Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Μπονυ και Κλάιντ

Μπόνυ και Κλάιντ
(Bonnie & Clyde)



Σκηνοθεσία : Arthur Penn
Σενάριο : David Newman , Robert Benton και Robert Towne
Φωτογραφία : Burnett Guffey
Μουσική: Charles Strouse
Hθοποιοί : Warren Beatty,Faye Dunaway, Michael J. Pollard, Gene Hackman,Estelle Parsons,Denver Pyle , Dub Taylor,Evans Evans, Gene Wilder (σε πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση)
Χώρα παραγωγής: ΗΠΑ
Ετος παραγωγής : 1967
Έγχρωμο
35 mm,
112΄.
Κατάλληλο από 13


Υπόθεση :
Η ιστορία του πιο θρυλικού δίδυμου ληστών στη δεκαετία του 30 κι ενός μεγάλου έρωτα δυο νέων ανθρώπων. Αντισυμβατικοί, κυνικοί, έζησαν επικίνδυνα ξεπερνώντας την μικροαστική καταγωγή τους. Αψήφησαν τους νόμους . Εξευτέλισαν τις διωκτικές αρχές και παραμένουν σύμβολο αντίστασης μέχρι τις μέρες μας. Αυτή είναι η ζωή τους από την πρώτη ληστεία μέχρι τον θάνατό τους.

Άποψη:
Το κλασικό αριστούργημα του Αρθουρ Πεν και μια από τις 100 καλύτερες ταινίες του Παγκόσμιου Κινηματογράφου, αποτελεί αφενός μια καταγραφή της ιστορίας των θρυλικών Μπόνι Πάρκερ και Κλάιντ Μπάροου, χρησιμοποιώντας τους φυσικούς χώρους που έδρασαν η Μπόνι και ο Κλάιντ είτε είχαν ληστέψει είτε χρησιμοποιούσαν ως κρυψώνες, η ταινία με αφορμή τη μυθολογική διάσταση των δυο ληστών είναι ταυτόχρονα ένα έμμεσο σχόλιο στο πνεύμα της δεκαετίας του '60 και του αμερικάνικου φοιτητικού κινήματος και στην απρόσμενη απήχηση που είχε η ζωή τους στη φαντασία των νεότερων γενεών ενσαρκώνοντας το όνειρο του σκληρού κοινωνικού επαναστάτη.


Η Iστορία πίσω από την ταινία :
Ο Clyde Champion Barrow και η σύντροφός του, Bonnie Parker, πυροβολήθηκα μέχρι θανάτου από αξιωματικούς σε ενέδρα κοντά στο Sailes, Bienville Parish, της Louisiana, στις 23 Μαϊου 1934, μετά από ένα από τα πιο θεαματικά ανθρωποκυνηγητά που είχε δει μέχρι τότε η Αμερική.
Ο Barrow ήταν ύποπτος για πολλές δολοφονίες και καταζητούμενος για φόνους, ληστείες και απαγωγές.
Το FBI άρχισε να ενδιαφέρεται για τον Clyde και την ερωμένη του Bonnie του το Δεκέμβριο του 1932, μετά από αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία. Ένα αυτοκίνητο Ford, που είχε κλαπεί στο Pawhuska της Οκλαχόμα, βρέθηκε εγκαταλελειμμένο κοντά στο Jackson, του Michigan το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Στο Pawhuska, βρέθηκε εγκαταλελειμμένο κι άλλο αυτοκίνητο της Ford που είχε κλαπεί στο Ιλλινόις. Η έρευνα αυτού του αυτοκίνητου έδειξε ότι είχε κλαπεί από έναν άνδρα και μια γυναίκα, όπως αποδείχτηκε από αντικείμενα που βρέθηκαν μέσα. Βρέθηκε ένα συνταγογραφημένο μπουκάλι, που οδήγησε τους ειδικούς πράκτορες σε μια φαρμακαποθήκη στο Nacogdoches του Τέξας. Εκεί αποκαλύφθηκε ότι είχε αγοραστεί για την θεία του Clyde Barrow.
Η περαιτέρω έρευνα αποκάλυψε ότι τη γυναίκα που έλαβε τη συνταγή είχαν επισκεφθεί πρόσφατα οι Clyde Barrow, Bonnie Parker, και ο αδελφός του Clyde, LC Barrow. Επίσης αποκαλύφθηκε ότι οι τρεις αυτοί οδηγούσαν ένα αυτοκίνητο Ford, που αναγνωρίστηκε ως το κλεμμένο στο Ιλλινόις.
Στις 20 Μαΐου 1933, ο Επίτροπος των ΗΠΑ στο Ντάλλας του Τέξας, εξέδωσε ένταλμα εναντίον των Clyde Barrow και Bonnie Parker, και ζήτησε διακρατική μεταφορά από το Ντάλας στην Οκλαχόμα, για το αυτοκίνητο που είχε κλαπεί στο Ιλλινόις. Το FBI ξεκίνησε τότε το κυνήγι του για αυτό το ζευγάρι.
Οι Μπόνι και Κλάιντ συναντήθηκαν στο Τέξας, τον Ιανουάριο, 1930. Εκείνη την εποχή, η Bonnie ήταν 19 ετών και παντρεμένη με ένα φυλακισμένο δολοφόνο. Ο Clyde ήταν 21 και άγαμος. Λίγο μετά, συνελήφθη για κλοπή και κλείστηκε στη φυλακή. Δραπέτευσε, χρησιμοποιώντας ένα πυροβόλο όπλο που του πέρασε λαθραία η Bonnie στη φυλακή, τον συνέλαβαν ξανά όμως και στάλθηκε πίσω στη φυλακή. Ο Clyde βγήκε από τη φυλακή το Φεβρουάριο του 1932, συναντήθηκε με την Bonnie, και ξεκίνησαν μια περιπετειώδη και παράνομη ζωή.
Εκτός από την κατηγορία της κλοπής αυτοκινήτων, οι Μπόνι και Κλάιντ ήταν ύποπτοι και για άλλα εγκλήματα. Κατά τη στιγμή της σφαγής το 1934, πιστεύεται ότι είχαν διαπράξει 13 δολοφονίες και αρκετές ληστείες και διαρρήξεις. Ο Barrow, για παράδειγμα, ήταν ύποπτος για τη δολοφονία δύο αστυνομικών στο Μισσούρι, και την απαγωγή ενός άντρα και μιας γυναίκας στην αγροτική Λουιζιάνα. Στη συνέχεια, τους άφησε ελεύθερους κοντά στο Waldo του Τέξας. Πολυάριθμες ενδείξεις συνέδεαν το ζευγάρι με ληστείες τραπεζών και κλοπές αυτοκινήτων. Ο Clyde φέρεται ότι δολοφόνησε ένα άντρας στο Hillsboro του Τέξας. Διέπραξε ληστείες στο Λούφκιν και το Ντάλας του Τέξας. Δολοφόνησε ένα σερίφη και τραυμάτισε έναν άλλο στο Stringtown της Οκλαχόμα. Απήγαγε έναν αστυνομικό στο Carlsbad, στο Νέο Μεξικό. Έκλεψε ένα αυτοκίνητο σε Βικτώρια, Τέξας. Προσπάθησε να δολοφονήσει κάποιον άλλο αστυνομικό στο Wharton του Τέξας. Διέπραξε φόνο και ληστεία στο Abilene και στο Sherman του Τέξας. Φόνο στο Ντάλας του Τέξας. Απήγαγε ένα σερίφη και τον αρχηγό της αστυνομίας στο Wellington του Τέξας και διέπραξε φόνο στο Joplin και το Columbia του Μισσούρι.
Αργότερα το 1932, οι Bonnie και Clyde άρχισαν να ταξιδεύουν με τον Raymond Χάμιλτον, ένα νεαρό ληστή. Ο Hamilton τους άφησε αρκετούς μήνες αργότερα, και αντικαταστάθηκε από τον William Daniel Jones το Νοέμβριο του 1932.
Ο Ivan M. "Buck" Barrow, αδελφός του Clyde, βγήκε από τις φυλακές του Τέξας στις 23 Μαρτίου 1933, μετά από γενική αμνηστία από τον κυβερνήτη. Αμέσως συναντήθηκε με τον Clyde, φέρνοντας τη σύζυγό του, Blanche, οπότε η ομάδα έγινε πενταμελής. Αυτή η συμμορία προχώρησε σε μια σειρά από τολμηρές ληστείες που έγιναν πρωτοσέλιδα σε όλη τη χώρα. Διέφυγαν τη σύλληψη σε διάφορες συναντήσεις με την αστυνομία. Κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών με την αστυνομία στην Αϊόβα στις 29 Ιουλίου 1933, ο Buck Barrow τραυματίστηκε θανάσιμα και η Blanche συνελήφθη. Ο Jones, ο οποίος συχνά συγχέεται με τον "Pretty Boy" Floyd, συνελήφθη το Νοέμβριο του 1933, στο Χιούστον του Τέξας. Οι Μπόνι και Κλάιντ συνέχισαν μόνοι τους.
Στις 22 Νοεμβρίου 1933, στο Ντάλας του Τέξας, ο σερίφης και οι αναπληρωτές του, έστησαν παγίδα σε μια προσπάθεια να συλλάβουν τους Bonnie και Clyde, αλλά το ζευγάρι δραπέτευσε. Έκλεψαν από ένα δικηγόρο το αυτοκίνητό του και στη συνέχεια το παράτησαν στο Μαϊάμι, Οκλαχόμα. Στις 21 Δεκέμβρη 1933, οι Bonnie και Clyde λήστεψαν ένα πολίτη στο Shreveport της Λουιζιάνα.
Στις 16 του Γενάρη 1934, πέντε κρατούμενοι, περιλαμβανομένου του περιβόητου Raymond Hamilton (ο οποίος εξέτιε την ποινή του που ήταν συνολικά άνω των 200 ετών), δραπέτευσαν με τη βοήθεια του Clyde Barrow και της Bonnie Parker. Δύο φρουροί πυροβολήθηκαν κατά τη διαφυγή των κρατουμένων με αυτόματα πιστόλια, που είχε προηγουμένως κρύψει σε ένα χαντάκι ο Barrow. Καθώς οι κρατούμενοι έτρεχαν, ο Barrow κάλυπτε την υποχώρηση τους με ριπές των πυροβόλων. Μεταξύ των δραπετών ήταν και ο Henry Methvin της Λουιζιάνας.
Την 1η Απριλίου του 1934, οι Bonnie και Clyde συνάντησαν δύο νέους αξιωματικούς στον αυτοκινητόδρομο κοντά στο Γκρέιπβάιν του Τέξας. Πριν προλάβουν να αντιδράσουν, οι αξιωματικοί πυροβολήθηκαν. Στις 6 Απρίλη 1934, ένας αστυφύλακας στο Μαϊάμι, έπεσε θανάσιμα τραυματισμένος από τους Μπόνι και Κλάιντ, και ο αρχηγός της αστυνομίας απήχθη τραυματισμένος.
Το FBI και το ειδικό γραφείο ερευνών προχώρησε σε δραστικά μέτρα: Ανακοινώσεις, δακτυλικά αποτυπώματα, φωτογραφίες, περιγραφή, ποινικό μητρώο, καθώς και άλλα δεδομένα διανεμήθηκαν σε όλους τους αξιωματικούς. Το Γραφείο ακολούθησε τη διαδρομή τους μέσα από πολλές πολιτείες και σε διάφορα στέκια της συμμορίας Barrow, ιδιαίτερα στη Λουιζιάνα.
Στις 13 Απριλίου του 1934, ένας πράκτορας του FBI, από την έρευνα στην περιοχή της Ruston, Λουιζιάνα, πληροφορήθηκε ότι οι Μπόνι και Κλάιντ βρίσκονταν σε ένα απομακρυσμένο νοτιοδυτικό τμήμα της εν λόγω κοινότητας, στο σπίτι του Methvins. Ειδικοί πράκτορες στο Τέξας είχαν ήδη μάθει ότι ο Clyde και η σύντροφός του είχαν ταξιδέψει από το Τέξας για τη Λουιζιάνα, μερικές φορές συνοδευόμενοι από τον Henry Methvin.
Το FBI και οι τοπικές αρχές επιβολής του νόμου στη Λουιζιάνα και Τέξας επικεντρώθηκαν στην σύλληψή τους. Είχαν μάθει ότι οι Bonnie και Clyde, με μέλη της οικογένειας των Methvins, θα έκαναν πάρτυ στην Black Lake της Λουιζιάνα, τη νύχτα της 21 του Μάη 1934, και επρόκειτο να επιστρέψουν πίσω δύο ημέρες αργότερα.
Πριν την αυγή στις 23 Μαΐου 1934, ένα σώμα αστυνομικών από τη Λουιζιάνα και το Τέξας, κρύφτηκαν σε θάμνους κατά μήκος της εθνικής οδού κοντά στο Sailes, Λουιζιάνα. Με το πρώτο φως της ημέρας, οι Bonnie και Clyde εμφανίστηκαν με ένα αυτοκίνητο και όταν προσπάθησαν να ξεφύγουν, οι αξιωματικοί άνοιξαν πυρ. Οι Μπόνι και Κλάιντ σκοτώθηκαν ακαριαία.



Διακρίσεις :
Κέρδισε 2 βραβεία Oscar (Best Supporting Actress με την Estelle Parsons στον ρόλο της Blanche Barrow και Best Cinematography) ενώ η συλλογή από συνολικά βραβεία και διακρίσεις περιέχει περισσότερες από 15 νίκες και άλλες 22 υποψηφιότητες.
Το 1998 κατέλαβε την 27η θέση στις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών που έγινε σε ψηφοφορία από την American Film Institute .
Tο 2008 ψηφίστηκε ως η 5η καλύτερη ταινία γκαγκστερικού περιεχομένου.




8 σχόλια:

Seven Films είπε...

Η ταινία αφηγείται την κλασική πια ιστορία των δύο εραστών Μπόνι και Κλάιντ που έγιναν συγχρόνως και από τους πιο διάσημους ληστές στην Αμερική. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους απολαμβάνουμε την Faye Dunaway Warren Beatty ως δύο ληστές φυγάδες που κυνηγούσε για χρόνια ολόκληρη η χώρα. Πιστή ενσάρκωση των χαρακτήρων σε μια περιπέτεια του 1967 που παραμένει απολαυστική και κλασική. Ο κινηματογράφος μπορεί να μην είχε τα εφέ και τα μέσα που διαθέτει σήμερα, ωστόσο το φιλμ πείθει για την αριστουργηματικότητα του και τους πιο δύσπιστους. Το τέλος γνωστό, αλλά δε σταματά να σε σοκάρει.

Η υπόθεση καλύπτει από την γνωριμία του ζευγαριού ως το τέλος του με τετραετή δράση κυρίως στις νότιοδυτικές πολιτείες της Αμερικής. Το κερασάκι στην τούρτα; Σε έναν από τους πρώτους «μεγάλους» ρόλους της καριέρας τους θα δούμε και τον Gene Hackman!

Η ταινία απέσπασε δύο βραβεία Όσκαρ και πληθώρα άλλων βραβείων και διακρίσεων σε φεστιβάλ. Μόλις το 1998 κατέκτησε μια θέση στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, ενώ το 2008 ψηφίστηκε ως η 5η καλύτερη ταινία γκανγκστερικού περιεχομένου. Ακόμα να πειστείς ότι πρέπει να τη δεις;
ΤΑΤΙΑΝΑ ΤΖΙΝΙΩΛΗ www.myfilm.gr

Seven Films είπε...

Στο μεταίχμιο των δεκαετιών του 60 και του 70, ακριβώς λίγο πριν τις αρχές της πιο μοντέρνας μέχρι σήμερα, ευθύβολης και ριζοσπαστικής δεκαετίας του αμερικάνικου σινεμά, μέσα στον ηφαιστειακό κρατήρα της αισθητικής και ιδεολογικής αμφισβήτησης, ο Άρθουρ Πεν, χρησιμοποιεί με τον πιο δόλιο και ηθικά αμφισβητήσιμο, εκμεταλλευτικό τρόπο, την αληθινή ιστορία της Μπόνι και του Κλαίντ, αλλάζοντας της με τον καλύτερο τρόπο τα φώτα, την ενσωματώνει στην αφηγηματική σταθερότητα και την οπτική πλουσιάδα της παράδοσης του αστυνομικού ρομαντικού θρίλερ του Χόλιγουντ, και δημιουργεί παράδοση , αλλάζοντας για πάντα τον τρόπο με τον οποίο το σινεμά, κοιτάζει στο περιθώριο, αγγίζει το όριο, και αποταμιεύει στο κυρίως ρεύμα.

Ο Γουόρεν Μπίτι και η Φέι Νταναγουέι, στο απώγειο της ομορφιάς τους, μετασχηματίζουν την ιστορία των δύο ληστών, σε ένα αναρχικό, αιματοκυλισμένο ρομάντζο, που επαναπροσδιορίζει τα όρια του σινεμά της αμφισβήτησης με αυτό της μαζικής ψυχαγωγίας, μέσα από τον πιο θεαματικό και χορταστικό, συναισθηματικά, ιδεολογικά, αφηγηματικά και αισθητικά, τρόπο.

ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Seven Films είπε...

ΕΝΤΟΝΑ ΕΠΗΡΕΑΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΑΡΤ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΝΟΥΒΕΛ ΒΑΓΚ, ΑΥΤΗ Η ΑΝΘΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΘΑ ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ ΓΡΗΓΟΡΑ ΣΕ ΕΝΑ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ ROAD MOVIE, ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΑΠΟ ΜΙΑ ΔΙΑΧΥΤΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΗΤΟ ΑΠΟ ΤΑ ΕΥΣΤΟΧΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΠΕΡΝΟΥΝ ΣΑΝ ΠΥΡΑΚΤΩΜΕΝΕΣ ΣΦΑΙΡΕΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΗ ΔΟΜΗ ΤΟΥ.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Από την Πέμπτη θα αρχίσει να προβάλλεται το «Μπόνι και Κλάιντ» του Αρθουρ Πεν, με τον Γουόρεν Μπίτι και τη Φέι Ντάναγουεϊ. Κλασική γκανγκστερική ταινία, που συνδυάζει το αστυνομικό δράμα, τη βιογραφία και την ερωτική ιστορία, γυρίστηκε το 1967 και διεκδίκησε δέκα Οσκαρ. Κέρδισε μόνο δύο, το β΄ γυναικείου ρόλου (για την ερμηνεία της Εστέλ Πάρσονς) και για τη φωτογραφία. Ομως παρά την απουσία πολλών βραβείων, το «Μπόνι και Κλάιντ» θεωρείται από τα αριστουργήματα της δεκαετίας του '60 και μια από τις καλύτερες γκανγκστερικές ταινίες που έχουν γυριστεί ποτέ. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι ότι το «Μπόνι και Κλάιντ» έχει αρκετά έντονη τη γαλλική επιρροή. Αρχική επιλογή για τη θέση του σκηνοθέτη ήταν ο Φρανσουά Τριφό, ενώ πριν από την τελική επιλογή του Αρθουρ Πεν προηγήθηκε ο Ζαν Λικ Γκοντάρ. Επίσης, ο ρόλος της Μπόνι είχε προταθεί στην Τζέιν Φόντα, η οποία τότε ζούσε στη Γαλλία και δεν θέλησε να επιστρέψει στην Αμερική για να γυρίσει την ταινία. Ωστόσο, και ο Πεν επηρεάστηκε από τη γαλλική νουβέλ βαγκ, ειδικά σε ό, τι αφορά το μοντάζ.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Seven Films είπε...

Η ιστορία του παράνομου ζευγαριού, που στην Αμερική της μεγάλης οικονομικής κρίσης, έκλεβαν τις τράπεζες, μετατρέπεται σε καυστικό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία -και όχι μόνο. Ομορφη, συγκινητική, διανθισμένη με χιούμορ, λυρική ταινία, που αγαπήθηκε ιδιαίτερα από την τότε νεολαία.

Η ταινία του Αρθουρ Πεν αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού ζευγαριού, του Κλάιντ Μπάροου και της Μπόνι Πάρκερ, που, από μικροαπατεώνας και γκαρσόνα, έγιναν περιβόητοι ληστές τραπεζών στην αγροτική Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του '30, στα πρώτα χρόνια του μεγάλου κραχ και της ξηρασίας που ερήμωσε τις μεσοδυτικές πολιτείες, και κατάφεραν να γίνουν λαϊκοί ήρωες ώσπου τελικά έπεσαν, κατατρυπημένοι από εκατοντάδες σφαίρες, σε ενέδρα της αστυνομίας.

Πριν από τον Πεν, τρεις άλλοι σκηνοθέτες είχαν κινηματογραφήσει την ιστορία του τραγικού αυτού ζευγαριού: ο Νικόλας Ρέι («Ο νόμος της μοίρας», 1948), ο Τζόζεφ Λούις («Ο πόλεμος του εγκλήματος», 1949) και ο Γουίλιαμ Γουίτνεϊ («The Bonnie Parker Story», 1958). Εκείνο όμως που κατάφερε ο Πεν στη δική του βερσιόν είναι να κάνει τους νεαρούς ήρωές του χαρακτήρες που έμοιαζαν να βγήκαν από την κοινωνία της δεκαετίας του '60 -την Αμερική του πολέμου του Βιετνάμ, της κοινωνικής αδικίας και της πολιτικής καταπίεσης- με την παιχνιδιάρικη, ανέμελη συμπεριφορά των μελών της συμμορίας, ιδιαίτερα της Μπόνι και του Κλάιντ, να έχει κάτι από τη νεολαία της εποχής που γυρίστηκε η ταινία. Το ζευγάρι των παρανόμων του είναι δυο ανώριμα, συμπαθητικά παιδιά που τους αρέσει να φωτογραφίζονται αλλά και να εξεγείρονται ενάντια στους άδικους νόμους και ειδικότερα στο σύστημα, σε μια κοινωνία που δεν ενδιαφέρεται για τον απλό, φτωχό πολίτη. Μια κοινωνία που, όπως και σήμερα, άφηνε τις τράπεζες να εκμεταλλεύονται τους αγρότες, οδηγώντας τους στην πτώχευση.

Πλάι στην ανεμελιά τους, ο Πεν σικαγραφεί, με την ίδια λεπτομέρεια και δύναμη, και το βίαιο χαρακτήρα τους, ιδιαίτερα του Κλάιντ, που ξεσπούσε σε απρόβλεπτες, βίαιες σκηνές (στάση που εξηγείται από τη σεξουαλική ανικανότητα του χαρακτήρα). Η βία στην ταινία παρουσιάζεται με τα αληθινά της χρώματα, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς στολίδια, αλλά άμεση, σκληρή, οδυνηρή, αβάσταχτη. Σε καμιά ταινία μέχρι τότε το αίμα, ο πόνος, η φρίκη και το άγχος του θανάτου δεν είχαν παρουσιαστεί με τόση αληθοφάνεια και τόση δύναμη. Ενώ, στην τελική σκηνή του θανάτου του ζευγαριού -που μοιάζει με εκτέλεση- ο Πεν διάλεξε να την αναπαραστήσει με πλάνα γυρισμένα με αργό ρυθμό, με τρόπο χορογραφικό, δίνοντας στη σκηνή μια νότα λυρισμού -στοιχείο που θα επαναλάβει ένα χρόνο αργότερα ο Σαμ Πέκινπα στην ταινία του «Η άγρια συμμορία».

Με βάση το εξαιρετικό σενάριο των Ντέιβιντ Νιούμαν και Ρόμπερτ Μπέντον, ο Πεν έφτιαξε ένα είδος λαϊκής μπαλάντας, τονίζοντας τη ρομαντική πλευρά των ηρώων του, πλευρά που στάθηκε η βασική αιτία της τεράστιας εμπορικής επιτυχίας της ταινίας με το τότε νεανικό κοινό, που κρεμούσε στα δωμάτιά του τις αφίσες της ταινίας δίπλα σ' εκείνες του Τσε Γκεβάρα. Στην επιτυχία αυτή πρέπει να προσθέσω και τις εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών, ιδιαίτερα όμως του δίδυμου Μπίτι-Ντάναγουεϊ, που εδώ δίνουν την καλύτερη ίσως ερμηνεία της καριέρας τους. Πέρα όμως από την εμπορική επιτυχία της, η ταινία παραμένει και σήμερα μια από τις πιο σημαντικές του δεύτερου ημίσεος του 20ού αιώνα που μας έδωσε το Χόλιγουντ.
NINOΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Seven Films είπε...

Tο 1967 σημειώθηκε κατακόρυφη άνοδος στις πωλήσεις μπερέδων, όχι επειδή ήταν τάση της μόδας στις διεθνείς πασαρέλες, αλλά επειδή τους φορούσε η Φέι Νταναγουέι στο «Μπόνι και Κλάιντ». Τέτοια ήταν η επίδραση στο κοινό αυτής της ταινίας, η οποία, παρότι ήταν του «καλλιτεχνικού» κυκλώματος, είχε και σημαντική επιτυχία - και εμπορική και σε πολύ περισσότερα επίπεδα. Το «Μπόνι και Κλάιντ» μπορεί να μην κέρδισε εκείνη τη χρονιά πολλά βραβεία (μόλις δύο -β΄ γυναικείου ρόλου και φωτογραφίας- από τα δέκα που διεκδικούσε), όμως σχεδόν αυτομάτως θεωρήθηκε κλασική γκανγκστερική ταινία και καθιέρωσε ως μεγάλους πρωταγωνιστές τον Γουόρεν Μπίτι και τη Φέι Νταναγουέι.

Και οι δυο τους είχαν παίξει και σε άλλες σημαντικές ταινίες, όμως η συγκεκριμένη ήταν που τους έκανε σταρ. Για τον Μπίτι σήμαινε και πολλά κέρδη, καθώς ήταν και παραγωγός της. Το στούντιο της Warner, που είχε αναλάβει την παραγωγή, δεν πίστευε ότι μπορούσε να γίνει επιτυχία, σε τόσο μεγάλο βαθμό, έτσι είχε παραχωρήσει το 40% των κερδών στον ηθοποιό - ένα ανεπανάληπτο ποσοστό για χολιγουντιανή συμφωνία. Φυσικά, αμέσως μετά, το μετάνιωσε πικρά.

Σε αυτή την -κάπως εξιδανικευμένη, βέβαια- αληθινή ιστορία αγάπης και εγκλήματος της Μπόνι Πάρκερ και του Κλάιντ Μπάροου, οι οποίοι διέπραξαν σωρεία ληστειών και φόνων την εποχή της μεγάλης ύφεσης, πριν πέσουν νεκροί από τις σφαίρες των αστυνομικών, ο Αρθουν Πεν χρησιμοποίησε τεχνικές γυρίσματος επηρεασμένες από τη γαλλική νουβέλ βαγκ. Δεν είναι τυχαίο ότι αρχική επιλογή για τη θέση του σκηνοθέτη ήταν ο Φρανσουά Τριφό, ενώ είχε συζητηθεί και το όνομα του Ζαν Λικ Γκοντάρ. Ενας ασυνήθιστος συνδυασμός σκληρής γκανγκστερικής ταινίας και παθιασμένου ερωτικού δράματος, το «Μπόνι και Κλάιντ» διατηρεί και σήμερα τη δύναμή του, ειδικά σε σκηνές ανθολογίας για τον κινηματογράφο, όπως την ενέδρα στην οποία οι αστυνομικοί γαζώνουν το αυτοκίνητο του διαβόητου ζευγαριού.

Μία από τις ωραιότερες γκανγκστερικές ταινίες, που καθιέρωσε ως πρωταγωνιστές-σταρ τον Γουόρεν Μπίτι και τη Φέι Νταναγουέι. (10 στα 10)
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Seven Films είπε...

Tο 1967 σημειώθηκε κατακόρυφη άνοδος στις πωλήσεις μπερέδων, όχι επειδή ήταν τάση της μόδας στις διεθνείς πασαρέλες, αλλά επειδή τους φορούσε η Φέι Νταναγουέι στο «Μπόνι και Κλάιντ». Τέτοια ήταν η επίδραση στο κοινό αυτής της ταινίας, η οποία, παρότι ήταν του «καλλιτεχνικού» κυκλώματος, είχε και σημαντική επιτυχία - και εμπορική και σε πολύ περισσότερα επίπεδα. Το «Μπόνι και Κλάιντ» μπορεί να μην κέρδισε εκείνη τη χρονιά πολλά βραβεία (μόλις δύο -β΄ γυναικείου ρόλου και φωτογραφίας- από τα δέκα που διεκδικούσε), όμως σχεδόν αυτομάτως θεωρήθηκε κλασική γκανγκστερική ταινία και καθιέρωσε ως μεγάλους πρωταγωνιστές τον Γουόρεν Μπίτι και τη Φέι Νταναγουέι.

Και οι δυο τους είχαν παίξει και σε άλλες σημαντικές ταινίες, όμως η συγκεκριμένη ήταν που τους έκανε σταρ. Για τον Μπίτι σήμαινε και πολλά κέρδη, καθώς ήταν και παραγωγός της. Το στούντιο της Warner, που είχε αναλάβει την παραγωγή, δεν πίστευε ότι μπορούσε να γίνει επιτυχία, σε τόσο μεγάλο βαθμό, έτσι είχε παραχωρήσει το 40% των κερδών στον ηθοποιό - ένα ανεπανάληπτο ποσοστό για χολιγουντιανή συμφωνία. Φυσικά, αμέσως μετά, το μετάνιωσε πικρά.

Σε αυτή την -κάπως εξιδανικευμένη, βέβαια- αληθινή ιστορία αγάπης και εγκλήματος της Μπόνι Πάρκερ και του Κλάιντ Μπάροου, οι οποίοι διέπραξαν σωρεία ληστειών και φόνων την εποχή της μεγάλης ύφεσης, πριν πέσουν νεκροί από τις σφαίρες των αστυνομικών, ο Αρθουν Πεν χρησιμοποίησε τεχνικές γυρίσματος επηρεασμένες από τη γαλλική νουβέλ βαγκ. Δεν είναι τυχαίο ότι αρχική επιλογή για τη θέση του σκηνοθέτη ήταν ο Φρανσουά Τριφό, ενώ είχε συζητηθεί και το όνομα του Ζαν Λικ Γκοντάρ. Ενας ασυνήθιστος συνδυασμός σκληρής γκανγκστερικής ταινίας και παθιασμένου ερωτικού δράματος, το «Μπόνι και Κλάιντ» διατηρεί και σήμερα τη δύναμή του, ειδικά σε σκηνές ανθολογίας για τον κινηματογράφο, όπως την ενέδρα στην οποία οι αστυνομικοί γαζώνουν το αυτοκίνητο του διαβόητου ζευγαριού.

Μία από τις ωραιότερες γκανγκστερικές ταινίες, που καθιέρωσε ως πρωταγωνιστές-σταρ τον Γουόρεν Μπίτι και τη Φέι Νταναγουέι. (10 στα 10)
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Seven Films είπε...

Tο 1967 σημειώθηκε κατακόρυφη άνοδος στις πωλήσεις μπερέδων, όχι επειδή ήταν τάση της μόδας στις διεθνείς πασαρέλες, αλλά επειδή τους φορούσε η Φέι Νταναγουέι στο «Μπόνι και Κλάιντ». Τέτοια ήταν η επίδραση στο κοινό αυτής της ταινίας, η οποία, παρότι ήταν του «καλλιτεχνικού» κυκλώματος, είχε και σημαντική επιτυχία - και εμπορική και σε πολύ περισσότερα επίπεδα. Το «Μπόνι και Κλάιντ» μπορεί να μην κέρδισε εκείνη τη χρονιά πολλά βραβεία (μόλις δύο -β΄ γυναικείου ρόλου και φωτογραφίας- από τα δέκα που διεκδικούσε), όμως σχεδόν αυτομάτως θεωρήθηκε κλασική γκανγκστερική ταινία και καθιέρωσε ως μεγάλους πρωταγωνιστές τον Γουόρεν Μπίτι και τη Φέι Νταναγουέι.
Και οι δυο τους είχαν παίξει και σε άλλες σημαντικές ταινίες, όμως η συγκεκριμένη ήταν που τους έκανε σταρ. Για τον Μπίτι σήμαινε και πολλά κέρδη, καθώς ήταν και παραγωγός της. Το στούντιο της Warner, που είχε αναλάβει την παραγωγή, δεν πίστευε ότι μπορούσε να γίνει επιτυχία, σε τόσο μεγάλο βαθμό, έτσι είχε παραχωρήσει το 40% των κερδών στον ηθοποιό - ένα ανεπανάληπτο ποσοστό για χολιγουντιανή συμφωνία. Φυσικά, αμέσως μετά, το μετάνιωσε πικρά.

Σε αυτή την -κάπως εξιδανικευμένη, βέβαια- αληθινή ιστορία αγάπης και εγκλήματος της Μπόνι Πάρκερ και του Κλάιντ Μπάροου, οι οποίοι διέπραξαν σωρεία ληστειών και φόνων την εποχή της μεγάλης ύφεσης, πριν πέσουν νεκροί από τις σφαίρες των αστυνομικών, ο Αρθουν Πεν χρησιμοποίησε τεχνικές γυρίσματος επηρεασμένες από τη γαλλική νουβέλ βαγκ. Δεν είναι τυχαίο ότι αρχική επιλογή για τη θέση του σκηνοθέτη ήταν ο Φρανσουά Τριφό, ενώ είχε συζητηθεί και το όνομα του Ζαν Λικ Γκοντάρ. Ενας ασυνήθιστος συνδυασμός σκληρής γκανγκστερικής ταινίας και παθιασμένου ερωτικού δράματος, το «Μπόνι και Κλάιντ» διατηρεί και σήμερα τη δύναμή του, ειδικά σε σκηνές ανθολογίας για τον κινηματογράφο, όπως την ενέδρα στην οποία οι αστυνομικοί γαζώνουν το αυτοκίνητο του διαβόητου ζευγαριού.
Μία από τις ωραιότερες γκανγκστερικές ταινίες, που καθιέρωσε ως πρωταγωνιστές-σταρ τον Γουόρεν Μπίτι και τη Φέι Νταναγουέι. (10 στα 10)
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ