Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Με κομμένη την ανάσα του Ζαν Λυκ Γκοντάρ



Με κομμένη την ανάσα
À bout de souffle

Σκηνοθεσία:

Jean-Luc Godard
Ετος παραγωγής : 1960
Χώρα παραγωγής: Γαλλία
Το 1960 αλλάζουν όλα στον Ρlanet Cinema. Από την Ιταλία του Αντονιόνι μέχρι την Αμερική του Τζων Κασσαβέτη. Ενδιαμέσως η Αγγλία του Τόντι Ρίτσαρντσον, η Τσεχοσλοβακία του Μίλος Φόρμαν και η Πολωνία του Αντρέι Βάιντα και του Ρομάν Πολάνσκι. Η επιτομή όλων αυτών των σαρωτικών αλλαγών ακούει στον τίτλο «Α bout de souffle» και στο όνομα Ζαν Λικ Γκοντάρ Οποιος δεν διαθέτει στην ταινιοθήκη του το «Με κομμένη την ανάσα» δεν ξέρει πού πατάει και πού πηγαίνει. Οποιος δεν το έχει δει είναι αναλφάβητος. Εντελώς! Το λέω γιατί πολλοί εξ ημών και υμών μπερδεύουμε το μυθιστόρημα με τον κινηματογράφο και τα οπτικά εφέ με την 7η τέχνη. Αντε, παιδάκι μου, να δεις να ξεστραβωθείς. Πάμε παρακάτω. Μέχρι το 1958 τρία σκατόπαιδα, δηλαδή οι Γκοντάρ- Τριφό- Σαμπρόλ, έγραφαν κείμενα στα «Cahiers du cinema» (Κινηματογραφικά Τετράδια) και έτσι έσκαβαν τους τάφους σχεδόν όλων των γάλλων σκηνοθετών. Τα παιδιά πριόνιζαν το κλαδί πάνω στο οποίο καθόταν η εξουσία. Το πριόνισαν, τους κατέβασαν, τους έθαψαν και στη συνέχεια εκείνοι στρογγυλοκάθησαν και τα προνόμιά τους απόλαυσαν. Το ίδιο συμβαίνει παντού. Από την οικογένεια και τις εταιρείες μέχρι τα καθεστώτα. Μέχρι το 1958 έγραφαν ακατάπαυστα. Μερικούς μήνες αργότερα ο Φρανσουά Τριφό σκαρώνει μια ιστορία. Ο Ζαν Λικ την αρπάζει στον αέρα και του έρχεται μια ιδέα. Επρεπε όμως να βρει λεφτά, παραγωγό, διευθυντή φωτογραφίας και cast. Μια μεγαλοκυρία της καλής κοινωνίας που σουλατσάριζε σε «γιάφκες» της αριστερής κουλτούρας τον συνδέει με τον (τότε) άνδρα μιας αμερικανίδας σταρλετίτσας με το όνομα Τζιν Σίμπεργκ. Ηταν- δεν ήταν 22 χρονών. Ο Γκοντάρ όπως ο Τριφό και ο Σαμπρόλ, βουτηγμένοι στο αμερικανικό σινεμά. Νυχθημερόν ρουφούσαν εκατοντάδες ταινίες στη Γαλλική Ταινιοθήκη του θρυλικού Ηenri Langlois (1914-1977). Η Σίμπεργκ, με μισοτελειωμένη καριέρα στην Αμερική δέχεται με πολλές επιφυλάξεις. Μωρέ, τι είναι τούτος ο ακατανόητος κοντός, βλοσυρός; Ελεγε. Κάπου εκεί ο Ζαν Λικ πέφτει πάνω στον Ζορζ ντε Μπορεγκάρ (1920-1984). Ενα φιλόδοξο τύπο που ήθελε να αλλάξει το γαλλικό σινεμά. Ως παραγωγός. Οχι με δικά του αλλά με δάνεια τραπεζικά. Ετσι, καπαρώνει ως πρωταγωνιστή μια γοητευτική μουτράκλα με το όνομα Ζαν Πολ Μπελμοντό, που τότε μόλις πατούσε τα 27. Και, τέλος, καταφέρνει να συνεργαστεί με τον Ραούλ Κουτάρ, έκτοτε μόνιμο διευθυντή φωτογραφίας του στις περισσότερες ταινίες του. «Ραούλ, ξέχασε όσα ήξερες», του λέει. Και ο Ραούλ τα ξέχασε. Η μηχανή, μια Εclair Cameflex, στο χέρι. Χωρίς τεχνητούς φωτισμούς. Δηλαδή όσα επινόησε ο Λαρς φον Τρίερ με το «Dogme» και όσα ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ έκαμε στο «Μπάρι Λίντον», όπου ο φωτισμός προερχόταν από φυσικές πηγές, πρώτος τα εφάρμοσε αυτός ο ακατανόητος και βλοσυρός κοντός. Μόλις τριάντα χρονών. Το σχέδιο ήταν να βγουν στους δρόμους με την κάμερα στο χέρι. «Ζαν Λικ, πρέπει να ζητήσεις την άδεια των αρχών», του είπαν. Εκείνος έδειξε το γνωστό σημείο των «μαγαζιών» και άφησε να ακουστεί το γνωστό «ζαμάν φου». Ετσι, χωρίς άδεια γυρίστηκε η ταινία. Και κάθε μέρα, πριν από τα γυρίσματα έγραφε σε κάποια μπακαλόχαρτα τους διαλόγους που θα έλεγαν ο Μπελμοντό με τη Σίμπεργκ. Από αυτή την αναταραχή, την καταστρατήγηση όλων των κανόνων και όλων των διαδικασιών προκύπτει μια ιστορία που μας έστειλε αδιάβαστους να παραμιλάμε σαν να είχαμε δει, σε απόσταση αναπνοής, τα μπαλκόνια της Μπριζίτ Μπαρντό. Ο Μισέλ (Μπελμοντό), αδέκαρος μικροκακοποιός που του αρέσει να μιμείται τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, κλέβει μια αμερικανική λιμουζίνα και πάνω στο κυνηγητό πυροβολεί και σκοτώνει έναν μπάτσο. Παράνομος και καταζητούμενος καταφέρνει να κρυφτεί στο διαμέρισμα της Πατρίτσιας (Τζιν Σίμπεργκ), Αμερικανίδας που γουστάρει δημοσιογραφία και που βγάζει το ψωμί της πουλώντας την «ΗeraΙd Τribune». Ο Μισέλ την πέφτει, η Πατρίτσια αντιστέκεται, τελικά την κουτουπώνει, κάποια στιγμή του λέει «είμαι έγκυος» και όταν μαθαίνει ότι η Αστυνομία τον κυνηγάει, εκείνη ως νομοταγής αμερικανίδα τον καρφώνει. Ο διάλογος χαρακτηριστικός. Πατρίτσια: «Qu΄ est ce qu΄ il a dit?» («Τι είπε;», εννοεί τον Μισέλ, δηλαδή τον Μπελμοντό). Βιτάλ (ο μπάτσος): «Ιl a dit que vous etes vraiment une degueulasse» («Είπε ότι είσαι σκρόφα»). Πατρίτσια: «Qu΄ est ce que c΄ est degueulasse?» («Τι πάει να πει degueulasse?», δηλαδή σκρόφα). Τι είναι όλα αυτά; Μα φυσικά η μεταμοντέρνα εκδοχή ενός κλασικού φιλμ νουάρ με χαφιέ την αιώνια femme fatale. Μe ένα λόγο- για να σε κουφάνωDJ ο Γκοντάρ πριν καν γεννηθεί ο Ταραντίνο και η νέα αμερικανική γενιά. Αρπα μια πρωτοπορία και τσιμουδιά!
Δημήτρης Δανίκας ΤΑ ΝΕΑ

8 σχόλια:

Seven Films είπε...

Η άψογη επανέκδοση του αριστουργήματος του Ζαν Λικ Γκοντάρ «Με κομμένη την ανάσα» είναι το κινηματογραφικό γεγονός αυτής της εβδομάδας των εννέα ταινιών

Σε πρώτο πλάνο, ένας υπέροχος Ζαν Πολ Μπελμοντό. Γοητευτικός, ανέμελος, αξιολάτρευτος, με ίνδαλμα - φυσικά - τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Μικροκακοποιός. Που κλέβει ένα αυτοκίνητο, σκοτώνει έναν αστυνομικό και κρύβεται στο διαμέρισμα πανέμορφης Αμερικανίδας (Τζιν Σίμπεργκ) που δείχνει πιο Γαλλιδούλα από τις ντόπιες.
Μπροστά όμως από το όποιο σασπένς της κινηματογραφικής ιστορίας, ο κατακερματισμός της κινηματογραφικής γλώσσας. Ο Μπελμοντό οδηγεί και ταυτόχρονα μιλά στην κάμερα - στην ίδια κάμερα που η Σίμπεργκ, λίγο αργότερα, θα κάνει ναζάκια. Η κάμερα εδώ δεν είναι ένα απλό εργαλείο. Είναι, και αυτή, ένας πρωταγωνιστής εντός κάδρου. Και το παιχνίδι μαζί της δεν σταματά ποτέ.
Ομοίως, το ίδιο συμβαίνει και με το παιχνίδισμα ενός κοινού, αλλά και ενός πλήθους σκηνοθετών που, άφωνοι, βλέπουν έναν έναν τους φιλμικούς κανόνες να παραγκωνίζονται. Κοψίματα άκομψα, χαλαροί αφηγηματικοί χρόνοι, αυτοσχεδιαστικοί διάλογοι που δεν καταλήγουν πουθενά. Γιατί εφόσον όλα πηγάζουν από την αγάπη για το σινεμά, πρέπει να έχουν και πλάκα. Κι αν μια αγάπη παύει να έχει πλάκα, οδηγείται στον θάνατο, θέλοντας και μη.
Ζαν Λικ Γκοντάρ. Ο άνθρωπος που άλλαξε το σινεμά, όπως περίπου οι punks άλλαξαν το rock 'n' roll 15 χρόνια μετά. Τι εννοώ; Απλά, όπως ακριβώς οι punks αποφάσισαν να επανεφεύρουν το rock, νιώθοντας πως η ουσία του είχε χαθεί κάτω από τόνους «μαϊντανών» και «καρυκευμάτων» αλλά και υπό το βάρος της μουσικής βιομηχανίας, έτσι και ο Γκοντάρ ανακάλυψε το σινεμά από την αρχή, δανειζόμενος όμως όλα εκείνα τα στοιχεία που το καθιστούσαν άκρατα γοητευτικό. Γνήσιος αναρχικός δηλαδή. Ανατροπή και αναγέννηση. «Ολη η κινηματογραφική υποδομή της χώρας είναι σάπια, από το εργαστηριακό στάδιο ώς το στάδιο που η ταινία φτάνει τελικά στο κοινό», έγραφε τότε ως κριτικός στα περίφημα «Cahiers du cinema». Και όλα αυτά το 1959. Αργότερα, ο γάλλος σκηνοθέτης παρατήρησε πως πάντα ένιωθε νεώτερος από τους αμερικανούς σκηνοθέτες γιατί η σχέση του με το αμερικανικό σινεμά ήταν σαν σχέση γιου - πατέρα. Εννοούσε πως κάθε σκηνοθέτης που θα βρεθεί σ' αυτήν την κατάσταση, αναπόφευκτα θα παγιδευτεί ανάμεσα στην επιθυμία να μιμηθεί το Χόλιγουντ και την ανάγκη να αποκοπεί από αυτήν την επιβολή της συμμόρφωσης σε ένα μοντέλο. Βλέπετε, τέτοια ήταν η επιβολή του Χόλιγουντ στο παγκόσμιο σινεμά, που μερικές φορές το Χόλιγουντ καταλήγει να μη φαίνεται σαν ένα εθνικό σινεμά, αλλά σαν το σινεμά το ίδιο, όπως για τον γιο σε κάποιο στάδιο της ανάπτυξής του ο πατέρας δεν είναι ένας άνθρωπος ανάμεσα στους άλλους αλλά η ίδια η ανθρωπότητα.
Με το «Με κομμένη την ανάσα», που προβάλλεται σε εξαίσιες ανανεωμένες κόπιες (οπότε προχωρήστε με απόλυτη ασφάλεια), ο Γκοντάρ έστησε στο εκτελεστικό απόσπασμα κάθε κινηματογραφική επιβολή και την εξολόθρευσε διά της λατρείας του για το σινεμά. Γι' αυτό και κάθε, μα κάθε φορά που οι σιλουέτες του Μπελμοντό και της Σίμπεργκ προβάλλονται σε μια οθόνη, θα μας υπενθυμίζουν πως αυτά που πραγματικά μένουν μέσα μας αθάνατα είναι αυτά που γεννιούνται ενώπιόν μας ΑΚΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ ΤΑ ΝΕΑ

Seven Films είπε...

Η παρθενική ταινία του Γκοντάρ, που κατά κύριο λόγο συνιστά την πλατφόρμα για τις πάσης φύσης μυθολογίες, που διατείνονται ότι ο σκηνοθέτης δημιουργεί βαθυστόχαστο και διφορούμενης θεματικής έργο. Στην πραγματικότητα, οι ταινίες του Γκοντάρ εύκολα «σηκώνουν τα χέρια ψηλά» σε αναγνώσεις υψηλού επιπέδου. Το ουσιαστικό, όμως, πρόβλημα είναι ότι παραμένουν παραπλανητικές σε επίπεδο απλής υποδήλωσης. Δεν είναι δύσκολο να δώσει κανείς απάντηση στο τι πραγματεύεται σαν «σενάριο» μια ταινία του Γκοντάρ - ιδιαίτερα για κάποιον εξοικειωμένο με τα διάφορα κλισέ του σκηνοθέτη, τα οποία άπτονται είτε της κοινωνικής κριτικής, της ύπαρξης και χρήσης του ρομαντικού και του μπρεχτικού στοιχείου, είτε της αφηγηματικής αυθαιρεσίας. Είναι, όμως, σχεδόν αδύνατο να μπορέσει κάποιος να απαντήσει στο τι κυριολεκτικά συμβαίνει σε επίπεδο «μύθου» της κάθε ταινίας. Κι αυτό γιατί ακριβώς οι ταινίες του Γκοντάρ αντιστέκονται σθεναρά στην αφηγηματική κατανόηση, κάτι που δε συνιστά απλά πρόβλημα ερμηνείας!
Την εποχή που διαμορφώνεται το γαλλικό «νέο κύμα», ο Ζαν - Λικ Γκοντάρ είναι μέλος της σύνταξης των «Κινηματογραφικών Τετραδίων» και υποστηρικτής της «πολιτικής των δημιουργών», δηλαδή των κινηματογραφιστών που χαράζουν τη στάμπα του δικού τους στιλ στο έργο τέχνης μέσα από άκρως προσωπικές επιλογές, δεδομένου ότι ο κινηματογράφος συνιστά μια γλώσσα και ο δημιουργός κάνει χρήση μιας προσωπικής γραφής, χωρίς να επηρεάζεται από την τεχνική. Το 1959 ο Γκοντάρ, πιστός στη γλωσσολογική υπέρβαση, γυρίζει το «Με κομμένη την ανάσα», όπου κάνει χρήση των κωδίκων του χολιγουντιανού φιλμ νουάρ. Είναι η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία σε σενάριο δικό του, στηριγμένο σε μια ιδέα του Φρανσουά Τριφό. Η ιστορία, που παράλληλα λειτουργεί και σαν συλλογισμός γλωσσολογικός, είναι απλή και διέπεται από την τάση κατακερματισμού της «συνέχειας» και διασκορπισμού της αφήγησης σε χιλιάδες σημεία. Ο Μισέλ, μικρο-γκάνγκστερ, κλέβει ένα αυτοκίνητο στη Μασσαλία και πυροβολεί και σκοτώνει τον αστυνομικό που τον καταδιώκει στον αυτοκινητόδρομο. Καταζητούμενος και άφραγκος κατευθύνεται, στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει κάποια λεφτά για να διαφύγει στην Ιταλία, προς την φίλη του Πατρίσια, Αμερικανίδα σπουδάστρια, υποψήφια δημοσιογράφο, μια τυχαία γνωριμία, που πουλάει στους δρόμους του Παρισιού την «New York Herald Tribune». Η κοπέλα και ο Μισέλ περνούν μαζί μια νύχτα παράλογης σχέσης και το πρωί εκείνη τον καταδίδει στην αστυνομία, που αργότερα τον πυροβολεί και τον σκοτώνει.


Την πρώτη αυτή ταινία του Γκοντάρ συνοδεύουν παιάνες για τον σκηνοθέτη, που κατάφερε συντριπτικό χτύπημα στις παραδοσιακές μορφές αφήγησης και κατάστρεψε ολόκληρο το κινηματογραφικό συντακτικό. Με τη διαγραφή όλων των συνδετικών στοιχείων που θεωρούνταν απαραίτητα ώστε να γίνεται κατανοητή η πορεία της αφήγησης, ο Γκοντάρ εγκαθιστά - όσο κανένας άλλος κινηματογραφιστής - μια παντελώς ιδιότροπη ή μάλλον αυθαίρετη χρήση της αφηγηματικής τεχνικής. Για παράδειγμα, τα jump cuts που εγκαινιάζονται στο «Με κομμένη την ανάσα» παραμένουν ανεξήγητα, τόσο σαν επιλογή χρονική όσο και σε σχέση με τα συμφραζόμενα, σύμφωνα με όποια συνεπή αρχή αφηγηματικής συνάφειας, ενώ η προσέγγιση δεν ακολουθεί κάποιο πρόγραμμα έρευνας με λογική ακολουθία: Δεν υπάρχει δήλωση της υπόθεσης, δεν υπάρχουν σύνδεσμοι που να οδηγούν σε τεκμήρια, δεν υπάρχουν συμπεράσματα. Ο Γκοντάρ δεν αναλύει τίποτα. Χρησιμοποιεί έννοιες, όπως «ανάλυση» και «επιστήμη» ποιητικά, σαν μετρητές σε ένα τυπικό παιχνίδι. Τα φιλμ του υπαινίσσονται πολλά, χωρίς, όμως, να αποδεικνύουν τίποτα.
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Seven Films είπε...

Αν το σινεμά έπρεπε να επαναστατήσει, να αποτινάξει τους κανόνες του και να μάθει να ονειρεύεται από την αρχή, το έκανε ... Με Κομμένη την Ανάσα. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ζαν Λικ Γκοντάρ, που αποτέλεσε το λάβαρο της γαλλικής νουβέλ βαγκ, συνεχίζει – μισό αιώνα τώρα- να βγάζει τη γλώσσα του σε όσους αρνούνται να καταλάβουν ότι η δύναμη της τέχνης (και της ζωής) είναι στην απενοχοποιημένη απόλαυσή της.

Ο Μισέλ πιστεύει ότι η ζωή είναι σινεμά: φορώντας το καπέλο του στραβά, όπως ο ήρωάς του Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, θα κλέψει το αυτοκίνητο που θα τον οδηγήσει από την Μασσαλία στο Παρίσι κι εκεί θα διεκδικήσει την Πατρίτσια, το κορίτσι που δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του. Οταν όμως στην πορεία σκοτώνει έναν αστυνομικό, η αναμέτρησή του με την αληθινή ζωή είναι θέμα χρόνου. Ποιος όμως είπε ότι μέχρι τότε δεν μπορεί να απολαύσει κάθε λεπτό – έντονα, ξέφρενα, άπνοα;

Το σπάσιμο της φόρμας στην κινηματογραφική αισθητική μπορεί να είναι κούφιο τέχνασμα, ή ατόφιο, μεγάλο σινεμά. Ενα στοίχημα που θέλει τον παράδοξο χειρισμό της εικόνας να καταφέρνει να οπτικοποιήσει την καρδιά του σεναρίου. Ο Γκοντάρ δεν είχε σενάριο (ή τουλάχιστον δεν είχε ολοκληρωμένο σενάριο). Είχε όμως τρεις ήρωες. Το αγόρι, το κορίτσι και το Παρίσι. Τρεις αφορμές να αποτυπώσει σε αθάνατο ασπρόμαυρο τη φρεσκάδα, την ακαταμάχητη τρέλα, την αναίδεια της νιότης. Την προτροπή του «ζήσε γρήγορα, ζήσε στα όρια» καθαρόαιμου, ουτοπικού ρομαντισμού. Και μια πόλη που λες κι έχει χτιστεί για να μεταμορφώνει τα πάντα σε κινηματογραφικό σκηνικό.

Αυτή την ορμή έκανε ο Γκοντάρ, ταινία. Και την έκανε ανατινάζοντας τις συμβάσεις, τις δομές, παρασύροντας με ένα Νέο Κύμα τους κανόνες της γαλλικής (κι όχι μόνο) κινηματογραφίας. Με ελάχιστα χρήματα, αυτοσχεδιασμούς στους διαλόγους, κάμερα στο χέρι (ή δεμένη σε καροτσάκι του σούπερ μάρκετ για τα «travelling» πλάνα) jump cuts, φυσικούς χώρους και άναρχη αφήγηση, όπου για 25 από τα 87 λεπτά της ταινίας το πρωταγωνιστικό του ζευγάρι είναι κλεισμένο σε μια κρεβατοκάμαρα με το φακό να παρακολουθεί τα μικρά τους τίποτα. Να καταγράφει κάθε μορφασμό του Ζαν Πολ Μπελμοντό στο ρόλο που τον ανήγαγε σε μύθο του παγκόσμιου σινεμά, κάθε βλέμμα της Τζιν Σίμπεργκ που έδωσε νέα διάσταση στον όρο της μούσας.

Αυτή όμως ήταν η επανάσταση: στο σινεμά μπορείς να πεις όποια ιστορία θέλεις, και με όποιο τρόπο θέλεις. Μπορείς να μπερδέψεις την υψηλή τέχνη με την ποπ, λαϊκή απόλαυση. Στο σάουντρακ συνυπάρχουν και ο Μότσαρτ και η τζαζ, στο σελιλόιντ χωράνε και οι γυναίκες του Πικάσο και τα σέξι pin up κορίτσια των 50ς.

Πενηνταένα χρόνια μετά την έξοδο της ταινίας όμως (όταν όλα έχουν αντιγραφεί από κάθε φιλόδοξο πειραματιζόμενο indie σκηνοθέτη, σε κάθε γωνιά της γης) δεν μας μένει τόσο η κινηματογραφική αποδόμηση που τόλμησε ο Γκοντάρ, όσο η κατάθεση αγάπης του για το σινεμά. Mία αναμφισβήτητη, ζωντανή, παλλόμενη αγάπη που γεννά αυτοαναφορικούς νουάρ χαρακτήρες, κλείνει το μάτι στον Πρέμινγκερ, τις γκανγκστερικές ταινίες, τα αμερικανικά b movies.

Δεν ήταν τελικά ο Μισέλ που πίστευε ότι η ζωή είναι σινεμά, αλλά ο Γκοντάρ. Με Κομμένη την Ανάσα ανατίναξε τους κανόνες, αλλά ανανέωσε την αιώνια κινηματογραφική υπόσχεση ότι σ΄ένα παράλληλο μαγικό σύμπαν οι πράξεις μας δεν έχουν ποτέ συνέπειες, οι ήρωες δεν τσαλακώνονται και οι προδομένοι έρωτές μας έχουν τη δύναμη να παλέψουν για το χάπι έντ τους ή να πεθάνουν ένδοξα για αυτό.
ΠΟΛΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ www.flix.gr

Seven Films είπε...

Στο Παρίσι, ένας νεαρός γκάνγκστερ προδίδεται στην αστυνομία από την Αμερικανίδα φίλη του. Μια συνηθισμένη γκανγκστερική ιστορία μετατρέπεται σε μια πρωτότυπη, επαναστατική ταινία, από τις πιο αντιπροσωπευτικές που μας έδωσε η γαλλική νουβέλ βαγκ.

Η ταινία που έσπασε τους περισσότερους κανόνες τής μέχρι τότε κινηματογραφικής γλώσσας, ορόσημο στη δημιουργία ενός μετα-μοντέρνου κινηματογράφου, που επέβαλε με το ανατρεπτικό, άναρχο στιλ της η «νουβέλ βαγκ», μια ομάδα κριτικών γύρω από το γαλλικό περιοδικό «Κινηματογραφικά τετράδια», στην οποία συμμετείχαν οι Φρανσουά Τριφό, Κλοντ Σαμπρόλ, Ερίκ Ρομέρ, Ζακ Ριβέτ και Ζαν-Λικ Γκοντάρ.

Η ιστορία της ταινίας ήταν βασισμένη σε μια αληθινή είδηση των εφημερίδων, που έγραψε για τον Γκοντάρ ο Τριφό, όπου ένας ασήμαντος γκάνγκστερ πυροβολεί έναν αστυνομικό και κρύβεται στο σπίτι μιας φίλης του, η οποία τελικά τον προδίδει. Πρόκειται για μια απλή συνηθισμένη ιστορία, που ο Γκοντάρ χρησιμοποιεί για να φτιάξει μια ταινία-φόρο τιμής στις αμερικανικές γκανγκστερικές, χαμηλού κόστους, ταινίες (η ταινία είναι αφιερωμένη στην ειδικευμένη στα μπι-μούβις εταιρεία Monogram), με ένα νεαρό Ζαν-Πολ Μπελμοντό να συνθέτει το ρόλο του με βάση εκείνο του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και τη με κοντά μαλλιά και αγορίστικη εμφάνιση βαμπ της Τζιν Σίμπεργκ, στο ρόλο της Αμερικανίδας φιλενάδας του που πουλά το New York Herald Tribune στο Σαν Ελιζέ, να συμβολίζει μια πλευρά της αμερικανικής κουλτούρας του 20ού αιώνα. Με την πρώτη του αυτή κιόλας ταινία, ο Γκοντάρ κατάφερε να φτιάξει ένα εντελώς πρωτότυπο, δοσμένο με φαντασία έργο, χρησιμοποιώντας ένα προσωπικό, ελλειπτικό στιλ, που ανέτρεπε τη μέχρι τότε γνωστή κινηματογραφική γλώσσα. Ενα στιλ με αυτοσχέδιες σκηνές, γυρισμένες με την κάμερα στο χέρι (με τη μαυρόασπρη φωτογραφία του Ραούλ Κουτάρ να συλλαμβάνει την υφή του σύγχρονου κόσμου μας), με γρήγορες, ανακόλουθες αλλαγές πλάνων, με πρωτότυπο μοντάζ και επικαλυπτόμενο διάλογο, που έδιναν στην ταινία έναν απότομο ρυθμό, συγγενικό μ' εκείνο της μουσικής τζαζ ή του κολάζ στη ζωγραφική. Ταυτόχρονα μια ταινία που σχολιάζει τον κόσμο μας (σε μια σκηνή βλέπουμε την παρέλαση Ντε Γκολ - Αϊζενχάουερ στα Ηλύσια Πεδία), αλλά και τον ίδιο τον κινηματογράφο με τα μελό και τα θρίλερ του, και μας δείχνει πώς, τόσο από τη δεκαετία του '60 ώς την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, τα πάντα περνούν και, συχνά διαμορφώνονται, μέσα από την εικόνα: η πολιτική, η λογοτεχνία, και η ίδια η ζωή.
ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Seven Films είπε...

Η ταινία που επέβαλε τον Ζαν Λικ Γκοντάρ ως «πάπα» της nouvelle vague κι είναι και η καλύτερη ταινία της σταδιοδρομίας του μαζί με την Περιφρόνηση. Μαζί με ένα νέο κινηματογραφικό στιλ καθιέρωσε και τον Ζαν Πολ Μπελμοντό ως ένα νέο τύπο αστέρα της Ευρώπης, ενώ η παρουσία της Τζιν Σίμπεργκ, που ήταν ήδη γνωστή έστω κι αμφισβητούμενη ως Ζαν Ντ’ Αρκ του Ότο Πρέμινγκερ κι ως ηρωίδα της Φρανσουάζ Σαγκάν στο Καλημέρα Θλίψη, πάλι του Πρέμινγκερ, ως ένα νέο τύπο κοπέλας. Εννοείται πως για το φιλμ είχαν ενδιαφερθεί κι Αμερικανοί επενδυτές, εξού και η παρουσία της Σήμπεργκ. Αυτά για όσους ξέρουν πώς γίνεται το σινεμά. Οι άλλοι θα λένε ότι τη λανσάρισε ο Γκοντάρ.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Down Town

Seven Films είπε...

Στο Παρίσι του τέλους της δεκαετίας του 1950 ένας γάλλος τυχοδιώκτης ερωτεύεται μια όμορφη Αμερικανίδα και την μπλέκει σε μια ιστορία φόνου για τον οποίο υπεύθυνος είναι ο ίδιος. Από τους πρωτεργάτες του γαλλικού Νέου Κύματος, o Ζαν-Λυκ Γκοντάρ με μία μόνο ταινία ανανεώνει το σινεμά της πατρίδας του. Η ταινία βαδίζει πάνω στα κλισέ των ειδών στα οποία αναφέρεται (το αισθηματικό ρομάντζο και την αστυνομική περιπέτεια) χωρίς στιγμή να τα θυμίζει. Αυτό όμως ήταν και το πιο γοητευτικό στοιχείο του Νέου Κύματος.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ ΤΟ ΒΗΜΑ

Seven Films είπε...

ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ ΤΟΥ ΤΗ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΗ, ΚΛΑΣΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ ΠΟΥ "ΚΑΤΑΔΥΝΑΣΤΕΥΕ" ΜΕΧΡΙ ΤΟΤΕ ΤΟ ΣΕΛΙΛΟΙΝΤ, Ο ΓΚΟΝΤΑΡ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΣΕΝΑΡΙΑΚΗ ΙΔΕΑ ΣΕ ΤΑΙΝΙΑ-ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛ ΒΑΓΚ, ΣΕ ΕΝΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ, ΤΟ ΤΟΛΜΗΡΟΤΕΡΟ (ΚΙ ΙΣΩΣ ΤΟ ΜΕΛΩΔΙΚΟΤΕΡΟ) ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ. ΑΠΟ ΤΑ ΡΑΚΟΡ ΤΩΝ ΠΛΑΝΩΝ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΗΧΗΤΙΚΗΣ ΜΠΑΝΤΑΣ, ΤΟΥΣ ΦΩΤΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ (ΤΟΣΟ ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΠΛΟΚΗΣ ΟΣΟ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ), ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΑΦΗΓΗΘΕΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Oποιος αντέξει με τον Ζαν Πολ Μπελμοντό και την Τζιν Σίμπεργκ, να τρέχουν πρώτοι «ΜΕ ΚΟΜΜΕΝΗ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ», μπροστά από τη θεϊκή κάμερα του Ζαν Λικ Γκοντάρ, κολυμπώντας κρόουλ στην πιο κρυστάλλινη εκδοχή των υδάτων της νουβέλ βαγκ. Σε μία αφύσικα νεανική και φρέσκια μετά από τόσα χρόνια (1960), ταινία που έκαψε τους κινηματογραφικούς κώδικες σε φλόγες εκθαμβωτικής ομορφιάς πυροδοτώντας ταυτόχρονα το φλογοβόλο των ομορφότερων θρύλων των νεανικών μας χρόνων. Σε απλά ελληνικά, δεν υπάρχει δικαιολογία για να μην τη δεις (ή να την ξαναδείς) με καινούργιες, αστραφτερές κόπιες, κάτω από τον αυγουστιάτικο ουρανό.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ