Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

Ο Καλός , ο Κακός κι ο ...Περίεργος



Από το σκηνοθέτη της «Γλυκόπικρης ζωής»,
ένα εκρηκτικό οριένταλ σπαγγέτι γουέστερν!
απο τις 11 Ιουνίου στους κινηματογράφους


Ο ΚΑΛΟΣ Ο ΚΑΚΟΣ ΚΙ Ο ΠΕΡΙΕΡΓΟΣ
(The Good The Bad The Weird)





Σκηνοθεσία:Ji-woon Kim
Σενάριο:Ji-woon Kim , Min-suk Kim
Είδος: Δράσης, Γουέστερν, Κωμωδία
Παίζουν: Kang-ho Song(Περίεργος), Byung-hun Lee (Κακός), Woo-sung Jung (Καλός)
Διάρκεια: 120’
Χώρα: Νότιος Κορέα
Γλώσσα: Κορεάτικα
Επίσημη ιστοσελίδα:
http://www.3nom.co.kr


Ο κακός:
Ένας άντρας που παραήταν άπληστος για να είναι καλός.
Ο καλός:
Ένας άντρας που ήταν πολύ περήφανος για να είναι κακός.
Ο περίεργος:
Ένας άντρας που παραήταν τρελός για να είναι καλός ή κακός.

Η ιστορία τριών παρανόμων τη δεκαετία του 30 στη Μαντζουρία, και το ανθρωποκυνηγητό με τον ιαπωνικό στρατό, κινέζους και ρώσους ληστές.





Σαράντα χρόνια πριν, Ο καλός ο κακός κι ο άσχημος έθεσε νέα δεδομένα για τους παρανόμους, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια του γουέστερν. Δεν είχαν λογαριάσει τότε τους Κορεάτες!

Σε μια έρημο της Μαντζουρίας, την ταραχώδη δεκαετία του ’30, τρεις κορεάτες συναντιούνται σε ένα τραίνο. Ο Ντο-Γον, ο Καλός, είναι ένας κυνηγός επικηρυγμένων με φονικό σημάδι. Ο Τσαν Γι, ο Κακός, είναι ένας ανελέητος αρχηγός συμμορίας με γιγαντιαίο εγωισμό Ο Τάε –Γκου, ο Περίεργος είναι ένας ταλαντούχος αλλά απρόβλεπτος ληστής που προτιμά τα σκουτεράκια από τα άλογα. Και οι τρεις θέλουν τον ίδιο χάρτη που θα τους οδηγήσει σε ένα αμύθητο θησαυρό. Μαζί με τον ιαπωνικό στρατό και ορδές παρανόμων, θα έρθουν αντιμέτωποι με κάθε πιθανό τρόπο.

Ο βραβευμένος Κιμ Τζι Γουν έχει πειραματιστεί με το φιλμ νουάρ, την κωμωδία, τις ταινίες τρόμου και τα υβρίδια τους στο παρελθόν. Τώρα δημιουργεί το Wild wild east, φορτωμένο με ατμομηχανές, ανεξέλεγκτους παρανόμους, αποθήκες οπίου και σκηνές καταδίωξης που κόβουν την ανάσα. Ακόμη όμως και με άλλη αυτή τη δράση, επικεντρώνεται στους χαρακτήρες με λεπτομερειακές και σπουδαίες ερμηνείες από τους Τζανγκ, Λι και Σονγκ.

Ο καλός, ο κακός κι ο περίεργος είναι η μεγαλύτερη κορεάτικη παραγωγή έως σήμερα κι έχει ήδη γίνει τεράστια εισπρακτική επιτυχία στην πατρίδα του.

Διακρίσεις:
Βραβείο σκηνοθεσίας Φεστιβάλ Σίτγκες
8 υποψηφιότητες στα Asian Film Awards

17 σχόλια:

Seven Films είπε...

Στο σινεμά, πάνω κάτω, ισχύει αυτό που ορίζει την ευτυχία σου και τις αναπηρίες σου στη ζωή σου: Τι περιμένεις από τη ζωή σου; Τι περιμένεις από μια ταινία; Και ποιος σου είπε ότι α) αυτό που περιμένεις, θα είναι πάντα το ίδιο και απαράλλαχτο και ποιος σου είπε β) ότι δεν έχεις το δικαίωμα να εκπλαγείς, να σαστίσεις και μετά να χαρείς σαν πιτσιρικάς, όταν το αποτέλεσμα, ξεπερνά τις προσδοκίες σου; Αν είσαι από αυτούς, που έχουν ταχθεί να περάσουν την ζωή τους, σε ένα σεληνιασμένο, υπαρξιακό ημίφως, τότε, μην, επαναλαμβάνω ,μην, πας να δεις τον «Κακό, τον Καλό κλπ». Αν όμως, κάπου κάπως στην πορεία, αισθάνεσαι ότι σου στέρησαν το πάρτι που σου αξίζει, τη χαρά του παιδιού και τον κανιβαλισμό του ευγενικού χουλιγκάνου, τρέξε αμέσως. Φρενήρης φόρος τιμής στα σπαγκέτι γουέστερν, αυτή η κορεατική υπερπαραγωγή (η πιο ακριβή στα χρονικά της πλέον αναπτυσσόμενης και διασκεδαστικής ασιατικής κινηματογραφίας), φέρει τη βαρβάτη σκηνοθετική υπογραφή του Κιμ Τζι Γουν, ενός ιδιαίτερου μαγκάκου που ως τώρα τον είχαμε λατρέψει από τις υπερβίαιες και σούπερ στιλιζαρισμένες γκαγκστερικές και θριλερικές νουάρ σινεφίλ του εξορμήσεις, όμως εδώ, αποφασίζει να τινάξει την μπάνκα στον αέρα και να γιορτάσει την τσιγκολελέτα της πυροβολημένης, ακροβατικής και θεαματικής υπερβολής. Το σπαγκέτι γουέστερν, γίνεται νουντλ, μέσα από την μετεγγραφή των πιο ευτελών στοιχείων του είδους που άφησε εποχή, σε τεχνολογικό high definition αξιώσεων που σε αφήνει με τα σαγόνια στα πατώματα από τον βέβηλο ασιατικό σεβασμό, σε ένα από τα αγαπημένα κινηματογραφικά είδη της δυτικής κουλτούρας. Δεν χορταίνεις να βλέπεις κυνηγητά πυροβολισμούς και χαβαλέ, σαν μικρό παιδί, κι αν για μια στιγμή νοιώσεις ενοχή με αυτό, σου έχω έναν καλό ψυχαναλυτή να σου συστήσω. Χοντρικά να σας πως την υπόθεση, στην Μαντζουρία του 1940, τρεις παράνομοι βρίσκονται στο κατόπι ενός χάρτη θησαυρού, και στο δικό τους κατόπι βρίσκονται με τη σειρά τους, ο Ιαπωνικός στρατός και Κινέζοι μαλαπέρδες. Ω ναι, η πλοκή και η λογική κάποια στιγμή χάνουν λάδια κι επίσης, μέσα στη δίωρη διάρκεια, το αστείο που και που ξεφουσκώνει, αλλά υπάρχουν τόσες σκηνές να ουρλιάξεις από ευφορία, τέτοια αίσθηση εφηβικού ενθουσιασμού και ενήλικου, σκηνοθετικά φλασάτου χειρισμού των ‘κομματιών εντυπωσιασμού’, κάργα σινεφιλία, και μια σχιστομάτικη, ψυχεδελική αναρχία απέναντι στα τεκταινόμενα και την έκβαση τους, που βγαίνεις από την αίθουσα με το χαμόγελο χαραγμένο στη μούρη, και το μάτι σου κατάλαμπρο, σαν να το έπλυνες με «σε όλη την ελλάδα αγαπούν το λευκό, αγαπούν το ρολ». Το σπρινγκ ρολ.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Seven Films είπε...

Η νεωτερικότητα της ιδέας ενός σπαγγέτι γουέστερν ασιατικής παραγωγής έχει ήδη εκλείψει μετά το “Sukiyaki Western Django”, που στηρίχθηκε πάνω στο ίδιο εύρημα που ο Κορεάτης Κιμ Τζι Γουν χρησιμοποιεί εδώ για ένα φιλμ που προσφέρει θέαμα, χαβαλέ και μείξη κινηματογραφικών ειδών. Το κυνήγι ενός χάρτη θησαυρού από τρεις ιδιόρρυθμους χαρακτήρες κλείνει το μάτι στον Λεόνε και στο ασιατικό σινεμά δράσης, αλλά στοχεύει αποκλειστικά στη διασκέδαση ενός κοινού που κοιτάζει με μια δόση cool ειρωνείας.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ATHENS VOICE

Seven Films είπε...

Καταιγισμός δράσης, χιούμορ και σινεφιλικών αναφορών σε κορεάτικο γουέστερν.

Story: Στην υπό ιαπωνική κατοχή Μαντζουρία των 30s, τρεις κορεάτες τυχοδιώκτες συναντιούνται στην ίδια ληστρική επίθεση σε τρένο, με στόχο ένα χάρτη θησαυρού. Ο «καλός» είναι κυνηγός επικηρυγμένων, ο «κακός» είναι αρχηγός συμμορίας και πολύ εγωπαθής και ο «περίεργος» είναι «χωριάτης», σουρεάλ και πολύ επιδέξιος στις επιχειρήσεις. Αν και συγκρούονται διαρκώς για το θησαυρό, έχουν κοινό εχθρό τους ιάπωνες που είναι δυνάστες και της δικής τους πατρίδας.

Focus: Η δεξιοτεχνία με την οποία ο Κιμ Τζι Γουν χειρίζεται την όλη δράση, όπως και το επίπεδο της παραγωγής, κάνουν το Χόλιγουντ να ωχριά. Τμηματικά τα πλάνα και οι σκηνές (ως σύνολα πλάνων) είναι αριστουργήματα σε εικαστικότητα, χορογραφία και ροή, με κορυφαία την εισαγωγή και, προς το τέλος, την καθολική σύγκρουση όλων με όλους –κινέζοι αρματωλοί, ιαπωνικός στρατός, συμμορίες κ.λπ. Όλο το στιλιζάρισμα που βρίσκουμε στα γουέστερν (και τα κλασικά, και τα σπαγκέτι του Σέρτζιο Λεόνε) καθώς και οι ανατροπές του Ταραντίνο, βρίσκονται εδώ. Καταιγισμός από σινεφιλικές αναφορές και γνήσιο οπτικό, κινηματογραφικό χιούμορ. Το μόνο που λείπει είναι η συνολική συγκρότηση του έργου, που θα ήταν διαμαντάκι του είδους αν κάποιες σκηνές δράσης διαρκούσαν λιγότερο - αίσθηση σπασμωδικού κολάζ. Αξίζει να απολαύσει κανείς τις τόσες εξαιρετικές στιγμές αυτού του γουέστερν που υπογείως εμφορείται από κορεάτικο πατριωτισμό.

ΧΑΡΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ EXODOS

Seven Films είπε...

ΞΕΦΡΕΝΟΣ, ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΗΣ ΟΣΟ ΚΑΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΚΑΛΠΑΣΜΟΣ ΠΟΥ ΥΠΕΡΠΗΔΑ ΜΕ ΣΤΙΛ ΤΙΣ ΠΑΓΙΔΕΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΡΩΔΙΑΣ. ΤΟ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΘΑ ΤΟ ΟΝΕΙΡΕΥΟΤΑΝ ΕΝΑ ΤΟΛΜΗΡΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Ο κορεάτικος κινηματογράφος άρχισε να εξελίσσεται ουσιαστικά μέσα από το σινεμά τρόμου, για να σημειώσει εκπληκτική άνοδο προ τριετίας, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια των γκανγκστερικών ταινιών και καταφέρνοντας να φέρει το παγκόσμιο κοινό κοντά στο έργο των νέων Ασιατών δημιουργών.

Με έναν πασιφανέστατα ειρωνικό τίτλο, ο Kim Ji-woon θέτει σκόπιμα τον εαυτό του απέναντι από τον κινηματογράφο της Δύσης. Μπροστά λοιπόν σε ένα είδος που μετά βίας οι Αμερικανοί προσπαθούν να αναδείξουν τα τελευταία δύο χρόνια, η βιομηχανία της Ανατολής αντεπιτίθεται δημιουργικά. Ο Kim Ji-woon οριοθετεί το είδος των σπαγγέτι ταινιών και θέτει υψηλά στανταρς, τα οποία καλούνται να ξεπεράσουν όχι μόνο οι Κορεάτες αλλά και οι κινηματογραφιστές της Δύσης. Πιάνει το αμερικανικό γούεστερν, το τροποποιεί, το εξελίσσει, το ενισχύει κωμικά και του δίνει έναν ασυνήθιστα έντονο ρυθμό. Το αναζωογονεί και το εμπλουτίζει με μοντέρνα στοιχεία, καταφέρνοντας να αποτυπώσει, μέσα από αυτό, το σύγχρονο παγκόσμιο status.

Η ευφάνταστη σεναριακή λύση αποτελεί απλά την αποκαθήλωση του αμερικανικού ονείρου, από την οποία διαφαίνεται η ύπαρξη ενός υλιστή ανθρώπου με ακόρεστη επιθυμία για πλουτισμό. Και μέσα από όλα αυτά αποκαλύπτεται όχι μόνο η σκηνοθετική αλλά και η σεναριακή δεινότητα αυτού του ανερχόμενου και συνεχώς εξελισσόμενου ταλέντου.

Το The Good the Bad and the Weird είναι η προέκταση και η μεταφορά του γουέστερν στον 21ο αιώνα. Διατηρεί την αρχέτυπη μορφή του είδους και πετυχαίνει το συνδυασμό της με τη σημερινή κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα. Κρατάει τα στοιχεία του κλασικού σινεμά, όμως προσαρμόζεται στα σημερινά κινηματογραφικά δεδομένα και στις ανάγκες του σύγχρονου θεατή.

Ο Κορεάτης σκηνοθέτης προτάσσει επιδεικτικά το δυνατό του χέρι και καλεί τους ριψοκίνδυνους σΑ έναν αγώνα μπρα ντε φερ μέχρι τελικής πτώσεως. Η Κορέα ωθεί, δια χειρός Kim Ji-woon, το γουέστερν ένα βήμα μπροστά, αναβιώνοντας ένα είδος που για πολλούς θεωρείται επίφοβο και παρακινδυνευμένο. Ανεβάζει τον πήχη, αντικαθιστά τους παίχτες και πετυχαίνει στην οργάνωση. Μετά από αυτήν την ταινία, το γουέστερν δε θα ναι ποτέ πια το ίδιο.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΓΙΟΓΛΙΔΗΣ www.cine.gr

Seven Films είπε...

Ένας φόρος τιμής στο σπαγγέτι Western του Sergio Leone ετούτη η ταινία. Και ταυτόχρονα, όπως προδίδει ο τίτλος(Ο Καλός, ο Κακός και ο Περίεργος), συναντάμε μια ειρωνική και περιπαικτική διάθεση απέναντι στο σύγχρονο Αμερικάνικο Western. Άλλωστε την τελευταία 5ετία η Ασία έχει βγει στην αντεπίθεση.

Το story εξελίσσεται ως το ανελέητο κυνηγητό των ανθρώπων για έναν χάρτη θησαυρού. Από τις ορδές των ενδιαφερόμενων τελικά θα απομείνουν τρεις. Ο καλός (Woo-sung Jung), o κακός (Byung-hun Lee) και ο περίεργος (Kang-ho Song). Που εκτός των χρημάτων, μεταξύ τους διακυβεύεται και ένα παιχνίδι κυριαρχίας. Ο καθένας θέλει να αποδείξει πως είναι το number one!

Ο Καλός είναι ένας κυνηγός επικηρυγμένων, με αδιαμφισβήτητες ικανότητες στο σημάδι. Είναι τιμωρός του κακού, και τις κινήσεις του υπαγορεύει μια άκαμπτη και άσειστη ηθική. Ο Κακός είναι ένας άπληστος πιστολέρο, πληρωμένος δολοφόνος. Εγωκεντρικός που επιθυμεί όσο τίποτε άλλο την πρωτοκαθεδρία στο χώρο του. Τον συγκινεί ο Δυτικός τρόπος ζωής. Ενώ φυσιογνωμικά, αλλά και ως προς τον τρόπο σκηνοθεσίας του, θα συναντήσουμε ξεκαρδιστικές ομοιότητες με τον Johnny Depp των Πειρατών της Καραϊβικής. Για τον περίεργο δε μπορώ να σας εγγυηθώ πως αποδεικνύει το περιεχόμενο της επιγραφής του. Πρόκειται για έναν τύπο με σκοτεινό παρελθόν, αλλά και ένα αναπάντεχα κωμικό παρόν!

Η κάμερα του Kim Ji-woon σκηνοθετεί σε ταχύτατους ρυθμούς, με ενδιαφέροντα φορμαλιστικά τερτίπια, στυλιζαρισμένα ή όχι. Αν μη τι άλλο, το Ο Καλός, ο Κακός και ο Περίεργος αποτελεί μια ευχάριστη διασκεδαστική πρόταση!
ΓΙΩΡΓΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ www.cine.gr

Seven Films είπε...

Ένα χρόνο μετά το πέρασμα του από τις Κάνες και 7 περίπου μήνες από τη προβολή της τελικής του εκδοχής στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, το αριστοτεχνικό γουέστερν του Κορεάτη Kim Jee-Woon έρχεται επιτέλους στις ελληνικές αίθουσες.

Πρόκειται για ένα ρεσιτάλ σκηνοθεσίας, μια επίδειξη δυνατοτήτων στο υπέρ-τεχνολογικό Χολυγουντ, ένα φιλμ που επί δυο και πλέον ώρες γκαζώνει υπό τους ήχους ποδοβολητών, πυροβολισμών αλλά και ...μηχανών και που έχει τόσα πραγματα-σκηνες-χρωματα να δεις που μοιάζει αδύνατο να τα προλάβεις όλα.

Τρεις πιστολάδες κυνηγούν ένα χάρτη στη Μαντζουρία του 1940 με φόντο την απελευθέρωση της Κορέας από τους Γιαπωνέζους, οι οποίοι τον θέλουν επίσης.

Ο Καλός (Jung Woo-sung) είναι ένας λιγομίλητος κυνηγός επικηρυγμένων που δε μιλάει πολύ αλλά χειρίζεται τη καραμπίνα σαν να είναι επέκταση των χεριών του.
Ο Κακός (Lee Byung-hun, μεγάλη φίρμα εκεί στα ανατολικά) είναι ένας εγωπαθής αδίστακτος ληστής με άψογο στυλ σχεδόν καρτουνιστικο, αλλά και μεγάλες εμμονές.
Ο Περίεργος (Song Kang-ho) που θα’πρεπε να λέγεται The Funny, είναι και ο πιο διασκεδαστικός, ένας μικροαπατεωνακος που έχει τις καλύτερες ατάκες, μπλέκεται όλο σε γκάφες αλλά πάντα ξεγλιστράει από τους διώκτες του και δίνει κυριολεκτική έννοια στην ατάκα «Θα σου βάλω το σπαθί στο κ...».
Μαλιστα, καταφερνει να τον καταδιωκουν συγχρονως ο Κακός με τη συμμορία του, ο Καλός μόνος του, μια άλλη ομάδα ληστών που τους είχε κοροϊδέψει, και ολόκληρος ο Ιαπωνικός στρατός, με πολυβόλα, όλμους και μηχανές, σε μια απολαυστικη σκηνη στην ερημο Γκομπι.

Όπως άκουσα και στη συνέντευξη του σκηνοθέτη, τα γυρίσματα κράτησαν παραπάνω από ότι υπολόγιζαν, περίπου 9 μήνες, κι έτσι το κόστος ψιλοξεφυγε, παρότι όλες οι σκηνές γυρίστηκαν με τους ηθοποιούς και τους κασκαντέρ και με ελάχιστη βοήθεια από τη ψηφιακή τεχνολογία. Ειδικά σε κάποια πλάνα αυτό μοιάζει αδύνατο!

Η ταινία είναι απολαυστική. Αν εξαιρέσεις τη μεγάλη διάρκεια του (135’) και αν συμβιβαστείς στο ότι βλέπεις ένα γουέστερν με κορεατικές φάτσες και κορεατικο-γιαπωνέζικους διαλογους (αμερικανοτραφεις σινεφιλ σαν εμένα θα έχουν αυτή τη δυσκολία), είναι ένα σινεμά που παραδέχεσαι, που χαζεύεις, ακόμα κι αν κάτι δε σου αρέσει.

Η κάμερα είναι μέσα στο πιστολίδι, δίπλα από τους ηθοποιούς, τους οποίους προσπαθεί να μην αποχωριστεί ακόμα κι όταν αυτοί ...ίπτανται.
Χορογραφικές σκηνές μάχης, με μια μουσική διακριτική τις περισσότερες φορές αλλά έντονη εκεί που πρέπει, και με την προφανή αναφορά στον Sergio Leone με τη τελική σκηνή στην έρημο των τριών πιστολάδων (αν κάνεις πως δεν κατάλαβες από τον τίτλο κιόλας, αλλά κι από την υπόθεση).

Προσέξτε το πλάνο με τον αετό στις γραμμές του τραίνου στην εναρκτήρια σκηνή. Νομίζω δεν έχω δει πιο εντυπωσιακό πλάνο, όσο απλό κι αν φαίνεται.

www.kostasblog1.blogspot.com

Seven Films είπε...

Έχουμε και λέμε: οι Αμερικανοί πήραν τα σαμουράι κι έκαναν γουέστερν. Οι Ιταλοί πήραν τα γουέστερν κι έκαναν σπαγγέτι. Οι Απωανατολίτες επιστρέφουν και παίρνουν τα σπαγγέτι. Αλλαξοταινιές, θα μου πείτε (σιγά μη μου το πείτε, κιόλας!). Εδώ έχουμε την περίπτωση ενός πολύ ταλαντούχου Κορεάτη σκηνοθέτη, ο οποίος θα πετύχαινε πολλά αν είχε περισσότερη διάρκεια. Γιατί, επί της ουσίας, δεν έχουμε μια καλή ταινία, αλλά καλές σκηνές…

Πέρα από τον τίτλο, το έργο είναι πράγματι μια πολύ ελεύθερη διασκευή του Ο Καλός, ο Κακός κι ο Άσχημος. Η σύγκριση δεν τιμά τον Ji-woon, αφού από φορμαλισμό και στυλ ο Sergio Leone διέθετε περισσότερο και κυρίως ουσιαστικότερο. Οι τρεις κεντρικοί χαρακτήρες τότε ήταν στύλοι, τώρα είναι καρικατούρες. Αλλά και κακέκτυπα, θα μπορούσαμε να τους αναφέρουμε, όπως και η κλασική σκηνή του φινάλε, που ο Κορεάτης δεν θα έπρεπε να ακουμπήσει, πόσο μάλλον όταν δεν έχει έναν Morricone να τον σιγοντάρει.

Εδώ υπάρχουν δύο σκηνές «λουκούμια». Μία στην αρχή με το τρένο και μία ανθολογίας λίγο πριν το φινάλε. Εκεί η κάμερα παίζει φοβερά με τις ταχύτητες και το θέαμα του ενός να κυνηγιέται από πολλούς είναι απολαυστικό. Πέρα από αυτές, ο σκηνοθέτης δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να συμπληρώσει και η ταινία φαντάζει σαν μια οροσειρά, με βαθουλώματα ανάμεσα στα όρη. Καλύτερος σύμμαχος σε αυτά τα «βαθουλώματα» το αναχρονιστικό χιούμορ, αλλά κι αυτό συμμετέχει στο γενικό «νόημα» της ταινίας: ένας εύστοχος χαβαλές.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΑΝΩΤΗΣ www.cine.gr

Seven Films είπε...

Κορεάτικο και ατελείωτο σπαγκέτι με σούσι σε σκηνοθεσία Κιμ Τζι Γουν. Εξαιρετικό στυλιζάρισμα με απίστευτη ρυθμολογία και υποδειγματική τεχνική τελειομανία. Όμως ύστερα από την πρώτη μεγαλειώδη, καλοκουρδισμένη σκηνή σ΄ ένα τρένο που διασχίζει την Μαντζουρία στις αρχές του ΄30, όλα μοιάζουν ίδια. Διαβάζω ότι στην πατρίδα του έχει γίνει τεράστια ταμειακή επιτυχία. Το ίδιο θα συνέβαινε και εν Ελλάδι με αντίστοιχη ιστορία. Όμως πόσοι Κορεάτες θα άντεχαν να «φάνε» σπαγκέτι- φασολάδα;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ ΤΑ ΝΕΑ

Seven Films είπε...

Ένας μυστηριώδης κυνηγός επικηρυγμένων , ένας ληστής με πηγαίο χιούμορ και αιχμηρό παρελθόν και ένας εκτελεστής λάτρης του δυτικού τρόπου ζωής και παρανομίας , που μοιραία συναντήθηκαν πάνω σε ένα τρένο που διασχίζει την έρημο της Μαντζουρίας την δεκαετία του ’30 . Όλοι τους θέλουν να οικειοποιηθούν έναν χάρτη με άγνωστο θησαυρό στην αναζήτηση του οποίου εμπλέκονται πλούσιοι χρυσοθήρες ντόπιες συμμορίες και ο ιαπωνικός στρατός .

Χωρίς την πρόθεση να συστήσει αρχετυπικούς χαρακτήρες ή να επαναδιαπραγματευτεί τους κώδικες του σπαγγέτι γουέστερν ο Κιμ Τζιν γουν μας παραδίδει ένα arthouse υπερθέαμα με ιλιγγιώδη κινηματογράφηση , στυλιζαρισμένη φωτογραφία , προσχεδιασμένη ενδυματολογική και σκηνογραφική εκκεντρικότητα και ένα υποδειγματικό score αισθητικής ακρίβειας και χρήσης που υποβάλλει τον σεβασμό του στον Ένιο Μορικόνε .

Ο 45χρονος σκηνοθέτης στήνει μια χορταστική περιπέτεια θεωρώντας περιττό να καταφύγει στις κόμικ υπερβολές , στην κατάχρηση των οπτικών εφέ και στους ποταμούς αίματος δραματουργικού εντυπωσιασμού. Φανερώνει πτυχές ενός ευφάνταστου δημιουργού που κάνει μια επίδειξη δημιουργικής αφομοίωσης των επιρροών του. Από την εναρκτήρια σεκάνς εκκωφαντικής δράσης στην αμαξοστοιχία μέχρι την τελική σκηνή μονομαχίας μας τροφοδοτεί με λεπτομέρειες ότι το αλληλοκυνηγητό των τριών πρωταγωνιστών θα υπήρχε και χωρίς το θησαυρό. Σκόπιμα όμως αφήνει σε δεύτερη μοίρα το εύστοχο σχόλιο για την ουσία του ρεβανσισμού και του αισθήματος της υπεροχής προς χάρη της ψυχαγωγίας και της τέρψης των σινεφίλ παραπομπών του . Αφού πάντως ο Κορεάτης σκηνοθέτης έτσι όπως τιτλοφορεί την ταινία του προκαλεί τον αυτόματο συνειρμό μας θα παραδεχτούμε ότι αν Σέρτζιο Λεόνε γύριζε σήμερα 43 χρόνια αργότερα το φιλμ "Ο Καλός Ο Κακός και Ο Άσχημος" το πιθανότερο είναι πως θα διακατεχόταν με το ίδιο πνεύμα και την ίδια λογική κλείνοντας εκεί την υπόθεση των αντιστοιχιών. Εξάλλου και ο ίδιος ο Κιμ Τζι γουν δεν επιδιώκει φαντάζομαι την σύγκριση με τον πνευματικό του πατέρα , του αρκεί η ομολογία του θαυμασμού μας και την πετυχαίνει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο. Σε αντίθεση μάλιστα με τους ήρωες του ο ίδιος δεν χρειάζεται χαρτογράφηση για την οδό του θριάμβου.



του Νίκου Νικολαΐδη απο το www.myfilm.gr

Seven Films είπε...

Πάντοτε ονειρευόμουν μια τέτοιου ύφους παρέα. Να πηγαίνω με τους “φίλους” μου στις ερήμους και τις παρακμιακές πόλεις (της Ανατολής ή της Δύσης whatever) και να καθαρίζω διαφόρους χοιροβοσκούς και λοιπούς ληστές. Να παίρνω το χρυσάφι και τα πιο όμορφα κορίτσια. Να πίνω ρούμια και να βλέπω καμπαρετζούδες (τύπου Λόλα Μοντές, ξέρετε). Να κοιμάμαι μ' ένα πουράκι στο στόμα και το καπελάκι μου στραβά αλά Κλιντ Ίστγουντ, άμα λάχει. Ζητάω πολλά, ο άνθρωπος;

Να 'ναι καλά αυτό το καημένο το παιδί από την Κορέα, τον Τζι Γουν λέω, που κάνει κάτι τέτοιες ταινίες και μου φτιάχνει το κέφι. Εντάξει, θα μου πείτε “άραξε μεγάλε είχαμε και Μίικε προ λίγων μηνών”. Ναι, αλλά basta! Τη σκ@τό-φάτσα του Ταραντίνο τι την ήθελε, μου λέτε; Ενώ, εδώ, έχουμε αυθεντικά Ασιατάκια τόσο άγρια, γεμάτα σκετς και όλο μπρίο, νάζι και όρεξη για πιστολίδι, που χ$ζ$σαι στο γέλιο, παθαίνει η καρδιά σου “τράκα-τρούκα” από την έκρηξη αδρεναλίνης τύπου Παρκ Τσαν Γουκ, να πούμε, κι άλλα τέτοια.

Γιατί δεν μπορώ άλλη κατάθλιψη από αυτόν τον δημιουργό με άποψη, που γυρνούσε ξυπόλητος στα Παρίσια λέει κι όλο ζωγράφιζε, κι όλο ζωγράφιζε, ώσπου αποφάσισε να μας γ!#%$*... (ξέρετε) τα βράδια, όταν γύρισε στην Κορέα. Κιμ Κι Ντουκ, αμέ. Και να σου το κλάμα κι η μιζέρια.

Ενώ ο Τζι Γουν στυλιζαρισμένος του κερατά, είναι. Και στη “Γλυκόπικρη ζωή” και τώρα στο “Ο καλός, ο κακός κι ο περίεργος”. Όλο χρώματα σαν πίνακες του Γκρίναγουέι στις ταινίες του, και ωραία πλάνα και μια φωτογραφία όλο τρέλα. Μπουνίδι, πιστολίδι, φιλοσοφίες, μαγκιές και άλλα παρόμοια κουραφέξαλα. Wild east Western, και τα μυαλά στα κάγκελα.

Κι άλλα τέτοια, κι άλλα τέτοια, αγαπημένες εταιρείες διανομής. Παρατήστε τις επανεκδόσεις. Έχουμε φρέσκο “πράμα” που σπαρταράει!


του Νέστορα Πουλάκου www.myfilm.gr

Seven Films είπε...

Στα γρήγορα :
Εδώ μιλάμε για serious fun! Θα το καταδιασκεδάσετε, είναι σίγουρο! Ελπίζω να μην αποθαρυνθείτε από το γεγονός ότι η ταινία είναι κορεάτικης παραγωγής.
Η δημιουργική κάμερα του Ji-woon Kim, τα έντονα χρώματα, οι πολλές μάχες (πιστόλια, αυτόματα, μαχαίρια, σπαθιά κ.α.), το άφθονο χιούμορ αλλά και τα gags, οι ξεκάθαρες περιγραφές χαρακτήρων, όλα αυτά συνθέτουν μια απίθανα διασκεδαστική εμπειρία.

Στα χαλαρααά... :
Εμπνευσμένο από το θρυλικό “The Good, The Bad and The Ugly” και ένα σωρό άλλα spaghetti westerns, θυμίζει έντονα το πρόσφατο ιαπωνικό “Sukiyaki Western Django” του Takashi Miike, μόνο που είναι λιγότερο Kill-Bill, λιγότερο σουρεαλιστικό, λιγότερο αιματηρό και περισσότερο εμπορικού προσανατολισμού.
Μπορεί οι ρόλοι του καλού, του κακού και του περίεργου, να είναι διανεμειμένοι κατ’αντιστοιχία στους Woo-sung Jung, Byung-hun Lee και Kang-ho Song, παρακολουθώντας όμως την ταινία τα τριά αυτά επίθετα φαίνεται κατά περίπτωση να ταιριάζουν και στους τρεις.

Ο Ji-woon Kim, γνωστός από το τρόμου “A Tale of Two Sisters” (2003) αλλά και από την πρόσφατη μεταφορά της κορεάτικης ταινίας στο Hollywood (“The Uninvited”, 2009), εδώ φανερώνει με ένα διαφορετικής φύσεως έργο, ότι είναι σκηνοθέτης παντός καιρού και ότι η δημιουργικότητα του βρίσκει πάντα την έξοδο προς την επιφάνεια. Επίσης αναγνωρίσιμη και με καλές κριτικές ταινία του είναι το “A Bittersweet Life” (2006). Συμμετείχε στο μη διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών το 2008 μαζί με το Vicky Cristina Barcelona, το Kung Fu Panda και το Indiana Jones.




του Γιάννη Πεντσερετζίδη www.myfilm.gr

Seven Films είπε...

Παλαβό ερωτικό γράμμα τόσο στο Καλό τον Κακό και τον Άσχημο (1966) όσο και στον Ένα Τρελό Τρελό Τρελό Κόσμο (1963), ο Καλός, ο Κακός και ο Περίεργος (2008) ανήκουν σε αυτό το είδος των ταινιών που όλος ο πλανήτης έχει ξεχάσει πια πως να φτιάχνει, ένα περήφανα αυτοχαρακτηριζόμενο οριεντάλ γουέστερν που ξαναφέρνει στη μεγάλη οθόνη όλα αυτά τα στοιχεία που όρισαν αυτό που λέγαμε θέαμα μεγάλης οθόνης στον προηγούμενο αιώνα. Σκορπίζοντας χαρακτήρες γύρω από τα τεράστια σετ του, ο Kim Jee-woon σκορπίζει και στην έρημο που τα περιβάλλει κάθε υποψία σοβαρής πλοκής, καταφέρνοντας έτσι και να κρατήσει αμείωτο το ρυθμό ανάμεσα στις τρεις μεγάλες σκηνές δράσης του αλλά και να απαλλαγεί από τον εκβιασμό του μελοδράματος που πνίγει (ειδικά) τη mainstream ασιατική παραγωγή. Βέβαια, δε γλυτώνει την σκηνή με στρουμπουλά παιδάκια, μάλλον υποχρεωτική από το νόμο που επιβάλλει και στις αίθουσες να παίζουν κορεάτικες δημιουργίες, όμως κι αυτή ζωγραφίζεται σα σχιστομάτικη εκδοχή του South Park. Και, ξεκινώντας από τους ήρωες, ένα φρεσκοξυρισμένο Clint Eastwood, έναν λιγδιάρη εμοπάνκ Zac Efron κι έναν John Belushi από τους εφιάλτες του Spielberg, είναι τελικά αυτό το χωρίς ανάσα άλεσμα επιρροών από οπουδήποτε και οποτεδήποτε, που ανεβάζει τη ταινία ένα σκαλοπάτι παραπάνω κι από οτιδήποτε δε θα τολμούσε να σκεφτεί να στήσει ούτε ο Tarantino.

Ο Kim εκμεταλλεύεται την απέραντη έκταση της ερήμου Γκόμπι για πραγματικά πανοραμικά πλάνα και εκεί εγκαταλείπει και οποιαδήποτε οπτική σύμβαση του Leone ειδικά και των γουέστερν γενικά (εξαιρετικά κοντινά πλάνα, κάμερα που να ακολουθεί τον ήρωα, αστραπιαία ξεκαθαρίσματα) για κάτι σε Mad Max (1979) κυνηγητό, συνεχίζοντας να χώνει, όπως και σε όλη τη διάρκεια, κάμερες μέσα στη δράση, για να βλέπεις κομπάρσους και πρωταγωνιστές να σπάνε κυριολεκτικά τα κόκκαλά τους. Οι ντίσκο ρυθμοί στην υπόκρουση, σημαντικότατοι στο να δίνουν τον τόνο όσο και στα τρέιλερ, δεν έχουν φυσικά καμιά σχέση με Morricone αλλά έχουν συνειδητά κάθε σχέση με ότι κάνανε και τα σπαγγέτι δεκαετίες πριν, με τη ποπ παραβίαση και την αλαφρή ειρωνεία των κανόνων του γουέστερν. Και όσο περισσότερο κοιτάς, βλέπεις βέβαια και κάτι ασυνέπειες απίθανες όσο οι ίδιοι Τούρκοι να σκοτώνονται καμιά 80αριά φορές στον Παπαφλέσσα (1971), αλλά βλέπεις κι ένα σταθερό, επικό, απρόβλεπτο και παραληρηματικά παραφρονημένο όραμα που επέζησε όλων των δυσκολιών στα γυρίσματα για να παραδώσει τελικά τη γιγαντοπαραγωγή που έβγαλε τον εγχώριό της κινηματογράφο από τη κρίση πέρσι, έστω και μέσα από σφοδρά αμφιλεγόμενη κριτική υποδοχή ακόμα κι εκεί.
www.mftm.blogspot.com

Seven Films είπε...

Κορεατική απομίμηση του κλασικού σπαγκέτι «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος». Η ιστορία παραλλάχτηκε ελεύθερα και το οπερατικό στυλ του Σέρτζιο Λεόνε μεταλλάχτηκε σε βιντεοκλίπ από τον σκηνοθέτη Κιμ Τζι Γουν. Στα σπαγκέτι του Λεόνε η βία και ο κυνισμός χρησιμοποιούνται για να σχολιαστεί η απληστία και ο ανθρώπινος παραλογισμός. Εδώ γίνονται αυτοσκοπός.

Η ιστορία εκτυλίσσεται τη δεκαετία του '30 σε μια περιοχή της Μαντζουρίας που την κατοικούν Κορεάτες και την κατέχουν με τη στρατιωτική βία οι Ιάπωνες. Ο Καλός, ένας κυνηγός επικηρυγμένων, αναλαμβάνει έναντι υψηλής αμοιβής να κλέψει το χάρτη ενός κρυμμένου θησαυρού από έναν Ιάπωνα αξιωματούχο και να τον παραδώσει σε μια παράνομη αντιστασιακή οργάνωση Κορεατών. Ο Κακός, ένας επαγγελματίας φονιάς, πρώην αλκοολικός και ψυχολογικά διαταραγμένος, αναζητά τον ίδιο χάρτη για λογαριασμό ενός μεγαλοαπατεώνα. Ο Περίεργος, ένας άξεστος ληστής, μπλέκει κατά τύχη σε αυτή την ιστορία. Ληστεύει ένα τρένο που μεταφέρει τον Ιάπωνα και γίνεται κάτοχος του χάρτη... Το στυλιζάρισμα, η καταιγιστική δράση και το σαρκαστικό χιούμορ δίνουν το στίγμα μιας χάρτινης ταινίας. Αν δεν την πάρει κανείς στα σοβαρά, πιθανόν να περάσει δύο ώρες ευχάριστα.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΡΑΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Seven Films είπε...

Απολαυστικό, με ατελείωτη δράση, κορεατικό γουέστερν, γύρω από τη σύγκρουση ανάμεσα σε τρεις κυνηγούς σε αναζήτηση ενός κρυμμένου θησαυρού στην έρημο της Μαντζουρίας.

Στην έρημο της Μαντζουρίας, στη δεκαετία του '30, όταν η χώρα βρισκόταν υπό ιαπωνική κατοχή, εκτυλίσσεται αυτό το «Μαντσού-γουέστερν» (κάτι αντίστοιχο με τα σπαγγέτι-γουέστερν). Εκεί, τρεις Κορεάτες, ο καλός, ο κακός και ο περίεργος του τίτλου, συγκρούονται για την απόκτηση ενός χάρτη που θα τους οδηγήσει σ' έναν αμύθητο θησαυρό. Χάρτη που κυνηγούν και διάφοροι άλλοι: από συμμορίες παρανόμων μέχρι τον ιαπωνικό στρατό.

Ο γνωστός Κορεάτης σκηνοθέτης Κιμ Τζι-Γουν, δημιουργός διάφορων κινηματογραφικών ειδών, από ταινίες τρόμου μέχρι φιλμ νουάρ και κωμωδία («Ιστορία τριών αδερφών», «Πικρόγλυκη ζωή»), στρέφεται τη φορά αυτή στο γουέστερν για να φτιάξει μια ατόφια, διασκεδαστική περιπέτεια, γεμάτη απολαυστικά ευρήματα, αναρχικό χιούμορ και μπόλικη, επικής πνοής, δράση και μ' ένα εκπληκτικό, πρέπει να πω, φινάλε. Ταινία που αντλεί την έμπνευσή της από τις ταινίες όχι μόνο του Σέρτζιο Λεόνε (ακόμη κι ο τίτλος παραπέμπει στις ταινίες του) αλλά κι εκείνες του Ταραντίνο και του Κουροσάουα. Με έξοχες, απολαυστικές ερμηνείες και από τους τρεις πρωταγωνιστές, ιδιαίτερα τον Σονγκ Κανγκ-Χο, που θυμίζει τον Τοσίρο Μιφούνε στους «Εφτά σαμουράι».

ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Seven Films είπε...

Ο σκηνοθέτης της Γλυκόπικρης Ζωής φτιάχνει κάτι ανάμεσα στο Wild Wild West και το Ο Καλός ο Κακός και ο Άσχημος, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος. Το αποτέλεσμα είναι ένα δεξιοτεχνικό κράμα κωμωδίας, δράσης, περιπέτειας και νεο-σπαγγέτι γουέστερν, με φόντο την Άπω Ανατολή, περίπου όπως το Sukiyaki Western Django, χωρίς την επιρροή του Ταραντίνο. Στα θετικά συγκαταλέγεται ότι απουσιάζει η ειρωνεία του μεταμοντέρνου σχόλιου, λες και όλα τα παράδοξα και απίθανα ανήκουν πραγματικά σε έναν κόσμο κινηματογραφικής πραγματικότητας, όπου ακόμη και τα αστεία είναι μέρος του πακέτου. Στα μείον, το σχηματικό σενάριο, με δεδομένο πως το είδος αυτό του μπασταρδεμένου γουέστερν δεν είναι πρωτότυπη κατασκευή αλλά αναθεώρηση μιας παλιότερης αναθεώρησης. Αλλά πάλι, οι άσχετοι με τις αναφορές μπορεί και να μην καταλάβουν τίποτε από τις θεωρίες επιδράσεων και να παρακάμψουν τελείως τη φιλολογία περί εξέλιξης των κινηματογραφικών ειδών. Σε αυτή την περίπτωση, είναι σίγουρο πως θα απολαύσουν έναν πιστολέρο σκηνοθέτη, τον Κορεάτη Κιμ Τζι Γουν, και το πώς χορογραφεί ανθρώπους και σφαίρες στην σκηνογραφικά χορταστική, ξερή και ατελείωτη Μαντζουρία.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ LIFO

Seven Films είπε...

Ένας φόρος τιμής στο σπαγγέτι Western του Sergio Leone ετούτη η ταινία. Και ταυτόχρονα, όπως προδίδει ο τίτλος(Ο Καλός, ο Κακός και ο Περίεργος), συναντάμε μια ειρωνική και περιπαικτική διάθεση απέναντι στο σύγχρονο Αμερικάνικο Western. Άλλωστε την τελευταία 5ετία η Ασία έχει βγει στην αντεπίθεση.


Το story εξελίσσεται ως το ανελέητο κυνηγητό των ανθρώπων για έναν χάρτη θησαυρού. Από τις ορδές των ενδιαφερόμενων τελικά θα απομείνουν τρεις. Ο καλός(Woo-sung Jung), o κακός(Byung-hun Lee) και ο περίεργος(Kang-ho Song). Που εκτός των χρημάτων, μεταξύ τους διακυβέυεται και ένα παιχνίδι κυριαρχίας. Ο καθένας θέλει να αποδείξει πως είναι το number one!


Ο Καλός είναι ένας κυνηγός επικηρυγμένων. Με αδιαμφισβήτητες ικανότητες στο σημάδι. Είναι τιμωρός του κακού, και τις κινήσεις του υπαγορεύει μια άκαμπτη και άσειστη ηθική.


Ο Κακός είναι ένας άπληστος πιστολέρο, πληρωμένος δολοφόνος. Εγωκεντρικός που επιθυμεί όσο τίποτε άλλο την πρωτοκαθεδρία στο χώρο του. Τον συγκινεί ο Δυτικός τρόπος ζωής. Ενώ φυσιογνωμικά, αλλά και ως προς τον τρόπο σκηνοθεσίας του, θα συναντήσουμε ξεκαρδιστικές ομοιότητες με τον Johnny Depp των Πειρατών της Καραϊβικής.


Για τον περίεργο δε μπορώ να σας εγγυηθώ πως αποδεικνύει το περιεχόμενο της επιγραφής του. Πρόκειται για έναν τύπο με σκοτεινό παρελθόν, αλλά και ένα αναπάντεχα κωμικό παρόν!

Η κάμερα του Ji-woon Kim σκηνοθετεί σε ταχύτατους ρυθμούς. Με ενδιαφέροντα φορμαλιστικά τερτίπια, στυλιζαρισμένα ή όχι. Αν μη τι άλλο, το Joheunnom nabbeunnom isanghannom αποτελεί μια ευχάριστη διασκεδαστική πρόταση!
Βαθμολογία 6/10
www.cine-theasi.blogspot.com