Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Και τα σπουργίτια τραγουδούν



Πρωτότυπος τίτλος :Avaze gonjeshk-ha
Αγγλικός τίτλος: The song of sparrows
Σκηνοθεσία: Majid Majidi
Σενάριο: Majid Majidi, Mehran Kashani
Παίζουν: Reza Naji, Maryam Akbari, Kamran Dehghan, Hamed Aghazi, Shabnam Akhlaghi, Neshat Nazari
Διάρκεια 96’
Γλώσσα: Ιρανικά
Διεθνής εκμετάλλευση: Majidi Film Production
Βραβεία / Υποψηφιότητες:
Αργυρή άρκτος καλύτερης αντρικής ερμηνείας για τον Mohammad Amir Naji στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου
Υποψήφια για Χρυσή Άρκτο στην ίδια διοργάνωση.
Βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας, μουσικής, μοντάζ και μακιγιάζ στο Fajr International Film Festival


Σύνοψη:
Ο Καρίμ δουλεύει σε μια φάρμα με στρουθοκαμήλους στην επαρχία έξω από την Τεχεράνη. Όταν μία από αυτές του ξεφεύγει, χάνει τη δουλειά του γιατί θεωρείται υπεύθυνος για την απώλεια. Παρά το γεγονός πως αλωνίζει τη χώρα για να την βρει, ο εργοδότης του δεν αλλάζει γνώμη. Ο Καρίμ βρίσκεται σε δύσκολη θέση, μιας που πρέπει να θρέψει πολλά, πολλά στόματα. Παράλληλα, ένα άλλο εμπόδιο βρίσκεται στο δρόμο του: η μεγάλη κόρη του χάνει το ακουστικό της στην ίδια νερά όπου ο αδερφός της ονειρεύεται να εκθρέψει χρυσόψαρα… Όταν το ξαναβρίσκει, το ακουστικό έχει καταστραφεί και ο Καρίμ πρέπει να πάει στην πρωτεύουσα για να το φτιάξει. Εκεί λοιπόν θα διαπιστώσει πως μπορεί να βγάλει εύκολα και γρήγορα χρήματα δουλεύοντας μαύρα ως μεταφορέας. Ωστόσο, οι ρυθμοί και το περιβάλλον της μεγάλης πόλης δεν θα τον αφήσουν ανεπηρέαστο. Σύντομα θα ξεκινήσουν οι τριβές με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, και ο Καρίμ καταλαβαίνει πως χάνει κάτι από την ηρεμία της ψυχής του. Θα πρέπει να πάρει γρήγορα μια απόφαση που θα καθορίσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Βιογραφικό του σκηνοθέτη:
Γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1959 από μια μεσοαστική οικογένεια. Μετά από την Ισλαμική επανάσταση του 1978, το ενδιαφέρον του για το σινεμά τον οδήγησε στην υποκριτική, πρωταγωνίστησε έτσι σε διάφορες ταινίες από τις οποίες ξεχωρίζει το «Boycott» του Mohsen Makhmalbaf.
Το ντεμπούτο του ως σεναριογράφου και σκηνοθέτη γίνεται το 1992 με το «Baduk» που παρουσιάστηκε εκείνη τη χρονιά στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στις Κάννες. Τα «Παιδιά του Παραδείσου» (1997) κέρδισαν το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ και προτάθηκε για το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας. «Το Χρώμα του Παραδείσου» (1999) κέρδισε και πάλι το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ. Η ταινία ψηφίστηκε από το περιοδικό Time και την New York Times ως μία από τις δέκα καλύτερες ταινίες για το 2000. Το «Baran» / «Η βροχή» κέρδισε και πάλι το βραβείο καλύτερης ταινίας στο 25ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ και προτάθηκε για το Ευρωπαϊκό βραβείο. Το 2001, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Αφγανιστάν, γύρισε το ντοκιμαντέρ «Barefoot to Herat» για τα στρατόπεδα προσφύγων που κέρδισε το βραβείο της FIPRESCI στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το 2005 σκηνοθέτησε το «The willow tree» που κέρδισε τέσσερα βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Τεχεράνης. Έλαβε το βραβείο «Douglas Sirk» το 2001 και το βραβείο «Φίλοι του Vittorio de Sica» το 2003.

Η δήλωση του σκηνοθέτη:
«Η ιστορία μου ξεκίνησε με το ανθρώπινο ον. Ποιες είναι οι ανθρώπινες αξίες, οι αιώνιες αξίες; Δεν υπάρχει όριο όταν ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τις αιώνιες αξίες -το να είσαι ευγενικός, το να είσαι καλός άνθρωπος. Ο Θεός μας δημιούργησε αγνά πλάσματα. Η αγνότητα ζει μέσα μας. ΟΙ μεγάλες πόλεις σκοτώνουν αυτές τις αξίες. Ο εκσυγχρονισμός σκοτώνει αυτές τις αξίες. Οι άνθρωποι χάνουν χρόνο κάθε μέρα… Ο στόχος μου δεν ήταν το να μπω μέσα στα πολιτικά προβλήματα της χώρας μου, εγώ ήθελα να επικεντρωθώ στον άνθρωπο… Όσο για τον τίτλο; Τα πουλιά για μένα είναι μια μεταφορά που χρησιμοποιώ για την ομορφιά. Όσο για τις στρουθοκαμήλους, αυτές συμβολίζουν το ανθρώπινο πεπρωμένο. Είναι ανόητα ζώα, διαρκώς τρέχουν μακριά. Και είναι τα μόνα πουλιά που δεν μπορούν αν πετάξουν».

Διεθνής τύπος:
«Προσφιλή θέματα του Ιρανικού σινεμά σκηνοθετούνται με σιγουριά κι αυτοπεποίθηση σε ένα ευχάριστο πακέτο που θα μπορούσε να συναντήσει ένα παγκόσμιο κοινό. Οι χαμηλότονες, ρεαλιστικές ερμηνείες του θιάσου, που απαρτίζεται κυρίως από ερασιτέχνες, κάνουν την ιστορία να ρέει ήρεμα και γλυκά, με πινελιές ωραίου χιούμορ. Ο Ναγί, με το πρόσωπο του αισθητά χαραγμένο από τη μοναξιά, καθώς απομακρύνεται από την οικογένεια και τους φίλους του, χαρίζει στην ταινία ένα ισχυρό κέντρο βάρους.
(Deborah Young, The Hollywood reporter)

«Είναι ένας ασυνήθιστος τρόπος να βλέπει κανείς ταινία, αλλά γιατί όχι; Εγώ λοιπόν έκανα διαλογισμό κατά τη διάρκεια της προβολής του «The Song of Sparrows». Παίρνοντας βαθιές εισπνοές και καθαρίζοντας το μυαλό μου καθώς παρακολουθούσα υπέροχες εικόνες του ιρανικού τοπίου να ανοίγουν στην οθόνη και μετά να απομακρύνονται, σαν σε καλειδοσκόπιο».
(Karin Badt, Huffington Post)

«Ο μόνος Ιρανός σκηνοθέτης που υπήρξε υποψήφιος για όσκαρ (για τα «Παιδιά του Παραδείσου») επιστρέφει με μια ταινία με ερασιτέχνες ηθοποιούς, μια βαθιά ουμανιστική ιστορία που διαδραματίζεται με ανάμεσα στους μη προνομιούχους αυτής της κοινωνίας και εξερευνά το πώς ο καπιταλισμός και η τεχνολογία διαφθείρουν τον άνθρωπο, τον κάνουν να χάσει την πνευματική του αγνότητα και τους ζωτικής σημασίας δεσμούς του με την οικογένεια, τους φίλους, τη φύση. Πανέμορφα κατασκευασμένη, άλλοτε συναισθηματική, άλλοτε αστεία…»
(Alissa Simon, Variety)

Ένα σχόλιο για την ταινία:
Στρουθοκάμηλοι που το βάζουν στα πόδια. Χρυσόψαρα που κολυμπούν σε λιμνάζοντα νερά. Αυγά που δεν μπορούν να σπάσουν εύκολα. Σπουργίτια παγιδευμένα σε μικρά δωμάτια. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, ο άνθρωπος. Αυτό είναι το σύμπαν μιας ταινίας που μας θυμίζει πράγματα που επιμένουμε να ξεχνάμε. Πως ο άνθρωπος είναι ζώο κοινωνικό, αλλά και κρίκος μιας βιολογικής αλυσίδας, μέρος μιας συμπαντικής ακολουθίας. Πως στις κοινωνίες που συγκροτούν οι άνθρωποι στην αρχή του νέου αιώνα, αν έχει χαθεί κάτι ανεπιστρεπτί, είναι αυτή η αντίληψη της συνέχειας. Η αίσθηση πως από κάπου έρχεσαι και καταλήγεις κάπου, πως συνάπτεις δεσμούς με το περιβάλλον σου. Στα αστικά κέντρα, προτεραιότητα δεν έχει η συνέχεια, αλλά η ανανέωση. Όχι η εξέλιξη, αλλά η πρόοδος. Ο Δαρβίνος λοιπόν, είχε άδικο; Τα ερωτήματα μπορεί να παραμένουν παντοτινά και λυπηρά επίκαιρα εδώ και δύο αιώνες, αλλά από τη... φύση τους, δεν επιδέχονται απαντήσεων. Ωστόσο, απαιτούν τουλάχιστον μια σωστή διατύπωση.
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως μια τέτοια υπόμνηση, με μια τέτοια διατύπωση, έρχεται από ένα δείγμα μιας εθνικής κινηματογραφίας που αλλάζει το παγκόσμιο κινηματογραφικό τοπίο. Το ιρανικό σινεμά, από τους δραστήριους και σταθερούς μηχανισμούς ανά την υφήλιο, δεν παράγει ταινίες με υψηλό προϋπολογισμό και μεγάλους σταρ, για μεγάλο κοινό και μεγάλες αίθουσες. Ως απάντηση στην πολυπλοκότητα που δεσπόζει στο σύγχρονο τρόπο ζωής, έρχεται η δύναμη της απλότητας στον ίδιο τον τρόπο παραγωγής ταινιών. Απέναντι στα αδιέξοδα του υλισμού που επιβάλλει ο δυτικός πολιτισμός, στέκεται η πνευματικότητα που πηγάζει από την ένωση του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον, που επιτελείται σε κάθε ταινία. Πρώτες ύλες ενός τέτοιου κινηματογράφου είναι οι απλούστερες του κινηματογραφικού μέσου. Πρωταγωνιστές, ερασιτέχνες ηθοποιοί. Μοντάζ αυστηρό. Σινεμά ρεαλιστικό, απλό, ποιητικό, ανθρωποκεντρικό.
Ο σκηνοθέτης Majid Majidi, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινηματογράφου από την Περσία, συλλαμβάνει με την κάμερά του «Το τραγούδι του σπουργιτιού». Το τραγούδι είναι υπόκωφο. Για να το ακούσει κανείς πρέπει να ξεπεράσει τον εαυτό του. Αυτό όμως είναι που ακούγεται στην ταινία -οι εικόνες της μοιάζουν να μπορούν να ενεργοποιήσουν και τις πέντε αισθήσεις, αλλά την ίδια στιγμή ξυπνούν κάτι πιο βαθύ που εκτείνεται πέρα και πάνω από αυτές. Η κάμερα καλύπτει και καταγράφει αυτό το λεπτό αέρα που χωρίζει τον άνθρωπο από την επιθυμία του. Πλούσια σε μεταφορές, συγκρατημένα λυρική, σουρεαλιστική σε στιγμές, αστεία και μαζί θλιμμένη, ικανή να δει πράγματι πέρα από τη φαινομενική πραγματικότητα, φειδωλή σε λόγια αλλά εύγλωττη στα νοήματα που διαχειρίζεται, με ευλάβεια αλλά υπεράνω κάθε θρησκευτικότητας, η ταινία ξεκινά από την περιπέτεια ενός και μόνο άνδρα που παλεύει να διατηρήσει την αξιοπρέπεια και τη διαύγεια του όταν αυτός κι η οικογένειά του βρίσκονται σε κρίση, για να τον ανάγει σε σύμβολο της αναζήτησης του αληθινού και ουσιαστικού, που δεν γνωρίζει όριο για τον άνθρωπο (αλλά ούτε και για τον κινηματογράφο). Ακόμα και αν αυτή η αναζήτηση τον οδηγήσει σε ένα ζευγάρι σκούρα παιδικά μάτια, σε ένα λούκι όπου δραπετεύουν εκατοντάδες χρυσόψαρα, ή στις πούλιες ενός χειροποίητου υφαντού που είναι πιο μαγικό κι από τον έναστρο ουρανό.

Η προγραμματισμένη έξοδος της ταινίας στους κινηματογράφους είναι την Πέμπτη 18.12.2008

6 σχόλια:

Seven Films είπε...

ΑΠΛΗ, ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗΣ ΚΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΙΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ, ΧΕΙΡΟΠΙΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ. Ο ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΓΙΑ ΟΣΚΑΡ ΜΑΤΖΙΝΤ ΜΑΤΖΙΝΤΙ ("ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ") ΕΧΕΙ ΕΝΑΝ ΓΛΥΚΟ ΤΡΟΠΟ Ν' ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΠΑΛΙΟΜΟΔΙΤΗΣ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΝΔΥΑΖΕΙ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΚΑ ΤΟΝ ΑΦΟΠΛΙΣΤΙΚΟ ΡΕΑΛΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΦΟΛΚΛΟΡ ΑΠΛΟΪΚΟΤΗΤΑ. ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟ ΡΕΖΑ ΝΑΤΖΙ.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Παρόλο που έχουμε δει τόσο πολλές ιρανικές «νεορεαλιστικές» ταινίες, δεν λέμε ακόμη «αρκετά». Ίσως γιατί αυτοί οι τόποι και αυτές οι συνθήκες ζωής ξυπνούν ένα παρελθόν μέσα μας στο οποίο ο άνθρωπος (και όχι κάποιο τυφλό σύστημα) ήταν στο κέντρο της ζωής. Στη νέα ταινία του ο Ματζίντ Ματζιντί μάς αφοπλίζει με την αθωότητα του ήρωα, αλλά καταφέρνει να ειρωνευτεί και την αναπτυσσόμενη αστική ζωή μέσα από τα σούρτα - φέρτα μικροεπιχειρηματιών και προϊόντων, που φαίνονται παράλογα συγκρινόμενα με τη δομημένη, παραδοσιακή κατάσταση στο χωριό. Στα «μείον» της ταινίας συγκαταλέγεται η έλλειψη κάποιας κορύφωσης, με την μάλλον οριζόντια παράθεση γεγονότων.
ΧΑΡΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ EXODOS

Seven Films είπε...

Ακόμη κι αν αυτή η ταινία του Ματζίντ Ματζιντί δεν υποφέρει από τη σοβαροφάνεια και τη νεορεαλιστική μιζέρια που έκαναν το πριν κάποια χρόνια φρέσκο ιρανικό σινεμά να δείχνει σήμερα φτιαγμένο με την ίδια κουραστική συνταγή, δεν παύει να κινείται στο ίδιο κλίμα, ακολουθώντας την «απλή» ιστορία ενός εργάτη που απολύεται από τη φάρμα στρουθοκαμήλων όπου δουλεύει και σοκάρεται από τη ζωή της μεγάλης πόλης όταν την επισκέπτεται για να διορθώσει το ακουστικό της κουφής κόρης του. Το χιούμορ και συχνά ο σουρεαλισμός δεν λείπουν, όμως το θέαμα, η αφήγηση και η σκηνοθεσία παραμένουν τόσο γνώριμα που θα μπορούσαν να έχουν βγει από μια οποιαδήποτε άλλη ιρανική ταινία που έχετε ήδη δει.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ATHENS VOICE

Seven Films είπε...

Ο Καρίμ δουλεύει σε μια φάρμα με στρουθοκαμήλους στην επαρχία έξω από την Τεχεράνη. Όταν μία από αυτές του ξεφεύγει, χάνει τη δουλειά του γιατί θεωρείται υπεύθυνος για την απώλεια. Παρά το γεγονός πως αλωνίζει τη χώρα για να τη βρει, ο εργοδότης του δεν αλλάζει γνώμη. Ο Καρίμ βρίσκεται σε δύσκολη θέση, μιας που πρέπει να θρέψει πολλά στόματα. Παράλληλα, ένα άλλο εμπόδιο βρίσκεται στο δρόμο του: η μεγάλη κόρη του χάνει το ακουστικό της στα ίδια νερά όπου ο αδερφός της ονειρεύεται να εκθρέψει χρυσόψαρα... Όταν το ξαναβρίσκει, το ακουστικό έχει καταστραφεί και ο Καρίμ πρέπει να πάει στην πρωτεύουσα για να το φτιάξει. Εκεί λοιπόν θα διαπιστώσει πως μπορεί να βγάλει εύκολα και γρήγορα χρήματα δουλεύοντας «μαύρα» ως μεταφορέας.

Ο Ιρανός Ματζίντι, των υπέροχων ταινιών Παιδιά του Παραδείσου, Χρώμα του Παραδείσου και Βροχή, δεν βιάζεται να εγκαταστήσει το δίλημμα ενός πατέρα: το εύκολο χρήμα της πρωτεύουσας τον δελεάζει, όχι σε επίπεδο lifestyle αλλά για τον απλούστατο και βασικό λόγο ότι του εξασφαλίζει τη λύση για τα προβλήματα που ανακύπτουν καθημερινά στο χωριό, αν και η αλλοτρίωση τον απειλεί και του ανοίγει τα μάτια. Η ζωή του δεν βρίσκεται στην πρωτεύουσα και δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το μικρό κομπόδεμα που θα φέρει πίσω, στην κυρά και τα παιδιά. Ο γιος του δίνει τα φώτα και οι στρουθοκάμηλοι, ένας εξωτικός συμβολισμός στην άνυδρη περσική επαρχία, του υπενθυμίζουν πως όσο κι αν τρέξει, δεν θα κρυφτεί από το χαρακτήρα του.

Μπορεί ο Ματζίντι να μην ανήκει στον στενό κύκλο του Κιαροστάμι και να απέχει από την απευθείας πολιτική ελλειπτικότητα των ταινιών του πατριάρχη, αλλά με ικανοποιεί απείρως περισσότερο κινηματογραφικά, καθώς οι ιστορίες του κουβαλάνε το λαϊκό φολκλόρ του διδακτικού μύθου και αίρονται πάνω από το ρεαλισμό της αφήγησης ή το νατουραλισμό των ερμηνειών, σε ένα υπερβατικό σύννεφο αιτίου και αποτελέσματος. Κάθε χαρακτήρας, μικρός ή ενήλικος, είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του και η διαδοχή των γεγονότων τον απογειώνει στο μονοπάτι της μοίρας. Στο Και τα Σπουργίτια Τραγουδούν η πεζή καθημερινότητα ανακατεύεται με τα εμπόδια της ζωής και η γνώση προκύπτει σαν μια μαγική εμπειρία στον πραγματικό κόσμο. Ο αγαθός Καρίμ επιθυμεί μια ηρεμία που συνεχώς αναβάλλεται. Μαθαίνει πώς γίνεται να είσαι σύμμαχος με το δεδομένο και φίλος με το απρόβλεπτο, χωρίς τρικ. Αν και ο Ματζίντι δεν πρωτοτυπεί, όπως μας καλόμαθε με παλιότερα ξαφνιάσματα, παραδίδει και πάλι μαθήματα κινηματογραφικής αφήγησης.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ LIFO

Seven Films είπε...

Κάθε τόσο σκάει μύτη κάποια ταινία από το Ιράν, η οποία μας υποχρεώνει ευχάριστα να κοιτάξουμε με άλλα μάτια προς αυτή τη μεριά του κόσμου. Μια μεριά η οποία είναι πνιγμένη στα προβλήματα και στην αβεβαιότητα. Προβλήματα που έχουν να κάνουν με εξωτερικούς παράγοντες, αλλά και με εσωτερικές πολιτικές. Πολιτικές που δε διευκολύνουν την τέχνη, η οποία απαιτεί ελευθερία για να αναπτυχθεί! Το Ιράν σήμερα είναι για μια ακόμα φορά στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού. Στο εσωτερικό του ο λαός στενάζει κάτω από την πολιτική και οικονομική καταπίεση.

Ο Ματζίντ Ματζιντί, ένας γνήσιος λαϊκός καλλιτέχνης, όπως φαίνεται, γνωρίζοντας τα προβλήματα και παράλληλα εκτιμώντας βαθιά το λαό του, έσκυψε πάνω από την ιρανική κοινωνία και διάλεξε μια χούφτα σπουργίτια, όμορφα ανθρώπινα λαϊκά πλάσματα, και άρχισαν μαζί το τραγούδι. Ακόμα και ο πιο σκληρός θεατής θα πιάσει πολλές φορές την καρδιά του να ραγίζει. Και αυτό όχι με μελό καταστάσεις. Αλλά με γνήσιες ανθρώπινες στιγμές!

O,τι συμβαίνει στην οθόνη, όσους αγώνες δίνει η οικογένεια του Καρίμ, και δίνει σκληρούς και καθημερινούς αγώνες, πρέπει να ιδωθούν σαν μια μικρογραφία, σαν μια μικρή τοιχογραφία της σημερινής ιρανικής κοινωνίας. Είναι λάθος η ταινία να ιδωθεί σαν μια προσωπική ιστορία. Ο θεατής στο πρόσωπο του Καρίμ πρέπει να βλέπει τα εκατομμύρια των Ιρανών, οι οποίοι, μέσα σε μεγάλες και αντίξοες συνθήκες, αγωνίζονται να επιβιώσουν. Ομως, παρ' όλες τις δυσκολίες, δε χάνουν ούτε στιγμή τη χαρά τους, την ευγένειά τους, την αγάπη τους για τη ζωή. Ο Καρίμ και η οικογένειά του είναι, σίγουρα, ενδεικτικό δείγμα. Ενδεικτικό δείγμα ενός λαού που αγωνίζεται για να μη χάσει την ανθρωπιά του. Να μην αλλοτριωθεί!

Ο Ιρανός σκηνοθέτης με την πρώτη κιόλας σκηνοθετική δουλειά του (1992), δήλωσε την παρουσία του (η ταινία του «Baduk» διακρίθηκε στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στις Κάννες) και έδειξε πως θα μας απασχολήσει σοβαρά. Τα θέματά του, «Τα Παιδιά του Παραδείσου» (προτάθηκε για Οσκαρ), «Το Χρώμα του Παραδείσου» κ.ά., είναι ίδια ή παραπλήσια με τα «Σπουργίτια». Ενδειξη πως τίποτα από αυτά που δείχνει και λέει στην οθόνη του δεν προέκυψαν τυχαία, αλλά είναι αποτέλεσμα μελέτης και πόνου. Ο Ιρανός δημιουργός είναι φανερό πως πιστεύει στο λαϊκό άνθρωπο και στις κατακτημένες αξίες του.

Στις γνήσια μοναδικές στιγμές της ταινίας ο θεατής θα ξεχωρίσει την απέραντη τρυφερότητα με την οποία επικοινωνούν τα μέλη της οικογένειας του Καρίμ. Μια τρυφερότητα που μοιάζει πολύ με την τρυφερότητα της ελληνικής οικογένειας, πριν αυτή αλλοτριωθεί και μικροαστικοποιηθεί. Η οικογένεια του Καρίμ, ενώ δε διαθέτει τα τυπικά προσόντα, τη μόρφωση και το χρήμα, συμπεριφέρεται με εξαιρετική αξιοπρέπεια και μεγάλη αρχοντιά. Ο άντρας σέβεται και αγαπά τη γυναίκα του και εκείνη το ίδιο εκείνον. Αστειεύονται μεταξύ τους, κοιτάζονται στα μάτια, φιλιούνται, χαίρονται. Από κοντά τα παιδιά. Οι ελλείψεις που είναι εμφανείς δεν τους δηλητηρίασαν τις όμορφες ψυχές τους. Χαϊδεύονται στα πόδια των γονιών τους, κουρνιάζουν στην αγκαλιά τους. Και εκείνος, ο πατέρας, Ατλαντας αληθινός, τρέχει από το πρωί ως το βράδυ για να γεμίσει το τσουκάλι, για να εξασφαλίσει ακουστικό για την κουφή κόρη του, η οποία πρέπει να ακούει τα μαθήματα, να ακούει τις πληροφορίες! Ομορφος, στ' αλήθεια ποιητικός, κόσμος!

Ενα δεύτερο πράγμα που δεν πρέπει να διαφύγει από το θεατή είναι η λαϊκή αλληλεγγύη. Το λειψό ψωμί κόβεται σε κομμάτια και μοιράζεται στη γειτονιά. Μια ομελέτα από αυγό στρουθοκαμήλου μοιράζεται και σε πιάτα έξω από την οικογένεια. Επίσης, δεν πρέπει να διαφύγει από το θεατή πως ο λαϊκός άνθρωπος ζώντας μέσα στον ανταγωνισμό και στον ατομισμό, δίνει μάχες και με τον εαυτό του να μην παρασυρθεί, να μη γίνει κι αυτός κομμάτι αυτής της ανταγωνιστικής και ατομιστικής κοινωνίας. Και αυτή η μάχη είναι η σκληρότερη που δίνει ο Καρίμ. (Προσέξτε τη σκηνή με την μπλε πόρτα, αλλά και την τιμωρία του (έπεσε και τσακίστηκε) από τη λαιμαργία του να μαζέψει περισσότερα πράγματα απ' όσα χρειάζεται).

Είναι πολλές οι ομορφιές των «Σπουργιτιών». Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο πλάνο της ταινίας είναι διάχυτη η συγκίνηση. Μια συγκίνηση, όμως, που δε σου κόβει τα πόδια, δε σε αναγκάζει να γονατίσεις. Αντίθετα είναι συγκίνηση δημιουργική! Ο Καρίμ όταν τον έδιωξαν από τη δουλειά του, δεν έπιασε τα κλάματα, δεν έπεσε σε απελπισία. Σήκωσε τα μανίκια και ρίχτηκε στον αγώνα. Ηξερε πως αυτός, τελικά, είναι το Ιράν. Το Ιράν που έρχεται από πολύ μακριά και θα συνεχίσει να πηγαίνει πολύ μακριά. Hξερε πως ο ιδρώτας του είναι αυτός που πότισε όλες τις ξερές πεδιάδες της ιστορίας του κόσμου. Ηξερε πως δικός του ήταν ο αγώνας να σηκωθεί ο άνθρωπος όρθιος, να πάψει να σέρνεται. Ηξερε, τελικά, πως δεν μπορεί, δεν του επιτρέπεται να γονατίσει. Η ζωή πρέπει να συνεχιστεί, να συνεχιστεί μέχρι να έρθουν οι καλές μέρες και στη συνέχεια οι ακόμα καλύτερες και οι ακόμα καλύτερες. Ατελείωτη ελικοειδής άνοδος! Ατελείωτη εξελικτική πορεία...

ΝΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Seven Films είπε...

Από το μακρινό Ιράν η δεύτερη καλύτερη επιλογή της εβδομάδας. Που σημαίνει πρώτη με διαφορά το «Βank Βang» από Ελλάδα. Από το Ιράν, με τίτλο «Και τα σπουργίτια τραγουδούν», δηλαδή το «Αvaze gonjeshkha» με σκηνοθέτη τον επιδέξιο και πρωτοκλασάτο Ματζίντ Ματζιντί.

Εμείς την κρίνουμε αυστηρά. Που πάει να πει «γραφική και συνηθισμένη ιστορία από μια χώρα τριτοκοσμική». Όμως- για να καταλάβετε τη διαφορά- έτσι και την έβαζα πλάι πλάι με τον μέσο όρο των ελληνικών ταινιών του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τότε από στοιχειώδη ευθιξία έπρεπε άπαντες οι ιθύνοντες να παραιτηθούν. Αυτή η αλήθεια η τραγική. Τέλος πάντων. Ο Ματζιντί επιχειρεί να συσχετίσει τον Γολγοθά ενός φουκαρά με το σημερινό Ιράν. Όπου εργάτης σε εκτροφείο στρουθοκαμήλων εγκαταλείπει τη δουλειά του και με ένα ξεχαρβαλωμένο δίκυκλο προσπαθεί να βγάλει μεροκάματο της προκοπής παριστάνοντας τον ταξιτζή. Από τη μια πρέπει να βρει λεφτά για να αγοράσει ακουστικό βαρηκοΐας για τη μεγάλη κόρη του. Από την άλλη και προκειμένου να αναπαλαιώσει το φτωχικό σπιτικό του κουβαλάει σκουπίδια, μετατρέποντας την αυλή του σε μάντρα χρησιμοποιημένων υλικών: από χαλασμένες κεραίες τηλεοράσεων μέχρι σκοροφαγωμένες πόρτες. Η αλληγορία ορατή διά γυμνού οφθαλμού. Στρουθοκάμηλος ο φουκαράς. Ο δικός του, ο παλιός κόσμος έχει τελειώσει πια. Χωμένος στα σκουπίδια μέχρι τ΄ αυτιά. Και ταυτόχρονα με όλα αυτά, ο μικρός του γιος να κοιτάει μακριά. Μαζί με συνομήλικούς του, καθαρίζουν μια γούβα από τον βούρκο και τη λάσπη για να τη μεταμορφώσουν σε λίμνη για χρυσόψαρα μικρά. Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα και ονειρεύεται έναν καινούργιο κόσμο χωρίς μιζέρια, φτώχεια και σκουπίδια από τα παλιά Η ιδεολογία του Ματζιντί χωρισμένη στα δύο. Από τη μια ο ρεαλισμός του ανθρώπινου σκουπιδοτενεκέ (πατέρας). Από την άλλη ο ιδεαλισμός μιας καθαρής λίμνης (γιος). Χάος απροσμέτρητο ανάμεσα στα δύο αφηγηματικά επίπεδα. Απόλυτος διχασμός. Όμως ο ιμάντας που παράγει απίστευτη ενέργεια και απέραντο θαυμασμό ακούει στο όνομα Μοχαμάντ Αμίρ Νατζί. Ηθοποιάρα μεγάλου βεληνεκούς. Βάζει κάτω πολλά από τα θηρία του παγκόσμιου σινεμά. Μερικές φορές θυμίζει τον Γιλμάζ Γκιουνέι από το «Κοπάδι» μια από τις απόλυτες ταινίες του λαϊκού σινεμά. Η ζωντανή τραμπάλα ανάμεσα στο γελοίο και το τραγικό. Με πρόσωπο άγριο και σκυθρωπό. Με καρδιά μαρουλιού. Αναμαλλιασμένος, ταλαίπωρος, ιδρωμένος και διαρκώς της αγάπης και της προσφοράς. Η ελεύθερη πτώση ενός ταλαίπωρου Αγά. Η ανθρώπινη επιτομή του Ιράν... Και μόνο γι΄ αυτό αξίζει τα λεφτά!
«Και τα σπουργίτια τραγουδούν»
Στέρεο αλλά ενίοτε γραφικό Από το μακρινό Ιράν Ρεσιτάλ ερμηνείας αντάξιο με Όσκαρ Ανδρικού ρόλου
ΒΑΘΜΟΙ=6
(και για τα παιδιά)
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ ΤΑ ΝΕΑ