Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Τρίο του Τομ Τίκβερ

ΤΡΙΟ

DREI

ΤΟΥ ΤΟΜ ΤΙΚΒΕΡ

ΣΟΦΙ ΡΟΥΑ, ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΣΙΠΕΡ, ΝΤΕΒΙΝΤ ΣΤΡΙΣΟΦ




ΚΑΣΤ

Χάνα ΣΟΦΙ ΡΟΥΑ

Σιμόν ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΣΙΠΕΡ

Άνταμ ΝΤΕΒΙΝΤ ΣΤΡΙΣΟΦ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Παραγωγή X FILME CREATIVE POOL Συμπαραγωγή WDR, ARD DEGETO, ARTE Μια παραγωγή του

STEFAN ARNDT Σενάριο, σκηνοθεσία TOM TYKWER Διευθυντής φωτογραφίας FRANK GRIEBE

Σχεδιασμός παραγωγής ULI HANISCH Μοντάζ MATHILDE BONNEFOY Μουσική TOM TYKWER

JOHNNY KLIMEK REINHOLD HEIL GABRIEL MOUNSEY Κάστινγκ SIMONE BÄR TECHNICAL DATA

Πρωτότυπος τίτλος: DREI Διάρκεια: 119’ Μορφή: 35 mm, 1:2,35 Ήχος: Dolby Digital

ΣΥΝΟΨΗ

Το τέλος των μονογαμικών σχέσεων και πως το χειριζόμαστε ώστε αντί για δράμα να είναι μια νέα μορφή οικογένειας, στα χρόνια των ανικανοποίητων ΕΓΩ!
Στο Βερολίνο σήμερα ένα ζευγάρι γύρω στα 40 , η Hanna και ο Simon διαπιστώνουν ότι διατηρούν παράλληλη σχέση με τον ίδιο νεαρό άντρα, τον Adam, η ιστορία περιπλέκεται το ίδιο και τα όρια της σχέσης τους, όταν η Hanna ανακοινώνει ότι είναι έγκυος. Σχέσεις, παιδιά, συμβίωση, αποβολή, φυγή κι επιστροφή: αυτή η σχέση τα πέρασε όλα, και δεν έχει πολλά να προσβλέπει για το μέλλον. Ο Τικβερ χειρίζεται με χιούμορ και ψυχραιμία ένα κοινωνικό θέμα που φυσικά μόνο ένα μέρος του έχει να κάνει με τις σχέσεις. Ουσιαστικά είναι ένα σχόλιο για την γενιά των μη ικανοποιημένων Ευρωπαίων στα χρονια της Ευρωπαικής κρίσης.



ΤΟΜ ΤΙΚΒΕΡ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Ο Τομ Τίκβερ γεννήθηκε στις 23 Μαΐου, του 1965 στη Γερμανία. Από πολύ μικρός, ανακάλυψε την αγάπη του για τον κινηματογράφο και δούλεψε σε αμέτρητες κινηματογραφικές αίθουσες ως προγραμματιστής, πριν κάνει το ντεμπούτο του ως σκηνοθέτης με το DEADLY MARIA το 1993. Συνέχισε την καριέρα του με τα WINTER SLEEPERS (1997), Τρέξε Λόλα Τρέξε (RUN LOLA RUN) (1998), Η πριγκίπισσα και ο πολεμιστής (THE PRINCESS AND THE WARRIOR )(2000), και Το Άρωμα: Η ιστορία ενός δολοφόνου (PERFUME: THE STORY OF A MURDERER) (2006). Το 2009, η ταινία του Η Διεθνής (THE INTERNATIONAL), ήταν η ταινία έναρξης για το φεστιβάλ Βερολίνου. H πιο πρόσφατη δουλειά του Τρίο (THREE), κυκλοφόρησε στις γερμανικές αίθουσες το Δεκέμβριο του 2010.


ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

«Αγάπη, δουλειά, ρουτίνα και θάνατος συναντιούνται κι επαναπροσδιορίζονται εκ νέου σ’ αυτήν την ιστορία. Είναι μια ταινία για την οικειότητα και την απόσταση, τη μοναξιά και την πίεση, τους κινδύνους της οικειότητας και τον πειρασμό του αγνώστου. Το Τρίο, περιστρέφεται γύρω από τις επιθυμίες, τις ελπίδες, τα αινίγματα και τις αντιθέσεις τριών μεσήλικων ανθρώπων, που έπρεπε να θέσουν ορισμένες θεμελιώδεις ερωτήσεις σχετικά με τις «επιτυχημένες» τους ζωές. Τι σημαίνει να ζει κανείς «σωστά»- σε κοινωνικό, αισθηματικό, πολιτικό ή ιδιωτικό τομέα;

Το Τρίο είναι μια απόπειρα- τρυφερή και δραστική, ειρωνική και σοβαρή- να περιγράψει τα συναισθήματα των ανθρώπων καθώς η ζωή τους απομακρύνει από τη γέννηση τους και τους οδηγεί στο θάνατο. Οι μέθοδοι αφήγησης είναι συχνά ελλειπτικές, κατακερματισμένες, κι έπειτα πολύ αυστηρές, κάθε μία επιβάλλεται από το συναίσθημα που διερευνάται κάθε στιγμή. Με τον τρόπο αυτό, η ταινία διερευνά την κατάσταση μιας γενιάς, που ακόμα –λίγο πολύ πεισματικά- πολεμά να ξεφύγει από τα στερεότυπα που τους επιβάλλει η κοινωνία.»

Τομ Τίκβερ, Σκηνοθεσία, Σενάριο

Τομ Τίκβερ: A Design for Life

Του Γιώργου Κρασσακόπουλου

Με το «Τρίο», μια ερωτική ιστορία με χιούμορ και πνεύμα για ανθρώπους που του μοιάζουν, ο αγαπημένος μας Γερμανός σκηνοθέτης επιστρέφει στην πατρίδα του και σε ένα σινεμά που μοιάζει να βρίσκεται πολύ πιο κοντά σε αυτό με τον οποίο τον γνωρίσαμε. Ενα «εσωτερικό έπος» για τα συναισθήματα και τον λαβύρινθο των σχέσεων, λίγο πριν την περιπέτεια του «Cloud Atlas», ενός αληθινού κινηματογραφικού έπους που μοιραία τον οδηγεί σε ένα άλλο... «τρίο»

Back to Mine

Η πρώτη εδώ και χρόνια, γερμανική ταινία του Τομ Τίκβερ είναι κάτι παραπάνω από μια επιστροφή στην πατρίδα του, μια επιστροφή στο Βερολίνο. Είναι κυρίως για τον ίδιο μια επιστροφή στον εαυτό του, σε μέρη σε ανθρώπους που όχι απλά γνωρίζει καλά, αλλά τους γνωρίζει δίχως δεύτερες σκέψεις. Δεν είναι δύσκολο να ανακαλύψεις τις ομοιότητες του παντρεμένου ζευγαριού με τη γενιά του Τίκβερ, τις πολιτισμικές συνάφειες τους, τις κοινές αναφορές, από τα ρούχα που φοράνε και τα μέρη που συχνάζουν, μέχρι το είδος των ταινιών που βλέπουν και την εφημερίδα που διαβάζουν. «Ηθελα να ξέρω για ποιους ανθρώπους μιλάω σε μια τέτοια ταινία» λέει ο Τίκβερ. Και κυρίως, μοιάζει να ήθελε να ξέρει τι γλώσσα μιλάνε. Ακόμη κι αν ο ίδιος μιλά πλέον άψογα αγγλικά, παραδέχεται ότι αυτό που του λείπει όταν κάνει ταινίες στην Αμερική είναι ο τρόπος που επικοινωνεί με τους ηθοποιούς του δίχως σκέψη, με λέξεις που ακολουθεί η μία, απόλυτα φυσικά την άλλη. «Στα Αγγλικά, υπάρχει πάντα ένα είδος μετάφρασης από το μυαλό ως τη γλώσσα μου» λέει. «Πάντα θυμάμαι τον Μπίλι Γουάιλντερ, που έλεγε ότι μετά από έναν χρόνο στην Αμερική άρχισε να βλέπει όνειρα στα Αγγλικά. Και τότε ήξερε, ότι έφτασε στ' αλήθεια, ουσιαστικά στην Αμερική. Στην δική μου περίπτωση, κάτι τέτοιο δε συνέβη ποτέ». Δεν ήταν όμως ο κοινός τόπος των λέξεων που τον έφερε πίσω αλλά και ο ίδιος ο τόπος αφού η έλξη του Βερολίνου, μοιάζει να ήταν εξίσου δυνατή. Η πόλη εξακολουθεί να είναι μια αληθινή μητρόπολη αλλά σε πραγματικά ανθρώπινο μέτρο, ίσως ακόμη πιο γεμάτη ενέργεια σήμερα, απ όσο όταν η Φράνκα Ποτέντε διέσχιζε τους δρόμους της στο «Τρέξε Λόλα Τρέξε». Το Βερολίνο στο «Τρίο» είναι μια πόλη γεμάτη πιθανότητες, γεμάτη ένταση, ζωή. «Νομίζω ότι το Βερολίνο έχει ακόμη μια αίσθηση ελευθερίας που δεν συναντάς εύκολα πια» λέει ο Τίκβερ. «Είναι η πιο φτηνή από τις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις κάτι που κάνει τα ταξικά όρια λιγότερο ορατά και τους ανθρώπους πολύ πιο πρόθυμους να ανακατευτούν και να συγχρωτιστούν». Ομως αντίθετα με την «Λόλα» για παράδειγμα το φιλμ μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την γεωγραφία των ανθρώπων αντί γι αυτή της πόλης, δεν είναι μια περιπλάνηση στην τουριστική ή την πιο φωτογενή πλευρά του, αλλά μια βόλτα στην πόλη που οι ήρωες του φιλμ θα σε πήγαιναν αν τους επισκεπτόσουν για μια εβδομάδα. Και περισσότερο και πιο ουσιαστικά από μια ξενάγηση στην πόλη τους, οι ήρωες εδώ σε ξεναγούν στις ζωές τους. Και η θέα είναι αναμφίβολα πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Μια καινούρια αρχή.

Το σινεμά του Τίκβερ μοιάζει συνυφασμένο με την κίνηση, με έντονη την αίσθηση ενός εσωτερικού ρυθμού, με μια ενέργεια που αγκαλιάζουν οι εικόνες, οι χαρακτήρες η σκηνοθεσία του. Ομως από τις πρώτες ταινίες του που τον καθιέρωσαν ως πρωτοπόρο μιας γενιάς Γερμανών σκηνοθετών κι από το «Τρέξε Λόλα Τρέξε», που τον ανέδειξε σε σκηνοθέτη παγκόσμιας εμβέλειας, δεν έχουν μόνο περάσει πολλά χρόνια, αλλά ενδιάμεσα, το ίδιο το τοπίο του ευρωπαϊκού σινεμά έχει μεταμορφωθεί. Οσο καιρό ο Τίκβερ δοκίμαζε τις δυνάμεις του σε πιο εσωτερικές ταινίες όπως ο «Παράδεισος», σε big budget δράματα σαν το «Αρωμα», ή περιπέτειες δράσης σαν το «International», η σχολή κινηματογράφου του Βερολίνου, δεν δημιούργησε απλά μια νέα γενιά σκηνοθετών, αλλά έδωσε σχήμα σε ένα ένα νέο κινηματογραφικό κύμα. Η «Σχολή του Βερολίνου» όπως όχι ιδιαίτερα εμπνευσμένα ονομάστηκε, αποτελεί για τον ίδιο μια αξιοπρόσεκτη εξέλιξη. Δεν διστάζει να επαινέσει συναδέλφους του που ανήκουν στους κόλπους της, όμως η δική του έμπνευση για αυτή την ταινία που μοιάζει λίγο με «restart», έρχεται μάλλον από διαφορετικές πηγές. Από τον Ερνστ Λιούμπιτς και τον Πέρστον Στάρτζες, διαμέσου του «Ζιλ και Τζιμ» και της γαλλικής νουβέλ βαγκ και μιας αφήγησης που χρωστά πολλά στο πειραματικό σινεμά. Από τα δεκάδες «συγκρουόμενα» πλάνα της αρχής, το μπλέξιμο των ήχων και των εικόνων, ως τον τρόπο που η αφήγηση μοιάζει να προχωρά όχι σαν ίσιος μίσχος, αλλά σαν κλαδί που ανοίγει σε δεκάδες, ακόμη κι αδιέξοδες κατευθύνσεις, το «Τρίο» είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από μια τυπική, maistream ταινία σχέσεων. «Το φιλμ μοιάζει να ακολουθεί τον τρόπο που σκεφτόμαστε, κάτι που σπάνια γίνεται γραμμικά. Δεν είναι κάτι καινούριο, ο Γκοντάρ δοκίμαζε να το κάνει ήδη από την δεκαετία του 60» λέει ο Τίκβερ. «Είναι η προσπάθεια να βρεις έναν τρόπο να αντικατοπτρίσεις την ανθρώπινη σκέψη που σε καμιά περίπτωση δεν ακολουθεί την λογική της μυθοπλασίας: πρώτη πράξη, δεύτερη πράξη, φινάλε».

Μια ματιά στις σχέσεις

«Εννιά στις δέκα ταινίες δείχνουν ανθρώπους να ερωτεύονται, κάτι που πιθανότατα έχει περισσότερες συναρπαστικές στιγμές, αλλά εγώ ενδιαφέρομαι για το είδος των σχέσεων που χρειάζονται προσπάθεια για να λειτουργήσουν» λέει ο Τίκβερ. «Οι σχέσεις είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες όταν έχουν ωριμάσει, όταν έχεις ήδη μια κοινή ιστορία, κάτι να μοιραστείς, αλλά και να αντιμετωπίσεις τα αναπόφευκτα προβλήματα που φέρνει η έλλειψη της σεξουαλικής επιθυμίας και η εμφάνιση μιας περιέργειας που δεν ικανοποιείται από τον σύντροφό σου πια». Για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο ενδιαφέροντα, η σύμπτωση, μια από τις βασικές θεματικές στο σινεμά του, ο «συγχρονισμός» των ηρώων του και οι επιπτώσεις του, δίνει σε μια τέτοια σχέση στο «Τρίο», την σπίθα που του βάζει φωτιά: Τι θα γινόταν αν συναντούσες τον ίδιο άνθρωπο κάτω από απολύτως διαφορετικές συνθήκες; Σε διαφορετικό χρόνο. Αυτή η συνάντηση θα είχε τα ίδια αποτελέσματα για τις ζωές σας; Θα τον έβρισκες εξίσου ερωτικό. Για τον Τίκβερ το φιλμ εξετάζει κάτι που ο ίδιος ονομάζει «το τυχαίο των συναισθημάτων» κάτι που όπως λέει βρίσκει απόλυτα συναρπαστικό. Και το κάνει με ένα εύρημα που μπορεί να μοιάζει κοινότοπο στο σινεμά, αλλά εξακολουθεί να περιέχει τον σπόρο μιας ανατροπής. Κανείς ασφαλώς δεν σοκάρεται ούτε κοκκινίζει βλέποντας ένα ερωτικό τρίο στην οθόνη στις μέρες μας, κι αυτό για τον Τρίερ είναι ευχής έργο. «Τουλάχιστον δείχνει ότι το φάσμα αυτού που θεωρούμε φυσιολογικό ή αποδεκτό, έχει διευρυνθεί, δόξα τω θεό» λέει. Ομως η ταινία του δεν πρεσβεύει το τέλος τη μονογαμίας, ή την απόλυτη σεξουαλική ελευθερία, κάτι που θα έμοιαζε μάλλον επαναστατικά παλιομοδίτικο και ουσιαστικά ξεπερασμένο, αλλά την δυνατότητα της ευτυχίας, σε ένα διαφορετικό σημείο από τα άκρα της ελευθεριότητας ή μιας περιχαρακωμένης κλειστής σχέσης. «Δεν είναι ότι το φιλμ κηρύττει πως όλοι θα έπρεπε να αποτελέσουμε τις πλευρές ενός ερωτικού τριγώνου, αλλά δοκιμάζει να αρθρώσει μερικές σκέψεις πάνω σε ένα σύστημα αξιών που μοιάζει κοινωνικά και θρησκευτικά εκπορευόμενο και σίγουρα με περασμένη ημερομηνία λήξης. Μπορεί να συνεχίζουμε να το ακολουθούμε γιατί δεν έχουμε εναλλακτικές λύσεις, αλλά σίγουρα δεν μοιάζει αρκετό για να ορίσει την πολυπλοκότητα των ερωτικών σχέσεων και των συναισθημάτων». Οσο για τις ερωτικές σκηνές του φιλμ, ο Τίκβερ έχει απόλυτα ξεκάθαρη άποψη: «Μια καλή ερωτική σκηνή είναι αυτή που δεν με κάνει να νιώθω άβολα όταν την βλέπω και που μου δίνει την αίσθηση ότι ούτε οι ηθοποιοί ένοιωθαν άβολα όταν την γύριζαν. Ο ερωτισμός δεν έρχεται από το να δείχνεις τα πάντα ωμά και ξεκάθαρα, αλλά από το διαφυλάσσεις τα μυστικά ενός όμορφου σώματος. Και για μένα ένα όμορφο σώμα είναι αυτό ενός φυσιολογικού ενήλικα κι όχι κάποιου που έχει περάσει τους τελευταίους έξι μήνες στο γυμναστήριο». Κι αυτές ανάμεσα στους δύο άντρες; «Οι gay ερωτικές σκηνές στο σινεμά μοιάζουν απόλυτα φυσιολογικές για μένα» λέει. «Οχι μόνο γιατί δεν είναι τίποτα καινούριο ή παράξενο, αλλά ίσως κι επειδή στη σχολή υπήρξα μαθητής του Ρόζα Φον Πράουνχάιμ».

Σινεμά: μια πιθανή αυτοβιογραφία

«Ξέρω τι είναι να ξυπνάς ένα πρωί και να συνειδητοποιείς ότι η ζωή σου δεν βρίσκεται πλέον στο πεδίο της βαρύτητας της ημερομηνίας γέννησης σου, αλλά σε τροχιά προς τον θάνατό σου» λέει ο Τίκβερ. Το φιλμ του θα μπορούσε να ιδωθεί σαν μια ματιά στην κρίση της μέσης ηλικίας, μόνο που στην περίπτωση των ηρώων του, δεν είναι αυτή που τους οδηγεί στο καταφύγιο μιας παράνομης ερωτικής σχέσης. Αντίθετα μοιάζει να είναι το ξαφνικό ερωτικό τους ενδιαφέρον για έναν τρίτο που ξυπνά την κρίση που ελλοχεύει. «Πολλές φορές η ξαφνική, απρόβλεπτη είσοδος ενός άλλου στη ζωή σου σου επιτρέπει να δεις μια σειρά από πιθανότητες και προοπτικές που δεν θα μπορούσες να φανταστείς, ή να ελπίσεις. Πολύ συχνά μια τέτοια διεύρυνση της οπτικής σου, συνοδεύεται από μια αληθινή κρίση» λέει. Ο ίδιος ο Τίκβερ παντρεμένος με ένα μικρό γιο, ξεκαθαρίζει ότι ο μόνος τρόπος που η ταινία του θα μπορούσε να ιδωθεί σαν αυτοβιογραφική είναι μέσω της σαφήνειας με την οποία γνωρίζει τα συναισθήματα των ηρώων που περιγράφει. «Τους αναγνωρίζω, τους κατανοώ, ξέρω από που πηγάζουν οι σκέψεις, οι πράξεις τα όσα νιώθουν. Και αν θες για μένα κάθε ταινία είναι ένας τρόπος να τοποθετώ προσωπικές σκέψεις και ανησυχίες σε διαφορετικές συνθήκες και «σενάρια» και να παρατηρώ το πως εξελίσσονται». Αυτό δεν σημαίνει ότι η σύζυγός του θα πρέπει να αρχίσει να ανησυχεί για το αν ο Τομ την απατά, αλλά ο ίδιος παραδέχεται ότι στην σημερινή εποχή είμαστε αρκετά ώριμοι, ώστε να μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η επιθυμία έχει πολλά πρόσωπα και σπάνια ικανοποιείται από έναν μόνο άνθρωπο. «Δεν νομίζω ότι κανείς έχει αμφιβολία γι αυτό, αλλά όλοι φοβόμαστε τις συνέπειες, το πως θα ενορχηστρώσουμε τις ζωές μας μετά από κάτι τέτοιο. Η μονογαμία εξακολουθεί να είναι το κυρίαρχο μοντέλο και είναι εξαιρετικά δύσκολο να την ξεπεράσεις πολιτικά αλλά και στην κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουμε».

Το επόμενο Τρίο

Μπορεί για τους ήρωες του στην ταινία ένα τρίο να αποτελεί την αφορμή για την εξερεύνηση μιας ερωτικής σχέσης ή των συναισθηματικών τους δεσμών, για τον ίδιο τον Τίκβερ εν τούτοις, το τρίο στο οποίο μόλις εισήλθε, είναι μάλλον λίγο πιο περίπλοκο. Το «Cloud Atlas», η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Ντέιβιντ Μίτσελ ακολουθεί κι αυτή μια μη πεπατημένη κινηματογραφική οδό, αφού θα την υπογράφουν όχι ένας ή δύο αλλά τρεις σκηνοθέτες: Τομ Τίκβερ κι ο Αντι και η Λάνα Γουατσόφσκι. Με ένα μπάτζετ που ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια δολάρια και με πρωταγωνιστές όπως ο Τομ Χανκς και η Χάλι Μπέρι, το φιλμ είναι σύμφωνα με τον ίδιο μια από εκείνες τις ταινίες που θέλουν να φέρουν πίσω ένα κινηματογραφικό είδος που μοιάζει σχεδόν νεκρό. «Που είναι οι “Λόρενς της Αραβίας” των ημερών μας, που είναι τα “2001”; Μπαίνεις στα γραφεία των μεγάλων αμερικάνικων στούντιο και βλέπεις στους τοίχους τους, πλάνα από ταινίες που τα έκαναν περήφανα στο παρελθόν. Αναρωτιέμαι, που είναι τα πλάνα από τις ταινίες του σήμερα που αξίζει να κρεμάσει κανείς στον τοίχο του καδραρισμένα σε μια ακριβή κορνίζα;». Ο Τίκβερ και οι Γουατσόφσκι υπόσχονται με άλλα λόγια ένα έπος, αν φυσικά η παράξενη συνύπαρξή τους κατορθώσει να βρει τον τρόπο της να υπάρξει. Ο ίδιος δείχνει αισιόδοξος: «Πρόκειται για ένα φιλμ τόσο πυκνό με τόσα διαφορετικά επίπεδα, που χρειάζεται τρία ζευγάρια μάτια και τρία μυαλά για το φέρουν εις πέρας» λέει για την ταινία. «Είδατε; Είναι αστείο, αλλά πάλι σε τρίο βρέθηκα»...

Γιώργος Κρασσακόπουλος www.flix.gr

7 σχόλια:

Seven Films είπε...

Οι ερωτικές σχέσεις ανάμεσα σ' ένα ζευγάρι που ζει μαζί εδώ και 20 χρόνια, κι έναν άλλο άντρα, δημιουργεί ένα ασυνήθιστο ερωτικό τρίγωνο, το οποίο ο Τίκβερ χρησιμοποιεί για να φτιάξει μια, εικαστικά εντυπωσιακή, διανθισμένη με ένα κάπως σκοτεινό χιούμορ, ταινία.

Η ταινία «Τρίο» του Γερμανού Τομ Τίκβερ («Τρέξε Λόλα τρέξε», «The International») καταπιάνεται με το θέμα των ερωτικών σχέσεων και της ελευθερίας τους σε μια κοινωνία που αρνείται να τις δεχτεί. Αρχίζει με ένα μεγάλης διάρκειας τράβελινγκ από παράθυρο τρένου, ενώ ακούμε τη φωνή ενός άντρα να μιλάει για σχέσεις, σεξ, αποβολή, γεράματα, για να μεταφερθούμε στη συνέχεια σ' ένα πλάνο του γυμνού, σαραντάχρονου ζευγαριού στο κρεβάτι να κάνει έρωτα, απ' ό,τι φαίνεται, ύστερα από καιρό. Στη συνέχεια, ενώ αρχίζουν να πέφτουν οι τίτλοι της ταινίας, η οθόνη χωρίζεται στα τέσσερα για να μας παρουσιάσει διάφορες πτυχές από την καθημερινή ζωή του ζευγαριού: τον άντρα να συνομιλεί με φίλους, τη γυναίκα στο τηλέφωνο, με το ζευγάρι, στη συνέχεια, να παρακολουθεί την προβολή ταινίας και τη γυναίκα να σχολιάζει πως δεν την καταλαβαίνει. Ολα σ' ένα στιλ που θυμίζει τις ταινίες του Γκοντάρ, αλλά και τον ξέφρενο ρυθμό της πρώτης ταινίας του Τίκβερ, «Τρέξε, Λόλα, τρέξε».

Στη συνέχεια, σε μια με κάτασπρο φόντο σκηνή παρακολουθούμε ένα ζευγάρι να χορεύει μπαλέτο, ντουέτο που διακόπτεται από έναν τρίτο χορευτή, που άλλοτε χορεύει με τη γυναίκα, άλλοτε με τον άντρα κι άλλοτε και με τους δύο. Σκηνή που μας προετοιμάζει για το ερωτικό τρίγωνο που αναπτύσσεται ανάμεσα στα τρία πρόσωπα της ταινίας: από τη μια, τον Σιμόν (Σεμπάστιαν Σίπερ) και τη Χάνα (Σόφι Ρόις), ένα ζευγάρι διανοουμένων που η σχέση τους κρατάει 20 χρόνια (εκείνη παρουσιάζει ένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα στην τηλεόραση, εκείνος καταπιάνεται με τη γλυπτική), κι από την άλλη, τον Ανταμ (Ντέβιντ Στρίσοου), έναν επιστήμονα γενετικής.

Ενώ αρχίζει ν' αναπτύσσεται αυτή η σχέση ανάμεσα στους τρεις, παρακολουθούμε τον Σιμόν στις ιατρικές εξετάσεις του και στη συνέχεια την εγχείρησή του (πάσχει από καρκίνο στους όρχεις), ενώ η μητέρα του πεθαίνει από καρκίνο (σε πλάνα σε χωρισμένη οθόνη -split screen- ο Ανταμ μάς πληροφορεί για το θάνατό της). Το ερωτικό τρίγωνο αναπτύσσεται όταν η Χάνα παρακολουθεί μια διάλεξη του Ανταμ. Μόνο, που λίγο αργότερα, αφού κολυμπήσει σε δημόσια πισίνα, ο Σιμόν παρασύρεται σ' ένα ομοφυλοφιλικό σεξ στα αποδυτήρια από τον ίδιο άντρα. Σχέσεις φαινομενικά μπερδεμένες που τελικά βοηθούν τον Ανταμ και τη Χάνα να αναζωογονήσουν τη δική τους σχέση και να οδηγήσουν το τρίγωνο σε μια ισορροπία.

Την τριγωνική αυτή σχέση ο Τίκβερ εκμεταλλεύεται με τρόπο έξυπνο και ευρηματικό για να στήσει σκηνές εικαστικά εντυπωσιακές, πότε σε ντεκόρ φουτουριστικά (η πρώτη σκηνή των δύο αντρών στα αποδυτήρια), και πότε σε χώρους γυμνούς (οι σκηνές του Ανταμ άλλοτε με τη Χάνα και άλλοτε με τον Σιμόν στο σχεδόν άδειο διαμέρισμά του). Ολα δοσμένα με μια ανάλαφρη σκηνοθεσία, που φέρνει στο νου ταινίες όπως την κλασική «Design for Living» του Λούμπιτς ή το «Ζιλ και Τζιμ» του Τριφό. Ταυτόχρονα, ο σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται την παρουσία του Βερολίνου, όπου ζουν τα πρόσωπά του, για να δώσει τη συγκεκριμένη πολιτιστική του ατμόσφαιρα.

Διαβάστε επίσης
Στην κατηγορία
Τέχνες
Κύριο θέμα
Ερωτικό τρίδυμο, συγγραφικό δίδυμο
Τελευταίες ειδήσεις στην κατηγορία Τέχνες
«Ναι» σε 13 παραδοσιακούς οικισμούς από Δημοτικό Συμβούλιο Σάμου
«Οινοκρητικά»
Αποκρυπτογραφήθηκε αραβική επιγραφή 800 χρόνων
Στο Βιετνάμ η Ατζελίνα Τζολί
Παρατείνεται το bazaar του βιβλιοπωλείου του Εθνικού Θεάτρου
ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Seven Films είπε...

Η Χάνα κι ο Σίμον είναι ένα σύγχρονο ζευγάρι του Βερολίνου. Είναι μαζί καμιά εικοσαριά χρόνια, δεν έχουν παιδιά, ωστόσο η Χάνα έχει παράλληλο δεσμό με έναν παντρεμένο. Όμως κάτι ο καρκίνος της μάνας του Σίμον, κάτι ο δικός του καρκίνος που εμφανίζεται μετά την κηδεία της μάνας, τα πράγματα κάνουν τον άνθρωπο διαφορετικό. Κάποια στιγμή, αν και δηλωμένος straight, ενδίδει σε μία αρσενική πρόσκληση.
Η καλύτερη ταινία του Τομ Τίκβερ. Ή η πιο ώριμη. Τόσο ο καρκίνος όσο και το gay στοιχείο έρχονται και φεύγουν με τέτοια φυσικότητα, που ούτε φρικάρουν ούτε σοκάρουν. Είναι απόλυτα κύριος του έργου που θέλει να κάνει και δεν του ξεφεύγει ούτε πόντο. Δεν ήμουν θαυμαστής του, το Τρέξε, Λόλα, Τρέξε μου είχε φανεί υπερεκτιμημένο παιχνιδάκι. Στα εμπορικά του δεν είχα ενθουσιαστεί, τώρα βλέπω τόλμη κι ωριμότητα και γερμανικό πνεύμα στην αντιμετώπιση της ουσίας. Κινηματογραφικά, παίζει μεγάλο ρόλο το μοντάζ, που δεν κραυγάζει, όμως αυτό είναι που δίνει τη ροή στην ταινία και σε κατακτά χωρίς να το καταλάβεις. Δεν πας ούτε για νερό.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ DOWN TOWN

Seven Films είπε...

Για να καταλάβεις τι κομπλεξικά πλάσματα είναι οι κριτικοί κινηματογράφου, μολονότι η συγκεκριμένη δράμεντι του Τομ Τίκβερ (Tρέξε Λόλα Τρέξε, Το Άρωμα, The International) είναι μία από τις πιο ευχάριστες, τσαχπίνικες, κινητικές και οπτικά ανταποδοτικές δημιουργίες του σκηνοθέτη, οι περισσότεροι θεωρητικοί την ξεπέρασαν ως ανάξια λόγου, μόνο και μόνο επειδή δεν υποφέρει απο τη βαρυγδουπίαση των τελευταίων του δημιουργιών. Και όμως, η πλάκα είναι πως ο Τίκβερ, φαίνεται να ξαναβρίσκει όχι μόνο τη χαρά της ζωής, αλλά και της κάμερας και της ταχύτητας με την οποία μας συστήθηκε, δημιουργώντας ένα φρέσκο και απελευθερωμένο ερωτικό τρίγωνο παντός γούστου ενώπιον Θεού (ο οποίος σε πολλές φάσεις παίζει το ρόλο του ματιού της κάμερας) και φυσικά ανθρώπων, αποφεύγοντας με τον καλύτερο τρόπο ηθικολογίες και εύκολα συμπεράσματα. Ένα ζευγάρι 40άρηδων στο Βερολίνο, η Χάνα και ο Σιμόν, ερωτεύονται χωρίς να το ξέρουν τον ίδιο άντρα, τον Αδάμ. Από την αμηχανία στο δράμα, στην κωμωδία και τη γέννηση ενός θαυμαστού καινούργιου κόσμου, ο Τίκβερ διανύει τις αποστάσεις με τη χάρη καλλιτεχνικού πατινάζ, χρησιμοποιεί τους χώρους και τους ανθρώπους μέσα σε αυτούς σαν art installation, τσεκάρει χωρίς να κουράζει, ερωτικές συμπεριφορές και θεωρίες και παραδίδει χωρίς ενοχές ένα υπερκινητικό χάρμα οφθαλμών και ραφινάτων συναισθηματικών αντιδράσεων που σου χαρίζει χαμόγελο στην έξοδο σου από την αίθουσα.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ www.iefimerida.gr

Seven Films είπε...

Οι ταινίες του Τίκβερ απευθύνονταν πάντα σε ένα πνευματώδες, καλοβαλμένο ακροατήριο. Οι ήρωες στην καινούργια του ταινία θα μπορούσαν να είναι οι ιδανικοί θεατές του, ένα αστικό, πετυχημένο ζευγάρι με μια φυσιολογική σχέση, άποψη για τα πάντα και καλλιτεχνικές ανησυχίες. Όταν στη ζωή τους θα μπει από καθαρή σύμπτωση ένας τρίτος και θα δημιουργήσει παράλληλες σχέσεις και με τους δύο, το καλοβαλμένο σύμπαν τους θα κλονιστεί. Αλλά είναι απαραίτητο να καταρρεύσει; Η ταινία του, τοποθετημένη αριστοτεχνικά στο Βερολίνο, μιλά για πράγματα που δεν είναι στ’ αλήθεια πρόσφατα ή καινούργια. Η δυναμική των σχέσεων, η ρευστότητα της επιθυμίας, η απόσταση από την εξωτερική εικόνα μας και την εσωτερική πραγματικότητα, εξετάζονται με τρυφερότητα, χιούμορ και μια λεπτή ειρωνεία σε ένα φιλμ λιγάκι «αυτιστικό». Μπορείς να το καταλάβεις, να το απολαύσεις, να το κατανοήσεις καλύτερα αν μοιάζεις λίγο με τους πρωταγωνιστές του. Κι όχι, δεν είναι απαραίτητο να έχεις υπάρξει μέλος σε ερωτικό τρίγωνο. Αν κι αυτό θα βοηθούσε επίσης...
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ATHENS VOICE

Seven Films είπε...

Τρεις χορευτικές φιγούρες προϊδεάζουν για το πνεύμα του φιλμ. Η Χάνα και ο Σίμον, ζευγάρι εδώ και είκοσι χρόνια, ερωτεύονται τον Ανταμ. Αυτό έχει να πει το φιλμ και αυτό λέει αναποδογυρίζοντας κοινωνικά μοντέλα και προσδοκίες για την ευτυχισμένη ζωή σε ατομικό επίπεδο. Οι πρωταγωνιστές του ερωτικού αυτού τριγώνου στην «menage a trοis» ιστορία της τελευταίας ταινίας του Τομ Τίκβερ, φαντάζουν μάλλον χαρακτήρες που σηκώνουν πανό με συνθηματολογία βγαλμένη από διατριβή τόσο περί των ετεροφυλόφιλων όσο και των ομοφυλόφιλων σχέσεων σαν έννοιες μάλλον κοινωνικής παρά βιολογικής τάξης. Η επιχειρηματολογία της ταινίας μπορεί να παρουσιάζει κάποιο γενικό ενδιαφέρον, όμως σαν στόφα για ένα στρατευμένο στις σχέσεις δράμα, μοιάζει ισχνό, επιφανειακό και αυθαίρετο.
Το «εγκεφαλικό» ζευγάρι Χάνα και Σίμον έχει για τα καλά περάσει το κατώφλι των 40, το κατά Δάντη, ήμισυ της ζωής τους. Τηλεπαρουσιάστρια εκείνη, μηχανικός τέχνης εκείνος. Ζουν στο Βερολίνο σε κουλτουριάρικο δρόμο, έχουν ενδιαφέροντα και συναναστροφές με επίκεντρο την κατανάλωση πολιτισμικών προϊόντων. Εχουν, απ' όσο φαίνεται, επιλέξει να μην αφεθούν να πέσουν σε ρουτινιάρικη μικροαστική ζωή με παιδιά κι υποχρεώσεις αλλά να παραμείνουν κάτοικοι του άστεως, καλλιεργημένοι, επιτηδευμένα σνομπ, ευφυείς και ευρηματικοί. Πάντως μοιάζει να μην έχουν καταφέρει να ξεφύγουν από το κοινότοπο δρομολόγιο το οποίο περιγράφει μια ανδρική φωνή off στην εισαγωγή της ταινίας: πρώτα έρωτας, μετά ρουτίνα, μετά θλίψη, μετά απιστία, μετά θεραπεία κλπ. κλπ. Τόσο η Χάνα όσο και ο Σίμον ερωτεύονται τον καταλύτη Ανταμ, την απεικόνιση της απελευθερωμένης, φιλελεύθερης σκέψης που δεν αφήνει στα άκαμπτα κοινωνικά πλαίσια να υπαγορεύουν τον έρωτα. Συμβάλλει βέβαια και η κρίση των 40 που πλανάται πάνω τους σαν φάντασμα αλλά και ο καρκίνος, πανταχού παρών, σε κάθε φάση της καθημερινότητάς τους, στην σχέση τους και στις προσωπικές τους ανάγκες. Παντού παρόν και το νούμερο τρία. Η άρρωστη μητέρα του Σίμον παίρνει 39 βάλιουμ, στις 9.03 το πρωί, στις τρεις Σεπτεμβρίου κλπ. κλπ.

Seven Films είπε...

Ο Τομ Τίκβερ επέστρεψε στο Βερολίνο και στο ανεξάρτητο στιλ κι αυτή είναι η πρώτη γερμανόφωνη ταινία του, δέκα σχεδόν χρόνια μετά την μεγάλη, παγκόσμια επιτυχία «Τρέξε Λόλα τρέξε» από τα τέλη της δεκαετίας του '90. Το «ΤΡΙΟ» θα μπορούσε να είναι η ταινία που ο σκηνοθέτης είχε ανάγκη ώστε να μπορέσει να αποκαταστήσει την χαμένη του αξιοπιστία έπειτα από μια δεκαετία μισοπλαδαρών παραγωγών. Παρά το γεγονός ότι η ταινία δεν είναι κάτι εξαιρετικό, φαίνεται ότι θα του προσκομίσει πόντους, γιατί είναι καλοφτιαγμένη, με ηθοποιούς που κάνουν καλή δουλειά, σε ένα σύνολο με κομψό περιτύλιγμα και αιφνίδια split-screen ( η οθόνη δηλαδή χωρίζεται σε τετράγωνα με παράλληλη δράση ) που αποσκοπούν στο να αποστασιοποιήσουν ή να ξεγελάσουν ότι εκεί ίσως κάτι διαφορετικό συμβαίνει. Δυστυχώς όμως, είναι μόνο ένα άδειο σχήμα. Η ταινία επιδεικνύει ακατάσχετη φλυαρία. Λόγια, συζητήσεις και λόγια ... για την γενετική, τα βλαστοκύτταρα, την ιατρική ηθική, την τέχνη και την αισθητική, την απαγόρευση ή μη της μουσουλμανικής μαντίλας στην Γερμανία και πάει λέγοντας... Μορφικά κατακλύζεται από αναφορές στην δημοφιλή κουλτούρα και συμβολισμούς, με τον εφευρετικό της πλούτο να υποχωρεί παράλληλα με την ένταση της αίσθησης ότι η ταινία πάσχει προχωρώντας προς το τέλος.
Η ταινία είναι σε γενικές γραμμές μια χαριτωμένα στεγνή, διανοητική κατασκευή με επινοημένες φιγούρες. Μια κατασκευή που προϋποθέτει ότι κάποιος θα πρέπει πριν να έχει καταπιεί κάποια πράγματα όπως π.χ. ότι μια σαρανταπεντάρα μένει έγκυος, ότι σε μια πόλη 3,5 εκατομμυρίων κατοίκων το ζεύγος - χωριστά - πέφτει πάνω στον Ανταμ και κάνουν και οι δυο σχέση μαζί του, ή ότι ο Σίμον, μετά από τουλάχιστον 30 χρόνια ετεροφυλόφιλων σχέσεων ανακαλύπτει την άλλη πλευρά του εαυτού του. Μια κατασκευή που όμως δεν δίνει στο «ΤΡΙΟ» δική του ζωή στον μύθο, έξω δηλαδή από τα στενά πλαίσια της ίντριγκας που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, με αποτέλεσμα να μειώνεται το ενδιαφέρον. Ο Τίκβερ αφηγείται με μη συμβατικό τρόπο τις καθοριστικές σχέσεις στην ζωή, αποφασισμένος να δείξει μόνο τα ευχάριστα σε μια σχέση, μόνο την πλευρά του να είσαι ερωτευμένος. Το να ζει κανείς σε ένα menage a trois όλο εκπλήξεις είναι βέβαια πολύ καλύτερα από μια θλιβερή σχέση. Αυτό δεν φαντάζει σαν πραγματοποιήσιμη εναλλακτική πρόταση αλλά σαν όνειρο. Και φυσικά κανείς μπορεί να ονειρεύεται όσο θέλει, τα όνειρα είναι τσάμπα. Βέβαια το φιλμ τελειώνει ακριβώς στο σημείο όπου αρχίζουν τα δύσκολα.
Υστερόγραφο: σύμφωνα με πληροφορίες της ταινίας, η Χάνα κατάγεται από την Αυστρία και ο Ανταμ από την DDR. Η γιαγιά του Ανταμ - μαθαίνουμε - έλεγε ότι οι Αυστριακοί είναι οι καλύτεροι ναζί. Τα στοιχεία αυτά παραμένουν μετέωρα στην ταινία ... Κι όμως, για να μπουν εκεί θα υπάρχει κάποιος λόγος!
ΡΙΖΟΣΠΑΤΗΣ

Seven Films είπε...

Τρεις χορευτικές φιγούρες προϊδεάζουν για το πνεύμα του φιλμ. Η Χάνα και ο Σίμον, ζευγάρι εδώ και είκοσι χρόνια, ερωτεύονται τον Ανταμ. Αυτό έχει να πει το φιλμ και αυτό λέει αναποδογυρίζοντας κοινωνικά μοντέλα και προσδοκίες για την ευτυχισμένη ζωή σε ατομικό επίπεδο. Οι πρωταγωνιστές του ερωτικού αυτού τριγώνου στην «menage a trοis» ιστορία της τελευταίας ταινίας του Τομ Τίκβερ, φαντάζουν μάλλον χαρακτήρες που σηκώνουν πανό με συνθηματολογία βγαλμένη από διατριβή τόσο περί των ετεροφυλόφιλων όσο και των ομοφυλόφιλων σχέσεων σαν έννοιες μάλλον κοινωνικής παρά βιολογικής τάξης. Η επιχειρηματολογία της ταινίας μπορεί να παρουσιάζει κάποιο γενικό ενδιαφέρον, όμως σαν στόφα για ένα στρατευμένο στις σχέσεις δράμα, μοιάζει ισχνό, επιφανειακό και αυθαίρετο.
Το «εγκεφαλικό» ζευγάρι Χάνα και Σίμον έχει για τα καλά περάσει το κατώφλι των 40, το κατά Δάντη, ήμισυ της ζωής τους. Τηλεπαρουσιάστρια εκείνη, μηχανικός τέχνης εκείνος. Ζουν στο Βερολίνο σε κουλτουριάρικο δρόμο, έχουν ενδιαφέροντα και συναναστροφές με επίκεντρο την κατανάλωση πολιτισμικών προϊόντων. Εχουν, απ' όσο φαίνεται, επιλέξει να μην αφεθούν να πέσουν σε ρουτινιάρικη μικροαστική ζωή με παιδιά κι υποχρεώσεις αλλά να παραμείνουν κάτοικοι του άστεως, καλλιεργημένοι, επιτηδευμένα σνομπ, ευφυείς και ευρηματικοί. Πάντως μοιάζει να μην έχουν καταφέρει να ξεφύγουν από το κοινότοπο δρομολόγιο το οποίο περιγράφει μια ανδρική φωνή off στην εισαγωγή της ταινίας: πρώτα έρωτας, μετά ρουτίνα, μετά θλίψη, μετά απιστία, μετά θεραπεία κλπ. κλπ. Τόσο η Χάνα όσο και ο Σίμον ερωτεύονται τον καταλύτη Ανταμ, την απεικόνιση της απελευθερωμένης, φιλελεύθερης σκέψης που δεν αφήνει στα άκαμπτα κοινωνικά πλαίσια να υπαγορεύουν τον έρωτα. Συμβάλλει βέβαια και η κρίση των 40 που πλανάται πάνω τους σαν φάντασμα αλλά και ο καρκίνος, πανταχού παρών, σε κάθε φάση της καθημερινότητάς τους, στην σχέση τους και στις προσωπικές τους ανάγκες. Παντού παρόν και το νούμερο τρία. Η άρρωστη μητέρα του Σίμον παίρνει 39 βάλιουμ, στις 9.03 το πρωί, στις τρεις Σεπτεμβρίου κλπ. κλπ.