Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008

Χυμαδιό




Σκηνοθεσία: Jonathan Levine
Σενάριο: Jason Levine
Παίζουν:
Josh Peck,
Sir Ben Kingsley,
Method Man,
Mary Kate Olsen,
Olivia Thirlby,
Famke Janssen,
Aaron Yoo
Είδος: Κωμωδία, κοινωνική
Διάρκεια: 110'
Γλώσσα: Αγγλικά (US)
Διεθνής εκμετάλλευση: Sony Pictures Classic
Βραβεία / διακρίσεις:
Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ του Σάντανς / Sundance για το 2008 (Best Dramatic Film)
Μουσική :
Nas - "The World is Yours"Raewkon - "Heaven and Hell"The Notorious B.I.G. featuring Method Man "The What"DJ Jazzy Jeff and the Fresh Prince "Summertime"Donovan - "Season of the Witch"Biz Markie - "Just a Friend"Total featuring the Notorious B.I.G. "Cant Ya See"A Tribe Called Quest - "Can I Kick It"Faith Evans - "You Used to Love Me"R. Kelly - "Bump 'N Grind"The Pioneers - "Long Shot Kick de Buckettfont"Vomit Launch "Exit Lines"Craig Mack - "Flava in Your Ear"Wu-Tang Clan - "Tearz"Wu-Tang Clan - "C.R.E.A.M."Method Man feat. Mary J. Blige - "I'll be There for You/You're All I Need to Get By"Mott The Hoople - "All the Young Dudes"The Velvet Underground - "Sister Ray"Neil Young - "Out on the Weekend"Souls of Mischief - "93 'Til Infinity"The Smashing Pumpkins - "Disarm"

Ιστοσελίδα :
http://www.thewackness.co.uk/
Περίληψη:
Καλοκαίρι του '94, στη Νέα Υόρκη. Ο νεαρός Λουκ Σαπίρο μόλις τελείωσε το σχολείο και όλα στη ζωή του του φαίνονται βουνό. Δεν έχει φίλους, οι γονείς του ασχολούνται με τα δικά τους προβλήματα, δεν έχει κάνει ακόμα σεξ, δεν ξέρει τι θέλει να κάνει στη ζωή του, πίνει μερικά τσιγαριλίκια την ημέρα, πουλάει μάλιστα και κανένα γραμμάριο από αυτά για να βγάλει το χαρτζηλίκι του, ακούει χιπ χοπ και ραπ και αποδρά από την πραγματικότητα πολλές φορές τη μέρα με ονειροφαντασίες. Ζεί σε μια πολύ «χυμαδιό φάση»!
Παράλληλα, επισκέπτεται έναν ψυχίατρο, τον Δόκτωρα Σκουάιρς που του δίνει ανορθόδοξες συμβουλές, και σε αντάλλαγμα, παίρνει με τη σειρά του “χόρτο” από τον Λουκ. Ακόμα κι αν δίνει συμβουλές, η προσωπική ζωή του γιατρού καταρρέει. Οι δυο τους γίνονται, με τον τρόπο τους, καλοί φίλοι. Τα πράγματα όμως αλλάζουν, όταν ο Λουκ ερωτεύεται την νεαρή κόρη του Σκουάιρς. Ο Λουκ θα κληθεί να αναλάβει το ρόλο του εραστή (για πρώτη φορά στη ζωή του), ενώ ο Δρ. Σκουάιρς το ρόλο του συντηρητικού πατέρα, ο πρώτος θα κοιτάξει με άλλο μάτι τη ζωή που ανοίγεται μπροστά του, ενώ ο δεύτερος θα δει τη ζωή που άφησε πίσω του, να περνά και να μην τον ακουμπά. Πώς θα αντιμετωπίσουν αυτήν την αλλαγή φάσης; Πώς αλλιώς παρά με χιούμορ, ειρωνεία, και διάθεση “φτιαγμένη” ποικιλοτρόπως...


Η δήλωση του σκηνοθέτη:
«Το 1994 ήταν και για μένα η χρονιά που τέλειωσα το σχολείο. Και ήθελα να κάνω μια ταινία για εκείνη την εποχή. Για εκείνη την περίοδο στη ζωή κάποιου. Και πραγματικά μου αρέσουν οι καλές ταινίες με θέμα τα σχολεία και τους εφήβους. Και για μένα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να είμαι αυθεντικός, το να μην αναφέρομαι στη σημερινή εποχή. Σήμερα είμαι τριάντα και δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το τι κάνουν τα παιδιά σήμερα. Άρα έπρεπε να το αλλάξω. Και να πάω πίσω. Και η αλήθεια είναι πως μου αρέσει αυτή η μουσική. Σπάνια βάζει κανείς τέτοιου είδους μουσική στο φιλμ, πολλοί άνθρωποι λοιπόν ενθουσιάστηκαν με αυτήν την κίνηση! Σε ό,τι αφορά τα ναρκωτικά, πίσω στο 1994, όλοι έπαιζαν με αυτά, κι εγώ ακόμα. Και δεν λέω πως ήταν κάτι καλό, για την ακρίβεια είναι κάτι πολύ, πολύ χαζό. Αλλά είναι ένα φαινόμενο υπαρκτό. Δεν νομίζω πως είναι μια ταινία για τα ναρκωτικά, όσο για την άρνηση του να ηθικολογήσει για αυτά. Είναι μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή».




Διεθνή ΜΜΕ
«Κάθε χρόνο βλέπω στο Σάντανς το πρώτο Σαββατοκύριακο μια ταινία την οποία ερωτεύομαι ολοκληρωτικά. [...] Συνδυάζει το λούστρο ενός μοδάτου μουσικού βίντεο με την ωμότητα ενός “βρώμικου” ντοκιμαντέρ. Ο Λεβίν παίρνει τα ρίσκα του και διακόπτει τις φανταστικές σκηνές ονείρων και τις μουσικές σεκάνς με μια ρεαλιστική δραματική ιστορία. Είναι μια τόσο αναζωογονητική ένεση στην αφήγηση της ιστορίας για την ενηλικίωση, που ο σκηνοθέτης έχει κατοχυρώσει τη θέση του ανάμεσα στους μεγάλους σκηνοθέτες της επόμενης γενιάς».
(Peter Sciretta,
http://www.slashfilm.com/

«Μια ταινία που σε απορροφά ολοκληρωτικά, με ένα απίθανο σάουντρακ χιπ χοπ και ραπ, εκθαμβωτική φωτογραφία και εξαιρετικές ερμηνείες από ένα στιβαρό, συγκεντρωμένο καστ... Πρέπει να περιμένουμε πολλά πράγματα από αυτόν το σκηνοθέτη. Αυτή του η δουλειά είναι η απόλυτη ευχαρίστηση».
(Noralil Ryan Fores, Short End Magazine)

«Καταπληκτικές ερμηνείες από ταλαντούχους νεαρούς πρωταγωνιστές. Αυθεντικό, παιχνιδιάρικο, έξυπνο... Η ερμηνεία του Τζος Πεκ είναι φοβερή, και αν υπάρχει δικαιοσύνη, θα ακούσετε για αυτόν και για το “The Wackness” πολλά πράγματα κατά τη διάρκεια της χρονιάς».
(Josh Tyler, Cinema Blend)

«Ο Λεβίν αφηγείται μια, περιστασιακά αστεία και συγκινητική ιστορία. Αρπάζοντας το ρόλο του επιθετικά, ο Κίνκσλεϊ δείχνει νέες πτυχές του ταλέντου του, προσδίδοντας στο φιλμ την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία του». (Emanuel Levy,
http://www.emanuellevy.com/)

«Όσοι μεγάλωσαν στη δεκαετία του ΄90, πρέπει οπωσδήποτε να δουν το φιλμ». (Neil Miller, Film School Rejects)
Λίγα λόγια παραπάνω:
«Wack», στην αμερικανική αργκό, είναι ο περίεργος, ο εκκεντρικός και αλλοπρόσαλος. O Χύμα. Όπως και το νόημά της, έτσι και η ίδια λέξη είναι περίεργη, γιατί παραπέμπει στη γλώσσα άλλων εποχών. Στα ελληνικά σε ελεύθερη απόδοση η νέοι χρησιμοποιούν τη φράση « Χυμαδιό». Γι’ αυτό και γίνεται ιδανικός τίτλος για την περίεργη, μοναδική ταινία ενός νέου δημιουργού, που αφηγείται την ιστορία που γνωρίζει καλύτερα, αυτή των εφηβικών του χρόνων, έτσι όπως διαμορφώθηκαν στις αρχές της περασμένης δεκαετίας.
Οι περισσότερες ταινίες νοσταλγίας έχουν την τάση να παρουσιάζουν το παρελθόν εξιδανικευμένο. Οι περισσότερες ταινίες για την εφηβεία τείνουν να παρουσιάζουν τους κεντρικούς χαρακτήρες με τα ίδια στερεότυπα. Κι όμως, στην περίπτωση του «Χυμαδιού», όπως θα μπορούσε να δηλώνει και ο τίτλος του, παρουσιάζει κάτι εντελώς διαφορετικό: ένα πορτρέτο ενός νέου σε μία κρίσιμη καμπή για την Ιστορία, έναν έφηβο έτσι όπως δεν τον ξαναγνώρισε η ανθρωπότητα, έναν άνθρωπο που καθρεφτίζει και διαμορφώνει μια νέα κοινωνία.
Βρισκόμαστε στο 1994, η Νέα Υόρκη μόλις απέκτησε καινούριο δήμαρχο, τον Ρόμπι Τζουλιάνι,μια νέα κουλτούρα της μητρόπολης αρχίζει να διαμορφώνεται, η μαύρη αντι-κουλτούρα του χιπ χοπ κυριαρχεί στους δρόμους, το πολιτικό σκηνικό της χώρας εξελίσσεται ραγδαία. Oταν ο τότε Δήμαρχος Τζουλιάνι επιχειρούσε με αυστηρά μέτρα να καθαρίσει την πόλη, τα πιο hot ονόματα της μουσικής μετά την αυτοκτονία του Kurt Cobain ήταν ο ανερχόμενος rapper Notorious B.I.G. και οι A Tribe Called Quest και η πιο συχνή και σχετική pop culture αναφορά, ήταν σε μια ταινία με τίτλο Forrest Gump (τα λεωφορεία είναι ντυμένα με αφίσες της , η ατάκα «Run, Forrest, run!» είχε κατακλύσειι τα αστικά κέντρα.
Νέοι σαν τον Λουκ Σαπίρο, που ενηλικιώθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του '90, ήταν οι πρώτοι που γνώρισαν την έκρηξη της επικοινωνίας, την απορρύθμιση των media, τον ερχομό του ψηφιακού, την απόλυτη εξοικείωση με την τεχνολογία. Ήταν τα παιδιά των “εκδρομέων του '60”, γονέων που γνώρισαν το μοντερνισμό, και μαζί με αυτόν, το αντισυλληπτικό χάπι και τη μόδα του διαζυγίου. Είναι οι πρώτοι που παραπονέθηκαν για τον “κόσμο” που τους παρέδωσαν οι γονείς τους. Την ίδια όμως στιγμή, κι ενώ όλα αλλάζουν με τέτοιους ρυθμούς, τα χαρακτηριστικά των εφηβικών χρόνων παραμένουν τα ίδια στο πέρασμα των ετών.
Η αίσθηση της αποξένωσης, η επιθυμία του να είσαι αλλιώτικος, αλλά και του να αισθάνεσαι πως επιτέλους ανήκεις κάπου, οι επαναστάσεις χωρίς αιτία μέσα στο σπίτι, οι πρώτες σεξουαλικές επαφές, περίεργες και γρήγορες σαν παιδικές ασθένειες...
Παραφράζοντας το γνωστό απόφθεγμα, πατρίδα είναι η εφηβική ηλικία και οι τρόποι με την οποία την ξεπερνούμε.
Ο τρόπος του σκηνοθέτη είναι σπουδαίος, γιατί καταφέρνει να μιλήσει για το παλιό και το νέο με έναν πρωτότυπο τρόπο. Ένας άνθρωπος που εκπροσωπεί το νέο, νιώθει κουρασμένος σαν να έρχεται από το παρελθόν, ενώ ένας άλλος άνθρωπος που εκπροσωπεί το παρελθόν, δηλώνει με κάθε του κίνηση την επιθυμία του να ξαναγίνει νέος. Στο εξωτικό και μοναδικό σύμπαν της ανδρικής φιλίας, που περιγράφεται εδώ με εμμονή στη λεπτομέρεια, ο ένας άνδρας είναι το αντεστραμμένο είδωλο του άλλου. Ο Τζος Πεκ ερμηνεύει με φυσική χάρη και απλότητα τον νέο, ενώ ο Μπεν Κίνγκσλεϊ επιστρατεύει κάθε ερμηνευτικό εργαλείο του και κάθε μέλος του σώματός του για αποδώσει τον περίπλοκο χαρακτήρα του ψυχίατρου που βρίσκεται παγιδευμένος στην ίδια την επιστήμη του.
Όλα αυτά, αναδεικνύοντας ένα καλογραμμένο σενάριο με διαλόγους που ατάκα προς ατάκα χτίζουν την αφήγηση μιας ολόκληρης γενιάς, που έχει και μελαγχολία, έχει και αγωνία, έχει και αυτό με το οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε τη ζωή και αυτό το οποίο έσωσε τόσες και τόσες γενιές από την καταστροφή: πολύ, πολύ γέλιο.


Στους κινηματογράφους :


ΚΕΝΤΡΟ - ΚΟΛΩΝΑΚΙ - ΕΞΑΡΧΕΙΑ
ΙΝΤΕΑΛ Πανεπιστημίου 46 (ΜΕΤΡΟ Πανεπιστήμιο), 210-3826720 . Πεμ. - Τετ.: 18.00/ 20.10/ 22.20

ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΝΕΑΠΟΛΗ
ΔΑΝΑΟΣ 2 Λ. Κηφισίας 109 (ΜΕΤΡΟ Πανόρμου), 2106922655 . Πεμ. - Τετ.: 18.00/ 20.10/ 22.20

VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ
VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ ΑΙΘΟΥΣΑ 17 Πέτρου Ράλλη & Θηβών, Άγιος Ιωάννης Ρέντη, 2108108080 . Πεμ. - Τετ.: 19.30/ 21.45/ 00.00

ΦΙΞ - Ν. ΣΜΥΡΝΗ - Π. ΦΑΛΗΡΟ
ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ PRINCE FIMCENTER Λ. Συγγρού 106, Φιξ (ΜΕΤΡΟ Συγγρού-Φιξ), 210-9215305 . Πεμ. - Τετ.: 18.30/ 20.30/ 22.30. Παρ.-Κυρ. & 00.20

STER CINEMAS ΙΛΙΟΝ
STER CINEMAS ΙΛΙΟΝ ΑΙΘΟΥΣΑ 2 Λεωφ.Δημοκρατίας 67Α, Ίλιον, 2102371000 . Τηλ. κρατ. 2102371000 , 8018017837. Πεμ. - Τετ.: (εκτός Τρ.) 19.20/ 21.30/ 23.40

STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ
STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΙΘΟΥΣΑ 3 Αχαρνών 373-375. (ΗΣΑΠ Αγ. Ελευθέριος), 2102371000 . Τηλ. κρατ. 2102371000 , 8018017837. Πεμ. - Τετ.: 19.30/ 21.40/ 23.50

8 σχόλια:

Seven Films είπε...

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΗ ΜΑΤΙΑ, ΣΥΝΟΔΕΥΟΜΕΝΗ ΑΠΟ ΑΦΟΠΛΙΣΤΙΚΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΙ ΕΝΑ ΧΙΠ ΧΟΠ ΣΑΟΥΝΤΡΑΚ, ΣΤΗ ΝΕΟΫΟΡΚΕΖΙΚΗ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ ΤΩΝ '90S. ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ ΚΑΙ ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ-ΤΥΠΙΚΟ ΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥ ΣΙΝΕΜΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΕΣΠΑΣΕ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΟΙΝΟΥ ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΟΥ ΣΑΝΤΑΝΣ.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Η κομεντί που ενθουσίασε το κοινό στο Φεστιβάλ του Σάντανς μοιράζει την ενέργειά της ανάμεσα σε δυο εντελώς αντίθετους ανθρώπους: έναν εσωστρεφή νέο άνδρα που πουλάει ναρκωτικά για χαρτζιλίκι, διακινώντας τα σε ένα παλιό φορητό παγωτατζίδικο, και έναν καταξιωμένο ψυχίατρο σε πλήρη παρακμή, που τον κουράρει με αντάλλαγμα δωρεάν ντόπα. Ο μικρός, χωρίς να το συνειδητοποιεί, αποτελεί την πλατφόρμα για τις χαμένες ευκαιρίες ενός πολύ απογοητευμένου μεσήλικα, που δεν αγαπάει πλέον τη γυναίκα του και έχει χάσει τη διάθεση για τη δουλειά. Ο δόκτωρ Σκουάιρς προσφέρει ακατάσχετα συμπυκνωμένες συμβουλές κυνισμού και σοφίας σε έναν κατά βάση ντροπαλό νέο που ψάχνει την ειλικρίνεια, την τρυφερότητα, τη σταθερότητα (που δεν έχει στο σπίτι) και τον έρωτα, αλλά δεν τολμάει να του εκμυστηρευτεί από την αρχή πως είναι ερωτευμένος με τη θετή του κόρη. Πορεύονται παράλληλα και η αντίθεση συμβαίνει με το φαινόμενο της σκάλας: ο γιατρός κατεβαίνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα από το βάθρο του και ο χαμένος νέος ανεβαίνει βήμα βήμα, κερδίζοντας το συναισθηματικό έδαφος που του έχει διαφύγει. Κάποια στιγμή συναντιούνται και σβήνουν το παρελθόν, ακούγοντας τις επιθυμίες τους.

Ο Μπεν Κίνγκσλεϊ διασκεδάζει και υπερβάλλει, θυμίζοντας εκνευριστικά τον Χάρβεϊ Καϊτέλ εμφανισιακά και «υποκριτικά» και ο Τζος Πεκ κρατάει το ίσο σε μια επιτηδευμένη μονομαχία γενεών, με φόντο μια Νέα Υόρκη που αλλάζει ραγδαία. Πολλές φορές στην ταινία Χυμαδιό γίνεται λόγος για την εκκαθάριση μιας πόλης που μέχρι πρότινος θεωρείτο επικίνδυνη και βρώμικη. Η εξαφάνιση της «βρωμιάς» επί δημαρχίας Ρούντι Τζουλιάνι, κάπου στις αρχές των ‘90s, ενώ για άλλους εξελήφθη ως απαραίτητο και υγιεινό συμμάζεμα για τους ήρωες σήμαινε το τέλος της προσωπικότητας - οι παρενέργειες της αποστείρωσης κατά κάποιον τρόπο. Τα ναρκωτικά είναι απλώς η αφορμή: Ο νεαρός είναι προϊόν της περίφημης Generation X και ο μεσήλικας φίλος του, πρώην παιδί των λουλουδιών και της ροκ επανάστασης. Μόνο που το ίδιο σκηνικό, αν και σε προαστιακό περιβάλλον, το εξερεύνησε τέλεια ο Άλαν Μπολ με τον Λέστερ Μπέρναμ (Κέβιν Σπέισι) και τον Ρίκι Φιτς (Γουές Μπέντλεϊ) στο American Beauty, τη δυσλειτουργικότητα, την απογοήτευση, τις αντιστροφές συμπεριφορών, τη χρεωκοπία της οικογένειας μέσω των απωθημένων φαντασιώσεων (και όσοι είδαν το αυτοβιογραφικό Οικογένεια της Συμφοράς/ Running with Scissors σε DVD θα καταλάβουν τι εννοώ).

Αυτό που πραγματικά αξίζει στην ταινία του Τζόναθαν Λεβίν είναι η κολλώδης ραστώνη της Νέας Υόρκης το καλοκαίρι του 1994, η rap και η hip hop ως επίμονο, παλλόμενο σάουντρακ σε αντιστοιχία με την «έντεχνη», παππουδίστικη πλέον ροκ που έστελνε αντικομφορμιστικά μηνύματα στα τέλη των ‘60s, τα έρημα στέκια, ο σαστισμένος κόσμος. Το γύρω γύρω απεικονίστηκε πιστά και δημιουργικά. Η κρυφή ηθική του χυμαδιού (αν και ο πρωτότυπος τίτλος Wackness μάλλον σημαίνει τρέλα), το μάθημα-πάθημα των αυτοκαταστροφικών που ανταλλάσσουν ρόλους και τα απανωτά επιμύθια μου φάνηκαν προφανή και τραβηγμένα. Από τους ρόλους, ζουμί έχει κυρίως η φίλη του Λιούκ, η Στέφανι, την οποία υποδύεται η Ολίβια Θίρλμπι με εύστοχη απάθεια. Να μια ηθοποιός που χρήζει μνείας και προσμονής.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ LIFO

Seven Films είπε...

Χειμαδιό σύμφωνα με το λεξικό του Μπαμπινιώτη είναι το πεδινό μέρος προστασίας των κοπαδιών. «Χυμαδιό»- όπως ο τίτλος ο ελληνικός- προφανώς είναι το «χύμα» αυτού του ανθρώπινου κοπαδιού όπου μερικοί τύποι αρχίζουν με τζούρα και μαριχουάνα και στο τέλος καταλήγουν σε παρτούζα. Η σκηνοθεσία εντελώς ξεκούρδιστη, το ίδιο και η ιστορία. Κάπου στα μισά σου ΄ρχεται ν΄ αρπάξεις remote control να τρέξει η ταινία μπας και περάσει η ώρα και σταματήσεις να κοπανάς μύγες. Α, ξέχασα. Στο εν λόγω χειμαδιό ξεχειμωνιάζουν Τζος Πεκ, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Μαίρη Κέιτ Όλσεν και δυο τρεις ακόμα. Ένα ακόμα περιστατικό από το Ζoo το αμερικανικό!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ ΤΑ ΝΕΑ

Seven Films είπε...

Στη φάση στασιμότητας που βρίσκεται το κίνημα των ανεξάρτητων δημιουργών στην Αμερική, διακρίνονται ταινίες που με αντικειμενικά κριτήρια είναι μάλλον μέτριες, αλλά ξεχωρίζουν ανάμεσα στο πλήθος των ασήμαντων και των τετριμμένων.

Κάτι τέτοιο ισχύει για το «Χυμαδιό», που σκηνοθέτησε ο Τζόναθαν Λιβάιν, το οποίο στο φεστιβάλ ανεξάρτητων ταινιών του Σάντανς κέρδισε το βραβείο κοινού. Η ταινία περισσότερο θυμίζει την εποχή που αναπτυσσόταν το κίνημα των ανεξάρτητων δημιουργών, χωρίς στ' αλήθεια να έχει την έμπνευση ή την πρωτοτυπία που είχαν οι ταινίες εκείνης της περιόδου.

Ομως παρ' όλα αυτά, το «Χυμαδιό» έχει μια φρεσκάδα στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει την ιστορία και υποστηρίζεται από τις ερμηνείες του πολύ καλού καστ. Παρά την αρχική εντύπωση που μπορεί να δίνει η ταινία, ότι είναι ανατρεπτική ή ιδιαίτερη, στην πραγματικότητα είναι μια μάλλον απλή ιστορία ενηλικίωσης, που βελτιώνεται από μικρές λεπτομέρειες.

Ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ο Λουκ, ένας μαθητής που ολοκληρώνει το Λύκειο και ετοιμάζεται να ζήσει ένα τελευταίο ξένοιαστο καλοκαίρι πριν να αρχίσει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο.

Ομως ο Λουκ δεν είναι ένα συνηθισμένο παιδί. Βγάζει πολλά χρήματα πουλώντας ναρκωτικά και χρησιμοποιεί το «εμπόρευμά» του ακόμη και για να κάνει ψυχανάλυση. Ο ψυχαναλυτής του, ένας sui generis τύπος, καπνίζει ασταμάτητα χόρτο για να αντέξει την πίεση της δουλειάς και την αδιαφορία που αντιμετωπίζει στο σπίτι του από τη γυναίκα του και την προγονή του.

Από την άλλη πλευρά, ο Λουκ δεν περνάει καλύτερα στο σπίτι του. Οι γονείς του τσακώνονται διαρκώς, κάνοντάς τον να αναζητεί άλλες διεξόδους. Τις βρίσκει κοντά στους πελάτες του και με τη σχέση που αναπτύσσει με τη Στέφανι, την κόρη της γυναίκας του ψυχαναλυτή του, αλλά και με τον ίδιο.

Ο Λουκ και ο Δρ Σκουάιρς γίνονται ένα ασυνήθιστο ντουέτο, καθώς προσπαθούν να βρουν λύσεις στα προβλήματά τους. Για τον Λουκ θα είναι μια διαδικασία ωρίμανσης, για τον γιατρό, ένας τρόπος στο να καταλήξει στο τι θέλει πραγματικά από τη ζωή του.

Ξεχωριστό ρόλο παίζει στην ταινία η μουσική, με χιπ χοπ της δεκαετίας του '90, ενώ το «Χυμαδιό» κερδίζει πόντους από τις καλές ερμηνείες του καστ. Ιδιαίτερα ο Μπεν Κίνγκσλεϊ και η Ολίβια Θέρλμπι, που παίζει τον ρόλο της Στέφανι, είναι εξαιρετικοί.


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Seven Films είπε...

Κάποιοι θα πούνε πως έχουμε να κάνουμε με μαύρη κωμωδία. Κάποιοι άλλοι πως έχουμε να κάνουμε με υπόγεια κοινωνική κριτική. Ολα αυτά είναι... τρίχες! Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με μια επιπόλαια και, γιατί όχι, μια επικίνδυνη ταινία. Νεαρός χρήστης και βαποράκι, που οι γονείς του έχουνε τα «δικά» τους και δεν ασχολούνται μαζί του, έχει μόλις τελειώσει το σχολείο και βρίσκεται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Από τη μια δεν ξέρει τι να κάνει για το μέλλον του, από την άλλη είναι ακόμα... παρθένος και, επιπροσθέτως, ο ψυχίατρός του είναι χειρότερος από τον ίδιον, αφού ο γιατρός είναι πιο σοβαρός χρήστης ναρκωτικών από εκείνον! Ο ψυχίατρος του δίνει συμβουλές και το βαποράκι δίνει σε εκείνον τις δόσεις του!

Ολα αυτά θα μπορούσαν να ήταν, είναι γερά υλικά για να κτήσεις πάνω τους μια καυστική σάτιρα, για παράδειγμα. 'Η μια ταινία σοβαρής κοινωνικής κριτικής, ακόμα καλύτερα. Δυστυχώς, όμως, ο κύριος Τζόναθαν Λιβάιν, ο δημιουργός της ταινίας, είχε αλλού το μυαλό του. Είδε το όλο πράγμα στην πλάκα! Τα έκανε όλα και όλους τόσο χαριτωμένα. (Σε κάποια φάση της ταινίας βαποράκι και ψυχίατρος βγαίνουν μαζί για να πουλήσουν ναρκωτικά!). Στο τέλος ο θεατής, ιδιαίτερα ο νεαρός θεατής, ταυτίζεται με τους ήρωες και θέλει να τους μοιάσει, αφού είναι τόσο καλοκάγαθα άτομα, τόσο καλοπροαίρετοι άνθρωποι! Και εκεί έγκειται το επικίνδυνο που σημείωσα. Στο μιμητισμό!

Οι σοβαροί θεατές, και ιδιαίτερα οι σοβαροί νέοι θεατές, δεν τσιμπάνε με τίποτα. Δεν μπαίνουν καν στην αίθουσα. Αλλά και αν παρά τύχη μπούνε, θα βγούνε πριν ακόμα τελειώσει η ταινία. Ο,τι συμβαίνει στην οθόνη, δεν τους αφορά.

ΝΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Seven Films είπε...

Ξεχάστε τη δεκαετία του ’80, είναι η σειρά των 90s να αποκτήσουν τη δική τους θέση στο πάνθεον της κινηματογραφικής νοσταλγίας. Η ταινία του Τζόναθαν Λεβάιν χρησιμοποιεί σα φόντο για τη (στην πραγματικότητα αχρονική ιστορία της) τις μέρες που ο Κερτ Κομπέιν εγκατέλειψε τα εγκόσμια, που το hip hop κατέκλυσε τα ραδιόφωνα και ο Ρούντι Τζουλιάνι βάλθηκε να κάνει τη Νέα Υόρκη το υπόδειγμα της καθαρής μεγαλούπολης. Μέσα σε αυτό το σκηνικό ο δεκαεφτάχρονος Λουκ Σαπίρο βγάζει την τήβεννο της αποφοίτησης από το γυμνάσιο και βγαίνει στον κόσμο για να ανακαλύψει πως αυτός είναι πολύ πιο fucked up απ’ όσο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Μοναδικά του εφόδια για να τα βγάλει πέρα στην κοινωνία το στίγμα μιας παρθενιάς που μοιάζει (όπως εκείνο το αποσμητικό) να μην τον εγκαταλείπει ποτέ, ένα τσουβάλι προβλήματα από τους στα πρόθυρα της οικονομικής κατάρρευσης γονείς του, ένα καροτσάκι για παγωτά γεμάτο με χόρτο πρώτης ποιότητας και οι συμβουλές του ψυχιάτρου του που μοιάζουν αμφίβολης ποιότητας, καθώς οι επισκέψεις του σ’ αυτόν πληρώνονται σε είδος με τον μπάφο που ο Λουκ πουλά για να βγάλει τα προς το ζην. Κι αν τα παραπάνω ακούγονται σαν γνώριμα στοιχεία στη μυθολογία της πορεία προς την ενηλικίωση των νεαρών αγοριών, έχετε δίκιο, το «Χυμαδιό» δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας και ο νεαρός πρωταγωνιστής του δεν είναι τίποτα άλλο από ένα παζλ (πέντε χιλιάδες κομμάτια) από φιγούρες του σινεμά, της τηλεόρασης , της λογοτεχνίας: Ο «Φύλακας στη σίκαλη» συναντά τον Φέρις Μπούλερ, ο Σαλ Μινέο του «Επαναστάτη χωρίς αιτία» τους “Outisders” και τα “Kids” του Λάρι Κλαρκ τον “Donnie Darko”, κι όμως το αποτέλεσμα μοιάζει ανέλπιστα αληθινό, ειλικρινές και πειστικό. Είναι η άγραφη φάτσα του Τζος Πεκ, η βιωματική υφή του σεναρίου, η παλαβή –αλλά ποτέ υπερβολική– ερμηνεία του Κίνγκσλεϊ και η καλοκαιρινή Νέα Υόρκη που, πέρα από τόπος, είναι κυριολεκτικά ένας ακόμη χαρακτήρας στο φιλμ, που του δίνουν την αύρα του ξεχωριστού. Και είναι η απευθείας σύνδεση που η ταινία κάνει με την εποχή που η ζωή του καθενός μας έπαιρνε τη δική της στροφή (κι ας ήταν η Πανεπιστημίου λίγο κουτσουρεμένη για 5th Avenue) που δίνει στο «Χυμαδιό» τη δυνατότητα να μιλά επί προσωπικού, ακόμη κι αν η επιφάνεια των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο διαφορετική από αυτό που (μόνο) ο καθένας μας αναγνωρίζει ως βίωμα και ανάμνηση δική του, κι όχι κατασκευασμένη στη βιομηχανία της συλλογικής μυθολογίας που ονομάζουμε σινεμά…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ATHENS VOICE

Seven Films είπε...

Η σεξουαλική μύηση και το θέμα της ενηλικίωσης, με φόντο τη δεκαετία του '90, σε μια κωμωδία που συνδυάζει τα ναρκωτικά με διάφορα κλισέ και αρκετό χιούμορ. Εξαιρετικές οι ερμηνείες των Τζος Πεκ και Μπεν Κίνγκσλεϊ.

Πώς είναι να μεγαλώνεις στη Νέα Υόρκη το 1994; Οταν μόλις έχεις αποφοιτήσει από το λύκειο κι ετοιμάζεσαι για το κολέγιο, είσαι Εβραίος και παίρνεις όσα ναρκωτικά και ο ψυχίατρός σου; Ο Λουκ Σαπίρο (Τζος Πεκ) είναι ο απόφοιτος που πουλάει μαριχουάνα μέσα από το παγωτατζίδικο καρότσι του κι ο δρ Σκουάιρς (Μπεν Κίνγκσλεϊ) είναι ο ψυχίατρος που δέχεται πληρωμή με γραμμάρια «χόρτου» στην τρελή αυτή κωμωδία που κέρδισε το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ του Σάντανς.

Ο Λουκ είναι ένα μπερδεμένο, κακόμοιρο στο βάθος, παιδί -με οικογενειακά προβλήματα-, ταυτόχρονα φιλόδοξο, που προσπαθεί πουλώντας μαριχουάνα να πετύχει κάτι που με τον τρόπο αυτό είναι στην πραγματικότητα απραγματοποίητο κι είναι μόνο ο κατοπινός έρωτάς του για την εγγονή του ψυχίατρου που θα δώσει κάποιον αληθινό στόχο στη ζωή του. Σε χειρότερη όμως κατάσταση είναι ο δρ Σκουάιρς, απογοητευμένος από τη ζωή του, με δικά του, χειρότερα, οικογενειακά προβλήματα και με βλέψεις για ερωτικές σχέσεις με νεαρές χίπισσες. Ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος Τζόναθαν Λεβίν καταγράφει με χιούμορ αν και, συχνά με αρκετές κοινοτοπίες, το πέρασμα του Λουκ στη σεξουαλική μύηση και την ωρίμανση, μαζί και τις απογοητεύσεις της ώριμης ηλικίας, πετυχαίνοντας να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή χάρη στην καταγραφή των σχέσεων ανάμεσα στον Λουκ και τον ψυχίατρό του. Καταγραφή που κερδίζει με τις πράγματι εξαιρετικές ερμηνείες και των δύο πρωταγωνιστών.
ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Seven Films είπε...

Νέα Υόρκη, 1994. Στην κάψα του καλοκαιριού, ο Λουκ Σαπίρο, απόφοιτος λυκείου, dope dealer και παρθένος, πρέπει να βάλει κάτω το μέλλον του και να πάρει τις σωστές αποφάσεις, έχοντας παραδίπλα μια μικρή βοήθεια από τον ψυχαναλυτή του, τον οποίο ανταμείβει με... «χόρτο»!

Η σύσταση του κεντρικού χαρακτήρα αποτελεί μια από τις πιο εθιστικές εμπειρίες για το είδος των νεανικών ταινιών, από εποχής «Risky Business» (1983). Διόλου τυχαία η αναφορά στο breakthrough φιλμ του Τομ Κρουζ, εξαιτίας των παράλληλων αμοραλιστικών μηνυμάτων. Όπως κάθε teenager με λογική, ευαισθησίες και cult status διαχρονικής αξίας, ο Σαπίρο είναι κλεισμένος στον εαυτό του, δεν είναι δημοφιλής στον περίγυρό του (εκτός από τις στιγμές που όλοι τον έχουν ανάγκη για να προμηθευτούν τη δόση τους), δεν έχει ιδέα από σεξ ή αγάπη, αλλά γνωρίζει ποιο είναι το αληθινό μότο του ανθρώπινου βίου: Γεννιέσαι, πας σχολείο, πιάνεις δουλειά, κάνεις οικογένεια, πεθαίνεις. Διαφωνείς;

Άσχετα από την αβεβαιότητα και την πεσιμιστική ματιά προς το μέλλον, ο Λουκ Σαπίρο του σήμερα έχει δύο ουσιαστικές ανάγκες: χρειάζεται έναν άνθρωπο στον οποίο μπορεί να μιλάει, με τη σιγουριά πως τα λόγια του δε βγαίνουν από το ένα αυτί στο άλλο του «ακροατή», και έναν άνθρωπο τον οποίο θ’ αγαπήσει. And be loved in return, που λέει και το άσμα... Πολλές φορές, θέλουμε να βρούμε και τα δύο σε έναν άνθρωπο. Απόπειρα που στέφεται με γκρεμοτσάκισμα (πλειοψηφικά ελεγμένο...). Ο Σαπίρο δεν κάνει αυτό το λάθος. Ζητά στο πρόσωπο ενός ανορθόδοξου ψυχαναλυτή (ο Μπεν Κίνγκσλεϊ σε τυπικό ρεσιτάλ... άνεσης) το φίλο που δεν έχει στη ζωή, εκεί έξω. Συμπτωματικά, η θετή του κόρη μοιάζει ιδανικά πλασμένη γι’ αγάπη, οπότε, οι ρόλοι «κλειδιά» έχουν καλυφθεί. Τι δεν πάει καλά, όμως; Η πραγματικότητα δεν τηρεί συνήθως τους κανόνες του παιχνιδιού και η πάλη με τη συνείδηση του καθενός, πόσο μάλλον εκείνου που επιλέγει να επιζήσει συντροφιά με τη «διαφορετικότητά» του, είναι μια ιστορία τόσο σικέ.

Μέσα από στιγμιότυπα ζωής δίχως πολλές ελπίδες, ενίοτε ιδωμένης με χιούμορ, αλλά πάντοτε θαμπωμένης από το πλούσιο φως της διευθύντριας φωτογραφίας, Πέτρα Κόρνερ, ο Τζόναθαν Λεβίν αναπτύσσει σεναριακά τη σχέση του Λουκ με τον Δρ. Σκουάιρς σα να πρόκειται για τον ίδιο χαρακτήρα, τονίζοντας τα σωστά και τα λάθη σημεία της επιλογής στην παρατεταμένη ανωριμότητα, αφήνοντας στο point of view του θεατή το ρόλο του κριτή. Εκείνοι που θα ευχαριστηθούν περισσότερο το φιλμ είναι, προφανώς, όσοι κουβαλάνε παρόμοια μυαλά, εκείνοι, δηλαδή, που ποτέ δε θ’ ασχοληθούν με το έτος γέννησής τους ή την «ασφάλεια» μιας τυποποιημένης, «νορμάλ» ζωής, μεμψιμοιρώντας και προσδοκώντας ταυτόχρονα να κατακτήσουν τον κόσμο με έναν δικό τους τρόπο. Ακόμη κι αν, κατά βάθος, γνωρίζουν πως σε τούτο το χυμαδιό, το «δικό σου» είναι κάτι τόσο ουτοπικό...

Ηλιας Φραγκούλης CINEMaD.blogspot.com