Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

Κλεφτες Αλόγων


Mια ιστορία αδελφικής αγάπης, ενστίκτων, επιβίωσης, εκδίκησης, κατά στιγμές ελαφρά υπερβολική, άλλες πάλι απογυμνωμένη από κάθε περιττό ή ψεύτικο στοιχείο, πάντα όμως συναρπαστική και γεμάτη ρυθμό, να η κινητήρια δύναμη πίσω από ένα εντυπωσιακό σκηνοθετικό ντεμπούτο που αποτελεί μία από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς.
H ταινία του Bέλγου Mίσα Bαλντ είναι τοποθετημένη στην ανατολική Eυρώπη στα 1810, αλλά ακόμη κι έτσι δεν είναι σε καμιά περίπτωση μια τυπική περιπέτεια εποχής. Aυτό που ενδιαφέρει το σκηνοθέτη είναι η αναμέτρηση των ηρώων με την ίδια τους τη φύση, η ανασύσταση της ουσίας των ανθρώπων σε μια εποχή απόλυτα διαφορετική και ξένη σε σχέση με την εμπειρία του σύγχρονου δυτικού θεατή. O μίτος της αφήγησης αρχίζει να κυλά στις όχθες ενός ποταμού, εκεί που οι δύο κλέφτες αλόγων θα αρπάξουν τα ζώα και μαζί την ίδια την ύπαρξη δύο νεαρών Kοζάκων. Όμως, πριν τα γεγονότα συναντήσουν την τραγική τους συνέχεια, η ιστορία θα γυρίσει πίσω για να χτίσει τις ζωές και τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών της μέσα από μια λιτή αλλά αποκαλυπτική αφήγηση. Όταν ο χρόνος θα επιστρέψει στο κινηματογραφικό παρόν, τα στοιχεία του παζλ θα έχουν μπει στη θέση τους και η τελική πράξη θα κλείσει το φιλμ με τρόπο αντάξιο των υποσχέσεων που είχε αφήσει μέχρι τώρα. Mε λυρισμό και ποιητική διάθεση, με καθαρή ματιά και δίχως να στρέφει το βλέμμα από το σκληρό πρόσωπο της σωματικής βίας ή της οργισμένης εκδίκησης, ο Bαλντ θα δομήσει ένα σύμπαν απόλυτα αυθύπαρκτο και θα επιδείξει μια γοητευτική κινηματογραφική γλώσσα και αφηγηματικές αρετές που μοιάζουν αξιοθαύμαστες για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη. H ταινία του κατορθώνει να χτίσει με λιγοστά υλικά χαρακτήρες που αποτελούν κάτι περισσότερο από σχήματα, να φωτίσει τις εσωτερικές και εξωτερικές πλευρές τους, να σκιαγραφήσει την ηθική τους και να αποφύγει τον πειρασμό να τους τακτοποιήσει σε κατηγορίες «καλών» ή «κακών». Προς τιμήν της δεν προβαίνει σε ηθικές κρίσεις, αναγνωρίζει τα ίδια άλλοθι και τις ίδιες αδυναμίες σε όλους τους εμπλεκόμενους και αφήνει στο θεατή την επιλογή να διαλέξει πλευρά, αν και στην πραγματικότητα στιγμή δεν σε προτρέπει να κάνεις κάτι τέτοιο. Tο μόνο που ζητά είναι να απολαύσεις τις εικόνες, την ιστορία, τους χαρακτήρες, όχι με το μυαλό –και σίγουρα όχι με το μυαλό ενός θεατή του 2008– αλλά με τις αισθήσεις και το ένστικτο, τα μάτια και την ψυχή. Tο αποτέλεσμα όχι απλά σε αποζημιώνει, αλλά μοιάζει σχεδόν καθαρτικό βυθίζοντάς σε στο σκοτάδι των ορμών της ανάγκης και των ενστίκτων, αλλά υψώνοντάς σε εντέλει καθαρό, στο άπλετο φως της ελπίδας.
Γιώργος Κρασσακόπουλος στην Athens Voice


αποκλειστικά στον ΜΙΚΡΌΚΟΣΜΟ

5 σχόλια:

Seven Films είπε...

Ο Ελιάς και ο Ρομάν είναι δύο άλλα αδέλφια, κοντά στην ενηλικίωση κι αυτοί, που ζουν κλέβοντας άλογα. Μια απόπειρα κλοπής δίπλα σε μια λίμνη, ακολουθούμενη από ένα τραγικό συμβάν, θα διασταυρώσει τις τύχες τους και θα γίνει το έναυσμα για ένα επίμονο, άγριο κυνηγητό εκδίκησης... Από την Αγρια Δύση στην αγριότερη Ανατολή, από το γουέστερν στο «ίστερν».

Η εκπληκτική ταινία του πρωτοεμφανιζόμενου Βελγορώσου σκηνοθέτη Μίσα Βαλντ έχει όλες τις κατάλληλες προϋποθέσεις για μια σωστή «καουμπόικη περιπέτεια» μόνο που, αντί για κατ επάγγελμα γελαδάρηδες που σκέφτονται και πράττουν στη βάση των ιδιοκτησιακών τους ονείρων, έχει ανεπάγγελτα αγρίμια που παρορμούν μονάχα από ένστικτο - εκείνο της επιβίωσης σ' ένα μόνιμα εχθρικό περιβάλλον («βδελυροί» Κοζάκοι οι μεν, ανεπιθύμητοι Αθίγγανοι οι δε) και της σχέσης προστασίας που καθορίζει η αδελφική αγάπη.

Ο Βαλντ, παρότι αφοπλιστικά απλός στον λόγο και την αφήγηση, «παίζει» δημιουργικά και με τη φόρμα μιας τυπικής ταινίας δράσης.

Το φιλμ είναι χωρισμένο σε τρία κεφάλαια: το πρώτο μας συστήνει τους Κοζάκους, το δεύτερο τους κλέφτες του τίτλου, και το τρίτο, «Το κυνήγι», την αιματηρή συνάντησή τους.

Σκοπός αυτής της τμηματοποίησης είναι ο θεατής να προλάβει να ταυτιστεί με όλους τους χαρακτήρες και να κάνει όλους τους απαραίτητους παραλληλισμούς ανάμεσα στα δύο ζευγάρια αδελφών πριν εμπεδώσει τη διαπίστωση πως καλοί και κακοί, νικητές και ηττημένοι, δεν μπορεί να υπάρξουν σε μια ιστορία που ξεδιπλώνεται τόσο διαλεκτικά, με υποκείμενα ανθρώπους τόσο όμοιους στη φυσική έκφραση, τη βιολογική και κοινωνική θέση, το παρελθόν και το μέλλον τους - εξ ου και το προφανές αλλά αναπόφευκτο φινάλε της συμφιλίωσης.

Ολα τα παραπάνω, με απλότητα δοσμένα αλλά και με φοβερή αδρότητα φωτισμένα (χάρη και στις «σωματικές» πρωτίστως ερμηνείες των τεσσάρων πρωταγωνιστών) σε 80 σφιχτά λεπτά διαρκείας, σε μια ταινία που ήδη λογαριάζουμε ανάμεσα στις καλύτερες της χρονιάς.

Οι Αντριέν Ζολιβέ και Γκρεγκουάρ Λεπρένς - Ρινγκέ, το ένα ζευγάρι αδελφών της δραματικής περιπέτειας εποχής «Κλέφτες αλόγων»

ΡΟΜΠΥ ΕΚΣΙΕΛ ΕΘΝΟΣ

Seven Films είπε...

Tέσσερα αδέλφια, μερικά άλογα, μπόλικη λάσπη, πολλές μονομαχίες και αρκετά έντονο ομοερωτικό περιεχόμενο με γυμνά αντρικά σώματα που βρίσκονται διαρκώς στην οθόνη. Ετσι έχει γυρίσει την πρώτη του ταινία ο Βέλγος Μίσα Βαλντ, μια ιστορία που αναφέρεται σε μια εποχή όπου οι ζωές των αντρών είχαν να κάνουν με τον πόλεμο, ήταν καλυμμένες με λάσπη και διαρκούσαν μέχρι να τους πετύχει ένα ξίφος. Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Ζακόμπ και ο Βλαντιμίρ είναι δύο αδέλφια που υπηρετούν στον στρατό, προσπαθώντας να εκπαιδευτούν για να γίνουν Κοζάκοι. Ο Ελία κι ο Ρομάν είναι δύο άλλα αδέλφια, στην ίδια περίπου ηλικία, τσιγγάνοι, που ζουν κλέβοντας άλογα. Κάποια στιγμή οι δρόμοι των τεσσάρων ηρώων θα συναντηθούν. Τα γεγονότα που θα συνδέσουν τη ζωή τους θα είναι δραματικά. Ο Βλαντιμίρ θα σκοτωθεί και ο αδελφός του θα κάνει σκοπό της ζωής του να εκδικηθεί το θάνατό του. Ο Βαλντ έχει χωρίσει την αφήγηση της ταινίας σε τρία μέρη, «Αυτός», «Εκείνοι» και «Καταδίωξη», κάνοντας πολύ ευδιάκριτη την πορεία αυτού του εξοχικού δράματος εκδίκησης. Το ενδιαφέρον κομμάτι είναι ότι η ταινία δεν διαλέγει πλευρά, αλλά αφηγείται την ιστορία και από τις δύο πλευρές που έρχονται αντιμέτωπες. Αλλά τελικά και οι δύο πλευρές έχουν πολλά κοινά. Τόσο οι πιο «πολιτισμένοι» Ζακόμπ και Βλαντιμίρ όσο και οι «αγροίκοι» Ελία και Ρομάν είναι ικανοί να φτάσουν στα άκρα για να πετύχουν το σκοπό τους. Το ίδιο και η ταινία, που παρά τις υπερβολές της, έχει μια γοητεία στην εικόνα, με τον τρόπο που ο Βαλντ τοποθετεί τους ήρωές του μέσα στη Φύση.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Seven Films είπε...

Oι «κλέφτες αλόγων» είναι μια κολογυρισμένη και προσεγμένη ως προς την παραγωγή ταινία, που θα μπορούσε να εκληφθεί ως άσκηση ύφους του Βέλγου σκηνοθέτη Μίσα Βαλντ στο ιστορικό δράμα και την περιπέτεια εποχής. Αυτό που λείπει είναι η σαφήνεια των προθέσεων και το κέντρο βάρους. Ο Βαλντ είναι εξαιρετικά ευέλικτος και δημιουργικός όταν κινηματογραφεί νατουραλιστικά κάδρα, τοποθετώντας το ανθρώπινο κορμί (κυρίως το ανδρικό) στο κέντρο της Φύσης, που είναι άλλοτε ειδυλλιακή και άλλοτε καταπονημένη. Από ό,τι φαίνεται, σκηνοθετεί παραλλαγές γύρω από την αδελφική αγάπη αμπελοφιλοσοφώντας γύρω από την αθωότητα, την ενηλικίωση και -κυρίως- γύρω από την υπερίσχυση του δυνατού και υγιούς κυττάρου. Η υποτυπώδης ιστορία χωρίζεται σε τρεις δραματουργικές ενότητες με μικροπεριστατικά γύρω από τη σχέση δύο αδελφών Κοζάκων και δύο αδελφών τσιγγάνων. Και στις δύο περιπτώσεις το ένα από τα δύο αδέλφια είναι αδύναμο και εύθραυστο. Σκηνικό της δράσης είναι μια περιοχή της Ρωσίας(;) του 19ου αιώνα.

Στο πρώτο ζευγάρι, ο ισχυρός πόλος επιλέγει την ένταξη τη δική του και του αδελφού του στους Κοζάκους, που στρατολογούν νέους λόγω ενός πολέμου για τον οποίο ποτέ δεν θα μάθουμε κάτι συγκεκριμένο. Στο δεύτερο ζευγάρι (δυο νεαροί τσιγγάνοι, κλέφτες αλόγων που ζουν σαν αγρίμια), ο μεγάλος αδελφός προσπαθεί να κρατήσει τον μικρό και ανάπηρο αδελφό του μακριά από μια κοπέλα. Πίσω από τις αοριστολογίες περί της αρμονίας στη Φύση, που προϋποθέτει διαρκώς τη βία και τη σύγκρουση, προβάλλει η αλληγορία για την κοινωνία.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΡΑΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Seven Films είπε...

Δε γνωρίζω πολλά πράγματα για τον 34χρονο σκηνοθέτη Μίσα Βαλντ. Οι «Κλέφτες Αλόγων», άλλωστε, είναι η πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους. Μέχρι να γυρίσει τους «Κλέφτες» γύριζε ταινίες μικρού μήκους και είχε τραβήξει την προσοχή του κοινού και των κριτικών. Ξέρω, ακόμα, πως γεννήθηκε (1974) στο Βέλγιο. Η ταινία του, ωστόσο, και το μικρό του όνομα, επίσης, μοιάζουν να έχουν ρωσικές φλέβες. Η ταινία του ιδιαίτερα, πέρα από το ατόφιο ρωσικό (Καζακστάν) θέμα της, μοιάζει ρώσικη και στη γραφή της. Τόσο πολύ μάλιστα που αν δε μιλούσε γαλλικά, θα την έπαιρνες για ρώσικη ταινία. Ρώσικη ταινία, της παλιάς καλής εποχής μάλιστα! Φυσικά, με πολλές ατέλειες, και με μικρό κόστος παραγωγής.

Το θέμα της ταινίας είναι βγαλμένο από τη ...ρώσικη παράδοση! Βρισκόμαστε στο 1856. Δυο πολύ νεαρά αδέρφια, ο Ιάκωβος και ο Βλαντιμίρ, υπηρετούν στο στρατό του Καζακστάν. Δυο άλλα αδέρφια, της ίδια περίπου ηλικίας, ο Ηλίας και ο Ρομάν, ζούνε κλέβοντας άλογα! Το περιβάλλον γύρω καίγεται. Οπου περνούν οι Κοζάκοι η γη τρέμει! Και, βέβαια, το επίπεδο ζωής - και ο πολιτισμός - είναι ανάλογο του χώρου και του χρόνου.

Να πούμε εδώ, για να κατανοήσουμε καλύτερα την ταινία, μερικά πράγματα για τους Κοζάκους εκείνης της εποχής! Οι Κοζάκοι ήταν νομάδες της κεντρικής και νότιας Ρωσίας. Οι άντρες, για να επιβιώσει η φυλή τους, ασχολιόνταν με τον πόλεμο, τα όπλα και το κυνήγι. Εξελίχτηκαν σε εξαιρετικούς καβαλάρηδες. Η αγάπη του Κοζάκου για το άλογο σήμαινε μεγάλο έρωτα, σήμαινε ολόκληρη ζωή.

Καβάλα, λοιπόν, και με γυμνά τα φοβερά σπαθιά τους έκαναν τακτικές επιδρομές στα γύρω χωριά και λεηλατούσαν τα πάντα. Σιγά - σιγά απόκτησαν φοβερή φήμη. Τέτοια φήμη που οι Τσάροι της Ρωσίας εκμεταλλευόμενοι τη φτώχεια τους, αλλά και τις μεγάλες πολεμικές ικανότητές τους, τους μετέτρεψαν σε προσωπικό μισθοφορικό στρατό! Στρατό που τον παρέτασσαν απέναντι στα αγροτικά και εργατικά ξεσηκώματα.

Ωστόσο, οι Κοζάκοι, δεν ήταν λίγες οι φορές που μπήκαν επικεφαλής του αγροτικού πληθυσμού και μαζί του χτύπησαν την καταπίεση και την κοινωνική αδικία της εποχής. Πασίγνωστες και ιστορικής σημασίας είναι οι επαναστάσεις με αρχηγό τον Στέπαν Ραζίν και τον Πουγκατσιόφ. (Το ίδιο έκαναν και στη μεγάλη ρώσικη επανάσταση του 1917).

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι «τύχες» των τεσσάρων νεαρών ηρώων της ταινίας διασταυρώνονται. Με μια διασταύρωση που τα έχει όλα! Εχει την ανεμελιά, το φόνο, το θάνατο, τη φιλία, την πίστη, τον έρωτα! Εχει, ακόμα, τη γνωριμία της νιότης με τη φύση, με τον κόσμο και με τα συναισθήματα.

Δεν μπορώ να πω πως θα βγείτε από την αίθουσα ευτυχισμένοι. Αρκετοί από εσάς μπορεί και να κουραστείτε. Αν, όμως, ντύσετε την εικόνα που βλέπετε με δικές σας εικόνες για το χώρο και το χρόνο (αυτό το νόημα είχε η ...ιστορική αναδρομή στους Κοζάκους) μπορεί και να ευχαριστηθείτε. Γιατί, παρ' όλη τη βία, η ταινία, τελικά είναι τρυφερή. Είναι - και κυλάει - σαν ένα λαϊκό παραμύθι. Το οποίο, βέβαια, δεν κάνει βαθιές και σοβαρές κοινωνικές και ιστορικές αναλύσεις.

ΝΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Seven Films είπε...

μέσα στις εννιά συνολικά ταινίες που κάνουν πρεμιέρα σήμερα χωράνε πολλά και διαφορετικά φιλμ, μερικά μάλιστα εξαιρετικά ενδιαφέροντα όπως οι «Κλέφτες αλόγων», ένα ιδιότυπο μείγμα ταινίας εποχής, δράματος και περιπέτειας, που αξίζει τον κόπο να ανακαλύψετε εν μέσω των σχετικά άνευρων κινηματογραφικών ημερών του θέρους. Κλέφτες αλόγων: Η ιστορία ξεκινά «κάπου στην Ανατολή» το 1810, όταν στις όχθες ενός ποταμού στον οποίο κολυμπούν δυο νεαροί άντρες δύο άλλοι κλέβουν τα άλογά τους. Η…
…τυχαία συνάντησή τους θα είναι απλά η αφορμή που θα ενώσει τις τύχες τους σε ένα τραγικό παιχνίδι. Από τη μια ο Γιακούμπ και ο Βλαντιμίρ είναι δυο αδέλφια με τσιγγάνικη καταγωγή που κατατάσσονται στους Κοζάκους και κάνουν ό,τι μπορούν για να παραμείνουν εκεί παρά τις αντίξοες συνθήκες. Όταν θα έχουν κερδίσει πια τη θέση τους ανάμεσά τους, η ζωή τους θα αλλάξει ριζικά την ημέρα που θα βουτήξουν στα νερά του ποταμού και θα συναντήσουν τον Ηλία και τον Ρομάν. Αδέλφια κι αυτοί, πάνω-κάτω στην ηλικία τους, ζουν κλέβοντας άλογα και κρύβονται στη φύση ζώντας σαν αγρίμια. Το πρώτο μέρος της ταινίας τιτλοφορείται «Αυτός» κι ανήκει στους δυο πρώτους αδελφούς, αλλά κυρίως στον Γιακούμπ· το δεύτερο φέρει τον τίτλο «Αυτοί» και μας γνωρίζει το δεύτερο ζευγάρι. Όταν ο ιστός της αφήγησης θα έχει εξυφανθεί και τα στοιχεία της τραγωδίας θα έχουν μπει στην θέση τους, το τρίτο μέρος θα είναι «Το κυνηγητό», αυτό που θα οδηγήσει στην κορύφωση του δράματος και θα αφήσει τη δυναμική της ταινίας να εξελιχθεί προς μια αληθινά εντυπωσιακή κατεύθυνση. Το γεγονός ότι η ταινία του Βέλγου Μίσα Βαλντ είναι μόλις η πρώτη του μεγάλου μήκους κάνει το κατόρθωμα αυτού του φιλμ ακόμη πιο εντυπωσιακό, καθώς όχι μόνο στήνει μια απόλυτα πιστευτή ταινία εποχής με ελάχιστα μέσα, αλλά τολμά να μπλέξει με επιτυχία είδη όπως το δράμα και η δράση και να ακολουθήσει συναισθηματικές διαδρομές που ξεκινούν από τη συγκίνηση και καταλήγουν στην αποστασιοποίηση. Ο Βαλντ θα σκιαγραφήσει τους πρωταγωνιστές με αληθινά χρώματα και θα τους τοποθετήσει σε ένα περιβάλλον που είναι μαζί ονειρικό αλλά και αληθοφανές, αφήνοντας τους χαρακτήρες τους να διαφανούν μέσα από τις πράξεις τους και τον θεατή να καταλήξει σε όποια συμπεράσματα για την εποχή, τα κίνητρα ή τον χαρακτήρα τους, μέσα από τη γεμάτη ενδιαφέρον διαδρομή τους στην οθόνη.
Ποντίκι Art