Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Ξέστρωτα κρεβάτια

Ξέστρωτα κρεβάτια
(Unmade beds)

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Alexis Dos Santos
ΣΕΝΑΡΙΟ: Alexis Dos Santos & Marianela Maldonado
ΠΑΙΖΟΥΝ: Déborah François, Fernando Tielve, Michiel Huisman, Σωτήρης Πανόπουλος, Γιάννης Τσιτσόβης
ΜΟΥΣΙΚΗ: από Tindersticks μέχρι Mary & the Boy!!!
ΧΩΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: Αγγλία
ΓΛΩΣΣΑ: ΄Αγγλικά, Γαλλικά και Ισπανικά
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 93
ΕΠΙΣΗΜΟ SITE: http://www.indiemoviesonline.com/unmade-beds/
Και σελίδα στο facebook :
http://www.facebook.com/group.php?gid=97631136816




Υπόθεση:
Πρόκειται για μια γλυκόπικρη ρομαντική ταινία, με ατάκες που σε προβληματίζουνε και καταστάσεις που σε συγκινούν. Πανέμορφα δοσμένη η άλλη ιστορία (ή μαλλον οι ιστορίες), τέλεια σκηνοθεσία και γεμάτες φρεσκάδα ερμηνείες. Πολύ τρυφερή και ρομαντική, με δόσεις γέλιου αλλά και συγκίνησης.
Όταν ο νεαρός Iσπανός με τα μεγάλα μάτια, Άξελ, πάει στο Λονδίνο προς αναζήτηση του πατέρα του που τον εγκατέλειψε, βρίσκεται να μένει σ’ ένα κτίριο γεμάτο δημιουργικούς, πολύγλωσσους καταληψίες, μια παρέα από ελεύθερα πνεύματα. Μεταξύ αυτών είναι και η Βέρα, μια όμορφη Βελγίδα που πρόσφατα την παράτησε ο φίλος της και τώρα εκείνη προσπαθεί να ξαναβρεί την πίστη της στο ρομαντισμό μέσα από μια νέα γνωριμία μ’ έναν χαρισματικό ξένο. Καθώς ο Άξελ και η Βέρα αναζητούν χωριστά κάποιες φευγαλέες, γλυκόπικρες επαφές, κινούνται ο ένας στην τροχιά του άλλου κι έτσι οι μοίρες τους αναπόφευκτα συναντιούνται.
Tips:
Ταινία φρέσκια και νεανική, με εξαιρετική μουσική. Μεταξυ των συγκροτημάτων που ακούγονται και ένα ελληνικό οι Mary and the Boy το γκρουπ του Αλέξανδρου Βούλγαρη.

Μουσική :
Ένα από τα καλύτερα σάουντρακ για σινεμά περιλαμβάνει τα παρακάτω κομμάτια:
"FUCK ME"
Written and Performed by Mary and the Boy
"BEAT A NEW HEART BEAT"
Written by Molly Carroll and Lewis Jones
Performed by Plaster of Paris
"SURRENDER"
Written by Cross, Marsden, Marsden, Stretch
Performed by (We Are) Performance
"HELLO VIEW"
Written by Connan Tent Hosford
Performed by Connan Mockasin
"UNDERGROUND"
Written and Performed by Kimya Dawson
"CHERRY BLOSSOMS"
Written by Stuart Staples, Dickon Hinchliffe and David Boulter
Performed by Tindersticks
"SHORT SHARP SHOCK"
Written by Cross, Marsden, Marsden, Stretch
Performed by (We Are) Performance
"WE ARE NOT THE SAME"
Written by V. Jones, D. Leach, R. Jones, R. Cox
Performed by Good Shoes
"SWINGET"
Written by Tolga During
Performed by Tolga Quartet
"SARÁ PERCHÉ TI AMO"
Written by Farina / Ghinazzi / Pace
Performed by I Ricchi e Poveri
"DON'T BE UPSET"
Written and Performed by Jeffrey Lewis
Lighting Lewis ASCAP
"HOT MONKEY, HOT ASS!"
Written by Mike Skinner and Spencer Product
Performed by Black Moustache
"AMOR A CONTAGOTAS"
Written and Performed by Natasha Braier
Guitar and Percussion by Cecilia Gimenez
""SNEAKY SNEAKY DOG FRIEND
Written by Connan Tent Hosford
Performed by Connan Mockasin
"NEW SKIN"
Written and Performed by New Skin
"BOBBY PERU"
Written and Performed by Mary and The Boy
"MY LIFE IS STARTING OVER AGAIN"
Written and Performed by Daniel Johnston
"HELLO"
Written and Performed by Michiel Huisman
"I'M FINE"
Written and Performed by Kimya Dawson

Βραβεία – Φεστιβαλ :
Βραβείο Κριτικών στο Φεστιβαλ του Μοντρεαλ
Συμμετοχή σε πάνω από 30 διεθνή Φεστιβαλ μεταξυ αυτών και της Θεσσαλονίκης,
Βερολίνου, Σαντανς, Ροτερνταμ, Λος Αντζελες, Ρέκιαβικ, Σαν Φραντζίσκο.



“If they are so secret then it’s almost like as if they are not part of our lives”

Μιά άποψη :

Ανεπιτήδευτο, ανεπιτήδειο, ανήσυχο και πνευματικά ανέμελο, το Unmade Beds δεν είναι έχει φτιαχτεί για να μιλήσει για εκκεντρικούς χαρακτήρες, άσπονδες αγάπες, ή πληγωμένους νοσταλγούς ενός χαμένου και μακρινού (πια) ονείρου. Το Unmade Beds φτιάχτηκε από την αναγκαία προσπάθεια αναζήτησης εκείνων που θα θέλαμε αλλά δεν μπορούσαμε να έχουμε, εκείνων που πονάνε αλλά δύσκολα γιατρεύονται και όλων εκείνων που θα έπρεπε να υπάρχουν για να συμπληρώνουν την ζωή μας, αλλά η μοίρα φύσηξε χωρίς να ρωτήσει κανέναν, παίρνοντάς τα όλα μακριά. Ως εκ τούτου, το Unmade Beds έχει την δυνατότητα να μιλάει με διαφορετικό τρόπο στο καθέναν από εμάς. Αρκεί να είμαστε εκεί για να ακούσουμε.

Έχοντας υιοθετήσει την (φυσικά αναγκαία αλλά καλλιτεχνικά υπέροχη) indie νοοτροπία τόσο στη σκέψη όσο και στην εκτέλεση της ταινίας, ο νεαρός Alexis Dos Santos μοιάζει περισσότερο ανήσυχος (αλλά και περισσότερο συγκεντρωμένος) από τους περισσότερους συναδέλφους του που έχουν ασχοληθεί με παρόμοια θεματική και έχοντας πιάσει (και πιαστεί) από τις δύο παράλληλες ιστορίες που συμβαίνουν εδώ, καταφέρνει με μεγάλη ευκολία, όχι να αφουγκραστεί, αλλά να επικοινωνήσει με το ανεκποίητο συναίσθημα μιας παθιασμένης γενιάς έτοιμης να αγαπήσει και να αγαπηθεί, να δημιουργήσει και να δημιουργηθεί, όχι όμως και να συμβιβαστεί.

Ο εικοσάχρονος Ισπανός που βρίσκεται στο Λονδίνο αναζητώντας έναν πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ, είναι και ο πιο αντισυμβατικός ήρωας της ταινίας. Μικροκαμωμένος αλλά ευδιάκριτος, αντισεξουαλικός αλλά όμορφος, χαμένος σε έναν κόσμο που αδυνατεί να καταλάβει, μπλέκεται στο παιχνίδι της αναζήτησης ενός ανθρώπου που πρέπει να είναι σημαντικός, πρέπει να τον αποδεχτεί αλλά πάνω απ’ όλα, πρέπει να υπάρχει. Παράλληλα στέκεται η ιστορία μιας πιο καθημερινής κοπέλας (που επίσης βρίσκεται στο Λονδίνο τυχαία) η οποία έχοντας ξεμείνει από τύχη, ψάχνει την ευκαιρία να ερωτευτεί, να πάρει την σωστή στροφή στη ζωή της χωρίς να χρειάζεται να ξέρει τι ακολουθεί. Οι δύο αυτοί ήρωες που μένουν στο ίδιο κοινοβιακό σπίτι χωρίς να έχουν συναντηθεί ποτέ (μέχρι λίγο πριν το φινάλε) μοιράζονται πολλά περισσότερα από αυτά που αρχικά φαίνεται. Ο καθένας προσπαθεί να καλύψει το δικό του συναισθηματικό κενό, να βρει εκείνο που του λείπει, τον άνθρωπο που θα τον συμπληρώσει.

Και αν από τα πρώτα κιόλας λεπτά γνωστοποιείται το ιδιαίτερο προτέρημα του νεαρού σκηνοθέτη να αποφεύγει με εξυπνάδα τα κλισεδιάρικα σκηνοθετικά τρικ, χρησιμοποιώντας την υπέροχη μουσική όχι για να εκβιάσει τον θεατή αλλά για να συμπληρώσει τις καταστάσεις και να εμβαθύνει στους χαρακτήρες (υπέροχη η σκηνή όπου εκείνος χορεύει μόνος μπροστά στον καθρέφτη, όπως λίγα λεπτά αργότερα κάνει και εκείνη, επίσης μόνη, στο δικό της χώρο),σε αυτή την μουσική στην οποία μοιάζει να χρωστάει πολλά η ταινία, τελικά, δεν της χρωστάει τα πάντα.

Βέβαια αν ήθελες θα μπορούσες να ψάξεις για αφηγηματική συνοχή, σκηνοθετική αρτιότητα, εντυπωσιακή φωτογραφία και ό,τι άλλο χαρακτηρίζει μια παραγωγή που θα σε έκανε ευτυχισμένο. Και δύσκολα θα τα έβρισκες. Θα έχανες όμως τον sense-beat χτύπο μιας γενιάς που ανασαίνει δίπλα σου αλλά σε προσπερνάει χωρίς καν να σε κοιτάξει. Διότι εδώ δεν θα βρεις τις απαντήσεις που ψάχνεις, ούτε κάποιο intellectual τρόπο να επιβιώσεις στο χάος της ζωής. Εδώ θα γνωρίσεις τους ανθρώπους του πάρτι και της μουσικής, του φτηνού αλκοόλ και της φασαρίας, αυτούς που συναντιούνται στο δρόμο και παραμένουν εκεί για να χαρούν, που ψάχνουν μια άγνωστη ηλιοβασιλεύουσα παραλία για να κάνουν τις εξομολογήσεις τους, που βάφονται, φιλιούνται, πασαλείφονται με μπογιές και ξέρουν να χαμογελούν κάνοντας έρωτα σε ένα μονό στρώμα στο πάτωμα.

Για να καταφέρεις να γίνεις μέρος όλου αυτού και να νιώσεις την διάχυτη φεστιβαλική αύρα (δεν είναι τυχαία η συμμέτοχη σε αμέτρητα φεστιβάλ του κόσμου) θα πρέπει να κοιτάξεις από το δικό σου ξέστρωτο κρεβάτι. Διότι η πιο ιδιαίτερη ίσως ταινία της χρονιάς έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό. Όπως ένα παλιό πικάπ επιλέγει ποιους δίσκους που θα παίξει και ποιους όχι, έτσι και αυτή επιλέγει σε ποιους θα αρέσει και ποιους όχι. Το μόνο που μπορείς να κάνεις εσύ σαν θεατής είναι να ανακαλύψεις σε ποια από τις δύο κατηγορίες ανήκεις. Έστω και αν είναι μόνο για μια νύχτα, Live…!!

Χρήστος Ζαφειριάδης www.cinenoxoi.blogspot.com

14 σχόλια:

Seven Films είπε...

Ω ο μοντερνισμός, ω το χάος στη ζωή των 20 κάτι και τα αδιέξοδα τους, ω η προχωρημενιά και η αφαίρεση της αφαίρεσης αλλά άντε να αφαιρέσεις από το μηδέν να δούμε τι θα σου μείνει, ω(χ) το μάτι μου και η υπομονή μου. Εκνευριστική δηθενιά άσκησης ύφους πάνω στις σπαταλημένες, αυτοπυρπολημένες νύχτες των 20 μας, που διαπράττει το μέγα λάθος, υιοθέτησης αυτής ακριβώς της σπατάλης και του χάους στην ανύπαρκτη κινηματογραφική και σεναριακή δόμηση της, μπας και μας κάνει να το αισθανθούμε.

Σαν να σου λέω δηλαδή ότι θέλω να γυρίσω μια ταινία για την αυτοκτονία, που για να είναι μπόσικη και να την κουβαλήσεις στο πετσί σου, πρέπει να σε κάνω θεατή μου να αυτοκτονήσεις κι εσύ. Ευτυχώς όμως υπάρχει πάντα η έξοδος της αίθουσας και κάπως έτσι γλυτώνεις. Ατέλειωτες αλλαξοκρεβατιές και μεθυσμένα νυχτοπερπατήματα στο νυχτερινό Λονδίνο, με την κάμερα στο χέρι να πιάνει μεν, την νεανική εμπύρετη ζαλάδα αλλά άπαξ και την πιάσει να μην την αφήνει να ησυχάσει, και το background να λειτουργεί μια χαρά σαν ραδιόφωνο, με indie ωδές.

Κάπου υπάρχει ευαισθησία (κυρίως στις φάτσες και τα βλέμματα των νεαρών πρωταγωνιστών) και αναμφισβήτητα, ο σκηνοθέτης έχει κάτι μέσα του να πει, το πρόβλημα είναι πως πιστεύει ότι το λέει χωρίς να ζητήσει δεύτερη γνώμη. Ίσως πάλι απλώς να έχω γεράσει εγώ στα 30κάτι μου και να μη μου λέει τίποτα όλο αυτό, όμως ακόμα κι έτσι, υποψιάζομαι, πως μια χαρά έκανα και γέρασα.–
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Seven Films είπε...

Όργιο ποπ εικόνων και αισθητικά εκκεντρικών αναφορών με φόντο τις ιστορίες δύο φοιτητών που αναζητούν στην πόλη του Λονδίνου την προσωπική τους ευτυχία. Δε με άγγιξε και δεν είναι το γεγονός ότι παρήλθαν τα φοιτητικά χρόνια. Δεν είναι ότι οι ιστορίες δεν έχουν συναισθηματική βάση. Ούτε καν το ιδιαίτερο εμμονοληπτικό στυλ του Alexis Dos Santos, ο ουτοπικός κόσμος που συνεχώς επικαλείται. Είναι το γεγονός του υπερφορτωμένου πορτρέτου του νεαρού φοιτητή που αναζητεί την προσωπική του ταυτότητα μέσα από μποέμ περιπλανήσεις, εκλεκτικούς ήχους και ασύμβατες σχέσεις. Γεγονός που την ανάγει αμέσως σε ταινία που αγγίζει μονάχα μία κατηγορία ανθρώπων, αποκλείοντας επιδεικτικά όλους τους υπόλοιπους. Αφορίζει τη λογική της ορθής επικοινωνίας, της οικογένειας ή της απλής φιλίας και προτείνει το δάκτυλο απέναντι στις συναισθηματικές ισορροπίες. Περιθωριοποιεί την ιστορία του και αφήνει απέξω τους σκοτεινούς τύπους, τις κακόφημες γειτονιές, τα αποχαρακτηρισμένα κλαπς, ή τους ανθρώπους που επιλέγουν τις ομαλές συναισθηματικές οδούς και αναδεικνύει αποκλειστικά το σύγχρονο φοιτητή κι ότι αυτός αντιπροσωπεύει.

Η ιστορία της Vera, αν και πιο ενδιαφέρουσα, χάνεται μέσα στην προσωπική της περιπλάνηση και τις θεωρήσεις της για τη ζωή και τις σχέσεις. Εκείνη του Axl είναι πιο ξεκάθαρη, όμως παρουσιάζει συμπτώματα εκμετάλλευσης και μπερδεύεται μέσα στις σεξουαλικές αναζητήσεις, το παρελθόν και την προσπάθεια ενηλικίωσης του. Στο τέλος οι ιστορίες θα συναντηθούν για να δώσουν απαντήσεις στα ερωτήματα αυτογνωσίας που βασανίζουν τους δύο νεαρούς.

Η ταινία του Dos Santos, αυτή τη φορά, κάνει παραπάνω βήματα προς την ενηλικίωση και αφήνει πίσω τις εφηβικές ανησυχίες. Παρόλα αυτά βασανίζεται από την αβεβαιότητα του δημιουργού, την σκέψη της αυταπάτης και την επίγνωση ότι οι ελπίδες να επιβιώσει ένας άνθρωπος μέσα στον κόσμο που φαντάζεται είναι φρούδες. Αντιμετωπίζει ένα σαφές επικοινωνιακό πρόβλημα με το κοινό. Το Unmade Beds κινείται μεταξύ της ανήσυχης νεανικής ταινίας και του απόλυτου χάους. Όμως δεν είναι τίποτα από τα δύο.

Βαθμολογία: (4/10)

Βασίλης Καγιογλίδης www.cine.gr

Seven Films είπε...

ΕΝΑΣ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΜΟΝΤΑΖ, VOICE OVER, FREEZE FRAMES, ΧΑΛΑΡΗΣ ΚΑΜΕΡΑΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ, ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΜΑΣ MARY AND THE BOY ΜΕΧΡΙ ΤΟΥΣ TINDERSTICKS ΚΑΙ ΤΟΝ DANIEL JOHNSTON, ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΥΝ ΜΙΑ ΓΕΜΑΤΗ ΚΙΝΗΣΗ ΑΛΛΑ ΚΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ. ΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ, ΩΣΤΟΣΟ, ΚΙΝΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΕ ΑΥΤΟΜΑΤΟ ΠΙΛΟΤΟ ΚΑΙ ΣΥΧΝΑ ΕΧΕΙΣ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΠΩΣ ΤΟ ΕΠΙΜΕΛΩΣ ΑΤΗΜΕΛΗΤΟ ΝΤΕΚΟΡ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΑΠΟ Ο,ΤΙ ΟΙ ΙΔΙΟΙ.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Μπορείς να το πεις και hipster cinema –πιθανότατα θα κάνει τους θαμώνες της Καρύτση να στηθούν στην ουρά–, αλλά θα το αδικήσεις. Το κρεβάτι που στρώνει ο Αργεντίνος Αλέξις Ντος Σάντος έχει υπόστρωμα την ελευθερία της νουβέλ βαγκ και σκεπάσματα φτιαγμένα από την εύθραυστη ομορφιά της νεανικής ευαισθησίας. Μπορεί να δείχνει κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μιας γενιάς που σπούδασε «έξω» και ακούει indie pop, αλλά η ιστορία του Ισπανού Αξλ και της Γαλλίδας Βέρα ακολουθεί την cool γεωγραφία ενός arty Λονδίνου, μα νοιάζεται περισσότερο για την καρδιά παρά για τα ρούχα των χαρακτήρων του. Καμιά φορά μπορεί να προσπαθεί σκληρότερα απ’ όσο χρειάζεται να ταιριάξει τις εικόνες του στη μουσική, κατά στιγμές ίσως εξιδανικεύει τους ήρωες ή τις συνθήκες της ζωής τους, όμως κατορθώνει να πιάσει την οσμή της νιότης και την αναζήτηση που αυτή συνεπάγεται. Την αναζήτηση ενός δρόμου, ενός άλλου, του ίδιου σου του εαυτού. Ο Αξλ ψάχνει τον πατέρα του, η Βέρα ψάχνει κάποιον για να γεμίσει το άδειο κρεβάτι που άφησε ο πρώην φίλος της, αλλά θα καταλήξουν να βρουν ο ένας τον άλλο – μια που ακόμη κι αν δεν το ήξεραν βρίσκονταν κυριολεκτικά ο ένας δίπλα στον άλλο από την αρχή.
Ο Αλέξις Ντος Σάντος, που είχε κερδίσει τις εντυπώσεις με την πρώτη του ταινία Glue, ξένος κι ο ίδιος στο Λονδίνο, μιλά για την πραγματικότητα μιας γενιάς που ορίζεται μόνο από τη γεωγραφία του ίδιου της του εαυτού και κατορθώνει να φτιάξει ένα φιλμ που μοιάζει με όνειρο ή με αποσπάσματα αφηγήσεων που ακούς από διαφορετικές παρέες σε ένα πάρτι. Το πώς τελειώνει μια ιστορία δεν είναι αυτό που έχει σημασία. Το πώς τη ζεις είναι εκείνο που μετρά, σε μια ταινία που φέρνει το ρομαντισμό στα μέτρα μιας γενιάς και μιας ηλικίας που δεν νοιάζεται για το «όπως έστρωσες θα κοιμηθείς», αλλά που προτιμά να ονειρεύεται την ουτοπία εξερευνώντας κρεβάτια, πιθανότητες, την ίδια τη ζωή.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ATHENS VOICE

Seven Films είπε...

Έχεις νιώσει ποτέ οικεία με κάποιον τελείως ξένο; Ή τελείως ξένος με κάποιον που θα έπρεπε να νιώθεις οικεία; Ο Αξλ, ένας 20χρονος, φτάνει στο Λονδίνο για να αναζητήσει τον πατέρα του, που τον παράτησε όταν ήταν πολύ μικρός. Ανακαλύπτει ότι εκείνος έχει μια νέα οικογένεια και έχει γίνει μεσίτης. Θα προσποιηθεί ότι είναι φοιτητής που ψάχνει για διαμέρισμα για να τον πλησιάσει. Καθώς αναζητούν μαζί για στέγη, ο Αξλ θα βρεθεί παγιδευμένος στο ψέμα που δημιούργησε ο ίδιος κι ανίκανος να αντιμετωπίσει την αλήθεια. Μπερδεμένος από το δίλημμά του, θα αναζητήσει καταφύγιο σε μια βιομηχανική αποθήκη, μια κατάληψη στο ανατολικό Λονδίνο. Στο ίδιο μέρος που μένει και η Βέρα. Ο Αξλ θέλει να βρει την ταυτότητά του, ενώ η Βέρα να την ξεχάσει, μετά από έναν οδυνηρό χωρισμό. Όταν εκείνη θα γνωρίσει έναν χαρισματικό νέο, δεν θα αποκαλύψει τίποτα για τον εαυτό της, καθώς ξεκινάει ένα ερωτικό παιχνίδι μεταξύ τους χωρίς ονόματα. Διστάζει, ωστόσο, να εγκαταλείψει τη μικρή στρατηγική της, φοβούμενη μήπως υπονομεύσει τον ρομαντισμό.Αν και ζούνε στο ίδιο κτίριο, οι δρόμοι του Αξλ και της Βέρα ποτέ δεν συναντιούνται. Οι ιστορίες τους παιχνιδίζουν με ρομαντισμό και μυστήριο, μέχρι που θα συγκρουστούν.

Το σενάριο χτίζεται γύρω από την αναζήτηση των δυο νέων ανθρώπων, αλλά ποντάρει στη συγκεχυμένη νεότητα εν γένει. Επιθυμεί να είναι ένα κομμάτι του σήμερα, ένα Bande a Part του νέου αιώνα, αλλά αντί για νέο κύμα, μοιάζει με παφλασμό σε ήρεμα νερά. Ο χαρακτήρας του Αξλ είναι βασικά αντιπαθής και υπερβολικά άτσαλος. Πρόκειται για έναν νάρκισσο αλκοολικό με passable γοητεία, που όλα τού συγχωρούνται - πώς είναι δυνατόν ο υποτιθέμενος πατέρας του, ένας σοβαρός μεσίτης και αρκετά stiff Άγγλος, που δεν γνωρίζει πως είναι πατέρας του, να τον ανέχεται, ενώ ο πιτσιρικάς του λέει άλλα αντί άλλων, ακόμη κι αν υποπτεύεται πως ο Αξλ έχει κάποιο λόγο που κομπλάρει όποτε τον βλέπει; Και η ιστορία της Βέρα τρενάρει πέρα από το ανεκτό, με συμπτώσεις και καθυστερήσεις στην έκφραση και την ανάπτυξη. Δυο παιδιά παραδομένα στο «χάσιμό» τους, με δορυφόρους που εμφανίζονται και εξαφανίζονται από την ταινία ως διά μαγείας, κάμερα στο χέρι, πολλά τραγούδια (μπράβο στους δικούς μας Mary and the Boy που συμπεριλήφθηκαν στο σάουντρακ) και απουσία της ποθούμενης γλυκιάς απελπισίας που οφείλει να συνοδεύει τη ζαλάδα της μοναξιάς. Ένα άλλο φιλμ με ακριβώς τον ίδιο τίτλο, του Νίκολας Μπάρκερ, από τα τέλη των '90s, είναι σαφώς πιο ενδιαφέρον, δεν πολυλογεί οπτικά και μιλάει για σεξουαλικές εμπειρίες χωρίς να σκιάζεται από το άγχος του εναλλακτικού.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ LIFO

Seven Films είπε...

Για ιδιαίτερο, απαιτητικό, νεανικό κοινό Γυρισµένο στην Αγγλία µε διαχρονική οπτική (κάτι µεταξύ εβδοµήντα και σήµερα) και multi culti καστ από Γαλλία, Ισπανία αλλά και Ελλάδα (Σωτήρης Πανόπουλος, Γιάννης Τσιτσόβης).
Εξαιρετικό το σάουντρακ µε Τindersticks αλλά και τους Μary and the Βoy του Αλέξανδρου Βούλγαρη. Ενα κορίτσι από Γαλλία σε στυλ Μαρίνας Βλαντί, παρέα µε οµοφυλόφιλο Πορτογάλο σε στυλ Σαλ Μινέο. Η Γαλλίδα ψάχνει για σχέση, ο Πορτογάλος τον χαµένο πατέρα του. Με αφοµοιωµένα δάνεια από Νουβέλ βαγκ και Γκας Βαν Σαντ. Με χαµηλές ποιητικές εξάρσεις και κοντινά πλάνα «ερασιτεχνικά». Καθόλου αµελητέο. Στην αρχή σε πετάει στα καναβάτσα, στη συνέχεια σε κερδίζει. Ο,τι πρέπει για ιδιαίτερο, απαιτητικό, νεανικό κοινό.
Δημήτρης Δανίκας ΤΑ ΝΕΑ

Seven Films είπε...

Η ταινία ακολουθεί τις παράλληλες ζωές νέων στο Λονδίνο. Καθ΄ ότι Βρετανική παραγωγή δεν λείπει η γλυκόπικρη και η πεζή ρεαλιστική ματιά στις καταστάσεις αλλά και τις σχέσεις των ανθρώπων. Μια γνήσια indie movie με χαρακτήρες του σήμερα, που όλοι μπορούν να αναγνωρίσουν ένα κομμάτι τους σε αυτούς. Το φιλμ διακρίθηκε σε αρκετά φεστιβάλ. Απαισιόδοξη φαινομενικά ταινία που καταλήγει σε ένα αισιόδοξο μήνυμα χωρίς όμως να ξενίζει τον θεατή ή έστω να φαίνεται ονειροποιημένο. Τέλος για να υπερηφανευτούμε και λίγο, παίζουν και Έλληνες ηθοποιοί, ενώ ακούγεται και ένα τραγούδι του συγκροτήματος Mary and the Boy, του Κωνσταντίνου Βούλγαρη.

Τατιάνα Τζινιώλη www.myfilm.gr

Seven Films είπε...

Υπάρχουν δύο τρόποι να μιλήσει κανείς για το «Unmade Beds»: ο ένας, είναι να προσπαθήσει να το περιγράψει: Ο Axl, ένας νεαρός, αεικίνητος Ισπανός με τάσεις φυγής, βρίσκεται στο Λονδίνο, ψάχνοντας έναν πατέρα που ποτέ δεν γνώρισε. Χωρίς λεφτά, χωρίς όρεξη για δουλειά και με διάθεση μόνο για πάρτι κι ανέφελη διασκέδαση, βρίσκει στέγη σ' ένα πολυπολιτισμικό κοινόβιο στο κέντρο της μητρόπολης, γεμάτο με άλλα παιδιά σαν κι αυτόν, έτοιμα να γίνουν φίλοι του σε μια βραδιά, κολλητοί του μετά από δυο ποτά κι εραστές μετά από δυο ακόμα -όλοι τους πρόσωπα που θα έχουν ξεχαστεί μέχρι το επόμενο πρωί. Εκεί θα διασταυρωθεί ασυναίσθητα με τη Vera, μια γλυκιά, μυστηριώδη Βελγίδα, που βρίσκεται περιπλανώμενη στο νυχτερινό Λονδίνο σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει έναν χωρισμό. Οι ιστορίες τους, οι μικροπεριπέτειές τους κι οι ανησυχίες τους ξετυλίγονται παράλληλα, στον ίδιο χώρο, μα χωρίς να συναντιούνται. Οι δύο ταξιδευτές θα διασταυρωθούν τελικά, μέσα σ' ένα πανηγύρι από ανθρώπους, μουσικές, ξενύχτια, ποτά και χρώματα, και θα αφήσουν ένα αποτύπωμα ο ένας στον άλλον, ανεξίτηλο όσο και αδιόρατο, όταν ένα ζαλισμένο βράδυ θα συναντηθούν, κρυμμένοι πίσω από μάσκες και αλκοόλ.

Ο άλλος τρόπος να μιλήσει κανείς γι' αυτό το φιλμ είναι προσπαθώντας να το περιγράψει σαν μελωδία, κλέβοντας ιδέες απ' τις μουσικές που το ντύνουν: Το «Unmade Beds» είναι παιχνιδιάρικο κι αλαφροΐσκιωτο σαν τις κιθαριστικές μελωδίες της Kimya Dawson. Μα είναι και μελαγχολικό, χαμηλών τόνων κι εσωτερικό σαν το 'Cherry Blossoms' των Tindersticks. Πότε είναι επιθετικό κι οργισμένο σαν το 'Fuck Me' των Mary and The Boy, πότε γλυκό και νοσταλγικό σαν το 'Sara perche ti amo', πότε ξέφρενο κι οργιαστικό σαν το 'We are Not the Same' των Good Shoes.

Το «Unmade Beds» δεν είναι τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο από μια σειρά από ξέστρωτα κρεβάτια, μια χούφτα παράλληλες ιστορίες περιπλάνησης κι αναζήτησης μιας γενιάς που δεν ξέρει πώς να εκφράσει και να διοχετεύσει τα συναισθήματά της. Τόσο απλά, τόσο χαοτικά, αλλά και τόσο αληθινά. Ζεστά, τρυφερά, κι ονειροπόλα, ακατάστατα κι ανεπιτήδευτα, ξεμυαλισμένα κι ευαίσθητα. Ρομαντικά για τους αισιόδοξους και κυνικά για τους ρεαλιστές. Μα πάνω απ' όλα, αυτό που κάνει τα... 'Ξέστρωτα Κρεβάτια' του Alexis Dos Santos τόσο αξιαγάπητα, είναι πως είναι τόσο φιλόξενα, έτοιμα να υποδεχτούν κινηματογραφικούς ταξιδιώτες που έχουν ανάγκη να ξαποστάσουν, αλλά και διψασμένους θεατές που θέλουν να ακούσουν τις ιστορίες τους.
Μαριάννα Ράντου www.cinemanews.gr

Seven Films είπε...

Τα «Ξέστρωτα Κρεβάτια», η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Alexis Dos Santos (μετά το «Glue» του 2006), σκιαγραφούν με αρκετή επιτυχία το πορτρέτο μιας σύγχρονης μελαγχολίας μέσα από τις ιδιαίτερες ζωές δύο μοναχικών νέων. Ο αργεντίνος σκηνοθέτης εντυπωσιάζει με τη φρέσκια και καλοζυγισμένη προσέγγισή του, χωρίς να φοβάται να κρύψει τις επιρροές του από τη Nouvelle Vague, τον Gus Van Sant ή ακόμα και τον Wong Kar Wai, και επιτρέπει στον εαυτό του πολλά παιχνίδια με την κάμερα που αναδεικνύουν το φιλόδοξο ύφος του και το προσωπικό του όραμα. Βοηθιέται πολύ και από τους ηθοποιούς του, στους οποίους έχει δώσει όσες ελευθερίες χρειάζονταν για να πετύχουν αυτή τη cool θλιμμένη, νεο-hipster συμπεριφορά που επιθυμεί, αλλά και από το ενδιαφέρον soundtrack (ένα indie μωσαϊκό που περιλαμβάνει από Tindersticks μέχρι Mary And The Boy). Οπότε, όταν, προφανώς λόγω απειρίας ή υπερβάλοντα ζήλου, δείχνει να μαγνητίζεται περισσότερο από τη φόρμα του παρά από το περιεχόμενό του στο τέλος, εμείς μπορούμε να του συγχωρήσουμε αυτό το «ατόπημα» και ν’ αναμένουμε την επόμενη δουλειά του
Σπύρος Θωμόπουλος www.nooz.gr

Seven Films είπε...

Ξενάγηση στην τρέχουσα νεανική κουλτούρα της (Δυτικής) Ευρώπης μέσα από την καθημερινότητα ενός 20χρονου Ισπανού που αναζητεί τον από χρόνια χαμένο πατέρα του στο Λονδίνο και μιας Βελγίδας πλασιέ που προσπαθεί να συνέλθει από μια πρόσφατη τραυματική σχέση. Αν και αμφότεροι ζουν στην ίδια αποθήκη - κοινόβιο στη βρετανική πρωτεύουσα, θα πρωτοσυναντηθούν μονάχα μετά από αρκετές εβδομάδες και μετά από ένα τυχαίο περιστατικό.
Η αυτοσχέδια γραφή και η ελεύθερη, ντοκιμαντερίστικη κινηματογράφηση δεν επιτρέπουν σοβαρές κορυφώσεις στην παράλληλη πορεία των ηρώων, και γίνεται γρήγορα σαφές πως τον 36χρονο σκηνοθέτη - σεναριογράφο Αλέξις Ντος Σάντος τον ενδιαφέρει περισσότερο η κατάδειξη ενός κλίματος, παρά η ανάπτυξη ενός δράματος. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία κουραστικά αυτοανακυκλούμενη, που, πάντως, προλαβαίνει να φέρει στην επιφάνεια έναν ιδιαίτερο ερωτισμό σε καιρούς απειλητικά α-σεξουαλικούς σαν τους σημερινούς.
Ο Φερνάντο Τιέλβε έχει εμφανιστεί σε μικρούς ρόλους σε ταινίες όπως ο «Λαβύρινθος του Πάνα» και τα «Φαντάσματα του Γκόγια».
ΡΟΜΠΥ ΕΚΣΙΕΛ ΕΘΝΟΣ

Seven Films είπε...

Με την μηχανή - ως επί το πλείστον - στον ώμο, με πληθώρα κοντινών, κυρίως όμως πρώτων πλάνων και «σφήνες» με λεπτομέρειες από πόμολα, κουπαστές και κλειδαριές, με σειρά γοητευτικών σεκάνς με voice off και με κερματισμένο και γρήγορο μοντάζ με σημασία εκφραστική κι όχι απλά αφηγηματική, η δεύτερη ταινία του Αργεντινού Αλέξις Δος Σάντος, πνιγμένη στη μουσική, αφηγείται δυο παράλληλες ιστορίες τοποθετημένες στο Λονδίνο.


Του εικοσάχρονου Ισπανού Αξλ και της κατά τι μεγαλύτερής του Βελγίδας, Βέρα. Δυο ξένοι που γνωρίστηκαν τυχαία στο κοινόβιο, που ζουν στο υπό κατάληψη κτίριο, ο ένας ψάχνει να βρει τον, άγνωστο, Αγγλο πατέρα του, η άλλη ψάχνει να βρει τον εαυτό της, μετά από μια ερωτική αποτυχία. Ο πρώτος κατορθώνει να εντοπίσει τον γεννήτορά του, γρήγορα όμως κατανοεί ότι δεν είναι το αίμα, αλλά η επαφή που γεννά τις ανθρώπινες σχέσεις (αντεστραμμένο το ερώτημα που τίθεται στον «Καυκασιανό Κύκλο με την Κιμωλία» του Μπρεχτ). Η δεύτερη βρίσκει γιατρειά μέσα από έναν καινούργιο έρωτα - όπως συνήθως συμβαίνει.

Η ανάπτυξη της θεματικής τελεί σε πλήρη αρμονία με το νεαρό της ηλικίας των ρόλων της ταινίας. Οι νέοι, κατά κανόνα, ψάχνουν και ψάχνονται. Οι νέοι, πολλές φορές στεγάζονται προσωρινά σε εγκαταλελειμμένα - υπό κατάληψη - κτίρια και ζουν σε συνθήκες κατά το μάλλον ή ήττον σπαρτιάτικες. Οι νέοι, συνήθως, διαθέτουν πολυτέλεια χρόνου. Οχι, φυσικά, οι νέοι της εργατικής τάξης που, ιδιαίτερα σήμερα, πνίγουν τα νιάτα τους οι ανάγκες της επιβίωσης. Γι' αυτούς λίγοι κινηματογραφιστές μιλούν, αυτοί δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την «τέχνη». Αντικείμενο της σπουδής είναι άλλοι, αυτοί που έχουν την πολυτέλεια της ομφαλοσκόπησης και που ο Δος Σάντος καταγράφει, χρησιμοποιώντας την κινηματογραφική γλώσσα, για να συνθέσει μια πράγματι προσωπική αφήγηση. Με κύριο όγκο υλικού πλάνα που όλο και περνούν σε πιο κοντινά, σε πιο «α-χωρικά» και «α-χρονικά» που παραπέμπουν σε ψυχολογική διερεύνηση. Πέρα από μια προδιαγεγραμμένη καθημερινότητα, οι δυο πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες αναλώνονται σε ατέρμονες συζητήσεις, σε ξενύχτια και μεθύσια σε φοιτητικά στέκια που φιλοξενούν την τέχνη άγνωστων μουσικών ταλέντων και σε ψυχαγωγικές συνάξεις διαφόρων τύπων. Ξενίζει ότι όχι μόνο στο αμιγώς στενό αλλά και στο ευρύτερα εικονογραφούμενο - εντός και εκτός κάδρου - περιβάλλον δε συναντάται κάποια θέση, κάποια άποψη, έστω υπαινιγμός κοινωνικο - οικονομικο - πολιτικής διάστασης που να συνδέει το προσωπικό με το κοινωνικό σε αυτό το μονοσήμαντα απεικονιζόμενο περιβάλλον και κλίμα μέσα στο οποίο «υπάρχουν» αυτά τα συμπαθέστατα κατά τ' άλλα παιδιά.
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Seven Films είπε...

Χωνευτήρι σύγχρονων τάσεων, καλλιτεχνικών ρευμάτων, trendy υποκουλτούρων και προσωπικών αδιεξόδων, το Λονδίνο κινείται στους δικούς του multi culti ρυθμούς και ο σκηνοθέτης Αλέξις Ντος Σάντος γνωρίζει πολύ καλά τον τρόπο για να τις απεικονίσει. Πότε με ξέφρενες ταχύτητες και πότε με παγωμένες εικόνες και βλέμματα, ο νεαρός Αργεντίνος φτιάχνει περίτεχνα κάδρα και δυνατές αντιθέσεις. Οι πρωταγωνιστές του όμως δείχνουν να κινούνται σε χαμηλό προφίλ και δυναμική. Δημιουργικά χαμένοι μέσα σε μια άγρυπνη πόλη οι δυο νέοι περιφέρονται άσκοπα από κρεβάτι σε κρεβάτι, με το soundtrack να κλέβει συνεχώς την παράσταση και τους δικούς μας «Mary and the Boy» να είναι το απολαυστικό hint της ταινίας.
Γιάννης Ισαρης NewsTime

Seven Films είπε...

Ο Αλέξις Ντος Σάντος, ο νεαρός Αργεντίνος σκηνοθέτης εκ Παταγωνίας, μας συστήθηκε το 2006 με το "Glue", ένα παραμύθι για post-εφήβους με μπόλικο angst, το κοινώς επωνομαζόμενο. Τότε, κριτικοί και φεστιβαλικό κοινό είχαν αναγνωρίσει ένα δημιουργό με ιδιαίτερη ματιά και πολύ ταλέντο, που χρειαζόταν όμως να ωριμάσει και να επεξεργαστεί τις άψογες εικόνες του πιο κριτικά. Τέσσερα χρόνια μετά, ο Ντος Σάντος παραδίδει ένα ακόμη ημι-ρομάντζο, τυλιγμένο σε ονειρεμένα βίντατζ κοστούμια και πασπαλισμένο με την πιο ρετρο-μοδάτη χρυσόσκονη, χωρίς ωστόσο να φαίνεται πως έμαθε πολλά παραπάνω για τον εαυτό του ή για τους χαρακτήρες του τον καιρό που μεσολάβησε.

Το Ανατολικό Λονδίνο είναι αυτή τη στιγμή η φωλιά αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάζουμε αβαν-γκαρντ, αν δεν δηλητηριαζόταν συνεχώς από αυτό το καταραμένο χιπ. Ο Ντος Σάντος φαίνεται πως το γνωρίζει καλά, βάζοντας τους ήρωές του να φοράνε υπερ-στυλάτα σακάκια και κουρέματα, να μετατοπίζονται από συναυλίες σε εκθέσεις, βιβλιοπωλεία και τούμπαλιν ενώ την ίδια στιγμή οι λίρες πιο πολύ τους λείπουν παρά τους περισσεύουν. Η κατάληψη που μένουν μοιάζει να έχει βγει από τις ονειρώξεις καλλιτεχνο-εφήβου και οι ήρωες περιφέρονται μονίμως με μια έκφραση emo απόγνωσης, ανταλλάσοντας βαθυστόχαστες συμβουλές τύπου "μην κάνεις το άλμα αν δε νιώσεις έτοιμος". Τα παραπάνω - οποία έκπληξη- ντύνονται με ένα από τα πιο ωραία soundtracks που έχουμε ακούσει τελευταία, στο οποίο μάλιστα συμμετέχουν και οι δικοί μας Mary and the Boy.

Σε αυτό το φιλμ, που δε χορταίνεις να ρουφάς από την οθόνη, η μια μοδάτη καρτ ποστάλ διαδέχεται την άλλη, κάθε φορά προσπαθώντας να ξεπεράσει σε ομορφιά την προηγούμενη. Μέσα σε όλη αυτή την ποζεριά όμως, οι ήρωες, που υποτίθεται πως προσπαθούν να σωθούν από την αγριότητα της παρατεταμένης τους εφηβείας και να ανακαλύψουν την πραγματική τους ταυτότητα, μετατρέπονται σταδιακά σε καρικατούρες, πλήρως απορροφημένες από τα δήθεν φοβερά τους προβλήματα. Βέβαια, και η εφηβεία στην πραγματικότητα κάπως έτσι είναι: ένα ατέλειωτο δράμα οξυμένων προβλημάτων, με υπεροχα τραγούδια και πολλή αυτο-επιβεβλημένη μοναξιά. Οι απανταχού χίπστερ θα το λατρέψουν.

Φαίδρα Βόκαλη ΣΙΝΕΜΑ

Seven Films είπε...

Η μπερδεμένη ζωή δύο νεαρών στο σύγχρονο Λονδίνο, σε μια νεανική, δοσμένη με αρκετή φρεσκάδα, αν και κάπως μπερδεμένη, ταινία.

Δυο νεαρά, «χαμένα» παιδιά, ο Αξελ, ένας συνήθως μεθυσμένος Ισπανός, και η Βέρα, μια ρομαντική Βελγίδα, περιφέρονται στο Λονδίνο. Η Βέρα αναζητά νέες εμπειρίες και ο Αξελ κοιμάται με διάφορες κοπέλες (όταν αρχίζει η ταινία έχει ήδη περάσει από το 20ό κρεβάτι), ενώ ψάχνει για τον Βρετανό πατέρα του. Η μόνη σχέση ανάμεσά τους είναι το σχολικό σακάκι της Βέρας που το φοράει ο Αξελ όταν το βρίσκει σ' ένα διαμέρισμα απ' όπου πέρασε η Βέρα. Οι δύο νέοι προσπαθούν να βρουν τον εαυτό τους σ' ένα μετα-swinging Λονδίνο σε μια ταινία όπου το new wave σμίγει με την πιο μοντέρνα pop μουσική μ' έναν ρυθμό και μια ατμόσφαιρα που θυμίζουν τις ταινίες του Γουόνγκ Καρ-Γουάι. Ο νέος Αργεντινός σκηνοθέτης Αλέξις Ντος Σάντος έφτιαξε μια όλο φρεσκάδα, αν και κάπως μπερδεμένη, ταινία που σημείωσε επιτυχία στο φεστιβάλ του Σάντανς και που σίγουρα θ' αρέσει στη νεολαία.
Νινος Φενεκ Μικελίδης ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ