Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ των αδελφων Νταρντέν

Το παιδί

με το ποδήλατο

(le gamin au velo)

Σκηνοθεσια & Σενάριο: Jean-Pierre Dardenne & Luc Dardenne

Φωτογραφια : Alain Marcoen

Παιζουν: Thomas Doret, Cécile De France, Jérémie Renier , Fabrizio Rongione

Χωρα Παραγωγής : Βέλγιο, Γαλλία, Ιταλία

Ετος Παραγωγής : 2011

Γλώσσα : Γαλλικά

Διαρκεια : 87΄

Εγχρωμο

Ιστοσελίδα : http://www.legaminauvelo-lefilm.com/

Ο Συρίλ, είναι 12 χρονών και το μόνο σχέδιο στη ζωή του, είναι να βρει τον πατέρα του που τον άφησε προσωρινά σε ορφανοτροφείο.Συναντά τυχαία τη Σαμάνθα, μια κομμώτρια, η οποία συμφωνεί να μένει μαζί της τα σαββατοκύριακα.Ο Συρίλ δεν αναγνωρίζει την αγάπη που του δείχνει η Σαμάνθα, την αγάπη που χρειάζεται απελπισμένα για να ηρεμίσει την οργή του.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για «Το παιδί με το ποδήλατο»;

Λυκ: Η ιδέα υπήρχε μέσα μας για πολύ καιρό. Μια γυναίκα που βοηθά ένα αγόρι να βγει από τη βία που τον κρατά δέσμιο. Η πρώτη εικόνα ήταν αυτό το παιδί, ένα ράκος από νεύρα, που καταπραΰνεται από έναν άλλο άνθρωπο.

Ζαν-Πιέρ: Στην αρχή τη Σαμάνθα τη φανταστήκαμε ως γιατρό, αλλά γρήγορα αλλάξαμε γνώμη κι αποφασίσαμε ότι θα είναι μια κομμώτρια, που μεγάλωσε κι έζησε στην ίδια γειτονιά. Η ταινία είναι πολύ συγκινητική χωρίς να πέφτει σε συναισθηματισμούς. Ευτυχώς!

Λυκ: Είμασταν κάθετοι ότι το κοινό δε θα μάθαινε ποτέ γιατί δίνει τόση προσοχή η Σαμάνθα στο Συρίλ. Δε θέλαμε ψυχολογικές επεξηγήσεις. Δε θέλαμε το παρελθόν ναεξηγεί το μέλλον. Θέλαμε απλά το κοινό να σκεφτεί «Απλά το κάνει!», το οποίο είναι αρκετό από μόνο του.

Ο Συρίλ είναι αεικίνητος. Γιατί;

Ζαν-Πιέρ: Ναι, είναι συνέχεια πάνω στο ποδήλατο του. Ένα παιδί χωρίς δεσμούς τρέχει συνεχώς προς την αγάπη χωρίς να το ξέρει.

Οι σχέσεις γονέων- παιδιών απεικονίζονται συχνά στις ταινίες σας. Γιατί;

Λυκ: Είμαστε όλοι «γιοι» και «κόρες» κάποιων...

Ζαν-Πιέρ: H κοινωνία φτιάχνει αστέρες από μεμονωμένα άτομα. Ίσως ως αντίδραση σε αυτό , ψάχνουμε πάντα την έννοια του συνδέσμου. Ακόμη κι αν δεν είναι βιολογικός, όπως με τη Σαμάνθα και το Συρίλ.

Η ταινία όμως έχει και μια αισιόδοξη πλευρά.

Ζαν-Πιέρ: Ναι, προσπαθήσαμε να βρούμε μια ρευστότητα, κάτι απτό προς αυτή την κατεύθυνση. Κάναμε τα γυρίσματα καλοκαίρι, το οποίο είναι κάτι πρωτότυπο για εμάς. Είναι δύσκολο να κινηματογραφηθεί η καλοσύνη;

Λυκ: Εκ πρώτης όψεως, το κακό είναι πάντα πιο συναρπαστικό (γελάνε). Ήταν πολύ σημαντικό ότι δε θα απεικονίσουμε την παιδική ευγένεια, αλλά να μείνουμε όσο πιο κοντά μπορούμε στο αίσθημα της άνευ όρων μεγαλοκαρδίας.

Ζαν-Πιέρ: Δεν είχαμε την ευκαιρία να κινηματογραφήσουμε ένα χαρακτήρα που έχει ως προτεραιότητα τα συμφέροντα κάποιου άλλου. Τα καλοκαιρινά γυρίσματα μας δώσανε την ευκαιρία να έχει η ταινία μια φωτεινότητα κι απαλότητα. Η Σεσίλμεταφέρει αυτές τις ιδιότητες με φυσικότητα.

Δε συνηθίζετε να δουλεύετε με διάσημους ηθοποιούς.

Λυκ: Τίποτα δεν ήταν προγραμματισμένο. Ποτέ δε γράφουμε με συγκεκριμένο ηθοποιό κατά νου. Όταν τελειώσαμε το σενάριο αρχίσαμε να σκεφτόμαστε ηθοποιούς κι αρχικά τη Σεσίλ. Ξέραμε ότι μ’ εκείνη θα αποφεύγαμε όλες τα ψυχολογικά τεχνάσματα, το πρόσωπο και το σώμα της ήταν αρκετά. Της δώσαμε τοσενάριο και δέχτηκε αμέσως. Μας ρώτησε κάποια πράγματα όσον αφορά τα κίνητρα της. Της είπαμε ότι η Σαμάνθα είναι εκεί, τέλος. Μας εμπιστεύτηκε.

Πώς βρήκατε τον Τόμας Ντορέ, το αγόρι που υποδύεται το Συρίλ;

Ζαν-Πιέρ: συνήθως όταν ψάχνει κανείς ηθοποιούς αυτής της ηλικίας η διαδικασία είναι η ίδια: βάζεις μια αγγελία και κάνεις κάστινγκ σε εκατοντάδες παιδιά. Ο Τόμας ήρθε την πρώτη μέρα, ήταν το πέμπτο παιδί που βλέπαμε, και μας έκανε αμέσως κλικ.

Λυκ: από την αρχή συγκλονιστήκαμε με την έκφραση στα μάτια του, το πεισματάρικο ύφος του και την συγκέντρωση που έδειχνε.

Ζαν-Πιέρ: είχε και μια αποστομωτική ικανότητα να θυμάται τα λόγια του... και είχε πολλά! Από τα πρώτα δοκιμαστικά αποφασίσαμε ότι αυτός ήταν ο χαρακτήρας. Είχε μια ενστικτώδης κατανόηση του ρόλου του. Πολύ ακριβές και συγκινητικό χωρίς να χύσει ούτε ένα δάκρυ.

Λυκ: ήταν ο μόνος που ήταν συνέχεια παρών, όλες τις έξι εβοδμάδες που κάναμε πρόβες. Ήξερε όλες τις σκηνές απ’έξω χωρίς να του έχουμε καν ζητήσει! Όταν έκανε λάθος θύμωνε πάρα πολύ με τον εαυτό του!

Δύο από τους ηθοποιούς που χρησιμποιείτε συνεχώς, εμφανίζονται επίσης: οι Ολιβιέ Γκουρμέ και Ζερεμί Ρενιέ, στο δύσκολο ρόλο του πατέρα.

Λυκ: ο Ολιβιέ απλά εμφανίζεται, έπρεπε να βρούμε κάτι να κάνει κι αυτός! (γελάει) του προτείναμε τρεις ρόλους κι επέλεξε να κάνει τον τύπο που σερβίρει τις μπύρες. Είναι μόνο μια μικρή σκηνή, αλλά ήταν πολύ σημαντικό για εμάς το ότι συμμετέχει.

Ζαν-Πιέρ: ο Ζερεμί όταν διάβασε το σενάριο και κατανόησε το χαρακτήρα του, μας ευχαρίστησε που για ακόμη μια φορά του βρήκαμε ένα τόσο αξιολάτρευτο ρόλο! (γελάει). Αλλά παίζει το καλό παιδί σε άλλες ταινίες, οπότε...

Πως γράψατε το σενάριο; Πόσο καιρό σας πήρε;

Ζαν- Πιέρ: Συνολικά ένα χρόνο. Αλλά το είχαμε συζητήσει εκτεταμένα προηγουμένως.

Λυκ: Ξεκινάμε με ένα χαρακτήρα, μια κατάσταση, κι έπειτα κρατάμε σημειώσεις απ’ότι μας φαίνετε ενδιαφέρον. Μετά έρχεται η δομή, μετά το πρώτο προσχέδιο, το δεύτερο κοκ. Μας παίρνει μήνες.

Και τα γυρίσματα;

Λυκ: 55 ημέρες. Με μικρές νύχτες. Αλλά δε δουλέψαμε ποτέ μετά τη 1.30 πμ... ίσως μία φορά. Κάναμε γυρίσματα μ’ ένα 13χρονο αγόρι. Είμασταν πολύ προετοιμασμένοι. Κάναμε άπειρες πρόβες πριν από κάθε γύρισμα.

Χρησιμοποιείτε για πρώτη φορά μουσική, αν και σποραδικά...

Λυκ: Ναι, είναι πού σπάνια στις ταινίες μας, και διστάζαμε για πολύ καιρό. Σε ένα παραμύθι, πρέπει να υπάρχει μια εξέλιξη με συναισθήματα και νέες αρχές. Μας φάνηκε, ότι σε ορισμένα σημεία, η μουσική θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν ηρεμιστική δύναμη για το Συρίλ.

Βρίσκεστε και πάλι στις Κάννες, όπου ήδη έχετε βραβευτεί δύο φορές με το Χρυσό Φοίνικα. Τι σημαίνει για εσάς το φεστιβάλ αυτό;

Ζαν-Πιέρ: Είναι πολύ σημαντικό για εμάς να δείχνουμε τις ταινίες μας εδώ. Λατρεύουμε την αδρεναλίνη που μόνο οι Κάννες μπορούν να σου προσφέρουν.

Λυκ: το σινεμά μας οφείλει πολλά σε αυτό το φεστιβάλ. Η ιστορία μας απλά συνεχίζεται εδώ, αισίως ευελπιστούμε...

ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ

Ασυμβίβαστο σινεμά, απέριττο στην αφήγηση, αλλά γεμάτο ενέργεια και ήρωες που αγαπάς από το πρώτο λεπτό. Οι αδελφοί Νταρντέν επιστρέφουν στο φεστιβάλ Καννών που τους έχει τιμήσει δύο φορές με το Χρυσό Φοίνικα («Ροζέτα» το 1999, «Το Παιδί» το 2005) για να διηγηθούν με τρυφερότητα μία ακόμα επώδυνη ιστορία για την ανθρώπινη φύση.

Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα, φαίνεται να είναι το κεντρικό θέμα του φετινού φεστιβάλ Καννών

Ενα μικρό αγόρι, αφύσικα σκληρό και πολυμήχανο για την ηλικία του, το σκάει από το ορφανοτροφείο που το έχει παρατήσει ο πατέρας του, υποσχόμενος ότι θα ξαναγυρίσει. Δραπετεύει για να αποδείξει τον κόσμο των ενηλίκων (φρουρών, ψυχολόγων, επιστατών) λάθος: ο πατέρας του δεν τον έχει εγκαταλείψει, δεν μετακόμισε σε άλλη πόλη, δεν έφυγε χωρίς ένα τηλέφωνο, ένα αντίο. Χωρίς να του πάει, τουλάχιστον, το ποδήλατό του. Τρέχει, τρυπώνει, σκαρφαλώνει, κρύβεται, κλωτσάει, δαγκώνει, φωνάζει, αρνείται. Ενα μικρό αγρίμι, τραυματισμένο και για αυτό επιφυλλακτικό, σκοντάφτει συνεχώς στην κακία του κόσμου και την επιβεβαιώνει. Μία νεαρή κομμώτρια παρούσα στο βουβό σπαραγμό του πιτσιρικά όταν διαπιστώνει πράγματι το φευγιό του δειλού πατέρα, αποφασίζει να το υιοθετεί κάθε Σαββατοκύριακο προσπαθώντας να επουλώσει το κακό που ήδη έχει γίνει. Υπάρχει όμως γυρισμός για αυτά τα παιδιά, ή θα τριγυρνάνε στις γειτονιές μας με τα ποδήλατά τους, απλά για να μας θυμίζουν τη συλλογική κοινωνική μας αμαρτία;Μπορεί να ακουστεί ειρωνικό, αλλά είναι αλήθεια: το σινεμά των Νταρντέν, νατουραλιστικό και ήσυχο, δεν παύει να είναι σινεμά ...δράσης. Ηλεκτρισμένης ενέργειας, ταχυκαρδίας, αγωνίας. Οι ήρωές τους τρέχουν, αγωνίζονται, παλεύουν. Αντιδρούν πεισματικά στο τραγικό συνήθως πεπρωμένο τους. Μαζί τους, τρέχουμε κι εμείς από την άκρη της καρέκλας μας, κουβαλώντας όλη τους την ένταση, νιώθοντας απέραντη εμπάθεια και βαθιά απόγνωση. Ελπίζοντας ότι η ανθρώπινη φύση δε θα μας απογοητεύσει αυτή τη φορά, κάνοντας μία πλήρη ορθοπεταλιά γύρω από το προμελετημένο κάρμα της. Ασυμβίβαστοι σκηνοθέτες, οι Νταρντέν επιμένουν να αγνοούν τις ευκολίες της αφήγησης και συνεχίζουν να επιλέγουν πιο φιλόδοξες ανηφόρες: αυτές που απαιτούν στιβαρές ιστορίες και ταλέντο να τις διηγηθείς - με υγρή, παλλόμενη κινηματογράφησή, αληθινούς διαλόγους και ήρωες που αγαπάς από το πρώτο λεπτό. Δευτερόλεπτα μουσικού σκορ, τρεις τέσσερις σκόρπιες στιγμές μέσα σε ολόκληρη την ταινία, είναι ο μόνος συμβιβασμός του χρυσού κανόνα τους. Φαίνεται ότι σ' αυτήν εδώ την ιστορία εγκατάλειψης, αισθάνθηκαν ότι ο μικρός τους ήρωας χρειαζόταν ένα χάδι. Και κάθε φορά που το πιτσιρίκι ξανακαβαλά με ματωμένα γόνατα και μουτζουρωμένο προσωπάκι το ποδήλατό του, μετά από ένα κυριολεκτικό ή συμβολικό χτύπημα της ζωής, ντύνουν για ελάχιστα δευτερόλεπτα την εικόνα με μουσική.Η αφοπλιστικά αβίαστη ερμηνεία του μικρού τους πρωταγωνιστή, οι αληθινές στιγμές, το μήνυμα που βγαίνει και αιωρείται αβίαστα, χωρίς ίχνος μελό ή διδακτισμού; Ποιο είναι το μυστικό του σινεμά τους, που ακόμα κι εκ των υστέρων, δεν αποδομείται εύκολα; Μάλλον η αυθεντινή αναγκαιότητα να το κάνουν και η μεγάλη τους καρδιά.

Πολυ Λυκούργου www.flix.gr

H ΑΠΟΨΗ ΕΝΟΣ «ΠΑΛΙΟΥ ΕΧΘΡΟΥ»

Ουουπς, πραγματικά το έθεσα βαριά το ξεκίνημα τώρα που το σκέφτομαι. Με την έννοια του ότι που πας ρε καραμήτρο να αναμετρηθείς με το πιο πολυβραβευμένο σκηνοθετικό δίδυμο του φεστιβάλ των Κανών. Χρυσός Φοίνικας το 1999 για τη «Rosetta». Eιδική μνεία και βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής το 2002, για το «Le fils». Xρυσός Φοίνικας ξανά μανά το 2005 για το «L' enfant». Bραβείο καλύτερου σεναρίου το 2008 για το «Silence de Lorna». Kαι Μέγα Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής φέτος για το «Παιδί με το Ποδήλατο». Από τις 6 ταινίες τους, με πρώτο το έξοχο «La promesse» του 1996, όλες τους, μπαστακώνονται στις Κάνες και αν δεν πάρουν βραβείο δε φεύγουν. Όχι ότι αυτό μου λέει κάτι, γιατί μη σου πω φίλε που τις έχω γραμμένες τις Κάνες. Κι αν πάω εκεί, για το γκλαμουροπαζάρεμα πάω και για τίποτα άλλο. Αλλά βραβεία είναι τα έρμα, αξίζει να στα αναφέρω.

Όπως αξίζει να σου αναφέρω και κάτι άλλο. Ότι για το «L' enfant» του 2005, αν θυμάμαι καλά, είναι ζήτημα αν του είχα δώσει σε βαθμολογία ένα αστεράκι έτσι να πάει στο διάολο. Γιατί η αλήθεια είναι πως με το ψυχόπιασμα των Νταρντέν, την κουνιστή κάμερα φραπέ και τον «παρ' τον στα μούτρα σου μωρή άρρωστη» ρεαλισμό τους, άρχισα να ξερνάω επικίνδυνα κάποια στιγμή και να θυμώνω. Με όλη την επίσημη κριτική να παθαίνει σκατόψυχο κοκομπλόκο με τους Νταρντέν κι εμένα να μένω στο μπλόκο. Τι να σου πω φίλε, μπορεί να φταίει η έπαρση της νιότης μου, μπορεί να φταίει ότι είχα δίκιο, αλλά δε μετανιώνω. Και τότε ρε μάγκα Μοριάρτη αφού δε μετανιώνεις γιατί μας τα γράφεις όλα αυτά θα μου πεις; Γιατί πολύ απλά, φέτος την άνοιξη στις Κάνες, είδα Νταρντέν και νταρντάνιασα.

Συγκινήθηκα, χάρηκα, ευχαριστήθηκα τόσο πολύ με το «Παιδί με το Ποδήλατο» που όταν αργότερα γυρνούσα σε συναδέλφους και τους έλεγα πως πιθανότατα αυτή ήταν η καλύτερη ταινία του φετινού φεστιβάλ, έψαχναν το τηλέφωνο της μάνας μου για τη ρωτήσουν αν έχω ξεμείνει από χάπια Xanax. Πώς το έπαθα και γιατί το έπαθα; Θα στο πω. Επειδή πολύ απλά, αυτή τη φορά, τα αδερφάκια, ναι μεν, ακολουθούν την πεπατημένη του ρεαλισμού και της δυστυχίας και της απονιάς αλλά... Αλλά επιτέλους μπαίνουν στον κόπο να πιστέψουν στο παραμύθι της ομορφιάς. Κι επιτέλους για πρώτη φορά ολοκληρώνουν το ποίημα τους. Γλυκά και ανθρώπινα. Και όχι σαν εντομολόγοι της δυστυχίας και της καταφρόνιας. Θες φταίει η υπέροχη Σεσίλ Ντε Φρανς που πρωταγωνιστεί; Θες ο άπαιχτος πιτσιρικάς Τομά Ντορέ; Τι να σου πω; Ένα θα σου πω. Ότι πιο χριστουγεννιάτικη στην ουσία της, ταινία από το «Παιδί με το Ποδήλατο» δε θα δεις. Θα κλάψεις, θα νοιώσεις αγωνία, θα χαμογελάσεις, θα αγαλιάσεις. Κι αυτό είναι κάτι τόσο σημαντικό που δε το αλλάζεις με τίποτα.

Ούτε οι Νταρντέν νομίζω. Οι οποίοι επιτέλους, βρήκαν την φόρμουλα, να κρατήσουν τα όμορφα της γραφής τους, να πετάξουν τις περιτές δηθενιές και τις κακοτεχνίες που μεταφραζόντουσαν σε άποψη, και να αφεθούν χωρίς κόμπλα στη αποδεδειγμένη λειτουργικότητα της κάθαρσης. Δόξα τω θεώ οι κουκλίτσες μου γιατί άμα συνέχιζαν να το παραχέζουν με την μπίχλα, ο μοναδικός τρόπος να μείνουν στην ιστορία του σινεμά, θα ήταν σαν συσίτιο ζητιάνων στη Χριστιανική Αδελφότητα Απόρων Κορασίδων (ΧΑΑΚ). Ήδη από την προηγούμενη ταινία τους, τη «Σιωπή της Λόρνας» είχαν δείξει ότι και μπορούν και θέλουν να ξεφύγουν από την κάμερα του σακάτη, χωρίς αυτό να τους αναγκάζει να αλλάξουν θεματική. Και να αφήσουν επιτέλους το ταλέντο τους να φανεί και να μεγαλουργήσει πέρα από τις συμβάσεις που τους καθιστούν αρεστούς στους κριτικούς. Όμως αυτή τη φορά, κατάφεραν το θαύμα.

Ένα αγόρι εγκαταλελειμμένο σε άσυλο που δεν αγαπάει τίποτα άλλο εκτός από το ποδήλατό του. Και την ελπίδα του να βρεθεί ξανά κοντά στον πατέρα του. Μια «λαϊκή» κομμώτρια που αποφασίζει να τον φιλοξενεί σπίτι της τα σαββατοκύριακα. Ένας πατέρας, που δεν έχει καμία επιθυμία να συνδεθεί με το γιο του. Ένα ποδήλατο, που για τον πιτσιρικά, είναι το μοναδικό αντικείμενο που τον συνδέει με την γλυκύτητα της οικογένειας όπως την ονειρεύεται από τα παραμύθια. Ο σκληρός περίγυρος, που δεν υπολογίζει συναισθήματα, αθωότητα, και παιδική ηλικία, χρεώνοντας στο "ποδήλατο" ανταποδοτικές διαδρομές. Η σύγκρουση και η οργή που προκύπτουν όταν ζητάς την αγάπη, χωρίς να ξέρεις από ποιον και πως. Το λάθος, η βία και η συγχώρεση. Σαν ένα χριστουγεννιάτικο θρίλερ, κάτω από ένα παραπεταμένο δέντρο Χριστουγέννων. Που περιμένει για να φωταγωγηθεί, τα κινέζικα και λίγο καμμένα, λαμπάκια της ψυχής σου. Καμένα ξεκαμένα φίλε, άπαξ και ανάψουν τα ρημάδια, η ζωή σου όλη ποδηλατάδα όμως. Και το χαμόγελο της κομμώτριας, βάλσαμο. Στο εγγυώμαι. Απλά εσύ, πάτα πετάλι.

ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ www.iefimerida.gr

ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΞΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ :

“H πιο αγαπημένη μέχρι σήμερα ταινία της καριέρας τους, επιβεβαιώνει τη δύναμη και την ακρίβεια των Νταρντέν με απόλυτα κινηματογραφικό τρόπο και τιμήθηκε δικαίως με το Μέγα Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής των Κανών. ΕMPIRE

Οι αφοί Νταρντέν επιστρέφουν σε απαράμιλλη φόρμα με μια ιστορία αθωότητας, προδοσίας και φιλίας. Ένα από τα καλύτερα φιλμ που έχουν γυριστεί γύρω από την παιδική ηλικία από την εποχή του «Κλέφτη των Ποδηλάτων».” SCREEN INTERNATIONAL

“Mε διαφορά η πιο γρήγορη και ζεστή ταινία των αφών Νταρντέν μέχρι σήμερα. Ένα ρεαλιστικό παραμύθι που εξυψώνει το ρεαλισμό στη σφαίρα της κινηματογραφικής υπέρβασης”. SLANT MAGAZINE

“Μπορεί η ταινία να αρχίζει και να τελειώνει σε 87 λεπτά αλλά η ομορφιά και η δύναμη της μένουν μαζί σου για πολύ καιρό μετά το φινάλε της.” WALL STREET JOURNAL

“Οι Νταρντέν μας υπενθυμίζουν ότι οι πιο ακαταμάχητες ιστορίες δε διεξάγονται στο μακρινό διάστημα αλλά κάτω από τα παράθυρα των σπιτιών μας. Μια ταινία που μοιράζεται την ίδια ψυχή με τον «Κλέφτη των Ποδηλάτων».” VARIETY

“Θα αισθανθείτε πως παρακολουθείτε κάτι ιδιαίτερο...γεμάτο δύναμη, διακριτικότητα και αλήθεια που σε παρασύρει.” TIME OUT LONDON

.

2 σχόλια:

Seven Films είπε...

Ο μικρός Σιρίλ, αρνείται να πιστέψει ότι τον έχουν εγκαταλείψει για πάντα και με θαυμαστή ξεροκεφαλιά αμφισβητεί τα λεγόμενα των ενηλίκων και επιδιώκει να εντοπίσει τον επιπόλαιο πατέρα του. Στην πορεία γίνεται φίλος με τη νεαρή κομμώτρια Σαμάνθα που θα τον φιλοξενεί τα Σαββατοκύριακα, θα τον προστατεύει και θα τον βοηθά στην αναζήτησή του, κυρίως όμως θα του προσφέρει τη μητρική φιγούρα που έχει τόσο μεγάλη ανάγκη ο μικρός, αυτό το αγρίμι που σου κλέβει την καρδιά.

Καταντά κλισέ, αλλά οι Νταρντέν παραδίδουν και πάλι σεμινάριο υποκριτικής καθοδήγησης ενός παιδιού, του Τομάς Ντορέ που περνά σαν σίφουνας με το ποδήλατο, χτυπιέται, τρέχει, πέφτει, παρατηρεί, κλαίει σαν παιδί κι όχι σαν ένα παιδί που κάνει το παιδί σε μια ταινία. Κι αν η παραπάνω πρόταση δεν βγάζει νόημα, το "Παιδί με το Ποδήλατο" με τον απλούστερο τρόπο που μπορείς να φανταστείς και χωρίς να το καταλάβεις καν, φουσκώνει και ξεσπά σε ένα συγκινητικό αλλά αισιόδοξο φινάλε που σε κάνει να προσκυνάς τη μαγεία της απλότητας: του καθαρού, χωρίς εκβιασμούς συναισθήματος, ενός βλέμματος, ενός φιλιού στο μάγουλο της νέας μητέρας.

(9/10)
Γιάννης Δηράκης


Βαθύς κινηματογραφικός ρεαλισμός, κοινωνικός σχολιασμός της παιδικής αγνότητας έναντι της οικογενειακής αδιαφορίας, με τους Ζαν-Πιέρ και Λικ Νταρντέν σα να χορεύουν συγχρονισμένο μπαλέτο στους ρυθμούς της κινούμενης κάμερας, που γλιστρά πάνω στην επιφάνεια των αινιγματικών τους χαρακτήρων, αναδεικνύοντας τους με σαφήνεια και ιδιαίτερη κομψότητα.

Είναι εκπληκτικό το γεγονός πως μπορεί η γονική απάθεια, να επηρεάσει τη ζωή ενός παιδιού. Όταν ο ατομικισμός υπερπηδά την έννοια της οικογένειας, όταν ένα μικρό παιδί αντιμετωπίζεται λανθασμένα ως ενήλικας, όταν αφήνεται μόνο του να τα βγάλει πέρα σε κοινωνίες έτοιμες να εκμεταλλευτούν και να κατασπαράξουν την ανθρώπινη αδυναμία.

Οι αδερφοί Νταρντέν 6 χρόνια μετά το "Παιδί" που τους χάρισε Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, φέρνουν ξανά μια παρόμοια συνειρμικά ιστορία, ίσως όμως ακόμα πιο ακραία. Γιατί τότε ο βασικός ήρωας του έργου Μπρούνο μετάνιωσε για την απεχθή πράξη να πουλήσει ένα μωρό, αντίθετα τώρα στο "Παΐδι με το Ποδήλατο" ο πατέρας του 12χρονου Κυρίλ δεν φαίνεται να του καίγεται καρφί. Αφήνει τον γιό του στα χέρια μιας ξένης, και όταν αυτή του προσφέρει πηγαία αγάπη, ο νεαρός δεν μπορεί να την δεχθεί. Επιζητεί την πατρική στοργίδα η οποία δεν έρχεται ποτέ.

Αυτό που ξεχωρίζει τους Βέλγους κινηματογραφιστές στις μεγάλου μήκους ταινίες τους είναι ο συνδυασμός έντονης κίνησης και ρυθμού, με τα κοντινά τους πλάνα να στοχεύουν σε αυτό που κρύβεται πίσω από τις φιγούρες και τα πρόσωπα. Αυτό το στοιχείο υπάρχει στο έργο, μπορεί όχι τόσο καλοδουλεμένο όπως στο "Παιδί", την "Υπόσχεση" και την "Σιωπή της Λόρνα", αλλά υπάρχουν στιγμές που το ακροατήριο θα κρατήσει την αναπνοή του, θα ταυτιστεί με την κραυγή του Κυρίλ και φεύγοντας θα αντιληφθεί ότι ναι μεν η προδοσία μπορεί να οδηγήσει στο "έγκλημα" αλλά υπάρχει και το αισιόδοξο στοιχείο της συγχώρεσης και της κατανόησης.

Οι Νταρντέν αν και πέρασαν φιλμογραφικά μια περίοδο έντονα απαισιόδοξης ατομικής-κοινωνικής οπτικής δείχνουν πια ότι ισχύει η θεωρία του Ρουσώ, ότι δηλαδή ο άνθρωπος γεννιέται καλός και η προσωρινή αλλοίωση του οφείλεται στα ερεθίσματα της κοινωνίας. Το τέλος του έργου μπορεί να δίνει αυτή την για κάποιους αφελή διάσταση, αλλά είναι τόσο αναγκαία η ύπαρξη της, γιατί χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαμε να βρούμε ούτε ένα ίχνος αισιοδοξίας για το μέλλον.

Το ποδήλατο στο έργο εκτός από ένα είδος αξεσουάρ που συνηθίζουν οι Νταρντέν να προβάλλουν σε κάθε ταινία (σακάκι, μέτρο, φιάλη) θα λέγαμε πως συμβολίζει ένα είδος ατόφιας καθαρότητας, άμεσος συμβολισμός και αντιδιαστολή με ότι τα νέα παιδιά συνηθίζουν σήμερα να χρησιμοποιούν. Τηλεόραση, κινητά, playstation, ατελείωτες ώρες στον υπολογιστή.
ΙΑΚΩΒΟΣ ΓΩΓΑΚΗΣ www.sevenart.gr

Seven Films είπε...

Mιλάμε για τη νέα δουλειά των συμπατριωτών αδερφών Jean-Pierre & Luc Dardenne, Το παιδί με το ποδήλατο [Le gamin au velo] που κατφχαριστηθήκαμε [όλοι όσοι είδαμε] στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Μια ταπεινή ταινία σχέσεων με ένα ατίθασο παιδί [Thomas Doret] που εγκαταλείπεται σε μια κρατική φάρμα από τον προβληματικό πατέρα του [ο Jeremie Renier μεγάλωσε μέσα από τις ταινίες των Νταρντέν] για να υιοθετηθεί τα σαββατοκύριακα από μια ήξεις-αφήξεις κομμωτριούλα ονόματι Σαμάνθα [Cecile de France] που περνάει κρίση καλής θελήσεως.
Τα προβληματικά παιδιά είναι το αγαπημένο θέμα εκκίνησης των Νταρντέν κι όλη τους η μαστοριά ξοδεύεται αφειδώς στο αδιάκοπο και μεθοδικό σκάλισμα των ανθρώπινων χαρακτήρων. Η μικρογλυπτική τους τέχνη αφήνει συνεχώς κρυφές γωνίες όπου παραμονεύουν εκπλήξεις και εκρήξεις συναισθημάτων. Ο μικρός Ντορέ υποδύεται έξοχα τον δραπέτη Σιρίλ και παραπέμπει στον Αντουάν Ντουανέλ των 400 χτυπημάτων.
Η Σέσιλ ντε Φρανς κλέβει συνεχώς βλέμματα με την αδήριτη φυσικότητά της, την απορρόφηση των κραδασμών του μικρού και τη βαθιά κατανόηση της εφηβικής του παραφροσύνης. Το παιδί διψάει για αποδοχή και κείνη αναδιπλώνεται για να το αγκαλιάσει ξανά με θέρμη. Είναι εμφανές ότι η μητρότητα στην προσωπική της ζωή είναι ένα γόνιμο υπέδαφος. Η ζωή τρέχει εμπρός της κι η Σεσίλ την προσπερνά άνετα κάνοντας ορθοπεταλιά.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΔΕΡΙΝΗΣ www.mic.gr