη σκιά ενός πατέρα που η παρουσία του είναι μια παρατεταμένη απουσία, πρέπει να αντιμετωπίσει τον κοινωνικό εξοστρακισμό όταν ο γιος της για ανεξήγητο λόγο επιτίθεται εκτοξεύοντας -κυριολεκτικά- βέλη στους συμμαθητές του. Στόχος του όμως στην πραγματικότητα είναι άλλος: να αντιμετωπίσει για πρώτη φορά τις ευθύνες μακριά από την -κατά τα άλλα- προστατευτική οικογένεια του.

Τα εξωφρενικά κοντινά πλάνα και οι λεπτομέρειες που εκθέτει η κάμερα στη μεγάλη οθόνη, μόνο η υποκριτική προσέγγιση της συναισθηματικής καθαρότητας της ηρωίδας με τον τρόπο που την ενσαρκώνει η Tilda μπορεί να μεταμορφώσει σε ρεαλισμό. Αυτό, σε συνδυασμό με την αισθητική κομψότητα της Lynne Ramsay (σκηνοθέτης) μετατρέπει μια ιστορία που κινηματογραφικά ίσως θα ήταν καταδικασμένη σε σίγουρη αποτυχία, σε μια από τις πιο δυνατές ταινίες που μας έχει χαρίσει μέχρι στιγμής το φεστιβάλ. Η κινηματογραφική γλώσσα παρούσα και αυτή με αφαίρεση: όλα εξηγούνται με εικόνες!

Ποιος είναι όμως ο δολοφόνος σε ένα φόνο που τα θύματα του συνεχίζουν να περπατούν σα νεκροζώντανοι και φοβούνται τις δικαιολογημένες αντιδράσεις, όσων έπεσαν θύματα της καταστροφικής και αυτοκαταστροφικής μανίας του Κέβιν; Σίγουρα η οικογενειακή γαλήνη έφαγε βόλια στην καρδιά αλλά κατάφερε μαζεύοντας τα κομμάτια της να επιβιώνει σε κατάσταση ζόμπι. Κάθε νεκροζώντανος, μη μπορώντας να επιλέξει αν θα ακολουθήσει το φως ή το σκοτάδι, έρμαιο υποθετικών ερωτήσεων, θα περπατάει ανάμεσα μας με κεφάλι κατεβασμένο όσο το φως τον/την τυφλώνει και η καλοσύνη των αγνώστων υπάγεται στην κοινωνική οχλαγωγία.

Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος / Κάννες 2011

Seven Films είπε...

Η σαραντάχρονη Εύα προσπαθεί να αποδεχτεί μια αποτρόπαιη πράξη του έφηβου γιου της και στρέφεται στο παρελθόν για να αναζητήσει τις δικές της ευθύνες στην τραγική του κατάληξη.

Η πολυαναμενόμενη επιστροφή της Λιν Ράμσεϊ στη μεγάλη οθόνη, σχεδόν δέκα χρόνια μετά το αριστουργηματικό “Morvern Callar”, είναι ένα συναισθηματικό tour de force, που εκπλήσσει με τα δάνειά του από το σινεμά του τρόμου. Το φιλμ αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου μπεστ-σέλερ της Λάιονελ Σράιβερ, στο οποίο η Ράμσεϊ κατέληξε μετά την άκαρπη -λόγω Πίτερ Τζάκσον- προσπάθειά της να καταπιαστεί με τα “Παραδεισένια Οστά”.
Και σε αυτή την περίπτωση, ένα παιδί και ένας γονιός είναι οι πρωταγωνιστές του δράματος, που εξελίσσεται μέσα από βίαια, αλλά ποτέ εκβιαστικά, φλας-μπακ, από το εφιαλτικό παρόν σε ένα κάποτε “ευτυχισμένο” παρελθόν. Η Εύα είναι η “αμαρτωλή” γυναίκα που έφερε στον κόσμο τον Κέβιν, ένα παιδί που, μεγαλώνοντας, έμελλε να προξενήσει τόσο κακό όσο η μητέρα του ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί.


We need to talk about Kevin
Τι έκανε λάθος; Τι έφταιξε και ο γιος της κατέφυγε στο έγκλημα; Η εφιαλτική καθημερινότητα μιας γυναίκας που πληρώνει τις αμαρτίες του τέκνου της (όπως μάλλον και το ίδιο πλήρωσε τις δικές της) διακόπτεται από “επισκέψεις” στο παρελθόν, όπου προσπαθεί να ανακαλύψει την αρχή του “κακού”. Μήπως η ίδια δεν αγάπησε τον γιο της αρκετά; Μήπως αυτή δημιούργησε το τέρας που στέκεται σήμερα μπροστά της;
Η Λιν Ράμσεϊ, όπως άλλωστε έχει αποδείξει και στο παρελθόν (“Ratcatcher”) διαθέτει μια ενστικτώδη όσο και αλάνθαστη ματιά για την αποτύπωση του βίαιου και του πραγματικού, χωρίς να θυσιάζει τις εικαστικές της ανησυχίες. Όλα αυτά βέβαια δεν θα σήμαιναν πολλά αν δεν είχε ταυτόχρονα τη δυνατότητα να τοποθετεί εμβόλιμα σε αυτό τον γραμμικό άξονα του ρεαλιστικού στιγμές καθαρής ποίησης, φτιάχνοντας σπουδαίο σινεμά.

Στο “Πρέπει να Μιλήσουμε για τον Κέβιν”, η σκηνοθετική της δεξιοτεχνία αγγίζει ανεξερεύνητες περιοχές, καθώς μπολιάζει την ταινία με στιγμές γνήσιας ανατριχίλας, θυμίζοντας πολλές φορές horror film: το εμμονοληπτικό sound design, τα βίαια cuts και οι παρατεταμένες σιωπές μεταξύ του Κέβιν και της μητέρας του δημιουργούν μια κλιμακούμενη ένταση, της οποίας το βίαιο ξέσπασμα περιμένει με μαθηματική ακρίβεια ο θεατής.

Δυστυχώς, η τόσο δύσκολα κερδισμένη ισορροπία μοιάζει να χάνεται σταδιακά, αφού ο Κέβιν της Ράμσεϊ τείνει προς την καρικατούρα, θυμίζοντας περισσότερο το παιδί του σατανά, παρά ένα προβληματισμένο και αβοήθητο πλάσμα. Και αυτό που θα μπορούσαμε ίσως πιο εύκολα να συγχωρήσουμε σε άλλους σκηνοθέτες, για την πάντα διακριτική και γεμάτη υπονοούμενα μαεστρία της Ράμσεϊ μοιάζει με φοβερό ατόπημα.

Μη γελιέστε πάντως, η ταινία θα σας κρατήσει στην άκρη του καθίσματος μέχρι την τελευταία στιγμή: Όχι μόνο λόγω της μεγαλειώδους ερμηνείας της Τίλντα Σουίντον, αλλά γιατί ο θάνατος, το πένθος, η αξιοπρέπεια και πάνω απ' όλα η ζωή και τα ένστικτά της στοιχειώνουν την οθόνη με την απόκοσμη ομορφιά που μόνο η Ράμσεϊ ξέρει να δημιουργεί.
Φαίδρα Βόκαλη

Seven Films είπε...

Η ταινία ακουμπά σε ένα δύσκολο ψυχολογικό πρόβλημα κι αν διαβάσει κανείς το βιβλίο, κατατοπίζεται αρκετά. Η σκηνοθέτις, όμως, Λιν Ράμζι, αφήνει την εντύπωση ότι περισσότερο την ενδιαφέρει το ίδιο το πρόβλημα παρά το να το μετατρέψει σε ταινία. Έτσι, με κινηματογραφικούς όρους αμφιβάλλω αν η σκέτη κατάθλιψη είναι σινεμά. Με όρους ψυχολογικούς ας κρίνουν το έργο οι ψυχοθεραπευτές. Εκείνο, όμως, για το οποίο αξίζει να δει κανείς την ταινία είναι για το παίξιμο της Τίλντα Σουίντον.
Παναγιώτης Τιμογιαννάκης

Seven Films είπε...

ΒΑΣΙΣΜΕΝΗ ΣΕ ΕΝΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΟ, ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΣ BESTSELLER ΤΗΣ ΛΑΙΟΝΕΛ ΣΡΑΙΒΕΡ ΚΑΤΑΔΥΣΗ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΕΝΟΣ ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ. ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ ΚΑΙ ΔΥΟ ΣΠΟΥΔΑΙΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΠΑΡΑΚΑΜΠΤΟΥΝ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ (ΟΠΩΣ Η ΜΟΝΟΔΙΑΣΤΑΤΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ ΗΡΩΑ) ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΤΑΣΗ ΕΝΟΣ ΘΡΙΛΕΡ ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΩΝ ΑΔΙΕΞΟΔΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Συγκλονιστική ταινία που με συνεχή φλας μπακ μας δίνει την σχέση μια μητέρας που επιφανειακά μεν είναι στοργική με τον γιό της στην ουσία από την γέννηση του δεν τον ήθελε, γεγονός που το παιδί το συναισθάνεται και καθίσταται προβληματικό στην σχέση μαζί της σε αντίθεση με τον πατέρα του.
Η κατάληξη του δράματος είναι τραγική και η ταινία καταφέρνει χάρις και στις καταπληκτικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών ενώ κρατάει μια αποστασιοποιημένη ντοκυμανταρίστικη στάση να επιτείνει το ενδιαφέρον του θεατή μέχρι την τελική σκηνή κάθαρσης.
cinemaniac

Seven Films είπε...

Πώς διαχειρίζεσαι τις επώδυνες αναμνήσεις; Τι κάνεις όταν συνειδητοποιείς ότι δεν αγαπάς το παιδί που γέννησες, όταν δηλ. δεν περνά αλλά χειροτερεύει η επιλόχειος κατάθλιψη; Υπάρχει στα αλήθεια ασφαλής συνταγή για τη διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού; Πώς πρέπει να συμπεριφέρεσαι απέναντι στα χειριστικά παιδιά; Και κυρίως έχει νόημα να ζεις και να ελπίζεις σε κάτι, όταν η ζωή σου έχει γίνει συντρίμια και νιώθεις ότι είσαι κι εσύ υπεύθυνος γι'αυτό;

Η ταινία της Σκωτσέζας Lynne Ramsay θίγει ένα δύσκολο θέμα και το κάνει με ζηλευτή τόλμη και ειλικρίνεια. Δε χαϊδεύει αυτιά, δεν παίρνει θέση ως προς το ποιος έχει δίκιο, δεν δίνει στο πιάτο έτοιμες απαντήσεις (πχ. ως προς τα αίτια της παραβατικής συμπεριφοράς του νεαρού πρωταγωνιστή). Αυτό που κάνει είναι απλά να φωτίσει πτυχές και συμπεριφορές προσπαθώντας να εξηγήσει την περιπλοκότητα της ανατροφής ενός παιδιού-τέρατος καθώς και τις δυσκολίες της διαχείρισης της θλίψης και των ενοχών που έχουν οι γονείς όταν τα παιδιά τους τους φέρνουν σε τόσο δυσχερή - κοινωνικά - θέση.

Μέσω της χρήσης flash-back που σε πηγαίνουν διαρκώς μπρος και πίσω στις αναμνήσεις της κεντρικής ηρωίδας από τη μέρα που γέννησε το γιο της, η σκηνοθέτης σε καλεί να ενώσεις τις κουκίδες και να βγάλεις τα δικά σου συμπεράσματα για τα γεγονότα. Ανοίγει δε σα βεντάλια ένα ένα τα θέματά της παρουσιάζοντας σου ένα σύνολο περίπλοκο όπως η ανθρώπινη συμπεριφορά χωρίς όμως να σε μπερδεύει ή να σε κουράζει.

Ένα καθηλωτικό, πολυδιάστατο δράμα, το We Need to Talk about Kevin θα σας στοιχειώνει καιρό μετά! Είναι μια ταινία με δυνατές εικόνες και μηνύματα, κλιμακωτή ένταση και υποδειγματικές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς (ξεχωρίζει φυσικά η Tilda Swinton αλλά και ο νεαρός Ezra Miller). Γυναίκες σε ενδιαφέρουσα καλό θα ήταν να αποφύγετε να δείτε αυτή την ταινία! Οι υπόλοιποι απλά σπεύστε!
europanos (http://cineparmenos.blogspot.com)

Seven Films είπε...

Είναι από τα ανεξάρτητης υφής φιλμ, τα οποία οι Αμερικανοί χαίρονται να συμπεριλαμβάνουν στις οσκαρικές υποψηφιότητες. Είναι, επίσης, από τα φιλμ που εμπεριέχουν συστατικά, στα οποία δεν μπορεί κάποιος να αντισταθεί. Στην προκειμένη, αυτά είναι το θέμα, η σκηνοθετική βιρτουοζιτέ και οι ερμηνείες. Είναι, όμως, το απόλυτο σινεφίλ δράμα της χρονιάς, όπως παρουσιάζεται στο εξωτερικό, ή μια ταινία με πολλά μικρά κι ένα κεντρικό λαθάκι που ένα έμπειρο φιλμικά μάτι θα τα διακρίνει άμεσα; Ως απόφθεγμα όλων των παραπάνω, θα έλεγα πως δύσκολα θα άλλαζα έστω κι έναν συντελεστή, αλλά από το ερώτημα θα επέλεγα το δεύτερο σκέλος…

Η Lynne Ramsay κεντάει τεχνικά. Παίρνει ένα πολύ καλό και βαθύ κείμενο και το εμπλουτίζει με εικόνες που προκαλούν το μάτι κι έναν ρυθμό που δεν χαρίζεται στο ευρύ κοινό. Όμως, η Σκωτσέζα σκηνοθέτιδα έχει κάνει ελάχιστη «προπόνηση» από το 2002. Χτίζει ένα βαρύ σύμπαν γύρω από έναν χαρακτήρα, κλειδί για όσα βλέπουμε από την αρχή ως το φινάλε. Όλα ολόγυρα κινούνται ως ένα κουρδισμένο στην εντέλεια ρολόι, ενώ αυτός καταρρέει δραματουργικά παρασέρνοντας και τους υπόλοιπους. Αυτό αρχίζει και παρεκτρέπει την αφήγηση σε μικρά λαθάκια, ενώ γίνεται ολοφάνερο, πλέον, με το θριλερικό φινάλε, που αντί να κάνει το τελικό «κρακ» στο εσωτερικό του θεατή, μοιάζει με «εμπορικό» τρικ για να αρπάξει τα χειροκροτήματα. Κάνει ένα λάθος που δεν έκανε ο Λάνθιμος στον Κυνόδοντα, πετυχαίνοντας την ευθεία στη διανομή των χαρακτήρων και την απόλυτη υποταγή τους στο θέμα. Η ταινία, παρά ταύτα, θα αρέσει, και σε πολλούς, θα αρέσει υπερβολικά. Ποιος άλλωστε θα αρνηθεί μια Tilda Swinton σε εμφάνιση πολλών οκάδων;
ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΑΝΩΤΗΣ www.cine.gr

Seven Films είπε...

Με μια ακόμη εξαιρετική ερμηνεία της Σουίντον, αλλά κι ένα καστ που στέκεται ισάξια απέναντί της, η ταινία της Λιν Ράμσεϊ είναι μια ανατριχιαστική βουτιά κάτω από το δέρμα του συνηθισμένου, του φυσιολογικού, του κάτι τόσο «δεδομένου» όσο η μητρική αγάπη. Με οδηγό το βιβλίο της Λάιονελ Σράιβερ αφηγείται μια σχέση που πήγε πολύ λάθος (εγκληματικά λάθος), με τρόπο που δεν αναζητά, ούτε προσφέρει απαντήσεις. Μια μικρή συλλογή από συναισθήματα και στιγμιότυπα που κοιτάζουν με ψύχραιμη ματιά μια εναλλακτική πραγματικότητα. Ίσως κάθε γυναίκα δεν είναι πλασμένη για μητέρα. Ίσως κάθε παιδί δεν είναι αγγελούδι. Μπορεί να είναι κάτι που γνωρίζετε καλά, αλλά η αλήθεια και η δύναμη με την οποία η ταινία της Ράμσεϊ μιλά για κάτι που συνήθως αποσιωπάται, την κάνει απλά συγκλονιστική.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ATHENS VOICE

Seven Films είπε...

Το θέμα είναι δυσεπίλυτο, ένας ψυχαναλυτικός γρίφος δίχως απάντηση. Ποιος μπορεί να φταίει για την έλλειψη αυθεντικής (ως και χαζοχαρούμενης, στα όρια της αυταπάτης) επαφής της μάνας με το παιδί της, αλλά και για την εγγενή καχυποψία που ενδέχεται να έχει το παιδί από τα μικράτα του, όταν η μητέρα απαρνείται το αυθόρμητο χάδι προς αυτό; Δεν είναι δυνατό να ξέρουμε τις απαντήσεις, αλλά οι πιθανότητες είναι ρευστό υλικό για ψυχολογικό θρίλερ. Η Ράμσεϊ, εξαιρετική σκηνοθέτης του αφαιρετικού Morvern Callar, ερευνά αγωνιωδώς, παραμερίζει την ψεύτρα σάρκα (και την επιδερμική εντύπωση της μητρότητας) για να παρεισφρήσει στις σκοτεινιές της ενοχής, στην αιματοβαμμένη σχέση της μάνας με τον γιο, με αφορμή ένα τρομακτικό γεγονός που φανερώνεται στο φινάλε κι αποτελεί αντικείμενο εικασίας σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Παίζει με την έννοια του κόκκινου χρώματος - το λιντσάρισμα, το αίμα, το πάθος, η ένταση. Το σενάριό της είναι κρυπτικό, σχεδόν υποτυπώδες. Η σκηνοθεσία της δεν αποκαλύπτει πολλά και μπερδεύει περισσότερο μια υπόθεση που ούτως ή άλλως κινείται βαριά στον χρόνο του έργου και στο θολό μυαλό των πρωταγωνιστών. Η απόπειρα συσχέτισης της απτής σχέσης (και της απουσίας της) με τις δομές της αμερικανικής κοινωνίας είναι ξεκομμένη απ’ την πλοκή, και μόνο στην αντιμετώπιση της μάνας/ Έβα από μια εξαγριωμένη συμπολίτισσά της γίνεται αντιληπτή. Γι’ αυτό ευθύνεται η φοβερή Τίλντα Σουίντον, μια ηθοποιός που πλέον έχει περάσει στο επίπεδο της καλλιτεχνικής διάνοιας, αφού κάθε της ερμηνεία είναι κάτι αντίστοιχο με το in vivo στη βιολογία - ένα φαινόμενο όπου το «ζώο» θυσιάζεται στο πείραμα και δημιουργεί κάτι καινούργιο. Τα ρίσκα της Σουίντον είναι τέτοια που δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει σε κάθε σκηνή όπου πρωταγωνιστεί. Για παράδειγμα, με τον Έζρα Μίλερ, τον γιο της στην ταινία, ανταλλάσσει ωμή βία, ακόμη κι όταν αποστρέφει το βλέμμα της απ’ το δικό του, πόσο μάλλον όταν ανακρίνει την αμηχανία της μπροστά στη διαστροφή της προσοχής που εκείνος της ζητάει. Καταφέρνουν να είναι φτυστοί, χωρίς να μοιάζουν. Αδειάζουν τον πατέρα, πάνε στην κόλαση, σαν εραστές που συναντήθηκαν μοιραία στο μαιευτήριο. Υπόκλιση στη Σκωτσέζα. Κανονικά, το φιλμ δεν όφειλε να ονομάζεται Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν, αλλά Πρέπει να χαζέψουμε την Τίλντα

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ LIFO

Seven Films είπε...

Το “Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν” είναι μια ταινία που θα την αγαπήσεις. Ή θα την μισήσεις. Δεν προσφέρεται για εύκολες αναγνώσεις και πάνω απ' όλα δεν δημιουργεί εύκολες συγκινήσεις. Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Λαϊονελ Σρίβερ ξετυλίγει την αφήγηση του με τρόπο άτακτο και με σκοπό να σε μπερδέψει από την πρώτη στιγμή.

Η ιστορία είναι τοποθετημένη από την πλευρά του ενός βασικού πρωταγωνιστή, της μητέρας του Κέβιν, η οποία ζει και ξαναζει διαρκώς το παρελθόν μέσα από ένα χαμένο παρόν. Αυτή η ανάγνωση είναι η αφορμή για να ερευνηθεί η πηγή του Κακού. Κάποτε η γυναίκα αυτή είχε όλο το μέλλον δικό της. Τώρα της ανήκει μόνο ένα διαρκές φλας μπακ με στιγμές, ενοχές, νευρώσεις και ευθύνες που χάνονται, μάλλον, στα συρτάρια της μνήμης.

Έξοχη η σκηνοθετική δομή και φιλοσοφία της ταινίας που δημιούργησε η Λιν Ράμσεϊ, η οποία αρνείται τη γραμμική, κλασική αφήγηση και προσφέρει μια εικονοποίηση στην καταγραφή της βίας λειτουργώντας με το ένστικτο. Με βασικά εργαλεία το σφιχτό μοντάζ που χαρίζει ρυθμό και την ατμοσφαιρική φωτογραφία, στην οποία χρώματα όπως το κόκκινο ή το κίτρινο έχουν το δικό τους ρόλο στην πλοκή της ιστορίας, η Ράμσεϊ δίνει ένα τέλείως αβαν γκαρντ αποτέλεσμα και δημιουργεί ένα αληθινό ψυχολογικό θρίλερ που σίγουρα σκοπό έχει να σε ενεργοποιήσει για να ψάξεις και να αναγνώσεις την ταυτότητα και τα κομμάτια αυτού του διαλύμενου παζλ μέχρι το τελευταίο καρέ της ταινίας, οπότε και η αλήθεια έχει φανερωθεί ολόκληρη στα μάτια του θεατή.

Η Τίλντα Σουίντον εξελίσεται σε μια ιδιαίτερη περίπτωση σταρ, που με ειδικές και καθόλου τυχαίες επιλογές, τα τελευταία χρόνια έχει αναδείξει το ταλέντο και την μοναδική παρουσία της. Όλη η ταινία στηρίζεται άλλωστε στις νευρώσεις και στις μοναχικές αναζητήσεις της μεταξύ παρόντος και παρελθόντος για το τι έφταιξε που ο μικρός Κέβιν από βρέφος αντιδρά με αυτόν τον άτσαλο τρόπο απέναντι της, δηλαδή απέναντο στη μητέρα του. Τέλος ο Έζρα Μίλερ δίνει μια εξίσου δυνατή ερμηνεία αποκρυσταλλώνοντας το Κακό στην όψη και στο βλέμμα του.

Αυτό βέβαια που αποτελεί μεγάλο προσόν είναι και το μοναδικό μείον της ταινίας. Γιατί είναι έξυπνη αλλά μονοδιάστατη η όψη της σεναριακής αφήγησης της ιστορίας μέσω της μητέρας, στοιχείο που αποτελεί καθαρή επιλογή ευθύς εξ' αρχής, όπως είπαμε, ενώ ο ρόλος του Πατέρα δεν χρωματίζεται επαρκώς (είναι άραγε και αυτό ένα συστατικό στοιχείο για την αντίστροφη μέτρηση?). Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: Στη σχέση αιτίας και αιτιατού τελικά τι ωθεί τον Κέβιν στις τελικές επιλογές του προς το Κακό? Η απάντηση, σε μια νέα ανάγνωση του έργου, επί της οθόνης φαντάζομαι...
ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΟΣΔΑΝΗΣ ΕΞΩΣΤΗΣ