Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2008

Εγω / ΥΟ


Επίσημη συμμετοχή
στην Εβδομάδα Κριτικής
του 60ου Φεστιβάλ Καννών

ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΡΙΤΙΚΩΝ
στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ 2007

ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΜΑΛΑΝΓΚΑ 2007
«Από τα πρώτα κιόλας πλάνα, θα σας έρθει στο μυαλό το «Στρόμπολι» του Ροσελίνι… Κινηματογραφική αίσθηση στο έπακρο…»
Boyd van Hoeij @ Διαδικτιακό περιοδικό european-films.net


«Θα τη λατρέψετε ή θα τη μισήσετε…Δεν θα σας δώσει άλλη εναλλακτική…»
JAY WEISSBERG @ περιοδικό VARIETY


Άλεξ Μπρέντεμουλ, Μανέλ Μπαρτσέλο, Άϊνα Ντε Κος, Κάρμεν Φέλιου, Μαργκαλίτα Γκριμάλτ, Μαρία Λανάου, Ραφέλ Ράμις, Ζοάν Πιζά
Σενάριο : Άλεξ Μπρέντεμουλ & Ράφα Κορτέζ
Σκηνοθεσία : Ράφα Κορτέζ
Διάρκεια: 100’

Σε ένα χωριό στη Μαγιόρκα, ένας νεόφερτος αλλοδαπός εργάτης, μια ανείπωτη υποψία, μια δουλειά που πρέπει να γίνει.
Το «YO» (που σημαίνει «ΕΓΩ») είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που αισθάνεται ένοχος για κάτι που δεν έχει κάνει. Όπως προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά του, τα πάντα τον οδηγούν στο πραγματικό πρόβλημα: τον εαυτό του.
O Ράφα Κορτέζ, γεννημένος το 1973 στη Μαγιόρκα, σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, αφού προηγουμένως είχε εντυπωσιάσει με την αισθητική του στις 2 μικρού μήκους ταινίες που είχε γυρίσει και σε πολλά μουσικά βίντεο κλιπ. Το σενάριο, που παραπέμπει - ως προς την παραδοξότητά του - στον σεναριακό κόσμο του Κάουφμαν, το έγραψε μαζί με τον φίλο του, Άλεξ Μπρέντεμουλ, ο οποίος κρατά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Στο φεστιβάλ του Ρότερνταμ, οι κριτικοί του έδωσαν το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου και στις Κάννες, κατά τη διάρκεια των δύο προβολών, η αίθουσα ήταν κατάμεστη από νεανικό κοινό, που ενθουσιασμένο χειροκροτούσε για 10 λεπτά μετά το τέλος της ταινίας. Ο επιτηδευμένος υπνωτικός ρυθμός της ταινίας λειτουργεί καθησυχαστικά στην διάρκεια του φιλμ, έτσι ώστε, τα τελευταία 5 λεπτά η ανατροπή να λειτουργεί σαν ένα απότομο ξύπνημα, από μια ονειρική κατάσταση νιρβάνα.

1 σχόλιο:

Seven Films είπε...

Ναι, διαδραματίζεται στη Μαγιόρκα, όμως καλύτερα να καταπνίξετε από νωρίς την παβλοφική αντίδραση που ξυπνά μέσα σας με το που διαβάζετε τη λέξη. Αντίθετα από άλλες ταινίες που λαμβάνουν χώρα σε μεσογειακά νησιά αυτό το καλοκαίρι, το φιλμ του Ράφα Κόρτες δεν έχει ούτε γαλάζιες θάλασσες, ούτε ρομαντικά ηλιοβασιλέματα, ούτε χολιγουντιανούς σταρ, ούτε all time classic ποπ τραγούδια. Ευτυχώς. Στην πραγματικότητα, ακόμη και η Μαγιόρκα μοιάζει να αντικαθίσταται στην ταινία, από ένα μουντό, γκρίζο λαβύρινθο από δρομάκια, από καταθλιπτικά καφενεία εκτός σεζόν και από τα εσωτερικά σπιτιών που μοιάζουν να κρύβουν κάτι περισσότερο από τις αναμνήσεις ευχάριστων διακοπών. Σε ένα τέτοιο χωριό, στην ενδοχώρα του νησιού, φτάνει ο Χανς, ένας Γερμανός που θέλοντας να αποφύγει την ουρά στο ταμείο ανεργίας στη χώρα του αναλαμβάνει να φροντίζει τον κήπο και το σπίτι ενός πλούσιου και μάλλον άξεστου συμπατριώτη του, που ζει μόνιμα εκεί μαζί με τη γυναίκα του. Ο Χανς έρχεται για να αντικαταστήσει το προηγούμενο «παιδί για όλες τις δουλειές», έναν επίσης Γερμανό κι επίσης Χανς, που εξαφανίστηκε μια μέρα δίχως κανένα σημάδι, αφήνοντας όμως όλα τα πράγματά του, τα ρούχα, ακόμη και χρήματα στο σπίτι που κατοικούσε και που τώρα θα καταλάβει ο Χανς νούμερο 2. Κι αν η αναχώρηση του προκατόχου του μοιάζει οριστική, οι κάτοικοι του χωριού μοιάζουν πεπεισμένοι πως πιθανότατα βρίσκεται κάπου εκεί κοντά, πως σύντομα θα επιστρέψει το ίδιο ξαφνικά όπως έφυγε. Γεμάτος περιέργεια, ο καινούριος Χανς θα αρχίσει να συνθέτει μέσα από μισές πληροφορίες, μασημένες κουβέντες και υπονοούμενα την εικόνα του και σύντομα θα αρχίσει να την αντανακλά. Η ταυτότητά του –που ούτως ή άλλως μοιάζει tabula rasa–, οι πράξεις και η συμπεριφορά του απηχούν σιγά σιγά –αδιόρατα στην αρχή– αυτές ενός ανθρώπου που δεν γνώρισε ποτέ. Μέσα από τη θέλησή του να ενταχθεί και την υποβλητική, σχεδόν απτή σκιά που έχει μείνει από αυτόν στο χώρο, ο Χανς που ήρθε και ο Χανς που έφυγε θα συναντηθούν. Ο Ράφα Κόρτες θα κινηματογραφήσει αυτό το ψυχολογικό ταξίδι με τον τρόπο ενός απρόσμενου θρίλερ, μέσα από μια αφήγηση που επικεντρώνει σε μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας και αφήνει την ατμόσφαιρα και τη φαντασία να συμπληρώνουν τα κενά. Με ένα ύφος που θυμίζει τις πιο ατμοσφαιρικές ταινίες του Χίτσκοκ, ένα υποβόσκον κλίμα απροσδιόριστης απειλής και τη λογική της αφήγησης να τρίζει σε κάθε βήμα σαν πάτωμα παλιού σπιτιού έτοιμο να υποχωρήσει, το «Εγώ» φέρνει στο νου τον «Ένοικο» του Πολάνσκι περασμένο από ένα φίλτρο Αντονιονικής αποστασιοποίησης. Υπνωτικό και μυστηριώδες, απόλυτα βασισμένο στην εξαιρετική ερμηνεία του Άλεξ Μπρέντεμουλ –που προσφέρει έναν «άγραφο», μη αναγνώσιμο ήρωα– γεννά περισσότερα ερωτηματικά απ’ όσα απαντά και φτιάχνει μια ταινία που σαν μαγική εικόνα μοιάζει να αποκτά διαφορετικό νόημα, ανάλογα με τα μάτια που κάθε φορά την κοιτάζουν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ απο την ATHENS VOICE