Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Τα παιδιά είναι εντάξει

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΑΞΕΙ
(THE KIDS ARE ALL RIGHT)



Μια ταινία της
Λίσα Τσολοντένκο
με τους

ΑΝΕΤ ΜΠΕΝΙΝΓΚ
ΤΖΟΥΛΙΑΝ ΜΟΥΡ
ΜΑΡΚ ΡΑΦΑΛΟ
ΜΙΑ ΓΟΥΑΣΙΚΟΦΣΚΑ
ΚΑΙ
ΤΖΟΣ ΧΑΤΣΕΡΣΟΝ


Διάρκεια: 104’



ΣΥΝΟΨΗ

Η Νικ και η Τζουλς (η τρεις φορές υποψήφια για Όσκαρ Ανέτ Μπένινγκ και η τέσσερις φορές υποψήφια για Όσκαρ Τζούλιαν Μουρ αντίστοιχα) είναι παντρεμένες και μένουν σε ένα πολύ όμορφο σπίτι στα προάστια της Νότιας Καλιφόρνιας μαζί με τα έφηβα παιδιά τους, την Τζόνι (Μια Γουασίκοφσκα «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων») και τον Λέιζερ (Τζος Χάτσερσον «Ταξίδι στο κέντρο της γης»). Η Νικ και η Τζουλς – ή οι Μαμάδες όπως τις αποκαλεί η Τζόνι- γέννησαν και μεγάλωσαν τα παιδιά τους χτίζοντας μια ήρεμη οικογενειακή ζωή για τους τέσσερις τους. Ο 15 χρόνος Λέιzερ όμως πιέζει την 18χρονη αδελφή του, πριν εκείνη φύγει για το κολέγιο, να του κάνει μια μεγάλη χάρη – εν αγνοία φυσικά των Μαμάδων - που μπορεί να τινάξει την οικογενειακή θαλπωρή στον αέρα: Να ψάξει να βρει τον βιολογικό τους πατέρα ή με άλλα λόγια τον δότη από του οποίου το σπέρμα έμειναν έγκυες οι Μαμάδες τους!!!
Παρ’ όλες τις αρχικές της αντιρρήσεις, η Τζόνι αποφασίζει να κάνει τη χάρη στον μικρότερο αδελφό της και καταφέρνει να έρθει σε επαφή με τον «Βιο-Μπαμπά», Πολ (Μαρκ Ράφαλο), έναν άνετο εργένη ιδιοκτήτη εστιατορίου. Καθώς λοιπόν ο Πολ με τον μποέμ τρόπο ζωής του «εισβάλλει» στην γεμάτη κανόνες ζωή της τετραμελούς οικογένειας ένα απρόσμενο νέο κεφάλαιο ανοίγει για όλους αφού νέοι οικογενειακοί δεσμοί ορίζονται, καθορίζονται, και επαναπροσδιορίζονται δημιουργώντας αναπόφευκτα ξεκαρδιστικές καταστάσεις!


«Το Θέμα είναι η Οικογένεια»
Λίζα Τσολοντένκο
«Τα παιδιά είναι εντάξει», η ταινία που συζητήθηκε όσο καμία άλλη στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Sundance 2010, και νικήτρια του βραβείου
Teddy Kαλύτερης Ταινίας
στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου 2010, έρχεται στις ελληνικές αίθουσες στις 14 Οκτωβρίου. Ένας υπέροχος συνδυασμός κωμωδίας και συναισθήματος που σκιαγραφεί περίτεχνα και με απίστευτα αστείο τρόπο το πορτρέτο της μοντέρνας οικογένειας. Η εξαιρετικά ταλαντούχα Λίζα Τσολοτένκο δίνει ρεσιτάλ σκηνοθεσίας αλλά και σεναρίου το οποίο συνυπογράφει με τον Στιούαρτ Μπλούμπεργκ, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές από θεατές και κριτικούς σε όλο τον κόσμο!

ΤΟ ΚΑΣΤ

ΤΖΟΥΛΙΑΝ ΜΟΥΡ (ΤΖΟΥΛΣ)

Η Τζούλιαν Μουρ, απολαμβάνει στο παρόν, τους διθυράμβους για την ερμηνεία της στο Ένας Άντρας Μόνος (A SINGLE MAN), το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τομ Φορντ με τον Κόλι Φερθ, για το οποίο ήταν υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα και Βραβείο Critics’ Choice. Πρόσφατα επίσης, ολοκλήρωσε το Υποψία (CHLOE) του Ατόμ Εγκογιάν, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Τορόντο το 2009, όπως και το SHELTER, ένα ανεξάρτητο ψυχολογικό θρίλερ του Μανς Μάρλιντ, με τον Τζόναθαν Ρις Μάγιερς.
Η Μουρ είναι το ένατο πρόσωπο στην ιστορία της Ακαδημίας, που λαμβάνει δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ την ίδια χρονιά, για τα Ο Παράδεισος Είναι Μακριά (FAR FROM HEAVEN) και Οι Ώρες (THE HOURS) το 2003. Έλαβε εξαιρετικές κριτικές για το Ο Παράδεισος Είναι Μακριά (FAR FROM HEAVEN), του Τοντ Χέινς, συμπεριλαμβανομένης της Εθνικής Επιτροπής Κριτικής, των Κριτικών Κινηματογράφου του Λος Άντζελες και άλλων. Κέρδισε το βραβείο Independent Spirit για την ταινία αυτή, ενώ ήταν και υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα και Screen Actors Guild Award στην ίδια κατηγορία. Οι Ώρες (THE HOURS) του Στηβ Ντάλντρυ, είναι βασισμένο στο ομώνυμο βραβευμένο με Πούλιτζερ μυθιστόρημα του Μάικλ Κάνινγχαμ, με τις Νικόλ Κίντμαν και Μέριλ Στριπ. Ανάμεσα στις αμέτρητες μνείες που έλαβε για την ερμηνεία της, ήταν και η υποψηφιότητα για Όσκαρ.
Άλλες ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε είναι: Περί Τυφλότητος (BLINDNESS), του Φερνάντο Μεϊρέγιες, SAVAGE GRACE, του Τομ Κάλιν, I’M NOT THERE του Τοντ Χέινς, Τα Παιδιά Των Ανθρώπων (CHILDREN OF MEN) του Αλφόνσο Κουαρόν με τον Κλάιβ Όουεν, NEXT, με τον Νίκολας Κέιτζ, Το Μυστικό του Freedomland (FREEDOMLAND) του Τζο Ροθ με το Σάμιουελ Τζάκσον, Η Εμμονή (THE FORGOTTEN) του Τζο Ρούμπεν με τον Ντόμινικ Ουέστ, Εραστές Μετ’ Εμποδίων (LAWS OF ATTRACTION) με το Πιρς Μπρόσναν, THE PRIZE WINNER OF DEFIANCE-OHIO, Τα Ναυτιλιακά Νέα( THE SHIPPING NEWS) του Λάσσε Χάλτσρομ με τον Κέβιν Σπέισι, την Κέιτ Μπλάνσετ και την Τζούντι Ντεντς, Απατημένες Σύζυγοι (THE MAN) του Μπαρτ Φρόιντλιχ, φυσικά στο HANNIBAL, στο οποίο εμφανίστηκε ως Κλαρίς Στάρλινγκ με τον Άντονυ Χόπκινς, το Εξέλιξη (EVOLUTION) με το Ντέιβιντ Ντουκόβνι, Το Τέλος Μιας Σχέσης ( THE END OF THE AFFAIR) του Νιλ Τζόρνταν με τον Ραλφ Φάινς (Υποψηφιότητα για Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα και SAG Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας), το Ξέφρενες Νύχτες (BOOGIE NIGHTS) του Πολ Τόμας Άντερσον (Υποψηφιότητα για Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα και SAG Καλύτερου Β’ Γυναικείου ρόλου), Μανόλια ( MAGNOLIA) (Υποψηφιότητα για SAG Καλύτερου Β’ Γυναικείου ρόλου), τα Γυρίσματα της Τύχης (COOKIE’S FORTUNE) του Ρόμπερτ Άλτμαν με την Γκλεν Κλόουζ και τη Λιβ Τάιλερ, το Στιγμιότυπα (SHORT CUTS) (Υποψηφιότητα για Βραβείο Independent Spirit Καλύτερου Β’ Γυναικείου ρόλου), το ριμέικ του Γκας Βαν Σαντ Ψυχώ (PSYCHO) με το Βινς Βον, Ένας Ιδανικός Σύζυγος(AN IDEAL HUSBAND) (Υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας), Η Κατηγορούμενη (MAP OF THE WORLD) με τη Σιγκούρνεϊ Γουίβερ, Ο Χαμένος Κόσμος: Jurassic Park (THE LOST WORLD) του Στήβεν Σπήλπεργκ, Ο Μεγάλος Λεμπόφσκι ( THE BIG LEBOWSKI) με το Τζεφ Μπρίτζες από τους αδερφούς Κοέν, το SAFE του Τοντ Χέινς (Υποψηφιότητα για Βραβείο Independent Spirit Καλύτερου Α’ Γυναικείου ρόλου), το VANYA ON 42ND STREET του Λουί Μαλ, το SURVIVING PICASSO του Τζέιμς Άιβορυ, Το Χέρι στην Κούνια ( THE HAND THAT ROCKS THE CRADLE), Μπένι Και Τζουν ( BENNY & JOON), Ο Φυγάς (THE FUGITIVE), Εννέα Μήνες (NINE MONTHS)και Η Ώρα Των Εκτελεστών (ASSASSINS).

Αφού αποφοίτησε με Bachelor στις Καλές Τέχνες από το Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, συμμετείχε σε διάφορες παραγωγές του Μπρόντγουεη, συμπεριλαμβανομένου τα Serious Money και Ice Cream/Hot Fudge. Εμφανίστηκε στον Άμλετ στο θέατρο Γκάθρι στη Μινεάπολις και συμμετείχε στο The Father με τον Αλ Πατσίνο και An American Daughter με τη Μέρυλ Στριπ. Έκανε το ντεμπούτο της στο Μπρόντγουεη στην παραγωγή του Σαμ Μέντες The Vertical Hour, σε σενάριο του Ντέιβιντ Χερ.


ΑΝΕΤ ΜΠΕΝΙΝΓΚ (ΝΙΚ)

Η πιο πρόσφατη εμφάνιση της Ανέτ Μπένινγκ στην μεγάλη οθόνη, ήταν στο ριμέικ της Νταϊάν Ίνγκλις Γυναίκες (THE WOMEN), μαζί με τη Μεγκ Ράιαν, Έβα Μέντες και Τζέιντα Πίνκετ-Σμιθ. Πριν από αυτό πρωταγωνίστησε στο Οικογένεια της Συμφοράς (RUNNING WITH SCISSORS), για το οποίο έλαβε υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα. Επόμενη εμφάνιση της θα είναι στο Μέχρι Να σε Βρω (MOTHER & CHILD) του Ροντρίγκο Γκαρσία, με τη Ναόμι Γουότς. ‘Ηταν η Τζούλια Λάμπερτ στο Η Τελευταία Λέξη της Τζούλια (BEING JULIA), ο ρόλος που της χάρισε την τρίτη υποψηφιότητα για Όσκαρ. Για τον ίδιο ρόλο, η Εθνική Επιτροπή των Κριτικών την ονόμασε Καλύτερη ηθοποιό, κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας, κι έλαβε μια υποψηφιότητα SAG στην ίδια κατηγορία. Πρωταγωνίστησε επίσης στο MRS. HARRIS με τον Μπεν Κίνγκσλεϋ για το HBO, για το οποίο και κέρδισε υποψηφιότητες στα Έμμυ, SAG, και Χρυσές Σφαίρες.

Παρ’ όλο που έχει βραβευτεί πολλές φορές για την ερμηνεία της στο σανίδι, η Μπένινγκ έχει περάσει πολύ χρόνο μπροστά από την κινηματογραφική κάμερα. Η ερμηνεία της στο American Beauty, της χάρισε υποψηφιότητα στα Όσκαρ και στις Χρυσές σφαίρες. Για το ρόλο αυτό κέρδισε το βραβείο Screen Actors Guild Award και της Βρετανικής ακαδημίας (BAFTA). Άλλες ταινίες που πρωταγωνίστησε είναι τα Εφιαλτικά Όνειρα (In Dreams) του Νιλ Τζόρνταν και η Πολιορκία (The Siege) με τους Ντένζελ Ουάσινγκτον και Μπρους Γουίλις.

Η Μπένινγκ έχει τιμηθεί στα φεστιβάλ της Βοστώνης, του Παλμ Σπρινγκς και Σικάγο για τη συνεισφορά της στον κινηματογράφο, ενώ ελαβε και το βράβειο Donostia Prize στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπάστιαν. Έχει λάβει το βραβείο «Ηθοποιός της χρονιάς» στο φεστιβάλ του Χόλυγουντ, και το βραβείο Montecito στο φεστιβάλ της Σάντα Μπάρμπαρα.

Έλαβε την πρώτη της υποψηφιότητα για Όσκαρ, στην κατηγορία Β’ γυναικείου, για την ταινία Οι Κλέφτες (The Grifters). Υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα υπήρξε για το Ο Έρωτας του Προέδρου (The American President), με τον Μάικλ Ντάγκλας , ενώ δευτερεύοντες ρόλους είχε και στο Οι Αρειανοί Επιτίθενται (Mars Attacks) του Τιμ Μπάρτον και στο Ριχάρδος ο Γ’ του Ίαν ΜακΚέλεν.

Άλλες ταινίες της περιλαμβάνουν το Ένας Μεγάλος Έρωτας (Love affair) με το Γουόρεν Μπίτι, το Bugsy επίσης με το Μπίτι, για το οποίο ήταν και υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα, το Σχετικά με το Χένρι (Regarding Henry) του Μάικ Νίκολς με τον Χάρισον Φορντ, το Ένοχος χωρίς Αποδείξεις (Guilty by suspicion) με το Ρόμπερντ Ντε Νίρο, το Valmont του Μίλος Φόρμαν και Postcard from The edge. Η Μπένινγκ έκανε το ντεμπούτο της στο The Great Outdoors με τους Νταν Ακρόιντ και τον Τζον Κάντυ.

Στο θέατρο έχει παίξει στο The Cherry Orchard του Άντων Τσέχωφ το 2006, στο Talking Heads του Άλαν Μπένετ στο θέατρο Τίφανυ του Λος Άντζελες. Επίσης στο Hedda Gabler το 1999, ενώ στα προσεχώς είναι η Μήδεια στο UCLA και στο The Female of the Species στο Geffen Playhouse.

Γεννημένη στην Τοπέκα, του Κάνσας, και μεγαλωμένη στο Σαν Ντιέγκο, πήγαινε σε ένα τοπικό κολλέγιο, όταν έπιασε δουλειά ως χορεύτρια στο Old Globe Theater. Αυτό την οδήγησε σε μια παράσταση Σαίξπηρ που ανέβαζαν, και σε δύο θεατρικά με το San Diego Repertory Theater.

Αποφοίτησε από το κολλέγιο και έγινε αποδεκτή στο American Conservatory Theater στο Σαν Φρανσίσκο. Εμφανίστηκε σε τοπικές παραγωγές, μέχρι που η καριέρα της την οδήγησε στη Νέα Υόρκη. Εκεί, έλαβε μια υποψηφιότητα για Tony και κέρδισε το βραβείο Clarence Derwent για Καλυτερή Πρωτοεμφανιζόμενη Ηθοποιό για την ερμηνεία της στο (Coastal Disturbances), αρχικά στο Second stage, κι έπειτα στο Μπρόντγουαιη.


ΜΑΡΚ ΡΑΦΑΛΟ (ΠΟΛ)

Ο Μαρκ Ράφαλο, μετακινείται άνετα από το σανίδι στην οθόνη, ενώ έχει δουλέψει με σκηνοθέτες όπως οι Ανγκ Λι, Μάρτιν Σκορτσέζε, Μάικλ Μαν, Σπάικ Τζόουνζ, Ντέιβιντ Φίντσερ, Φερνάντο Μεϊρέγιες και Μισέλ Γκοντρί.

Το σκηνοθετικό του ντεμπούτο SYMPATHY FOR DELICIOUS, έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Σάντανς στις 23 Ιανουαρίου του 2010. Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Ορλάντο Μπλουμ, Λόρα Λίνεϋ, Τζούλιετ Λιούις και ο ίδιος, και πρόκειται για την ιστορία ενός Dj στο Λος Άντζελες, ο οποίος ανακαλύπτει έχει τη δύναμη να γιατρεύει.
Στο Μπρόντγουεη έκανε το ντεμπούτο του, ερμηνεύοντας ένα βετεράνο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ( το πρωτότυπο καστ του έργου ήταν οι Μπεν Γκαζάρα, Ζόι Γουαναμέικερ και Λορίν Αμπρός).

Στη μεγάλη οθόνη εμφανίστηκε πρόσφατα στο Νησί των Καταραμένων (SHUTTER ISLAND) του Μάρτιν Σκορτσέζε με το Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Επίσης, πρόσφατα εμφανίστηκε στο Ραντεβού για Παντρεμένους ( DATE NIGHT) με την Τίνα Φέυ και τον Στηβ Καρέλ. Νωρίτερα από αυτά, τον είδαμε στο Οι Αδελφοί Μπλουμ ( THE BROTHERS BLOOM) του Ράιαν Τζόνσον με τους Άντριεν Μπρόντυ, Ρέιτσελ Βάις και Ρίνκο Κικούτσι, στο Η Χώρα των Μαγικών Πλασμάτων (WHERE THE WILD THINGS ARE) του Σπάικ Τζόουνζ, στο Περί Τυφλότητος (BLINDNESS) του Φερνάντο Μεϊρέγιες με τη Τζούλιαν Μουρ και τον Ντάνι Γκλόβερ. Το 2007, έπαιξε στο Μοιραία Σύγκρουση (RESERVATION ROAD) με τους Χοακίν Φοίνιξ και Τζένιφερ Κόννελυ.
Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε στο ZODIAC με το Τζέικ Γκίλενχαλ και το Ρόμπερτ Ντάουνι Τζ., ως ο ντετέκτιβ Ντέιβ Τόσι, που αφιέρωσε τη ζωή και την καριέρα του για να εντοπίσει τον μανιακό δολοφόνο Zodiac.
Η Phoenix Pictures έχει πάρει τα δικαιώματα για το επόμενο πρότζεκτ του- THE BRASS WALL. Θα εμφανιστεί ως ένας μυστικός ντετέκτιβ, που θα διεισδύσει στην οικογένεια Λουτσέσι για να εξιχνιάσει το φόνο ενός πυροσβέστη.
Το 2006, τον είδαμε πλάι στο Σον Πεν, την Κέιτ Γουίνσλετ και το Τζουντ Λο στο Όλοι Οι Άνθρωποι Του Βασιλιά (ALL THE KING’S MEN).
Το 2005, πρωταγωνίστησε με τη Ρις Γουίδερσπουν στο Όπως στον Παράδεισο( JUST LIKE HEAVEN), ενώ την προηγούμενη χρονιά στο Η Διαδρομή (COLLATERAL) του Μάικλ Μαν με τον Τομ Κρουζ.
Ο Ράφαλο έκανε την εκτέλεση παραγωγής για το Δε Μένουμε Πια Εδώ(WE DON’T LIVE HERE ANYMORE) με τους Ναόμι Γουότς, Πήτερ Κράους και Λόρα Ντερν, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Σάντανς το 2004.
Τον ίδιο χρόνο εμφανίστηκε στα 13 GOING ON 30, με τη Τζένιφερ Γκάρνερ, Η Αιώνια Λιακάδα Ενός Καθαρού Μυαλού (ETERNAL SUNSHINE OF THE SPOTLESS MIND) με το Τζιμ Κάρεϋ και την Κέιτ Γουίνσλετ.
Το 2003, πρωταγωνίστησε στην ταινία της Τζέιν Κάμπιον Στα Όρια του Πάθους (IN THE CUT) με τη Μεγκ Ράιαν, και Ζωή Χωρίς Εμένα (MY LIFE WITHOUT ME) της Ισαμπέλ Κοϊσέτ με τη Σάρα Πόλλεΰ.
Ο Ράφαλο αναγνωρίστηκε το 2000 για το ρόλο του στο Στηρίξου Πάνω Μου, με τη Λόρα Λίνεϋ και τον Μάθιου Μπρόντερικ. Για την ερμηνεία του, κέρδισε το Βραβείο Ά ανδρικού ρόλου στο φεστιβάλ του Μόντρεαλ.
Άλλες ταινίες του Ράφαλο περιλαμβάνουν: Ο Κωδικός του Εγκλήματος (WHAT DOESN’T KILL YOU), το αυτοβιογραφικό δράμα του Μπράιαν Γκουντμαν Το Τελευταίο Οχυρό (THE LAST CASTLE), Καλπάζοντας με το Διάβολο (RIDE WITH THE DEVIL), 54, SAFE MEN, THE LAST BIG THING, FISH IN THE BATHTUB, και το LIFE DRAWING.

Οι ρίζες του προέρχονται από το θέατρο, όπου κέρδισε την προσοχή στην παραγωγή του Μπρόντγουεη This is Our Youth, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Κένεθ Λόνεργκαν, και για το οποίο κέρδισε βραβείο ερμηνείας Lucille. Ο Ράφαλο έχει κερδίσει κι άλλα βραβεία, συμπεριλαμβανομένου Βραβείο Dramalogue και το Theater World Award. Το 2000, συμμετείχε στο The Moment When, ένα θεατρικό του βραβευμένου με Πούλιτζερ και Τόνυ, Τζέιμς Λάπιν. Το ντεμπούτο του στο θέατρο το έκανε στο Avenue A στο θέατρο The Cast. Στην ίδια σκηνή εμφανίστηκε σε πολλά βραβευμένα θεατρικά του Τζάστιν Τάνερ, μεταξύ των οποίων τα Still Life With Vacuum Salesman και Tent Show.
Σεναριογράφος, σκηνοθέτης και παραγωγός, ο Ράφαλο υπογράφει το THE DESTINY OF MARTY FINE, ενώ έχει σκηνοθετήσει πολλά θεατρικά και μονόπρακτα. Το 2000, σκηνοθέτησε το Margaret του Τίμοθι ΜακΝιλ στο θέατρο Hudson Backstage στο Λος Άντζελες. Κατοικεί μόνιμα στη Νέα Υόρκη.

ΜΙΑ ΓΟΥΑΣΙΚΟΦΣΚΑ (ΤΖΟΝΙ)

Σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, η Μία Γουασίκοφσκα έχει καθιερωθεί ως ένα πολλά υποσχόμενο ανερχόμενο αστέρι. Μπαλαρίνα που έγινε ηθοποιός, ξεκίνησε να ερμηνεύει από τα 9 της χρόνια.
Η Γουασίκοφσκα έκανε το ντεμπούτο της, ως έφηβη με τάσεις αυτοκτονίας στη σειρά του HBO IN TREATMENT. Σε παραγωγή του Μαρκ Γουόλμπεργκ και σκηνοθεσία του Ροντρίγκο Γκαρσία, η σειρά επικεντρώνεται σε ένα ψυχολόγο και τους ασθενείς του. Σε αναγνώριση της δουλειάς της, η Γουασίκοφσκα τιμήθηκε με το Βραβείο Καλύτερης Πρωτοεμφανιζόμενης Ηθοποιού από την οργάνωση Australians in Film, με έδρα το Λος Άντζελες (η επιτροπή του αποτελείται μεταξύ άλλων από τους Κέιτ Μπλάνσετ, Ναόμι Γουότς, Νικόλ Κίντμαν και Χιου Τζάκμαν).
Το Δεκέμβριο του 2008, η Γουασίκοφσκα έπαιξε στην Εναντίωση (DEFIANCE). Βασισμένο σε αληθινή ιστορία, μιλά για τρεις εβραίους αδερφούς (Ντάνιελ Κραιγκ, Λιβ Σράιμπερ και Τζέιμι Μπελ)που αποδρούν από την ναζιστική Πολωνία, στο δάσος της Λευκορωσίας.
Το 2009, εμφανίστηκε στην AMELIA με τους Χίλαρυ Σουάνκ και Ρίτσαρντ Γκιρ. Τον ίδιο χρόνο την είδαμε στο ανεξάρτητο THAT EVENING SUN του Σκοτ Τιμς. Για το ρόλο της κέρδισε Βραβείο Καλύτερου Β’ Γυναικείου Ρόλου στα Βραβεία Independent Spirit.
Το Μάρτιο του 2010, έκανε την εμφάνιση που την καθιέρωσε στο ευρύτερο κοινό, ως Αλίκη στη Χώρα Των Θαυμάτων (ALICE IN WONDERLAND), του Τιμ Μπάρτον, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Λιούις Κάρολ.
Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στα γυρίσματα της νέας ταινίας του Γκας Βαν Σαντ RESTLESS, όπου θα πρωταγωνιστήσει με τον Χένρι Χούπερ.
Επίσης, πρόσφατα ολοκλήρωσε τα γυρίσματα για το Τζέιν Έυρ (Jane Eyre), όπου υποδύεται την ίδια, στο κλασικό μυθιστόρημα της Σαρλότ Μπροντέ.

Η Γουασίκοφσκα ξεκίνησε την καριέρα της στην Αυστραλία, με το δράμα ALL SAINTS. Μετά τον πρώτο της ρόλο στο SUBURBAN MAYHEM, αναγνωρίστηκε από το Αυστραλιανό Ινστιτούτο Κινηματογράφου ως Καλύτερη Νέα Ηθοποιός. Ακολούθησαν κι άλλες καλές ερμηνείες στα LENS LOVE STORY, SKIN (μικρού μήκους), SEPTEMBER, και στο θρίλερ Σαρκοβόρα Απειλή (ROGUE) μαζί με το Μάικλ Βάρτνα.
Κατοικεί μόνιμα στη γενέτειρα της, την Καμπέρα στην Αυστραλία, με τους γονείς της και τα δύο αδέλφια της.


ΤΖΟΣ ΧΑΤΣΕΡΣΟΝ (ΛΕΪΖΕΡ)

Ο νεαρός ηθοποιός που συνεχώς εξελίσσεται με συναρπαστικά νέα επιχειρήματα.
Πρόσφατα ολοκλήρωσε τα γυρίσματα για το πολυαναμενόμενο ριμέικ του RED DAWN.
Πρόσφατα τον είδαμε στο Τσίρκο Τεράτων: Ο Βοηθός των Βαμπίρ (CIRQUE DU FREAK: THE VAMPIRE’S ASSISTANT), βασισμένο στην ομώνυμη σειρά βιβλίων, μαζί με τους Τζον Ράιλι και Σάλμα Χάγιεκ.
Επίσης, μόλις ολοκληρώθηκε η παραγωγή για το CARMEL, με τους Λορίν Μπακόλ, Άλφρεντ Μολίνα και Ντίνα Ιστγουντ.
Από τις πιο γνωστές ταινίες του, είναι το Ταξίδι στο Κέντρο της Γης (JOURNEY TO THE CENTER OF THE EARTH), η περιπέτεια σε 3-D, με τον Μπρένταν Φρέιζερ.
Παλιότερα, έχει πρωταγωνιστήσει στα Η Γέφυρα για την Τεραμπίθια (BRIDGE TO
TERABITHIA), FRAGMENTS, Ένας Τετράποδος Πυροσβέστης (FIREHOUSE DOG), Όλα για την Αγάπη (LITTLE MANHATTAN), KICKING AND SCREAMING, στο anime Το Κινούμενο Κάστρο ( HOWL’S MOVING CASTLE), χάρισε τη φωνή του επίσης στο Πολικό Εξπρές ( THE POLAR EXPRESS), και στο Zathura: Μια Περιπέτεια στο Διάστημα (ZATHURA). Για τον τελευταίο ρόλο κέρδισε και βραβείο από τα βραβεία Young Artist.

Στην τηλεόραση, συμμετείχε στο WILDER DAYS, με τον Πήτερ Φολκ, στη μεγάλου μήκους του Animal Planet MIRACLE DOGS, και έχει κάνει και guest εμφανίσεις στη σειρά Στην Εντατική (ER) του NBC.
Με καταγωγή από το Κεντάκι, κατοικεί μόνιμα στο Λος Άντζελες.





ΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ

ΛΙΣΑ ΤΣΟΛΟΝΤΕΝΚΟ
Σκηνοθεσία
Η Τσολοντένκο ανακάλυψε πραγματικά τον κινηματογράφο ενώ δούλευε ως βοηθός μοντάζ στο Τα Παιδιά της Γειτονιάς (Boyz N the Hood) και στο Used People (1992).
Στα 28 της, αποφάσισε να πάει σε σχολή σκηνοθεσίας. Έτσι βρέθηκε στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια, όπου έλαβε το Μάστερ της στη σκηνοθεσία και το σενάριο. Υπό την επίβλεψη του μέντορα της, Μίλος Φόρμαν, έγραψε και σκηνοθέτησε πολλές μικρού μήκους, συμπεριλαμβανομένου τα Souvenir (1994) και Dinner Party (1997), που έχουν προβληθεί σε Αγγλία, Γαλλία και Ελβετία.
Το 1998, έκανε το σκηνοθετικό της ντεμπούτο με το High Art, με τους Άλι Σίντι και Ράντα Μίτσελ. Η ταινία είναι μια βαθιά περισυλλογή, για την αγάπη, την απώλεια και τα διλλήματα που αντιμετωπίζουμε καθημερινά. Εξετάζει στενά την ιδέα της φιλοδοξίας, και πως αυτή αναμιγνύεται στις ανθρώπινες σχέσεις. Η ταινία βραβεύτηκε πολλαπλά, κι από τα φεστιβάλ του Σάντανς και της Ντοβίλ.
Ένα πρωί, ακούγοντας το δίσκο της Τζόνι Μίτσελ «Ladies of Canyon», η Τσολοντένκο εμπνεύστηκε τη δεύτερη ταινία της, Μικρές Απιστίες (Laurel Canyon) (2002), που μεταφέρει το κοινό στην καρδιά των λόφων του Χόλυγουντ, πατρίδα για πολλούς μουσικούς, ηθοποιούς και άλλους καλλιτέχνες. Η ταινία επικεντρώνεται σε ένα ζευγάρι που έχει υιοθετήσει το ροκ lifestyle. Έκανε πρεμιέρα στο Δεκαπενθήμερο σκηνοθετών στις Κάννες, στο Φεστιβάλ του Τορόντο το 2002, και στο Φεστιβάλ της Γκιζόν το 2003. Κέρδισε το βραβείο Dorothy Arzner Prize το 2003, ενώ ήταν υποψήφια για δύο Βραβεία Independent Spirit το 2004.
Το 2004, σκηνοθέτησε το Βαθιές Πληγές (Cavedweller), που κέρδισε το Βραβείο Νέο Αμερικάνικο Σινεμά στο Φεστιβάλ του Σηάτλ και το Βραβείο της Επιτροπής τον επόμενο χρόνο στο Φεστιβάλ του Κάρλοβυ Βάρυ.
Για την τηλεόραση, έχει σκηνοθετήσει μεμονωμένα επεισόδια για τις σειρές: Life on the Street (1999), Γραφείο Κηδειών Φίσερ (Six Feet Under) (2001), Push Nevada (2002) και The L Word (2005).

ΓΚΑΡΙ ΓΚΙΛΜΠΕΡΤ
ΤΖΟΡΝΤΑΝ ΧΟΡΟΒΙΤΣ (ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ)

Ο Γκάρι Γκίλμπερτ είναι ο ιδρυτής και Πρόεδρος της Films, μια εταιρία παραγωγής με βάση το Λος Άντζελες, αφιερωμένη τόσο στις ανεξάρτητες, όσο και στις παραγωγές στούντιο. Ο Τζόρνταν Χόροβιτς είναι ο Αντιπρόεδρος της ίδιας.
Η πρώτη τους παραγωγή, GARDEN STATE, του Ζακ Μπραφ, έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Σάντανς το 2004. H Fox και η Miramax ανέλαβαν μαζί τη διανομή παγκοσμίως, και είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του Σάντανς που δύο στούντιο συνεργάστηκαν για να αποκτήσουν μια ταινία.
Σε συνεργασία με τη Lakeshore, έκανε την παραγωγή του Ο Χένρι Πουλ Είναι Εδώ (HENRY POOLE IS HERE) με το Λουκ Γουίλσον. Ο Γκίλμπερτ επίσης συνεργάστηκε και στην παραγωγή του MARGARET, με τους Άννα Πάκουιν, Ματ Ντέιμον, Μαρκ Ράφαλο και Μάθιου Μπρόντερικ.
Άλλες παραγωγές της εταιρίας είναι τα : MEET MONICA VELOUR, RIGHT ANGLE, και το FROM PRADA TO NADA.

ΤΖΕΦΡΙ ΛΕΒΙ-ΧΙΝΤ (ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ)

Πρόεδρος της Antidote Films στη Νέα Υόρκη, ο Χιντ ολοκλήρωσε πρόσφατα τα ντοκιμαντέρ SOUL POWER και THE DUNGEON MASTERS, τα οποία έκαναν πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Τορόντο το 2008.
Ο Χιντ, έχει κάνει την παραγωγή σε δεκάδες αναγνωρισμένες ταινίες, μεταξύ των οποίων : ROMAN POLANSKI: WANTED AND DESIRED, THE LAST WINTER, THE HAWK IS DYING, το MYSTERIOUS SKIN του Γκρεκ Αράκι, το 13 (THIRTEEN), το ντοκιμαντέρ BOMB IT και τα HIGH ART και Μικρές Απιστίες (LAUREL CANYON) της Τσολοντένκο. Έχει ονομαστεί από το περιοδικό Variety ως ένας από τους «παραγωγούς που πρέπει να παρακολουθείτε» το 2003.
Έκανε το μοντάζ στο βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ WHEN WE WERE KINGS, έχει επιτελέσει μέλος της Κριτικής Επιτροπής για τα Βραβεία Independent Spirit, και είναι Πρόεδρος του συμβουλίου του Independent Filmmaker Project (IFP).


ΣΕΛΙΝ ΡΑΤΡΕΪ (ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ)

Η Σελίν Ράτρεϊ, είναι Πρόεδρος της Mandalay Vision, το νέο τμήμα για ανεξάρτητη παραγωγή της Mandalay Entertainment Group.
Εστιάζοντας κυρίως σε πρωτοπόρα πρότζεκτ, ταινίες της εταιρίας περιλαμβάνουν: Τα Παιδιά Είναι Εντάξει (The Kids are All Right), The Whistleblower με τη Ρέιτσελ Βάις, Vanishing on 7th Street.
Πριν την Mandalay, η Ράτρεϊ είχε ιδρύσει την Plum Pictures από το Σεπτέμβριο του 2003, έως το Δεκέμβριο του 2009. Η εταιρία είχε κάνει παραγωγή σε δέκα επιλεγμένες ταινίες για το Σαντανς, μία για το Τορόντο και μία για το Βερολίνο. Επίσης, συμμετείχε σε πολλές στουντιακές παραγωγές με τις εταιρίες Fox, Paramount, Universal, Sony και Newline.
Στις ταινίες της περιλαμβάνονται και το Νέα Υόρκη Σ’αγαπώ (New York, I Love You), το Ο Δρόμος της Επιστροφής(Trucker), το Afterlife, The Winning Season με το Σαμ Ρόκγουελ, το Ευτυχώς Δε Θυμάμαι (Diminished Capacity)και το Birds of America.
Το 2007, η Plum είχε τρεις ταινίες στο Σάντανς: Όταν Έφυγε η Γκρέις (Grace is Gone), του Τζέιμς Στράους, Dedication, με τους Μπιλ Κράνταπ και Μάντυ Μουρ, και το Great World of Sound του Γκραιγκ Ζόμπελ. Άλλες ταινίες της Plum είναι: The Ground Truth: After The Killing Ends (2006), και το Lonesome Jim (2005), του Στηβ Μπουσέμι, με τον Κέισι Άφλεκ και τη Λιβ Τάιλερ.

19 σχόλια:

Seven Films είπε...

Οικογένεια να ''ναι κι ό,τι να ''ναι


Οταν το στόµα και η γλώσσα της Τζούλιαν Μουρ περιεργάζονται ηδονικά, κάτω από το σεντόνι φυσικά, το αιδοίο της Ανέτ Μπένινγκ, λαµβάνω το εξής µήνυµα. Η Τζούλιαν η σύζυγος. Η Ανετ ο σύζυγος. Κάπως έτσι η πεολειχία µε εµάς τα αρσενικά και εσάς τα θηλυκά. Ετσι και στην οικογενειακή κοµεντί «Τα παιδιά είναι εντάξει» (Τhe kids are all right) που σκηνοθέτησε η Λάιζα Τσολοντένκο.

Οπου η Νικ και η Τζουλς παντρεµένες. Με ή χωρίς παπά. Θα σας γελάσω. Και όπου διαθέτουν δύο παιδιά. Από τη δικιά τους κοιλιά. Τη 18 ετών Τζόνι (Μία Γουασίκοφσκα) και τον 15χρονο Λέιζερ (Τζος Χάτσερσον). Οπου οι γονείς _ οι δύο γυναίκες δηλαδή _ ανησυχούν για τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των τέκνων τους. Ρε συ µπας και ο Λέιζερ µας προκύψει γκέι; Λες; Και όπου τα δύο παιδιά ανησυχούν κι αυτά. Γιατί σου λέει, δεν µπορεί να προκύψαµε έτσι από το πουθενά.

Μια και δυο λοιπόν αρχίζουν να ψάχνουν το εργαλείο του σπέρµατος το οποίο στη συνέχεια εµφυτεύτηκε στις µαµάδες τους κι έτσι βγήκανε στον κόσµο αυτά. Και έτσι καταλήγουν στον Πολ (Μαρκ Ράφαλο). Εναν παιδαρά. Αραχτός, πετυχηµένος, εργένης, σεξοµανής και ιδιοκτήτης ενός restaurant που στους πελάτες του προσφέρει πρώτη ύλη, καλλιεργηµένη στον δικό του κήπο, χωρίς λιπάσµατα και χηµικά. Και λοιπόν και λοιπόν; Αστε να πάνε.

Ο Πολ (ο µπαµπάς δηλαδή) γνωρίζεται µε τη νεώτερη από τις µαµάδες, την Τζούλιαν Μουρ φυσικά. Η οποία επειδή έχει ψιλοβαρεθεί µε τη µεγαλύτερη µαµά, αρχίζει και φλερτάρει µε τον µπαµπά και που στο φινάλε φινάλε γιατί όχι να µην το κάνω µε τον Πολ και κανονικά.

Το κάνει, το απολαµβάνει αλλά στο τέλος δεν αλλάζει. Τότε η µεγαλύτερη µαµά τα παίρνει στο κρανίο, δηµιουργείται εµπόλεµη κατάσταση στη συζυγική εστία (όπως συµβαίνει µε κάθε απιστία) αλλά στο τέλος αποκαθίσταται ηρεµία. Γιατί αµφότερες κλείνουν την πόρτα στον αρσενικό µπαµπά. Και έτσι µόνες µας ήµαστε µια χαρά. Τι να τον κάνουµε τον Αντρα; Το µόνο που αξίζει από δαύτον είναι το σπέρµα του. Το αγοράσαµε, το βάλαµε, γκαστρωθήκαµε, γεννήσαµε, τα παιδιά µας τα µεγαλώσαµε. Βρε ουστ από δω. Γιατί κηφήνας το αρσενικό. Βασίλισσα το θηλυκό!

Το επίµυθιο γνωστό. Οικογένεια να ‘µαστε και ό,τι να ‘µαστε. Γκέι µε λεσβία, λεσβία µε κανονικό, κανονικός µε γκέι, λεσβία µε λεσβία, γονείς µε υιοθετηµένα παιδιά και πάει λέγοντας. Love και µόνο Love. Που µεθερµηνευόµενο πάει να πει το εξής αντιφατικό. Από τη µια προοδευτικοί και προχωρηµένοι, από την άλλη, κατά βάθος, εντελώς συντηρητικοί όπως οι παππούδες µας και οι παλιοί. Εξω κούκλα µέσα πανούκλα. Βρε ουστ από δω. Τέτοια τάχα µου επαναστατικά παραµύθια µόνο για τα Αµερικανάκια που αντί το µυαλό τους είναι ολοσχερώς κατειληµµένο από θηριώδεις ποσότητες ποπ κορν!
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ ΤΑ ΝΕΑ

Seven Films είπε...

Δεδομένου ότι η Λίζα Τσολοντένκο (υπεύθυνη για το “High Art”, μια από τις καλύτερες αμερικάνικες ταινίες των τελευταίων 20 χρόνων) απέκτησε πρόσφατα ένα παιδί με τη σύντροφό της, θα έκανε κάποιους να περιμένουν ότι το φιλμ της χτίζει το πορτρέτο μιας ιδανικής lesbian family. Ευτυχώς, προτιμά να μας συστήσει τις δυο μαμάδες και τα έφηβα παιδιά τους ως το άθροισμα των ατελειών, της αγάπης, της χαράς, του θυμού, της τρυφερότητας που συνθέτουν κάθε σπίτι. Όταν τα παιδιά αυτής της «νεόκοπης», αλλά τόσο τυπικής οικογένειας, αποφασίζουν να γνωρίσουν τον άντρα από το σπέρμα του οποίου γεννήθηκαν, οι δεσμοί της θα κλονιστούν με τρόπους ανέλπιστους. Όμως η αγάπη δεν είναι θέμα γονιδίων, είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η τρυφερά στοχαστική αυτή dramedy, αναγνωρίζοντας το αυτονόητο: ο κόσμος που ζούμε δεν είναι (ευτυχώς) αυτός των γονιών μας, όμως η ουσία των πραγμάτων που μετράνε παραμένει ίδια.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ATHENS VOICE

Seven Films είπε...

Η Ανέτ Μπένινγκ είναι γυναικολόγος που δουλεύει σκληρά και η Τζουλιάν Μουρ είναι η νοικοκυρά που έχει επωμιστεί το μεγάλωμα των παιδιών και τις δουλειές στο σπίτι. Ο ρόλος της έχει γίνει πιο άχαρος διότι η Μπένινγκ είναι control freak και άθελά της δεν την αφήνει να αναπνεύσει. Όταν η έφηβη κόρη Τζόνι (φτυστή η Τζόνι Μίτσελ) με τον λίγο νεότερο αδελφό της Λέιζερ ψάχνουν τον βιολογικό τους πατέρα, έρχονται αντιμέτωποι με έναν καλόβολο αρχιτέκτονα κήπων, έναν ωραίο τύπο που νιώθει ενοχές και επιθυμεί να συνδεθεί με τα παιδιά που έσπειρε χωρίς να έχει τυπική ευθύνη για την ανατροφή τους.

Η Τζουλιάν Μουρ τον ερωτεύεται και η Ανέτ Μπένινγκ, φύση καχύποπτη με οτιδήποτε δεν ελέγχει, οσμίζεται την καταστροφή. Με ένα έξοχο επιτελείο ηθοποιών, η επιτυχία της ταινίας είναι πως γρήγορα ο θεατής ξεχνάει πως βλέπει ένα δράμα με δυο παντρεμένες λεσβίες και επικεντρώνεται στους εύθραυστους δεσμούς της οικογένειας, την ψευδαίσθηση της συνθήκης που ονομάζεται συμβίωση, την ολισθηρότητα της εφηβείας και τη δυσκολία του ρόλου ενός γονιού. Διανύουμε μια εποχή που το Χόλιγουντ εξομαλύνει τα ακραία πορτρέτα της διαφορετικότητας.

Αν και η ταινία δεν είναι κλασική στούντιο παραγωγή, τηρεί όλες τις προϋποθέσεις ενός ομαλού δράματος και οι σταρ που την κουβαλούν μεταδίδουν αμεσότητα και comfort, μια οικειότητα που συνδυάζει το ταλέντο και την ανθρωπιά. Όπως κανείς πλέον δεν ασχολείται με το χρώμα του πρωταγωνιστή, έτσι όλο και λιγότεροι εκπλήσσονται όταν πασίγνωστοι ηθοποιοί ερμηνεύουν γκέι χαρακτήρες, ανάμεσα σε μια περιπέτεια δράσης και μια παιδική ταινία κινουμένων σχεδίων. Στο I love you Phillip Morris, ο Τζιμ Κάρεϊ ερωτεύτηκε παράφορα τον Γιούαν Μακγκρέγκορ, αλλά το κεντρικό θέμα ήταν το ψέμα και η απάτη. Στο φιλμ Τα παιδιά είναι εντάξει, αντίστοιχα, η Τζουλιάν Μουρ είναι κανονική σύζυγος της Ανέτ Μπένινγκ, αλλά το ενδιαφέρον στρέφεται στον τρόπο που θα επαναφέρουν τη χαμένη εμπιστοσύνη, με δεδομένο πως τα δυο παιδιά τούς αμφισβητούν, όχι δυο ομοφυλόφιλες γυναίκες, αλλά τους γονιούς τους, ανεξαρτήτως φύλου.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ LIFO

Seven Films είπε...

Με την υπογραφή της Λίζα Τσολοντένκο, που ήδη κουβαλά ένα αρκετά αντισυμβατικό παρελθόν («High Art»), και με το βραβείο Teddy του Φεστιβάλ Βερολίνου να αποτελεί το πρώτο του παράσημο, το «Τα Παιδιά Είναι Εντάξει» («The Kids Are All Right») εκπλήσσει ευχάριστα με τη φυσικότητα με την οποία σερβίρει μια σύνθεση χαρακτήρων που παραμένει στα όρια του ταμπού: ένα ζευγάρι γυναικών μεγαλώνει δύο παιδιά στην εφηβεία, με όλες τις μπανάλ πτυχές που αυτό μπορεί να περιέχει. Μέχρι τη στιγμή που ζητούν από τις δύο μαμάδες τους να γνωρίσουν τον βιολογικό τους πατέρα. Η σταδιακή είσοδος του άγνωστου πρώην δωρητή σπέρματος στον κύκλο της οικογένειας θα προκαλέσει αναπάντεχες, αλυσιδωτές αντιδράσεις.

Απαλλαγμένη από τον ψυχαναγκασμό να αφηγηθεί μια ιστορία που να περιχαρακώνεται στην ετικέτα της «γκέι» ή «λεσβιακής», η Τσολοντένκο μπορεί να έχει κάθε λόγο να νιώθει περήφανη για την οικογένεια που σχηματίζουν οι ομοφυλόφιλες ηρωίδες της, αλλά το αναδεικνύει ως μια επικράτηση του απολύτως φυσικού και αυτονόητου. Το ζευγάρι, που με απόλυτη επιτυχία υποδύονται οι Τζούλιαν Μουρ και Ανετ Μπένινγκ, δεν περνά την ώρα του ανακυκλώνοντας κλισέ γύρω από τη σεξουαλική τους ταυτότητα, αλλά προσπαθεί με μικρή ή μεγάλη επιτυχία να λύσει μερικά προβλήματα για να ανακαλύψει άλλα.

Η εμμονή στη λεπτομέρεια, από τις τόσο γνώριμες, αδιέξοδες συζητήσεις ενός ζευγαριού ως το πορνό που προτιμούν να παρακολουθούν οι λεσβίες, προσθέτει τις πιο όμορφες πινελιές σε μια κωμωδία που σε κάνει να (ξανα)δεις τον γάμο και την κρίση της μέσης ηλικίας με μια αναπάντεχα ζεστή ματιά.

Κωστής Θεοδοσόπουλος ΣΙΝΕΜΑ

Seven Films είπε...

Ήρθε η ώρα να απολαύσουμε την ταινία που «άνοιξε» τις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας και στην μεγάλη οθόνη. Ιδιαίτερο θέμα που ωστόσο προσεγγίζεται απρόσμενα καλά. Οι ισορροπίες σε ταινίες που θέτουν καίρια θέματα της κοινωνίας είναι συνήθως πολύ λεπτές και εύκολες να διαταραχτούν. Ωστόσο στην συγκεκριμένη αποδόθηκε μια απλή καθημερινότητα ενός ομοφυλόφιλου ζευγαριού χωρίς υπερβολές.

Στο πρωταγωνιστικό δίδυμο οι πραγματικά μοναδικές ερμηνείες των Ανέτ Μπένινγκ και Τζούλιαν Μουρ. Και οι δύο μοναδικές στις ερμηνείες τους προσδίδουν χαρακτήρα στους ρόλους τους, ενώ ταυτόχρονα τους κάνουν πιο προσιτούς και απλούς.

Κάποια στιγμή οδεύει κραυγαλέα προς την υπερβολή, που όμως αμέσως χαλιναγωγείται χωρίς να επιτρέπει στις σεναριακές υπερβολές να επηρεάσουν την ταύτιση με ορισμένους χαρακτήρες ή καταστάσεις.

Η σκηνοθεσία και φωτογραφία του έργου πολύ καλές καθώς επίσης και οι ενδυματολογικές επιλογές που συνυπάρχουν αρμονικά με τους χαρακτήρες προσδίδοντας τους μια ρεαλιστική υπόσταση.

Με λίγα λόγια ένα κάπως προχωρημένο - για τα δεδομένα της σημερινής κοινωνίας - σενάριο που απογειώνεται από δύο εξαιρετικές ηθοποιούς και το πηγαίο χιούμορ τους. Σίγουρα μια από τις ταινίες που πρέπει να δούμε αυτόν τον χειμώνα!
TΑΤΙΑΝΑ ΤΖΙΝΙΩΛΗ www.myfilm.gr

Seven Films είπε...

Α ν το «Μέχρι να σε βρω» που προβλήθηκε πριν από λίγο καιρό στις αίθουσες έθιγε σε όλες τις δραματικές διαστάσεις τους θέματα όπως η αναζήτηση του βιολογικού γονέα και η υιοθεσία, η ταινία «Τα παιδιά είναι εντάξει» («Τhe kids are alright», 2010, ΗΠΑ) της Λίζα Τσολοντένκο κινείται μεν στο ίδιο πλαίσιο αλλά με άξονα το χιούμορ.

Ο Λέιζερ ( Τζος Χάτερσον ) πείθει την αδελφή του Τζόνι ( Μία Γουασίκοφσκα ) να αναζητήσουν τον άνθρωπο που έδωσε το σπέρμα του για να γεννηθούν. Το θέμα είναι ότι ο δότης έδωσε σπέρμα στις διαφορετικές μανάδες των δύο παιδιών, οι οποίες όμως είναι παντρεμένες μεταξύ τους. Ο μεν Λέιζερ είναι γιος της υστερικής αλλά πανέξυπνης Ανέτ Μπένινγκ, η δε Τζόνι είναι κόρη της Τζουλιάν Μουρ, η οποία για πρώτη φορά στην καριέρα της εκπέμπει τόσο σεξαπίλ.

Μόλις ο δότης αποκαλύπτεται στο πρόσωπο του εξαιρετικού Μαρκ Ράφαλο, η ταινία παίρνει μπροστά και σε ορισμένες σκηνές πραγματικά απογειώνεται. Η εισβολή του βιο-μπαμπά στη ζωή της οικογένειας φέρνει τα πάνω κάτω. Ο cool χαρακτήρας του (είναι ιδιοκτήτης εστιατορίου) ανατρέπει κάθε δεδομένο, προκαλεί συγκρούσεις και αντιζηλίες και ανάβει ερωτικά πάθη. Πραγματικά όλες οι σκηνές με τον Ράφαλο - μακράν ο πιο φυσιολογικός ήρωας της ιστορίας- φτιάχνουν τον ρυθμό της ταινίας, η οποία πάντως είναι προσεκτικά σκηνοθετημένη και, ενώ διαθέτει χιούμορ, δεν γίνεται ποτέ φάρσα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ ΤΟ ΒΗΜΑ

Seven Films είπε...

Άρχισαν τα οσκαρικά κάπως βιαστικά και να δω τι θα κάνουν οι διανομείς όταν έρθει η ώρα των Όσκαρ και δεν θα μπορούν να «εισπράξουν», αφού τα φιλμ θα έχουν εξαντληθεί. Βέβαια, καλύτερα πρόωρα παρά καθόλου, σαν τα περσινά ρεζιλίκια με το Crazy Heart του Τζεφ Μπρίτζες και το Blind Side της Σάντρα Μπούλοκ, όπου κάναμε παγκόσμια πρωτοτυπία με το να μη δούμε τα Όσκαρ Α’ Ανδρικού και Γυναικείου, στη δε περίπτωση της Μπούλοκ επρόκειτο και για μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας της σε διεθνές επίπεδο, ενώ έχουμε δει όλες τις αποτυχίες της! Επί του προκειμένου τώρα: Η ταινία είναι αντιπροσωπευτική της εποχής από πλευράς θέματος και μάλιστα το πιάνει σύνθετα, όπως άλλωστε από μόνο του είναι και σύνθετο. Διότι συνυπάρχουν η συμβίωση ατόμων του ίδιου φύλου, η έννοια της υιοθεσίας (κατ’ επέκταση, όχι επακριβώς στο σενάριο), η έννοια της σύγχρονης οικογένειας, τα παιδιά που βγαίνουν από σπέρμα και όχι από έρωτα (άλλη μια γενικότητα με πολλές παραμέτρους) κι όλα μαζί κοιτάζονται κάτω από αυτή τη σύνθεση. Περισσότερο εποχικό είναι το ενδιαφέρον και δεν μπορώ να προφητέψω αν το έργο θα αντέξει στο μέλλον, μα δεν είναι αυτή η δουλειά μου. Δεν είμαι μελλοντολόγος αλλά κριτικός που γεννήθηκε και ζει σε μια συγκεκριμένη εποχή. Κινηματογραφικά δεν με ξετρέλανε, αλλά από την άλλη αναρωτιέμαι αν υπήρχε ιδανικότερη σκηνοθετική επιλογή από αυτήν, εφόσον θέλεις να προτάξεις την ιστορία και τους ερμηνευτές που την ενσαρκώνουν και όχι τον εαυτό σου. Οι ερμηνείες είναι πρώτης γραμμής και παραπάνω, κυρίως από την Ανέτ Μπένινγκ, που την έχουν «ορίσει» ως φαβορί για το Όσκαρ, χωρίς όμως να υστερούν και οι άλλοι. Θα ήθελα να ξανακοιτάξω τον Μαρκ Ράφαλο. Έχω την υποψία ότι τον προσπερνάμε.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ DOWN TOWN

Seven Films είπε...

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΨΗ, ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ, ΧΙΟΥΜΟΡ, ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΒΑΘΟΣ ΚΙ ΕΝΑ ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟ, ΟΣΚΑΡΙΚΟ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΔΙΔΥΜΟ.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Η ηρεμία μιας λεσβιακής οικογένειας και των δύο παιδιών τους ανατρέπεται όταν η μία από τις γυναίκες τα φτιάχνει με τον δότη σπέρματος.

Ρομαντική, κάπως δραματική στο δεύτερο μέρος, αν και ασυνήθιστη από μια τουλάχιστον πλευρά κωμωδία είναι η νέα ταινία της Λίζας Τσολοντένκο («Η δοκιμασία της κυρίας Byrd»). Καταπιάνεται με τα προβλήματα ενός μεσήλικου λεσβιακού ζευγαριού και τη σχέση του με τα παιδιά που απέκτησε χάρη σε δωρητή σπέρματος. Η Τζιουλ (Τζουλιάν Μουρ) και η Νικ (Ανέτ Μπένινγκ), ο «άντρας» της οικογένειας, και τα δύο νεαρά παιδιά τους, η 18χρονη Τζόνι (Μία Γουασικόφσκα) και ο 15χρονος Λέιζερ (Τζος Χάτσερσον), ζουν σε μια όμορφη, μεσοαστική περιοχή, σ' ένα δικό τους πλανήτη, απομακρυσμένο από τα προβλήματα: μιζέρια, ανεργία, φυλετικές και ταξικές διακρίσεις.

Ενα από τα προβλήματα της Τζόνι και του Λέιζερ είναι να γνωρίσουν τον βιολογικό τους πατέρα. Δότης σπέρματος είναι ο Πολ (Μαρκ Ράφαλο), ένας κάπως χίπης ιδιοκτήτης εστιατορίου και ένθερμος κηπουρός οργανικών προϊόντων. Μετά την αρχική «μυστική» συνάντηση των παιδιών με τον Πολ, στις συναντήσεις που ακολουθούν θα μπλεχτούν και οι δύο μαμάδες. Η Τζιουλ θα παρασυρθεί από τον Πολ και θ' αρχίσει μια ερωτική σχέση μαζί του, γεγονός που θα προκαλέσει ρήξη στην οικογένεια.

Με ένα καλογραμμένο, με πετυχημένους, διανθισμένους με χιούμορ, αλλά και ειρωνεία διαλόγους, η Τσολοντένκο κατάφερε να ξεπεράσει τα φαρσοειδή στοιχεία και να μας προσφέρει ένα πιο ανθρώπινο, πειστικό έργο. Η βασική αδυναμία της είναι πως παραμένει στον συντηρητισμό που εξακολουθεί να κυριαρχεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες σε πολλές αμερικανικές ταινίες. Παρά το θέμα της σεξουαλικής απελευθέρωσης (και της ωρίμανσης των δύο νέων) που παρουσιάζει, η ταινία οδηγεί στη στήριξη των μικροαστικών οικογενειακών αξιών. Ακόμη και η νέα γενιά παραμένει ιδιαίτερα συντηρητική. Αντίθετα, εκεί που ξεχωρίζει η Τσολοντένκο είναι στη διεύθυνση των ηθοποιών της με σιγουριά και δύναμη, ιδιαίτερα όσον αφορά τις δύο γυναίκες, που ερμηνεύουν με ευαισθησία, ζωντάνια και χιούμορ τους ρόλους τους.
ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Seven Films είπε...

Η ηρεμία μιας λεσβιακής οικογένειας και των δύο παιδιών τους ανατρέπεται όταν η μία από τις γυναίκες τα φτιάχνει με τον δότη σπέρματος.

Ρομαντική, κάπως δραματική στο δεύτερο μέρος, αν και ασυνήθιστη από μια τουλάχιστον πλευρά κωμωδία είναι η νέα ταινία της Λίζας Τσολοντένκο («Η δοκιμασία της κυρίας Byrd»). Καταπιάνεται με τα προβλήματα ενός μεσήλικου λεσβιακού ζευγαριού και τη σχέση του με τα παιδιά που απέκτησε χάρη σε δωρητή σπέρματος. Η Τζιουλ (Τζουλιάν Μουρ) και η Νικ (Ανέτ Μπένινγκ), ο «άντρας» της οικογένειας, και τα δύο νεαρά παιδιά τους, η 18χρονη Τζόνι (Μία Γουασικόφσκα) και ο 15χρονος Λέιζερ (Τζος Χάτσερσον), ζουν σε μια όμορφη, μεσοαστική περιοχή, σ' ένα δικό τους πλανήτη, απομακρυσμένο από τα προβλήματα: μιζέρια, ανεργία, φυλετικές και ταξικές διακρίσεις.

Ενα από τα προβλήματα της Τζόνι και του Λέιζερ είναι να γνωρίσουν τον βιολογικό τους πατέρα. Δότης σπέρματος είναι ο Πολ (Μαρκ Ράφαλο), ένας κάπως χίπης ιδιοκτήτης εστιατορίου και ένθερμος κηπουρός οργανικών προϊόντων. Μετά την αρχική «μυστική» συνάντηση των παιδιών με τον Πολ, στις συναντήσεις που ακολουθούν θα μπλεχτούν και οι δύο μαμάδες. Η Τζιουλ θα παρασυρθεί από τον Πολ και θ' αρχίσει μια ερωτική σχέση μαζί του, γεγονός που θα προκαλέσει ρήξη στην οικογένεια.

Με ένα καλογραμμένο, με πετυχημένους, διανθισμένους με χιούμορ, αλλά και ειρωνεία διαλόγους, η Τσολοντένκο κατάφερε να ξεπεράσει τα φαρσοειδή στοιχεία και να μας προσφέρει ένα πιο ανθρώπινο, πειστικό έργο. Η βασική αδυναμία της είναι πως παραμένει στον συντηρητισμό που εξακολουθεί να κυριαρχεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες σε πολλές αμερικανικές ταινίες. Παρά το θέμα της σεξουαλικής απελευθέρωσης (και της ωρίμανσης των δύο νέων) που παρουσιάζει, η ταινία οδηγεί στη στήριξη των μικροαστικών οικογενειακών αξιών. Ακόμη και η νέα γενιά παραμένει ιδιαίτερα συντηρητική. Αντίθετα, εκεί που ξεχωρίζει η Τσολοντένκο είναι στη διεύθυνση των ηθοποιών της με σιγουριά και δύναμη, ιδιαίτερα όσον αφορά τις δύο γυναίκες, που ερμηνεύουν με ευαισθησία, ζωντάνια και χιούμορ τους ρόλους τους.
ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Seven Films είπε...

Η ηρεμία μιας λεσβιακής οικογένειας και των δύο παιδιών τους ανατρέπεται όταν η μία από τις γυναίκες τα φτιάχνει με τον δότη σπέρματος.

Ρομαντική, κάπως δραματική στο δεύτερο μέρος, αν και ασυνήθιστη από μια τουλάχιστον πλευρά κωμωδία είναι η νέα ταινία της Λίζας Τσολοντένκο («Η δοκιμασία της κυρίας Byrd»). Καταπιάνεται με τα προβλήματα ενός μεσήλικου λεσβιακού ζευγαριού και τη σχέση του με τα παιδιά που απέκτησε χάρη σε δωρητή σπέρματος. Η Τζιουλ (Τζουλιάν Μουρ) και η Νικ (Ανέτ Μπένινγκ), ο «άντρας» της οικογένειας, και τα δύο νεαρά παιδιά τους, η 18χρονη Τζόνι (Μία Γουασικόφσκα) και ο 15χρονος Λέιζερ (Τζος Χάτσερσον), ζουν σε μια όμορφη, μεσοαστική περιοχή, σ' ένα δικό τους πλανήτη, απομακρυσμένο από τα προβλήματα: μιζέρια, ανεργία, φυλετικές και ταξικές διακρίσεις.

Ενα από τα προβλήματα της Τζόνι και του Λέιζερ είναι να γνωρίσουν τον βιολογικό τους πατέρα. Δότης σπέρματος είναι ο Πολ (Μαρκ Ράφαλο), ένας κάπως χίπης ιδιοκτήτης εστιατορίου και ένθερμος κηπουρός οργανικών προϊόντων. Μετά την αρχική «μυστική» συνάντηση των παιδιών με τον Πολ, στις συναντήσεις που ακολουθούν θα μπλεχτούν και οι δύο μαμάδες. Η Τζιουλ θα παρασυρθεί από τον Πολ και θ' αρχίσει μια ερωτική σχέση μαζί του, γεγονός που θα προκαλέσει ρήξη στην οικογένεια.

Με ένα καλογραμμένο, με πετυχημένους, διανθισμένους με χιούμορ, αλλά και ειρωνεία διαλόγους, η Τσολοντένκο κατάφερε να ξεπεράσει τα φαρσοειδή στοιχεία και να μας προσφέρει ένα πιο ανθρώπινο, πειστικό έργο. Η βασική αδυναμία της είναι πως παραμένει στον συντηρητισμό που εξακολουθεί να κυριαρχεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες σε πολλές αμερικανικές ταινίες. Παρά το θέμα της σεξουαλικής απελευθέρωσης (και της ωρίμανσης των δύο νέων) που παρουσιάζει, η ταινία οδηγεί στη στήριξη των μικροαστικών οικογενειακών αξιών. Ακόμη και η νέα γενιά παραμένει ιδιαίτερα συντηρητική. Αντίθετα, εκεί που ξεχωρίζει η Τσολοντένκο είναι στη διεύθυνση των ηθοποιών της με σιγουριά και δύναμη, ιδιαίτερα όσον αφορά τις δύο γυναίκες, που ερμηνεύουν με ευαισθησία, ζωντάνια και χιούμορ τους ρόλους τους.
ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Seven Films είπε...

Ανάμεσα στο οικογενειακό δράμα και στην κομεντί κινείται η ταινία της Λίσα Τσολοντένκο, που έχει αφιερώσει την καριέρα της στις ζωές ανθρώπων που ανατρέπουν το συνηθισμένο και το παραδοσιακό («High Art», «Laurel Canyon»). Τα «Παιδιά είναι εντάξει» είναι μια σύγχρονη ταινία για ένα θέμα εξαιρετικά επίκαιρο και δείχνει κατ' αρχήν τα αντανακλαστικά της Τσολοντένκο. Είναι όλο και πιο συχνό -τουλάχιστον σε άλλες χώρες- το φαινόμενο οικογενειών του ίδιου φύλου που αποκτούν παιδιά, είτε με υιοθεσία είτε με παρένθετες μητέρες.

Η ταινία παρακολουθεί ένα τέτοιο ζευγάρι δύο γυναικών, που έχουν αποκτήσει δύο παιδιά με τον ίδιο δότη. Μεγαλώνοντας όμως τα παιδιά, θα θελήσουν να γνωρίσουν τον βιολογικό τους πατέρα και η παρουσία του θα προκαλέσει πολλή αναστάτωση με διαφορετικούς τρόπους. Η Τσολοντένκο χειρίζεται το θέμα με κομψότητα και διακριτικότητα, με πολύ χιούμορ, χωρίς να εκμεταλλεύεται τους ήρωές της. Εξαιρετικές είναι οι ερμηνείες της Τζουλιάν Μουρ και της Ανέτ Μπένινγκ.
ΠΑΝΑΓΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Seven Films είπε...

Πάνω σε ένα πρωτότυπο σενάριο που έγραψε με τον Στιούαρτ Ιθαν Μπλούμπεργκ, η Λίσα Τσολοντένκο, σκηνοθέτις που γνωρίσαμε στις «Μικρές απιστίες» (2002), ερευνά τις σταθερές ενός αντισυμβατικού γάμου σε σχέση με αυτές τις ενηλικίωσης αναμειγνύοντας την επικρατούσα κοινωνικοπολιτική στάση του Χόλιγουντ με την ασυμβίβαστη ματιά της ανεξάρτητης αμερικανικής κινηματογραφίας. Αψογα τοποθετημένες σ’ αυτό το πλαίσιο, οι Ανέτ Μπένινγκ και Τζούλιαν Μουρ με καλή χημεία μεταξύ τους ως ζευγάρι, δίνουν σπιρτάδα στο σύνολο βοηθούμενες και από τον πάντα στιβαρό Μαρκ Ράφαλο -εδώ στον ρόλο του γόη αλλά ανεύθυνου πατέρα.

Αυτό που συμβαίνει, όμως, είναι ότι η πλάστιγγα γυρνάει κυρίως προς το μέρος του κοινωνικού χολιγουντιανού ορθολογισμού, που με την επίφαση μιας κόντρα στο ρεύμα δραματικής κομεντί αποδίδει, εν τέλει, μια συγκαλυμμένα συντηρητική ταινία.

Ενα φιλμ που χαρίζει αφειδώς στιγμές χιούμορ για το mainstream κοινό, αλλά δεν λέει τίποτα αληθινά καινούργιο, χάνοντας μες στην ατολμία του την πρωτοτυπία του και μαζεύοντας όπως-όπως όποια μέτωπα αμφισβήτησης και διάλογου έχει ανοίξει, πετάει στα αζήτητα τον έναν από τους πέντε βασικούς χαρακτήρες του.
Η ταινία βραβεύτηκε με το βραβείο Τέντι καλύτερης ταινίας στο 60ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου τον Φεβρουάριο.
ΡΟΜΠΥ ΕΚΣΙΕΛ ΕΘΝΟΣ

Seven Films είπε...

Από το Sundance και το Βερολίνο όπου έριξε το μεγαλύτερο βάρος της προώθησης του το Kids are All Right, η σκηνοθέτρια του Lisa Cholodenko τονίζει πως κανείς δε πρέπει να μείνει μόνο στην αρχική ιδέα της ταινίας. Σύμφωνα με αυτή 2 λεσβίες ζουν μια φαινομενικά γαλήνια οικογενειακή ζωή έχοντας 2 παιδιά στην εφηβεία και βρίσκονται αντιμέτωπες παρεξηγήσεων όταν αυτά αποφασίζουν να μάθουν ποιος είναι ο βιολογικός τους πατέρας. Αυτό όμως δεν είναι παρά μια αφορμή που φέρνει στην επιφάνεια τα προβλήματα ενός γάμου.

Αν η Cholodenko κρατιόταν από την αρχική ιδέα και προσπαθούσε να βγάλει ολόκληρο φιλμ από αυτή, πιθανότατα θα αποτύγχανε παταγωδώς. Αυτό που την ενδιαφέρει από την αρχή είναι να παρουσιάσει τη δομή της οικογένειάς της, δείχνοντας πως δε διαφέρει σε τίποτα από μια οποιαδήποτε κοινή. Ασχέτως φύλου υπάρχει ένας οικονομικός και όχι μόνο στυλοβάτης και ένας που φροντίζει για τα της καθημερινότητας. Η εξαιρετική Annette Bening αναλαμβάνει τον πρώτο ρόλο και η Julianne Moore τον δεύτερο, επιλογές που ταιριάζουν και με τις 2 ηθοποιούς και προσδίδουν μια παραπάνω φυσικότητα στα τεκταινόμενα. Οι δεσμοί επίσης που έχουν αναπτυχθεί με τα χρόνια είναι αρκετά ισχυροί ώστε ο βιολογικός πατέρας (Mark Ruffalo), το υποτιθέμενο “φυσιολογικό” δηλαδή, πέρα από αφορμή για κρίση να μην καταφέρνει να δημιουργεί δυνατά συναισθήματα. Και μάλιστα εξυπνότατα έχει συμπαθητικό χαρακτήρα, δείχνοντας πως δεν οφείλεται εκεί η μη αποδοχή του από την οικογένεια, αλλά στο ότι πέρα από το σπέρμα του (που σε τελική ανάλυση είναι συστατικό αλλά δε γαλουχεί χαρακτήρες) δεν είχε προσφέρει κάτι άλλο σε αυτή ώστε να δικαιούται να λέγεται μέλος της.

Όλοι αυτοί οι προβληματισμοί δίνονται στο θεατή παρέα με ανάλαφρες χιουμοριστικές στιγμές που ως αποκλειστικό σκοπό είχαν μάλλον στο να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση και τη τελική πορεία της ταινίας,ειδικά στις ΗΠΑ, καθώς το θέμα της καθιστούσε δύσκολη την εύρεση χρημάτων. Είναι πάντως χαριτωμένες και ακόμη και οι πιο ανέμπνευστες μοιάζουν με μικρό ατόπημα μπροστά στο λεπτό χειρισμό της Cholodenko στα σοβαρά ζητήματα του φιλμ. Πάνω από μια ιστορία με λεσβίες, πάνω από το τι κάνουν μπροστά στη κάμερα η Moore με τη Bening που είναι ικανό πάντως να στείλει κάποιον στην αίθουσα, το Kids Are All Right είναι μια ταινία για τη κρίση ενός γάμου. Και οι γάμοι έχουν κρίσεις που είναι το ίδιο μεγάλες και δύσκολες, όποιο και αν είναι το φύλο των μελών του ζευγαριού.
ΤΑΣΟΣ ΜΕΛΕΜΕΝΙΔΗΣ www.cinemart.gr

Seven Films είπε...

Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο… Και ας πάει η ταινία για τα Όσκαρ, και ας σκίζει η ερμηνεία της Τζούλιαν Μουρ, και ας πρωτοτυπεί στη ραχοκοκαλιά του με το γκέι γυναικείο ζεύγος και τα δυο παιδιά σε μια οικογένεια… κανονική.

Αυτά σου κάνουν οι Αμερικανοί και σε ξενερώνουν. Σου προσφέρουν την πρωτοτυπία, στη δίνουν αρχικά χαριτωμένη, με μπρίο, αέρα, στυλ, γούστο. Έχει ταμπεραμέντο το πρώτο μισό της ταινίας.

Και μετά σου ξεφουρνίζουν ηθικοπλαστικές μπουρδολογίες, ακραίους υστερισμούς και ψόφιους μελοδραματισμούς.

Στο τέλος τέλος, όλα είναι feelgood γιατί ξαναγύρισαν στη θέση τους. Πολύ κακό για το τίποτα δηλαδή.

Η ταινία της Τσολοντένκο θα προσελκύσει κόσμο, ίσως πάει και για κάποιο Όσκαρ, αλλά δεν ξεκολλάει για κανένα λόγο από την χολιγουντιανή ξεροκεφαλιά.
ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ www.sevenart.gr

Seven Films είπε...

Και οι ‘διαφορετικές’ οικογένειες έχουν δικαίωμα στο γέλιο και το συναίσθημα...
Η Νικ και η Τζουλς είναι παντρεμένες και μένουν σε ένα πολύ όμορφο σπίτι στα προάστια της Νότιας Καλιφόρνιας μαζί με τα παιδιά τους, την Τζόνι και τον Λέιζερ. Η Νικ και η Τζουλς – οι Μαμάδες όπως τις αποκαλεί η Τζόνι- γέννησαν και μεγάλωσαν τα παιδιά τους χτίζοντας μια ήρεμη οικογενειακή ζωή για τους τέσσερις τους. Ο 15 χρόνος Λέιzερ όμως πιέζει την 18χρονη αδελφή του, πριν εκείνη φύγει για το κολέγιο, να του κάνει μια μεγάλη χάρη που μπορεί να τινάξει την οικογενειακή θαλπωρή στον αέρα: Να ψάξει να βρει τον βιολογικό τους πατέρα, τον δότη από του οποίου το σπέρμα έμειναν έγκυες οι Μαμάδες τους!

Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις, η Τζόνι αποφασίζει να κάνει τη χάρη στον αδελφό της και καταφέρνει να έρθει σε επαφή με τον Πολ, έναν άνετο εργένη ιδιοκτήτη εστιατορίου. Καθώς ο Πολ με τον μποέμ τρόπο ζωής του εισβάλλει στην γεμάτη κανόνες ζωή της οικογένειας, ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει για όλους αφού νέοι οικογενειακοί δεσμοί ορίζονται, καθορίζονται, και επαναπροσδιορίζονται δημιουργώντας απρόβλεπτες καταστάσεις.

Η Λίσα Τσολοντένκο κρατάει αποτελεσματικά τις ισορροπίες ανάμεσα στο γέλιο, τη συγκίνηση και το κοινωνικό σχόλιο, αξιοποιώντας ένα υπέροχο καστ (Τζουλιάν Μουρ, Ανέτ Μπένινγκ, Μαρκ Ράφαλο). Επιστρατεύοντας ρεαλιστική αμεσότητα, screwball κέφι και ‘οικογενειακή’ τρυφερότητα, η ταινία τελικά είναι μια απόλυτα feelgood εμπειρία. Δύναμη και αδυναμία της ταυτόχρονα, ο τρόπος που αντανακλά το αμερικάνικο zeitgeist: Η ‘διαφορετική’ ερωτική επιλογή έχει περάσει από τον αιώνα της διεκδίκησης στην εποχή της νομιμοποίησης.

Θοδωρής Τσιάτσικας www.monopoli.gr

Seven Films είπε...

Η σκεπτόμενη κωμωδία της Lisa Cholodenko, έχοντας ήδη αποσπάσει θετικότατες κριτικές συνοδευόμενες από το μεγάλο βραβείο Teddy στο φεστιβάλ του Βερολίνου, αποτέλεσε μία επιτυχημένη επιλογή για την πρεμιέρα των φετινών Νυχτών Πρεμιέρας. Τολμηρό και ώριμο στην προσέγγισή του, το «The Kids Are All Right» προβάλλει δίχως ταμπού και αγκυλώσεις την ιστορία μίας οικογένειας που αποδεικνύεται περισσότερο φυσιολογική από όσο τη θέλουν οι θεμελιωμένες κοινωνικές συμβάσεις.

Με αιχμή του δόρατος τις δυνατές ερμηνείες των Moore-Bening αλλά και τη χημεία που διέπει συνολικά το cast, το φιλμ της Cholodenko ορίζει ευθύς εξαρχής τον άξονα πάνω στον οποίο θα κινηθεί, από τον οποίο παρεκκλίνει μονάχα όταν έρχεται αντιμέτωπο με τα happy-end όρια του είδους. Κάτι όμως που τελικά θα μπορούσε να εκληφθεί κι ως προτέρημα, δεδομένου ότι καταφέρνει να σκιαγραφήσει με χιούμορ και φυσικότητα το προφίλ μίας οικογένειας θεωρητικά αντισυμβατικής, όπου μέσα από την επαναστατικότητά της αποτυπώνεται εν τέλει ως να ήταν οποιαδήποτε άλλη στη θέση της.

Οι εφηβικές ανησυχίες, το χάσμα γενεών, η αγάπη, το σεξ, η αποξένωση και η τριβή της καθημερινότητας, η κρίση της μέσης ηλικίας, όλα είναι προορισμένα για τους ανθρώπους και τους 'παιδεύουν' εξίσου, ανεξάρτητα από παντός είδους κοινωνικές και βιολογικές παραμέτρους. Αυτό είναι, τελικά, το μήνυμα που διατυπώνει το «The Kids Are All Right», μέσα από την οξύνοια, τη σπιρτάδα και τη διερευνητική διάθεση που το χαρακτηρίζει, συνδυάζοντας τη feel-good αισθητική με ευκόλως εννοούμενα στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού.
ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΣΑΚΚΑΣ www.cinemanews.gr

Seven Films είπε...

Παρότι το θέμα θα μπορούσε να «τσούζει», τίποτα στην ταινία δεν προβοκάρει, τίποτα δεν σχετίζεται με σάτιρα. Ο αλά American Beauty διάκοσμος ξεγελά για τις προθέσεις του, αφού το γκέι ζευγάρι των δύο γυναικών είναι απόλυτα υγιές, αλλά ούτε και το αμερικανικό όνειρο αγγίζεται. Αυτό, ξαφνικά, ρίχνει την ταινία στον πάτο; Φυσικά κι όχι, αφού η Lisa Cholodenko καταφέρνει να φτιάξει μια πονηρή κωμωδία, που έχει πάμπολες συγγένειες, αλλά και προσωπικότητα δική της. Το τελευταίο εναπόκειται στον τρόπο που μεταδίδει το χιούμορ.

Χιούμορ υπάρχει και υπάρχει άφθονο, μέσα από ένα σενάριο που έχει μεν όλους τους κωδικούς μιας κωμωδίας, απλά δεν «φωνάζει» την ώρα που θέλει να γελάσεις. Μόνο που η Cholodenko παρασύρεται εύκολα, από ένα σημείο και μετά, από την δραματική του εικόνα κι αποτέλεσμα είναι να έχουμε κάποιες μικρούλες κοιλιές, που τις αντιλαμβανόμαστε στη διάθεσή μας. Γιατί πάνω στην διάθεση μας παίζει όλη η ταινία. Εξαιρετικές ερμηνείες παντού, αλλά προσωπικά δεν καταλαβαίνω το γιατί η Julianne Moore είναι για εδώ οσκαρικό φαβορί, όταν έχει μια τέτοια καριέρα. Πιο κεντρική είναι η ερμηνεία του Mark Ruffalo, ενώ των δύο μεγάλων κυριών παίζει ως ζευγαριού παρά μονάδας. Πονηρή είναι και η κατανομή ρόλων ανάμεσα στις δύο γκέι γυναίκες, κάτι που προσφέρει μια άνεση πάνω στην έννοια της ομοφυλοφιλίας, χρήσιμη για να καθιερώσει συνειδήσεις.
ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΑΝΩΤΗΣ www.cine.gr

Seven Films είπε...

Αν πρέπει να αναφερθεί κάτι πρώτο, είναι ο συνδυασμός που τελικά πέτυχε μεταξύ της Annette Bening και της Julianne Moore. Ιδιαίτερο το θέμα, συνάμα και ευαίσθητο, αφού η έλξη στην ταινία αυτή δεν γνωρίζει φύλα… η αγάπη όμως; Για ακόμα μια φορά, τα θέλω δεν συμβαδίζουν με τα πρέπει. Εδώ, βέβαια, υπάρχει η «συγκατάθεση» των παιδιών όσον αφορά την ενδο-οικογενειακή αρμονία και συμβίωση. Ο Mark Ruffalo, όμως, φέρνει την συναισθηματική-ερωτική αναστάτωση αφού έλκει και έλκεται, με αποτέλεσμα να περιπλέξει περισσότερο τα πράγματα, ως ένας «τζόκερ» στην υπόθεση.

Περίμενα να έχει πιο πολύ χιούμορ, αφού το θέμα έχει την σχετική τόλμη. Η σάτιρα λείπει και στη θέση της υπάρχει η ίντριγκα και η ανασφάλεια μεταξύ των προσώπων. Οι ίδιοι οι χαρακτήρες κάπου χάνονται μεταξύ γεγονότων και συναισθημάτων. Το έργο ρολάρει ευχάριστα σαν ρυθμός, γίνεται προβλέψιμο προς το τέλος, όμως σώζεται από τις θηλυκές ερμηνείες. Άλλωστε, θα μου φανεί δίκαιο αν πάρει υποψηφιότητα για Όσκαρ η Julianne Moore και τελικά φύγει με το αγαλματάκι στα χέρια, αφού στο παρελθόν προτάθηκε αλλά δεν ευτύχησε.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ www.cine.gr