Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Μελαγχολία του Λαρς Φον Τρίερ




Lars Von Trier

MELANCHOLIA

Μια όμορφη ταινία για το τέλος του κόσμου




Σενάριο και Σκηνοθεσία : Lars Von Trier

Φωτογραφια: Manuel Alberto Claro

Κοστούμια : Manon Rasmussen

Πρωταγωνιστούν:

Kirsten Dunst (Justine)

Charlotte Gainsbourg (Claire

Kiefer Sutherland (John)

Charlotte Rampling(Gaby)

John Hurt (Dexter)

Alexander Skarsgård (Michael)

Stellan Skarsgård (Jack)

Brady Corbet(Tim)

Και ο Udo Kier

Χωρα Παραγωγής: Δανία, Σουηδία, Γαλλία & Γερμανία

Ετος Παραγωής: 2010

Γλώσσα: Αγγλικά

Διάρκεια: 130 min.

Εγχρωμο

Digital Cameras Arri Alexa + Phantom

Ratio: 1: 2,35

Μορφή: 35 mm color / DCP

Ήχος: Dolby Digital 5.1.

Περίληψη:

Η Τζαστίν (Κίρστεν Ντανστ) και ο Μάικλ (Αλεξάντερ Σκάαρσγκαρντ) γιορτάζουν το γάμο τους με ένα πάρτυ στο σπίτι της αδερφής της (Σαρλότ Γκαίνσμπουργκ) και του άντρα της (Κίφερ Σάδερλαντ). Εντωμεταξύ, ο πλανήτης Μελαγχολία κατευθύνεται προς τη Γη...

Ο ΞΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ ΕΓΡΑΨΕ: ( ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ;)

(Οι κριτικοί του εξωτερικού, προσπαθούν να απαντήσουν).

Το τέλος του κόσμου σηματοδοτεί την αρχή μιας καινούργιας φάσης στην καριέρα του Τρίερ που με την συναρπαστική «Μελαγχολία» του αποτυπώνει την πιο ευγενική εκδοχή της καταστροφής του κόσμου που θα περίμενε κανείς από οποιονδήποτε σκηνοθέτη, πόσο μάλλον από τον ίδιο. VARIETY

http://www.variety.com/review/VE1117945258/

Το κακό παιδί των Κανών, δημιουργεί ακόμα ένα αριστούργημα. ΤΗΕ FILM STAGE

http://thefilmstage.com/2011/05/18/cannes-review-melancholia/

O Tρίαρ δημιουργεί έναν υπνωτιστικό και οπτικά συγκλονιστικό και συγκινητικό φιλοσοφικό διαλογισμό μετατρέποντας το είδος των ταινιών καταστροφής σε οικογενειακό δράμα. DAILY TELEGRAPH

http://www.telegraph.co.uk/culture/film/cannes-film-festival/8520943/Cannes-2011-Melancholia-review.html

O Tρίαρ έχει μετατραπεί σε έναν ενορχηστρωτή των ανθρώπινων φόβων και ανησυχιών, σε έναν τελετάρχη ενός ψυχολογικού τσίρκου, και η ‘Μελαγχολία’, παρά τις ατέλειες της, κατοικεί για καιρό το μυαλό σου, σαν ένα τρομαχτικό παραμύθι που σου διηγήθηκε ένας περίεργος θείος. SCREEN INTERNATIONAL

http://www.screendaily.com/reviews/latest-reviews/melancholia/5027778.article

O Tρίαρ δαμάζει τη σκηνοθετική του βιρτουοζιτέ προκειμένου να επιτρέψει στις δύο υπέροχες πρωταγωνίστριες του να επεκταθούν με όλη τους την ένταση…Οπτικά συναρπαστική, η «Μελαγχολία» του πετυχαίνει τους ‘παραπλανητικούς’ τις στόχους με σιγουριά και χωρίς φτηνές ευκολίες. MOVING PICTURES

http://www.movingpicturesnetwork.com/28031/melancholia-review/

Παρά τον θρηνητικό της τίτλο, η ταινία, είναι η δουλειά ενός ανθρώπου του οποίου η αργή ανάδυση από την προσωπική του κρίση, οδήγησε στη δημιουργία ενός συγκινητικού αριστουργήματος, σημαδεμένου από μία συγκλονιστική βαθύτητα οράματος. ΕΝΤERTAINMENT WEEKLY

http://insidemovies.ew.com/2011/05/18/cannes-film-festival-lars-von-trier-melancholia-terrence-malick/

Ένα σκοτεινό αποκαλυπτικό αριστούργημα… Ο Τρίαρ αναπτύσσει με υπνωτιστικό χτίσιμο αγαπημένα του μοτίβα ανυψώνοντας τα στο επίπεδο του επικού. INDIEWIRE

http://www.indiewire.com/article/cannes_review_with_melancholia_lars_von_trier_delivers_a_dark_apocalyptic_m/

Βγήκαμε αποσβολωμένοι από την προβολή της ταινίας, έχοντας ξεχάσει όλες μας τις προκαταλήψεις και προσπαθώντας να συγκρίνουμε ή να φέρουμε σε αντιπαράθεση τον υπνωτιστικό στοχασμό του Τρίαρ με την επική διαβεβαίωση του Μάλικ στο “Δέντρο της Ζωής»… Ένα πραγματικό φιλμ του σκοτεινού πρίγκιπα Τρίερ, ο οποίος μπορεί να είναι ένας εγωμανιακός που αυτοϊκτίρεται, αλλά δεν παύει να είναι και ένας ανεπανάληπτος, διεστραμμένος καλλιτέχνης, και τονίζω αυτήν την τελευταία λέξη, που είναι ο μόνος ο οποίος θα μπορούσε να σκηνοθετήσει το τέλος του κόσμου όχι με μια έκρηξη αλλά με τη μουσική του Βάγκνερ. – TIME OUT NEW YORK

http://newyork.timeout.com/arts-culture/film/1426991/cannes-2011-melancholia

Μια ταινία που είναι ταυτόχρονα χάρμα οφθαλμών, ατμοσφαιρικά σκυθρωπή και κατά κάποιο τρόπο σκυθρωπά αστεία. Ο ίδιος ο Τρίαρ δήλωσε πως η ταινία του είναι μια κωμωδία. Συμφωνώ. …Η Μελαγχολία μοιάζει με έναν βαρύ αναστεναγμό, ένα χάζεμα θαυμασμού απέναντι στο τρομακτικό θαύμα των πάντων…και είναι σίγουρα, ότι πιο κοντινό θα μπορούσε να κάνει ο Τρίαρ σε ζεστή αγκαλιά απέναντι στο κοινό του. MOVIELINE

http://www.movieline.com/2011/05/cannes-review-melancholia.php

Το τέλος του κόσμου είναι κοντά μας λέει ο Τρίερ και όπως θυμάστε και από τον Άμλετ, οι Δανοί ξέρουν πολύ καλά να διαισθάνονται τις επικείμενες καταστροφές… Μια πανέμορφη ταινία τέχνης που αξίζει 4 στα 5. EVENING STANDARD

http://www.thisislondon.co.uk/film/review-23951335-cannes-film-festival-melancholia-is-a-beautiful-looking-art-movie.do

Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Ήταν σα να ξυπνούσα από όνειρο: η παραγωγός μου, μου έδειξε την πρόταση για την αφίσα. «Τί είναι αυτό; » ρώτησα. « Μια ταινία σου », απαντά εκείνη. « Ελπίζω πως όχι», μουρμούρισα. Βλέπω τρέιλερ, φωτογραφίες. Φαίνεται χάλια. Είμαι συντετριμμένος.Μη σχηματίσετε λάθος άποψη... δουλεύω για αυτή την ταινία δύο χρόνια. Με μεγάλη ευχαρίστηση. Ίσως όμως παραπλάνησα τον ίδιο μου τον εαυτό. Μπήκα σε πειρασμό. Όχι ότι έκανε κάποιος κάτι λάθος, αντιθέτως όλοι δουλέψανε πιστά για την επίτευξη του στόχου που έθεσα εγώ. Αλλά όταν η παραγωγός μου, μου δείχνει τα στεγνά γεγονότα, νοιώθω μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά μου.

Είναι μια γυναικεία ταινία! Είμαι έτοιμος να την απορρίψω σαν κακό μόσχευμα.

Όμως τι είναι αυτό που ήθελα εξαρχής; Αποφάσισα να βουτήξω στα βάθη του γερμανικού ρομαντισμού. Αυτό ξέρω μόνο. Αλλά αυτό δεν είναι άλλος ένας τρόπος να παραδεχτώ την ήττα μου; Ήττα έως τους χαμηλότερους κινηματογραφικούς κοινούς παρονομαστές. Ο ρομαντισμός κατακρεουργείται με όλους τους κοινότοπους τρόπους σε εμπορικά προϊόντα. Και πρέπει να παραδεχτώ, είχα πολύ καλές και αγαπημένες σχέσεις με το ρομαντικό σινεμά.. και για να δηλώσω το αυτονόητο: το Βισκόντι!

Γερμανικός ρομαντισμός που σου κόβει την ανάσα. Αλλά για το Βισκόντι, υπήρχε πάντα κάποιο στοιχείο που τον έθετε πέρα από τα τετριμμένα—που το μετέτρεπε σε αριστούργημα!

Έχω μπερδευτεί κι αισθάνομαι ένοχος. Τί έχω κάνει;

Ελπίζω μόνο να υπάρχει κάτι που μπορεί να προκαλέσει ρίγος μέσα σε όλο αυτό... Κλείνω τα μάτια μου κι ελπίζω!

Λαρς Φον Τρίερ, Κοπεγχάγη, 13 Απριλίου 2011.

O TΡΙΑΡ,

ΟΙ ΚΑΝΕΣ,

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ,

Η MELANCHOLIA, ΚΑΙ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Όταν ο ποιο προκλητικός art σκηνοθέτης, κατεβαίνει στο φεστιβάλ των Κανών με μια ταινία, που ο ίδιος δηλώνει, πως «φοβάμαι πάρα πολύ ότι παραείναι καλόψυχη», η ταινία αυτή, διαθέτει ένα από τα πιο λαμπερά διεθνή cast που ο τρομερός Δανός συγκέντρωσε ποτέ στην καριέρα του, και είναι η πρώτη φορά που τον φέρνει αντιμέτωπο με το είδος της φαντασίας και της καταστροφής, καταλαβαίνεις ότι κάτι θα συμβεί. Ειδικά όταν αυτή η συγκεκριμένη ταινία, γυρίστηκε αμέσως μετά τον ανεξέλεγκτο, αριστουργηματικό και για άλλους ανυπόφορο «Αντίχριστο» του, που στοίχισε στην Σαρλότ Γκένσμπουργκ την κλειτορίδα της, στη διαβόητη σκηνή του αυτοτραυματισμού της, αλλά της απέφερε το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας, συνοδευόμενο από την αξέχαστη φράση που η ίδια απεύθυνε μετά τη βράβευση της, στον πατέρα της Σερζ Γκένσμπουργκ, «πατέρα, ελπίζω να σε σόκαρα.» Κι αυτό το κάτι συνέβη, μετά την ανακήρυξη του σκηνοθέτη σε ανεπιθύμητη περσόνα από το φεστιβάλ, εξαιτίας των υποτιθεμένων φιλοναζιστικών δηλώσεων του στη συνέντευξη τύπου για το «Melancholia», αλλά δεν κατάφεραν να στερήσουν από την Κίρστεν Ντανστ αυτή τη φορά, το βραβείο της γυναικείας ερμηνείας. Γιατί το πόσο μισογύνης όπως τον κατηγορούν οι πολιτικά ορθοί επικριτές του είναι ένας άνθρωπος που επί δύο συνεχόμενες ταινίας, οι πρωταγωνίστριες του, φεύγουν βραβευμένες από το μεγαλύτερο φεστιβάλ του κόσμου, είναι τόσο αληθινό με το πόσο είναι τελικά στ’ αλήθεια ναζιστής. Σε μόνιμη κόντρα με την υποκριτική πολιτική ορθότητα της σινε κοσμικοσύνης, αυτή τη φορά, ο πολυβραβευμένος δημιουργός, αποφάσισε να τεστάρει τις αντοχές του κόσμου, με ένα προκλητικό, ακραίο αστείο, που αναφερόταν στην εβραϊκή ταυτότητα της συμπατριώτισσας του Σούζαν Μπίερ που κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας, δηλώνοντας αυτολεξεί, «νόμιζα πως ήμουν εβραίος για πολύ καιρό, και ήμουν πολύ ευτυχισμένος με αυτό. Ως τη στιγμή που ήρθε στο προσκήνιο η Μπίερ και σταμάτησα να είμαι ευτυχισμένος. Και κατάλαβα ότι δεν είμαι εβραίος. Αν ήμουν εβραίος, θα ήμουν κάτι σαν νεοεβραίος, ένας εβραίος νέου κύματος, και πραγματικά ήθελα πολύ να είμαι εβραίος αλλά στην πορεία ανακάλυψα ότι είμαι ναζί, γιατί η οικογένεια μου έχει γερμανική καταγωγή κι αυτό μου έδωσε μια κάποια ευχαρίστηση. Τι μπορώ να πω; Καταλαβαίνω τον Χίτλερ…Έκανε κάποια λάθη πράγματα και δεν είναι ακριβώς αυτό που θα αποκαλούσες «καλό παιδί» αλλά τον κατανοώ. Δεν εννοώ πως είμαι υπέρ του Β Παγκοσμίου πολέμου, ούτε πως είμαι εναντίον των εβραίων. Είμαι υπέρ των εβραίων αλά όχι και τόσο γιατί το Ισραήλ είναι κακό σπυρί στον κώλο.» Για να καταλήξει πως στα αμέσως επόμενα σχέδια του είναι μια ταινία πορνό, με πρωταγωνίστριες τις Κίρστεν Ντανστ και την Σαρλότ Γκένσμπουργκ και μια ταινία γύρω από την Τελική Λύση, και την εξόντωση των εβραίων. Εννοείται πως σε χρόνο μηδέν τα διεθνή μίντια πήραν φωτιά, κατηγορώντας τον για φιλοναζιστικές δηλώσεις, ανακαλύπτοντας φωτιά, κάπου που όχι μόνο δεν υπήρχε καπνός, αλλά σκέτος, προκλητικός σαρκασμός. Που δεν χρειάζεται ιδιαίτερος κόπος να καταλάβεις, διαβάζοντας ολόκληρη την δήλωση του και όχι απομονώνοντας τη φράση «είμαι ναζί», ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία ακόμα προσκηνοθετημένη επίδειξη της ιδιαίτερης του τρελής, ιδιοφυϊας και επίθεση στον καθωσπρεπισμό, όπως όταν οι αριστουργηματικοί «Ηλίθιοι» του τον είχαν φέρει υπόλογο απέναντι στις οργανώσεις των δικαιωμάτων των ατόμων με νοητική στέρηση. Το να κατηγορήσεις μια πολυσχιδή, ιδιοφυή περσόνα όπως ο Τρίαρ για ναζιστή, είναι σαν να μην έχεις την παραμικρή επαφή με το σύνολο του έργου του. Σε μια μακρόχρονη καριέρα ταινιών και δηλώσεων αυτοϋπονόμευσης, που κορυφώθηκε θριαμβευτικά τόσο με την εντυπωσιακή «Μelancholia» του, όσο και με τις δηλώσεις του ίδιου γι αυτήν: «Ήθελα να κάνω μια mainstream ταινία, εμπνευσμένη από την εικονογραφία του γερμανικού ρομαντισμού, που να έχει όμως και μια αιχμή, μια ανατροπή. Παρ’ όλα αυτά, όσο και αν είμαι ικανοποιημένος από την ταινία μου, δεν μπορώ να ότι δεν μου λείπει μια κομμένη κλειτορίδα από αυτό το φιλμ» δήλωσε ο ίδιος, για να εισπράξει με το γνωστό βρετανικό χιούμορ, από τον συντάκτη του περιοδικού Empire, το σχόλιο, «γέρασες και μαλάκωσες». Σχόλιο που αρκεί για να τον έχει βάλει ήδη στην πρίζα να καταστρώνει την επόμενη του επίθεση στον καθωσπρεπισμό. Που όποια και να είναι αυτή, σιγά μην αφήσουν οι Κάνες το ενδεχόμενο του να έχουν σε αποκλειστικότητα, τον ντόρο της. Γιατί μπορεί να τον ανακήρυξαν ανεπιθύμητο αλλά με την τακτική του «νίπτω τας χείρας μου», όχι μόνο δεν τόλμησαν να αποκλείσουν μία από τις καλύτερες ταινίες του φετινού τους προγράμματος, αλλά της χάρισαν και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας. Εφ’ όσον στην Κρουαζέτ, κανείς δεν είναι ανεπιθύμητος, όσο μπορεί να συγκεντρώνει τις κάμερες και το ενδιαφέρον των δημοσιογράφων πάνω του. Κι αυτό τόσο ο Τρίαρ, όσο και το φεστιβάλ των Κανών, το ξέρουν πολύ καλά.

Τασος Θεοδωρόπουλος



ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ :

Melancholia [4/5]

Μια γαμήλια δεξίωση καταστρέφεται, ένας μυστηριώδης πλανήτης απειλεί να συγκρουστεί με τη Γη. Ποιο από τα δύο συμβολίζει καλύτερα το τέλος του - θνητού μας - κόσμου;

Ένας καταιγισμός αφηρημένων εικόνων (με σαφή πηγή έμπνευσης ή αναφορές σε ζωγραφικά έργα τέχνης, από τους «Κυνηγούς στο Χιόνι» του Μπρούγκερ μέχρι την «Οφηλία» του Μιλέϊ, μεταξύ άλλων), ενορχηστρωμένος πάνω στη δραματικά λυρική εισαγωγή της όπερας του Βάγκνερ «Τριστάνος και Ιζόλδη», σου τεντώνει τα βλέφαρα για οκτώ περίπου λεπτά, μέχρι το δυσοίωνο πλάνο της σύγκρουσης δύο πλανητών στο διάστημα. Ο τίτλος του φιλμ και το όνομα του Λαρς Φον Τρίερ αποτελούν μια συνοριακή γραμμή, ανάμεσα στο οπτικό μεγαλείο αυτού του προλόγου και την υπόλοιπη ταινία, η οποία ακολουθεί ένα ολότελα ρεαλιστικό μονοπάτι αισθητικής και αφήγησης. Μερικές από τις εικόνες αυτού του... αδιέξοδου «προλόγου» θα καταφέρουν να εισχωρήσουν στο σύμπαν της πλοκής της «Melancholia», δίχως το πέπλο του εφετζίδικα ονειρικού ή φανταστικού. Η σημειολογία, πιθανότατα, κάνει πάρτι μέσα σ’ αυτά τα οκτώ λεπτά. Ακόμη πιο πιθανό, όμως, είναι ο Τρίερ να γελά πίσω από την πλάτη μας με τούτη τη σεκάνς - σπαζοκεφαλιά, για την οποία δεν θα πάρουμε ποτέ απάντηση.

Τζαστίν. Μέρος πρώτο. Νιόπαντρο ζευγάρι (η σχεδόν σε κατάσταση trance Κίρστεν Ντανστ και ο Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ φορώντας μια μούτα αλά Τζιμ Κάρεϊ), εμφανώς ανώριμο και χαζοχαρούμενα κεραυνοβολημένο (κάποιοι θα το αποκαλούσαν ερωτευμένο...), προσεγγίζει με τεράστια λιμουζίνα την έπαυλη, στην οποία θα τελεστεί μια εντυπωσιακά στημένη γαμήλια δεξίωση. «Enjoy it while it lasts», εύχεται με περίσσια δόση σαρκασμού, όντας χωρισμένη, η μητέρα (πάντα αγέρωχη και βαθιά εσωτερική η Σαρλότ Ράμπλινγκ) της νύφης, αφήνοντας το θεατή να «απολαύσει» μια σειρά από απανωτές ατυχίες διαπροσωπικών σχέσεων, που μοιάζουν με αμερικανοποιημένη παρωδία της «Οικογενειακής Γιορτής» (η πρώτη ταινία της «φούσκας» που άκουγε στο όνομα Δόγμα), σε μορφή ωριαίου επεισοδίου τηλεοπτικής σειράς του ΗΒΟ. Το δυσλειτουργικό και οι νευρώσεις είναι στη διαπασών, ο Τρίερ σίγουρα αυτο-ψυχαναλύεται από τη θέση του σεναριογράφου και τα πάντα πάνε κατά διαόλου. Ο θεσμός της οικογένειας, το νόημα του να παντρεύεται κανείς, κάθε έννοια που σχετίζεται με τη διαιώνιση του είδους μας. Το κοινωνικά ιδεατό, η παράδοση του μοντέλου ζωής, το πολιτισμένα αποδεκτό, όλα συνθλίβονται σταδιακά, παράλληλα με ενδείξεις της φύσης για τον ερχομό ενός μεγάλου κακού. «What did you expect?», καταλήγει να πει η νύφη, σαν σε μνημόσυνο, λίγη ώρα πριν ξημερώσει... το δεύτερο μέρος.

Το κωμικοτραγικό χάνει το πρώτο του συνθετικό με την εμφάνιση του τίτλου - ονόματος της Κλερ, αδελφής της Τζαστίν, συζύγου, μητέρας, μεγαλοαστής και... αλώβητης από την εκδικητική μανία του Τρίερ! Η Κλερ σκέφτεται διαρκώς και φοβάται το μοναδικό πράγμα που θα έπρεπε να προβληματίζει τους πάντες, από το προηγούμενο βράδυ. Ο πλανήτης Μελαγχολία, που έγινε απότομα ορατός από τη Γη σαν δεύτερο φεγγάρι, μας πλησιάζει απειλητικά και η επαφή με τον πολιτισμό, τον «έξω» κόσμο, χάνεται ολοκληρωτικά (αντίο τηλεπικοινωνίες, αντίο ηλεκτρικό ρεύμα). Η Κλερ φοβάται τη Φύση. Και εμείς, για να συμπληρώσουμε την αποστασιοποιημένη εικόνα του - μη ορατού - χάους, γνωρίζουμε τι εστί φύση του ανθρώπινου είδους. Μπροστά στον κίνδυνο, στο ενδεχόμενο του ερχομού του τέλους του κόσμου (μας), ο θεατής απομονώνεται από συναισθήματα και βιώνει... την απόλυτη μοναξιά του. Ο μισανθρωπία του Τρίερ γιορτάζει. Είμαστε μόνοι στο σύμπαν και μόνοι θα πεθάνουμε. Δε θα λείψουμε από κανέναν και κανείς δε θα μας θυμάται. Καμία πίστη, κανένα έλεος, καμιά συγχώρεση. Στάχτη.

Στον αντίποδα των χολιγουντιανών ταινιών καταστροφής, όπου το τέλος συνοδεύεται από λυτρωτικά και πανανθρώπινα μηνύματα, ο Λαρς Φον Τρίερ σου λέει κατάμουτρα πως όλα αυτά είναι σκατά (όπως και η ίδια σου η ύπαρξη, πάνω κάτω) και επιφυλάσσει για το κλείσιμο του «Melancholia» στιγμές που θα σε κάνουν να αισθανθείς γυμνός μέσα στην αίθουσα, με το οξυγόνο να λιγοστεύει θανάσιμα, για σένα και τους γύρω σου. Ως ένας από τους μεγαλύτερους υβριστές της Τέχνης του κινηματογράφου, αλλά και της ζωής της ίδιας, ο Τρίερ έχει ξανά το δικαίωμα να σου γαμήσει την ψυχή, να σου κλωτσήσει κάθε καλοσύνη και να σου θυμίσει, επιτέλους ξανά, πόσο μεγάλο είναι το σινεμά του και γιατί τον χρίσαμε Δημιουργό. Το μόνο πράγμα που στερεί από την ταινία του τον τίτλο του αριστουργήματος είναι το γεγονός πως... η ζωή συνεχίζεται. Τι ειρωνεία κι αυτή.

Ηλίας Φραγκούλης www.cinemad.blogspot.com

2 συγγραφείς σχολιάζουν με αφορμή την ¨Μελαγχολία" του Λαρς Φον Τρίερ

Ο Λαρς φον Τρίερ διακρίνεται από μια ύπουλη ιδιότητα ως σκηνοθέτης. Εκεί που νομίζεις πως κάποια απ’ τα πλάνα του τα έχεις ξαναδεί, κάποιες απ’ τις ατάκες που εκστομίζουν οι πρωταγωνιστές ίσως τις έχεις ξανακούσει, κάποια απ’ τα υλικά του κόσμου που επιχειρεί να στήσει τα έχεις ξαναγευτεί, μια επίκληση σε κάτι αόριστα μεταφυσικό να κάνει και ξαφνικά καταφέρνει όλα ν’ αποκτήσουν τη δική τους, ανεξάρτητη υπόσταση.

Το σκεφτόμουν έντονα αυτό βλέποντας τη Melancholia πριν από μερικές μέρες. Εδώ, σε αντίθεση με τον παροξυσμικό Αντίχριστο, οι τόνοι έχουν πέσει. Δεν είναι πως το πρωτοφανές πεδίο των ανθρώπινων εντάσεων σταμάτησε ν’ αποτελεί δεξαμενή για τον Τρίερ όσο το ότι το κέντρο βάρους του σ’ αυτή την ταινία έχει μετατοπιστεί στην κινηματογράφηση μιας βασικής έλλειψης της σύγχρονης ζωής, της έλλειψης νοήματος.

Προτού, ωστόσο, επικρατήσει οριστικά στην οθόνη η νιχιλιστικά κατάμαυρη οπτική του καταθλιπτικού Λαρς, έχουμε διαβεί ως θεατές ένα εξαιρετικά δομημένο πεδίο σπάνιας αισθητικής ομορφιάς κι εκλογίκευσης. Η ηρωίδα του, η Τζάστιν, νιώθει πως η ζωή που κάνει δεν έχει απολύτως κανένα νόημα. Κατ’ εξακολούθηση ή όχι, συνειδητά ή ασυνείδητα, ρηχά ή βαθύτερα, καθημερινά ή πιο αραιά, η έλλειψη του νοήματος την κατατρώει από πλάνο σε πλάνο.

Τι σημασία έχει, στ’ αλήθεια, αν η Γη καταστραφεί απ’ τον μετωνυμικό πλανήτη με τ’ όνομα Μελαγχολία; Δεν είναι η μόνη που το σκέφτεται άλλωστε, ούτε καν ο Τρίερ που της έβαλε κυριολεκτικά τα λόγια στο στόμα. Χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά, κολυμπώντας ανάμεσα στις κρίσεις και τη θάλασσα της χημικοφαρμακευτικής ματαιοδοξίας, το ίδιο σκέφτονται. Όλα είναι μάταια κι εμείς τόσο ευάλωτοι κι ανυπεράσπιστοι για να τα βάλουμε με το χάσιμο του νοήματος σε όλα τα επίπεδα της σύγχρονης ζωής.

Η Τζάστιν, βέβαια, είναι νέα κι όμορφη και όσο κι αν ο κόσμος της είναι εσωτερικά διαλυμένος, τόσο το γλυκανάλατο του αυτοσαρκασμού της όσο κι η ειρωνική αντιστροφή που τη βάζει ο Τρίερ ανά στιγμές να κάνει αποδραματοποιούν κάπως την κατάσταση. Ωστόσο, εμείς ως θεατές το ξέρουμε πως είναι κάπως τρελό να σνομπάρεις αυτό που ακούραστα σε προειδοποιεί για εκείνο που πρόκειται να ‘ρθει.

Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ ένιωσα, παρακολουθώντας αυτό τον πανέμορφο, καταθλιπτικό ύμνο, πως όλα, ανά περιόδους,

όντως είναι μάταια. Βλέπουμε τον εαυτό μας να τα καταφέρνει ή να βουλιάζει, να αισθάνεται τη νιότη και τον έρωτα που περνάνε και αφήνουν τα πάντα ή τίποτα, αγκαλιάζουμε με έκδηλο πάθος ό,τι μας φτύνει στα μούτρα, γινόμαστε συνήθως ό,τι απευχόμαστε και καταλήγουμε σχεδόν γριφωδώς νεκροί.

Ποιο το νόημα;

(Δεν έχω ιδέα γιατί ρωτάω...)

ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ (Lifo)

Μετά τον ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ είχα πια ολοκληρώσει την άποψή μου για τις εικαστικές αναφορές του Λαρς φον Τρίερ:"Στην παράδοση του Γκρήναγουέι και με απόηχους του άθεου Υπαρξισμού του δανού Σέρεν Κίργκεγκωρ, αποδοσμένη εκπληκτικά με την κινηματογραφική γλώσσα, με εικαστικές μνήμες από τον Ιερώνυμο Μπος, τον Γκρύνεβαλντ και τους φλαμανδούς και ιταλούς ζωγράφους της αντιμεταρρύθμισης, με μανιέρα δανεισμένη από (και αφιερωμένη εις)τον Αντρέι Ταρκόφσκι, με κινηματογραφικές μνήμες του "Αντίο Πίθηκε" του Φερρέρι και του Μπέργκμαν, καθώς και με σαφείς αναφορές στον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη,(...) συμφιλιωμένος με τους απαγορευμένους καρπούς της γήινης χλωρίδας, σε μιαν Εδέμ που βρίθει της γυναικείας παρουσίας, μόνος μεταξύ των θυμάτων του. "Σήμερα θα συμπλήρωνα ευθαρσώς: ...με σταθερές αναφορές στο γερμανό Γκρύνεβαλντ, στον Μπρίγκελ, στην Οδύσσεια του Διαστήματος του Κιούμπρικ και φυσικά στον Ταρκόφσκι (ΣΟΛΑΡΙΣ),στον Καραβάτζιο και στον Douanier Rousseau, με μια διεισδυτική ματιά στο κείμενο της "Αποκάλυψης" του Ιωάννη και με απόλυτη επίγνωση της αισθητικής της Μελαγχολίας του Ντύρερ και των μελαγχολικών δομών ενός δυτικού κήπου ανακτόρου σαν τις Βερσαλλίες, με αίσθηση αναφοράς σε όλα τα νεοευρωπαϊκά εικαστικά δεδομένα, ο Τριερ κάνει το κύριο δοκίμιό του πάνω στην ΙΔΙΑ την έννοια της Μελαγχολίας".Μια ταινία, όταν κι εφόσον κρίνεται(πράγμα που δεν βρίσκω απαραίτητο), κρίνεται από το νόημά της, δηλαδή το περιεχόμενο που Η ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΦΟΡΜΑ αποδίδει στο μήνυμα του σεναριογράφου/σκηνοθέτη. Με αυτήν την προσέγγιση, η καλύτερη ταινία του Trier είναι OI ΗΛΙΘΙΟΙ , γιατί έχει τη φρεσκάδα του πειραματισμού. Όντως το Χορεύοντας στο Σκοτάδι λέει λίγα πράγματα. Όσο για το ότι σοκάρονται κάποιοι από τη σκηνή του αιμοσταγούς αυνανισμού στον Αντι-Χριστό, αυτό οφείλεται στο ότι δεν αποστασιοποιούνται. Επίσης δεν νομίζω ότι σοκάρει κανέναν, γιατί το φιλμ είναι απολύτως εγκεφαλικό. Ξανά το ίδιο μοτίβο θυσίας για τον έρωτα που συναντήσαμε στο Breaking the Waves, θυσίας για την αγάπη που συναντήσαμε στο Dancer in the Dark, θυσίας για τον άλλο που συναντήσαμε στο Dogville. Με την animatronic φωνή της αλεπούς να απειλεί "Chaos reigns!"η ταινία εντάσσεται στο πάνθεον της Υψηλής Τέχνης. Το ζευγάρι He (Willem Dafoe) και She (Charlotte Gainsbourg)κάνει έρωτα υπό τον ήχο της άριας του Handel ενώ το μωρό τους σκοτώνεται πέφτοντας από το παράθυρο:ο ορισμός της Τραγωδίας! Ο θεραπευτής σύζυγος επιμένει η γυναίκα του να βιώσει τη Θλίψη της ως πρώτο απαραίτητο στάδιο, το οποίο θα διαδεχθούν στο τέλος ο Πόνος και η Απόγνωση. Με την επιστροφή τους στον αρχετυπικό τόπο των φόβων της(το εξοχικό σπίτι της Εδέμ)αρχίζει η απώλεια ελέγχου, ο αφανισμός της ορθής λογικής, η απανταχού παρουσία του Θανάτου, η κατάδυση στο ασυνείδητο και τους αρχέγονους φόβους μας. Mια διατριβή με θέμα τον βασανισμό του γυναικείου φύλου μένει στη μέση, γιατί οι φοβίες της επίγειας Εδέμ συνίστανται στην απομόνωση από τους καρπούςτης γης, το χώμα, το ρυάκι, το βατόμουρο, τα ζώα. Στη θεραπεία που επιχειρεί ο κόσμος των ανδρών η μόνη απόληξη δεν είναι η επανεύρεση του σεξ με το άλλο φύλο(αυτή είναι ενοχική!), αλλά η απόπειρα αφανισμού κι ευνουχισμού του από τη γυναίκα. Αυτή η απόπειρα δεν αφήνει στον άνδρα άλλο περιθώριο, παρά μόνον την κατάργηση της γυναίκας μέσα του! Πνιγμός, στραγγαλισμός, ένταξη της μέσα του γυναίκας στο σκηνικό της παραμυθένιας χλωροφύλλης, της εμψυχωμένης από γενεές και γενεές σπαραγμένων γυναικών/μαγισσών. Ως άλλος Πενθέας και ως το ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟ του βιβλικού Αδάμ/Ιησού, ο άντρας θεραπευτής (σαμάνος) έρχεται λυτρωμένος από το βασανισμό του να συναντήσει τα ζώα, τους καρπούς της γης, τη χλωροφύλλη, καθώς και τις Μαινάδες/Εύες/αφανισμένες γυναίκες της ανθρώπινης ιστορίας, που τελικά τον ΙΚΕΤΕΥΟΥΝ (beggars) να μην τις αφήσει μόνες, να τις ελεήσει με την παρουσία του ως Σωτήρος.Στον ΑΝΤΙ-ΧΡΙΣΤΟ του Λαρς φον Τρίερ όλος ο ευρωπαϊκός εγκζιστανσιαλισμός αποκαλύπτει την αθλιότητά του πολιτισμού μας. Η πυρηνική μας οικογένεια απομυθοποιείται. Η γυναικεία φιγούρα εκπροσωπεί την φύση στην απόλυτη αντιπαράθεσή της προς τον ορθολογισμό (σύζυγος θεραπευτής που αποποιείται τον Φρόυντ), ενώ σε ένα παιχνίδι ρόλων αποκαλύπτεται η εναλλαγή της πραγματικότητας με την ψευδαίσθηση. Όλος ο ενοχικός δυτικός πολιτισμός παρελαύνει με άξονα τη θεματική του σεξ ως πηγής της ενοχής, πράγμα που ανοιχτά δηλώνεται με τον τελετουργικό ευνουχισμό και την κλειτοριδεκτομή. Ο Roger Ebert στην κριτική του υποστήριξε το "τερατώδες" που κατά τη γνώμη του χαρακτηρίζει την ταινία. "Ποτέ άλλοτε-το βλέπαμε και δεν το πιστεύαμε-ένας άντρας και μια γυναίκα που είναι ζευγάρι δεν επέβαλαν τόσο πόνο ο ένας τον άλλον στον κινηματογράφο(...) Ο Von Trier χρησιμοποιεί την βία ως παράγοντα σωτηρίας." Μετά τον "Αντίχριστο", ήλθε η ώρα της "Μελαγχολίας": μια γυναίκα κινείται αργά τυλιγμένη στη χλωρίδα του "Αντίχριστου", ενώ ένας πλανήτης πρόκειται να συγκρουσθεί με τη Γη: αυτός είναι ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ!

Μεγαλοφυές....

Νίκος Ξένιος


13 σχόλια :

Seven Films είπε...

Η "ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ" είναι ένα ακόμα φιλμ του Λαρς Φον Τρίερ που στοχεύει στην πρόκληση πέρα από την καταπληκτική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί σε μια ταινία όπου ένας πλανήτης (κρυμμένος πίσω από τον Ήλιο) με το όνομα "MELANCHOLIA" έρχεται να χαλάσει τον γάμο τον κεντρικών ηρώων καθώς κατευθύνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς την Γη. Η ξαφνική αυτή διαπίστωση δημιουργεί την εντύπωση πως οι ...μέρες μας είναι μετρημένες. Θα έρθει η συντέλεια του σύμπαντος, συνεπικουρούμενη από την αποσύνθεση της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων;

Κάθε ταινία του Δανού δημιουργού είναι μια πρόκληση για συζήτηση, πόσο μάλλον όταν ισχυρίζεται αυτή την φορά πως ό,τι βλέπουμε, είναι και η πιο εμπορική του δουλειά! Δεν θα το έλεγα, καθώς διπλα σ' αυτό το μάλλον σκοτεινό θέμα, εγώ βλέπω κρυμμένη μια φοβερή διάθεση μαύρου χιούμορ, και ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι, με την καινούργια μούσα του την Κίρστεν Ντανστ. Σίγουρα λιγότερο ακραία προβοκατόρικο από τον παγανιστικό, ταρκοφσκικό "ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ", που δεν μπορεί να μας αφήσει αδιάφορους.

Ο ίδιος ο Τρίερ τόνισε στην συνέντευξη τύπου : "Πράγματι όλο αυτό έχει ένα νόημα καθώς ναι μεν ο πλανήτης "MELANCHOLIA" κατευθύνεται για να καταστρέψει και την Γη πέρα από έναν γάμο, αλλά από την άλλη μεριά, δεν θα πεθάνουμε όλοι, τελικά! Αυτό δεν είναι το θέμα; (μισογελώντας)".

Επίσης ανέφερε ότι ο ίδιος είχε περάσει πολλές καταθλιπτικές κρίσεις, καθώς τον θυμάμαι με τρεμάμενα χέρια να απαντάει στο μικρόφωνο στις Κάννες πριν δυό χρονια. Είναι ένα θέμα τον οποίο τον απασχολεί και φυσικά το βγάζει και στην οθόνη, τουλάχιστον με αυτό το σαρδόνιο αφοπλιστικό τρόπο του.

Η Σαρλότ Γκένσμπουργκ τόνισε πως μόνο από τον "ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ" και μετά κατάλαβε πως δουλεύει, καθώς στον Δανό δημιουργό αρέσει παρ πολύ να αφήνει κάποια σημεία κρυμμένα, έτοιμα να αποκαλυφθούν μέσα στην πορεία του φιλμ.

Γοητευμένη εμφανίστηκε και η Κίρστεν Ντανστ, από την προσπάθεια του Τρίερ να αποτυπώσει όλο το κλίμα που κυριαρχούσε μέσα του και να μπορέσει να το σχηματοποιήσει στην εικόνα ενός γιγαντιαίου πλανήτη που κατευθύνεται για να καταστρέψει τη Γη.

Τέλος ο Δανός δημιουργός εντείνοντας την αίσθηση του απρόβλεπτου και της "καταστροφικής" αυτοκριτικής που τον χαρακτηρίζει, δήλωσε πως τώρα που ολοκλήρωσε και πρόβαλλε την ταινία του στο 64ο Φεστιβάλ Καννών, συνειδητοποιεί πως δεν του άρεσε καθόλου η ύπαρξη του ρομάντζου! Η μουσική μόνη της θ' αρκούσε... είπε.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΑΟΥΖΑΙΟΣ www.myfilm.gr

mahler76 είπε...

αν και μέγας μαλάκας ο Τρίερ θα την δούμε κι αυτή την ταινία του γιατί τις ταινίες του τις αγαπάμε :)

Seven Films είπε...

Αφήνοντας στην άκρη το ανόητο «σούσουρο» των Καννών, η «Μελαγχολία» του Τρίερ στέκει ως η πιο ειλικρινής ταινία του εδώ και χρόνια. Δείτε τα τρέιλερ των ταινιών της εβδομάδας.

Μελαγχολία. Ελληνικότατη λέξη. Ακούστηκε για πρώτη φορά τον 5ο αιώνα από τον Ιπποκράτη για τη «μέλαινα» (δηλαδή «κατάμαυρη») «χολή» στο συκώτι - θα έπρεπε όμως να περάσουν άλλοι εννέα αιώνες ώσπου οι επιστήμονες να αναφερθούν σ' αυτήν ως ψυχική ασθένεια. Ο Ρόμπερτ Μπάρτον ήταν αυτός που με την «Ανατομία της Μελαγχολίας» (που εξέδωσε το 1621) μίλησε καθαρά για τον δυισμό της: από τη μια, έγραψε, μιλάμε για την επιτομή της παράνοιας, από την άλλη όμως και για διανοητική υπεροχή, για μια σπάνια καλλιτεχνική ευαισθησία.
Σαν να μιλούσε για τον ίδιο τον Τρίερ. Τόσες και τόσες εξίσου «κατάμαυρες» ταινίες έχει σκαρώσει ο τρομερός αυτός Δανός, καιρός ήταν να βαφτίσει μία εξ αυτών «Melancholia». Γιατί, προφανώς, ο τίτλος της υπέροχης νέας δουλειάς του δεν αφορά μονάχα τη μελαγχολία των ηρωίδων αλλά και τη δική του. Από την πρώτη ονειρική σεκάνς μέχρι την τελευταία, η οθόνη πλημμυρίζει με εικόνες μοναδικής εικαστικής ομορφιάς: κάδρα ρομαντικά, εξπρεσιονιστικά, συνοδευόμενα από το μουσικό θέμα που ο Βάγκνερ έγραψε για το «Τριστάνος και Ιζόλδη», κάδρα που απεικονίζουν, μεταξύ των άλλων, και το τέλος του κόσμου. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Του τέλους μέσα από τα μάτια δύο γυναικών - δηλαδή μίας. ΟΚ, σας μπέρδεψα. Το πιάνω απλά και από την αρχή.
Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη, δύο κεφάλαια που το καθένα φέρει ως τίτλο το όνομα των ηρωίδων. Στο πρώτο έχουμε τον χλιδάτο γάμο της Ζιστίν. Καλεσμένοι, λούσα, συγγενείς, αφεντικά, πρόσωπα χαμογελαστά. Κι εκείνη παίζει τον ρόλο όσο πιο καλά μπορεί. Και μπορεί να τον παίξει - όχι όμως και να τον αντέξει. Το ποιος της τον επέβαλε δεν τίθεται καν ως ερώτημα, μιας και η επιβολή είναι τόσο ξεκάθαρη: όλοι είναι ένοχοι. Οι ρωγμές στο ερμηνευτικό της σύστημα αρχίζουν να φαίνονται. Ο γάμος πάει στα κομμάτια. Και όλοι πληρώνουν την αδιαφορία τους απέναντι στα δικά της θέλω, πληρώνουν το ερέθισμα των ενοχών της, το ύψωμα των αδιεξόδων της. Ακριβά, ναι, αλλά αυτή είναι η ζωή (αυτή είναι η ζωή;). Στο δεύτερο, η Ζιστίν, σε βαριά κατάθλιψη πλέον, μένει μαζί με την αδελφή της, την Κλερ, και τον κυνικό σύζυγό της. Ολοι μαζί περιμένουν τη διέλευση του πλανήτη Μελαγχολία δίπλα από τη Γη. Η Ζιστίν, ψύχραιμη και προετοιμασμένη. Η Κλερ εντελώς φρικαρισμένη. Ο πλανήτης Μελαγχολία ενδέχεται και να συνθλίψει τον κόσμο. Δύο γυναίκες, δηλαδή οι δύο όψεις της γυναικείας φύσης (που όμως πλέον απ' όπου κι αν την «πιάσεις» είναι το ίδιο λαβωμένη), περιμένουν το τέλος. Παραδομένες. Και σταθερά καταδικασμένες. Το τέλος μοιάζει αναπόφευκτο. Το μαρτυρούν όχι μόνο τα αστέρια, αλλά και τα ρημαγμένα γυναικεία κορμιά που κείτονται στη Γη (πόσο αφελείς μοιάζουν πλέον οι κατηγορίες για «μισογυνισμό» που έχει δεχτεί ο Τρίερ κατά καιρούς...). Αποκαθηλώνοντας τη ζωή οδηγηθήκαμε στην ανυπαρξία - δεν είναι «ρέκβιεμ» η ταινία του Τρίερ, αλλά μοιρολόι παραδομένο στο καθαρό συναίσθημα. Μην έχετε ψευδαισθήσεις, το «Melancholia» δεν φλυαρεί, δεν παραπαίει ανάμεσα στα σύμβολά του, δεν «διδάσκει» και δεν φιλοσοφεί. Αντιθέτως, χτυπάει κατευθείαν στην ψυχή. Και ενώ αυτή ραγίζει μπροστά σε με μια τελική εικόνα που κανείς, κανείς στην αίθουσα δεν πρόκειται να ξεχάσει, ο ελεήμων (και άθεος) Τρίερ τής χαρίζει την ανυπαρξία μ' ένα τελευταίο χτύπημα.
ΑΚΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ ΤΑ ΝΕΑ

Seven Films είπε...

Δεν είναι ευρέως (συγγνώμη για το λογοπαίγνιο) γνωστό ότι ο Λαρς φον Τρίερ διαθέτει χιούμορ. Και δικαιολογημένα: στις συνεντεύξεις Τύπου η αίσθηση της πλάκας που επιχειρεί κατεβαίνει στο κοινό ως αλαζονεία ή προσβολή και στη μοναδική κωμωδία που προσπάθησε πριν από μερικά χρόνια, το Boss of it all, το 2006, τα έκανε μούσκεμα κι οι θεατές απείχαν. Αυτό δεν σημαίνει πως το χιούμορ μέσα στα δράματά του δεν είναι αποτελεσματικό. Οι ταινίες του συχνά δομούνται όπως ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα, και στο πρώτο απ’ τα δυο μεγάλα κεφάλαια, αυτό του γάμου της Τζαστίν με τον καλόκαρδο Μάικλ (Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ), η αποσύνθεση της τελετής μέσα στο τεράστιο σπίτι όπου η αδελφή και ο γαμπρός της δεξιώνονται τους καλεσμένους διατυπώνεται με χιουμοριστικά σχόλια και άβολα ευτράπελα, χαρακτηριστικά της στραβής ματιάς του Φον Τρίερ στην αυταπάτη της ευτυχίας.
Οικογένεια και φίλοι παρακολουθούν την προβληματική και αρρύθμιστη Τζαστίν ν’ αδυνατεί ν αρθρώσει την παραμικρή ευχαρίστηση στην υποτιθέμενα πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της. Η Κλερ κι ο Τζον έχουν κουραστεί από την αχαριστία και τα τερτίπια της. Αρνούνται να παραδεχτούν την ψυχική νόσο που επικρέμεται. Μόνο ο πατέρας της καταλαβαίνει, αλλά κι αυτός είναι επιρρεπής στην αντικοινωνική συμπεριφορά: χρόνια χωρισμένος απ’ τη γυναίκα του, δεν σταματάει να επιδεικνύει μια ασεβή, εγωκεντρική συμπεριφορά προς την οικογένειά του. Ο γάμος είναι φιάσκο, ο Λαρς φον Τρίερ δείχνει να ευχαριστιέται τα διαδικαστικά του ρεζιλέματος, και το αποτυπώνει σαν σκανδιναβική κομεντί που κρύβεται μέσα σ’ ένα απειλητικό δράμα.
Στο δεύτερο μέρος η αναμονή κλιμακώνεται και οι ψυχές πετούν χαμηλά. Στις ταινίες του Φον Τρίερ μια γυναίκα μόνη παίρνει στους ώμους της το φταίξιμο για τις αμαρτίες των ανδρών, υφίσταται τον εξευτελισμό, κουβαλάει το βάρος του κόσμου. Ο Γολγοθάς είναι δεδομένος, το φινάλε επιφυλάσσει μια ξαφνική αλλαγή υπέρ της αδύναμης κατατρεγμένης και το μελό εξαργυρώνεται σε εκδίκηση. Στη Μελαγχολία τα στοιχεία είναι διαφορετικά. Η Τζαστίν απαλλάσσεται απ’ τα δεσμά του γάμου με θόρυβο, τελεσίδικα και ιλαρά. Όλοι περιμένουμε την επικράτηση της οικογένειάς της. Σταδιακά, ωστόσο, επηρεάζει τους υπόλοιπους, τους μολύνει με την αγωνία της, ενισχύει τους φόβους της Κλερ και κυρίως του Τζον, απογειώνοντας την παράνοιά του.
Αποδεικνύεται πολύ δυνατότερη απ’ ό,τι φανταζόμαστε, αλλά δεν υπάρχει ίχνος θριαμβολογίας ή εκδίκησης στην εξέλιξη του έργου. Η κεντρική αντίπαλός της, η αδελφή της, μοιράζεται το spleen και κουρνιάζει για να περιμένει μαζί της το μοιραίο. Οι κοινές καταβολές τις ενώνουν. Επικρατεί το χειρότερο σενάριο. Μετά από χρόνια κατάθλιψης με κυμαινόμενα αποτελέσματα, ο Λαρς φον Τρίερ είναι ένας (αυθεντικά) πονηρός (αυθεντικά) μοιρολάτρης, που ξέρει να μετατρέπει τον πεσιμισμό του σε τέχνη. Και αυτό ακριβώς κάνει εδώ.
Μπορεί η Μελαγχολία να ξενίσει όσους περιμένουν από αυτόν το σοκ, μια καινούργια ανάγνωση αιώνιων θεμάτων υπό το πρίσμα του εικαστικού αιφνιδιασμού και της θεματικής ανορθογραφίας, αλλά σε αυτή την ταινία, χωρίς να έχει να προσθέσει κάτι ολότελα νέο, παρατηρεί την ψυχή πίσω απ’ τη συμπεριφορά και γνωρίζει πάντα πώς ν’ αποδώσει ατμόσφαιρα και να προκαλέσει ερμηνείες που κατεδαφίζουν τις «υποκριτικές» ασπίδες, όπως αυτές της Κίρστεν Ντανστ, η οποία πρέπει να τον ευγνωμονεί για το δώρο του θάρρους που της έκανε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ LIFO

Seven Films είπε...

Mια οικογένεια μεγαλοαστών, κλεισμένη σ’ένα απομονωμένο αρχοντικό σπίτι, συγκεντρώνεται για να γιορτάσει το γάμο της κόρης Τζαστίν, μόνο για να δει αυτόν αλλά και όλες τις υπόλοιπες σχέσεις να διασπώνται, αποτινάσσοντας την ανειλικρίνεια που τις διατηρούσε. Η ταινία χωρίζεται σε δύο ενότητες, αφιερωμένες στις δύο αδελφές: την Τζαστίν, πιο ευάλωτη, ευαίσθητη και διορατική και την Κλερ, αποστασιοποιημένη και συμβιβασμένη. Η ιστορία τους εξελίσσεται μέσα σε λίγες εβδομάδες, υπό την απειλή του Μελαγχολία που ολοένα πλησιάζει τη Γη και αποκαλύπτει τι βρίσκεται κάτω από την υποχρέωση και την προσποίηση.Εκτός από συγκλονιστικός και τολμηρός σκηνοθέτης, ο Λαρς φον Τρίερ έχει αποδείξει όλα αυτά τα χρόνια ότι είναι δύο ακόμα πράγματα: αριστερός και καταθλιπτικός. Καμία ταινία του ως τώρα δεν έχει συμπυκνώσει με τόση σαφήνεια την κοσμοθεωρία του. Ταινία καταστροφής θεωρητικά, η «Μελαγχολία» είναι στην πραγματικότητα ένα καθαρό βορειοευρωπαϊκό δράμα δωματίου, χαρακτήρων και ηθών, κάτι μεταξύ Μπέργκμαν και «Festen».Ενα μικρό, αντιπροσωπευτικό δείγμα της υψηλής τάξης υποφέρει από το τίποτα, μεγαλοποιεί τα ασήμαντα εμπόδια που αντιμετωπίζει, αναλώνεται σε μια ανεξάντλητη αυτοαναφορά, ενώ στην πραγματικότητα ο κόσμος – όχι μόνο ο δικός τους, αλλά ολόκληρος – έχει ημερομηνία λήξης λίγων ημερών. Κι εκείνοι, βαθειά αλαζόνες, κοιτάζουν τις λεπτομέρειες στην επιφάνεια του φονικού πλανήτη, με το τηλεσκόπιο, από την ασφάλεια της δικής τους, περιφραγμένης γης. Σαν τη λιμουζίνα των νεονύμφων που δε χωράει να φτάσει στο σπίτι τους, ετσι και η ανθρώπινη διάνοια δεν μπορεί να κουμαντάρει τις συμπαντικές εξελίξεις και αποφάσεις. Τι υπέροχη ιδέα!Η Τζαστίν είναι ανήσυχη, κάτι της φταίει και δεν ξέρει τι, ξεσπά με σιωπή ή με φωνές και προκαλεί το ενδιαφέρον των γύρω, με τη χαρακτηριστική πολυτέλεια της σημερινής εποχής. Είναι αλαφροΐσκιωτη, παρορμητική, καταπιέζεται από παντού, αλλά γνωρίζει διαισθητικά την αλήθεια και μέσα από την κουραστική, για όλους, κυκλοθυμικότητα και υστερία, αναδεικνύεται στον πιο δυνατό χαρακτήρα, ίσως επειδή έχει την τόλμη να περιμένει το μετά με ενφιαφέρον – πόσο μοιάζει με το σκηνοθέτη της αυτή η ηρωίδα!Εξαιρετικοί ευρωπαίοι ηθοποιοί, ο Τζον Χερτ και η Σαρλότ Ράμπλινγκ ως χωρισμένοι γονείς που τρώγονται μεταξύ τους, ο Στέλαν Σκάρσκγκααρντ αυτοκρατορικός στο ρόλο του αφεντικού της Τζαστίν, η Σαρλότ Γκένσμπουργκ, εύθραυστη και ατμοσφαιρική Κλερ, πλαισιώνουν την Κίρστεν Ντανστ, σ’ένα ρόλο με δυσβάσταχτη βαρύτητα, στον οποίο ανταποκρίνεται με δύναμη και ακτινοβολία (αν και όχι με την ιδιαίτερη ή απαιτητική ερμηνεία που θα δικαιολογούσε το Βραβείο που κέρδισε στο Φεστιβάλ Καννών).Αυτή τη φορά, ο Τρίερ μοιάζει να αγαπάει τους ήρωές του περισσότερο: όχι ότι δεν τους κατατροπώνει και πάλι, αλλά τους παίρνει τη ζωή με τρομερή ηρεμία, σα χάδι, χωρίς πόνο και βία, όμορφα, με εικόνες βγαλμένες από σκοτεινό ρομαντικό παραμύθι. Ηρεμία ίσως είναι η λέξη κλειδί στην ταινία, για καλό και για κακό. Η μεγάλη της διάρκεια, οι τόσο χαμηλοί της τόνοι, η αίσθηση της διαβρωτικής αναμονής, της προσθέτουν μια αίσθηση βωβού πόνου, σαν τιθασευμένου από αντικαταθλιπτικά, που στην πορεία γίνεται ιδιαίτερα διαπεραστικός.
Από την άλλη πλευρά, όλη αυτή η επιμηκυμένη ηρεμία και συγκράτηση, η συνειδητή αποστασιοποίηση από τους ήρωες και τα συμβάντα της ζωής τους, έχει ως αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται συναισθηματικά ο θεατής, να μη συγκινείται και να μην εμπλέκεται. Ταυτόχρονα, το εικασιτκό μεγαλείο της «Μελαγχολίας», γιατί για μεγαλείο πρόκειται, βαραίνει το φιλμ με αξέχαστες εικόνες που δεν οδηγούν, όμως, προς κάποια κατεύθυνση. Σα να παραφόρτωσε ο Τρίερ την ιδέα του με τεράστια στολίδια που καπελώνουν την κυνική του ματιά πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση. Αλλά, πάλι, πότε ήταν λάτρης της απλότητας για να γίνει τώρα;
ΛΗΔΑ ΓΑΛΑΝΟΥ www.flix.gr

Seven Films είπε...

Αναμφισβήτητα , ο Λαρς φον Τρίερ με την «MELANCHOLIA» έφτιαξε ένα κινηματογραφικό έργο τέχνης, ό,τι πιο ενδιαφέρον κινηματογραφικά, εδώ και πολύ καιρό. Είναι επίσης αναμφισβήτητο το γεγονός ότι ο Δανός σκηνοθέτης, με την αναγνωρίσιμα προσωπική υπογραφή, κατόρθωσε να επιβάλει τον εαυτό του ως «σταρ» στον εμπορικό κινηματογράφο που θεωρεί βασιλιάδες τους κινηματογραφικούς αστέρες. Αυτοί είναι που πουλάνε και αυτούς θέλει να δει το κοινό... Αυτή καθαυτή η «MELANCHOLIA», ένα υβρίδιο - με εμφανείς χειρονομίες συμβολισμού - κοινωνικής σάτιρας και κινηματογραφικής ποίησης, είναι ένα κατόρθωμα, παρά το γεγονός ότι, τη φορά αυτή, είναι όντως δύσκολο να καταλάβει κανείς τι ακριβώς θέλει να πει ο ποιητής...
Ο φον Τρίερ, όπως ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν, ό,τι κι αν κάνει, περιστρέφεται γύρω από τους δικούς του δαίμονες, τους αφόρητα βασανιστικούς, που μια ολόκληρη ζωή κουβαλά μέσα του και του ροκανίζουν αγιάτρευτα την ύπαρξη. Στο καθαρτήριο της τέχνης του κινηματογράφου ο φον Τρίερ καταφέρνει να μετουσιώσει τους δαίμονές του σε σχήματα και χρώματα και να κάνει σινεμά με «κάτι» και όχι για «κάτι», απ' όσο φαίνεται. Είναι δύσκολο να πεις για ποιο πράγμα μιλάει η τελευταία του ταινία... Χωρίς, σε καμία περίπτωση να θέλουμε να την υποτιμήσουμε, πρέπει να σημειώσουμε ότι από την «ΜELANCHOLIA» απουσιάζουν εκείνα τα προβοκατόρικα στοιχεία και ιδέες, η αναγνωρίσιμη εκείνη φλόγα και το πάθος που μετουσιώνεται σε αναγνώσιμη θέληση του δημιουργού για έντονες αντιπαραθέσεις επί περιεχομένου και μορφής της τέχνης του, κάτι που στο παρελθόν παρότρυνε ο προκλητικός σκηνοθέτης, συνιδρυτής του Δόγματος 95. Την έλλειψη αυτή ισοφαρίζει ο φον Τρίερ με τα επιτεύγματα σε οπτικό πεδίο. Η εκπάγλου κάλλους φωτογραφία του Μανουέλ Αλμπέρτο Κλάρο φωτίζει κυριολεκτικά και μεταφορικά την ταινία, σε όλη την πορεία της. Καταλυτική η πρώτη οπτική εντύπωση, συγκλονιστική! Ονειρικές εισαγωγικές εικόνες σε υπνωτιστική slow motion κίνηση που μοιάζουν να βγαίνουν από διαφορετικά, μεγάλα έργα κλασικής τέχνης, υπό τους ήχους της ατελείωτα πομπώδους βαγκνερικής ουβερτούρας από το «Τριστάνος και Ιζόλδη». Τα τελευταία τρομακτικά δευτερόλεπτα ζωής, προτού τα πάντα, παντού, σβήσουν. Οι εικόνες της εισαγωγής ενέχουν τέτοια ανυπέρβλητη δύναμη που φοβάσαι ακόμα και να ανασάνεις, μη τυχόν και χάσεις την παραμικρή κίνηση ή νεύμα. Παρακολουθείς μαγεμένος την ομορφιά της καλλιτεχνικής σύλληψης, μαγεμένος στην κυριολεξία!
Η ταινία κατά βάση είναι πολύ απλή, με αεικίνητη μηχανή και λίγα πρόσωπα. Ραχοκοκαλιά της, ο άγνωστος μέχρι πρότινος γαλάζιος πλανήτης «Μελαγχολία», που αποφάσισε να αφήσει τον κρυψώνα του πίσω από τον ήλιο και να μπει σε τροχιά σύγκρουσης με τη Γη. Η ταινία, πέρα από την εισαγωγή, δομείται σε δύο ισόχρονα κεφάλαια, καθένα φέρει το όνομα μιας εκ των δυο - τόσο διαφορετικών - αδελφών και διέπεται από διαφορετικό τόνο σε αφήγηση και συναισθήματα. Ο φον Τρίερ, για ακόμα μια φορά, εστιάζει στις γυναίκες, την Τζαστίν (Κίρστεν Ντανστ) και την Κλερ (Σαρλότ Γκενσμπούργκ) και παρακολουθεί την τραγική τους πορεία προς το αναπόφευκτο τέλος. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης περιγράφει την «MELANCHOLIA» ως «φιλμ για γυναίκες» ... Στην πραγματικότητα όμως η ταινία έχει να κάνει με τον ίδιο. Το alter ego του φον Τρίερ είναι η Τζαστίν, η οποία, ακριβώς όπως ο σκηνοθέτης, βασανίζεται από βαθιές κι επαναλαμβανόμενες κρίσεις κατάθλιψης, ένα πρόβλημα που οι συγγενείς της εκτιμούν ότι μπορεί να γιατρευτεί με έναν πανάκριβο, «ονειρεμένο» για την επικρατούσα μικροαστική λογική, γάμο.
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ Α

Seven Films είπε...

Το πρώτο μέρος (που θυμίζει την ταινία «FESTEN» του Τόμας Βίντερμπεργκ) ξετυλίγει τη βραδιά του γάμου της Τζαστίν. Μέσα στο ειδυλλιακό περιβάλλον ενός πύργου, που διαθέτει γήπεδο γκολφ με 18 (μάλιστα!) τρύπες και με την απαρέγκλιτη τήρηση όλων των κλισέ του τελετουργικού, παράσταση θεατρική με θεατές τους καλεσμένους, άλλοι ενοχλητικοί κι άλλοι ανυπόφοροι, όλοι τους όμως εκκωφαντικά περιχαρακωμένοι είτε στον ατομικισμό τους είτε στα επιχειρησιακά τους κερδοφόρα σχέδια. Ο μεγαλοαστικών προδιαγραφών γάμος, που απεικονίζεται με παρεμβατικό ρεαλισμό, σουρεαλιστική κλειστοφοβία και κάμερα «αλά Δόγμα», μετατρέπεται σε εφιάλτη. Το νιόπαντρο ζευγάρι που αρχικά μοιάζει ερωτευμένο μέχρι τα μπούνια, με το βάθεμα της νύχτας απομακρύνεται και αποξενώνεται ο ένας από τον άλλον. Η άβυσσος αυτή ανάμεσα στους ανθρώπους είναι δυνατόν να επιφέρει την καταστροφή του κόσμου; Ο φον Τρίερ απαντά καταφατικά, με τα λόγια της Τζαστίν, που είναι ο ρόλος ο πλασμένος κατ' εικόνα και ομοίωση του δημιουργού του: «Η Γη είναι κακή και να καταστραφεί δεν θα λείψει σε κανέναν».
Το δεύτερο κομμάτι της ταινίας εστιάζει στην καταστροφή, που στέκεται σε απόσταση βολής από την ανθρωπότητα, με τον τεράστιο πλανήτη «Melancholia» να βρίσκεται σε μη αναστρέψιμη τροχιά σύγκρουσης με τη Γη. Ο φον Τρίερ υφαίνει εξαιρετικά αυτήν τη δυνητικά «ανόητη» θεματική επιστημονικής φαντασίας στην αφήγησή του, που εδώ εστιάζει στις δύο αδελφές και τον διαφορετικό τρόπο που καθεμιά τους προσεγγίζει την επερχόμενη μέρα της κρίσης. Βέβαια, είναι δύσκολο να μην ερμηνεύσει κανείς τις δυο συμπεριφορές σαν τις δυο πλευρές μιας κλινικής κατάθλιψης που μέσα της χωράει και η βαθιά μελαγχολία και ένας φόβος για το θάνατο που φέρνει τρέλα...
Οι τρεις πρωταγωνίστριες μεγαλουργούν αναδυόμενες από τις εικόνες άπειρης ομορφιάς που σου κόβεται η ανάσα, εικαστικές συνθέσεις που παραπέμπουν στο γερμανικό ρομαντισμό και το στιλ της φλαμανδικής σχολής. Η Κίρστεν Ντάνστ, η Σαρλότ Γκενσμπούργκ και η Σάρλοτ Ράμπλινγκ στους βασικούς ρόλους στηρίζονται απόλυτα από τη σωστή ερμηνεία όλων των υπολοίπων ...
Είναι δύσκολο να περιγράψεις την «MELANCHOLIA». Μπορεί να την δεις και σαν σπουδή στη διανοητική κατάσταση της μελαγχολίας, κι αν θέλετε στην πιο σκοτεινή της έκφραση. Πρόκειται για «φριχτά» όμορφη ταινία, όμορφη με εκείνον τον τρόπο που μόνο τα αυθεντικά μελαγχολικά πράγματα ξέρουν να είναι! Εδώ δε συμβαίνουν πολλά πέρα από την περιγραφή μιας κατάστασης που οδηγεί στην απουσία κίνησης... Το ένστικτο του φον Τρίερ οδηγεί σωστά την αίσθηση που τον διακρίνει για τις λεπτομέρειες και τους υποδόριους τόνους μιας ατμόσφαιρας καταθλιπτικά ήρεμης και σοφιστικέ. Κι ενώ, πάνω κάτω, διαβλέπουμε το τέλος της, η ταινία δεν παύει ούτε στιγμή να μας κυριεύει με την ακατάπαυστα συναρπαστική της σαγήνη. Ταινία μοναδική. Λίγο μονότονη (;)...ίσως ...αλλά: Μοναδική!
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ Β

Seven Films είπε...

Είναι το τέλος του κόσμου και ο Λαρς Φον Τρίερ αισθάνεται μια χαρά! Ίσως όχι απαραίτητα και οι θεατές της «Μελαγχολίας», μιας «εσωτερικής» ταινίας καταστροφής που σε βυθίζει σε ένα υπνωτικό ταξίδι προς το τίποτα, το μηδέν, το σκοτάδι. Κι αντίθετα από μια συνηθισμένη disaster movie, στην ταινία του Τρίερ κανείς δεν προσπαθεί να σωθεί, κανείς δεν δοκιμάζει να ξεφύγει, ίσως γιατί, όπως και οι θεατές του Τρίερ, γνωρίζουν πως η ελπίδα πεθαίνει πρώτη.
Με φόντο ένα μεγαλοαστικό γάμο σε μια εξοχική έπαυλη, όπου όλα εκτός από τις σχέσεις της οικογένειας δείχνουν άψογα, ο Τρίερ ενορχηστρώνει μια συμφωνία απογοήτευσης, τελολογίας και (γιατί όχι;) μελαγχολίας, με δόλωμα μια ιδέα βγαλμένη από ταινία επιστημονικής φαντασίας, κι έξτρα συστατικό τη χρήση ειδικών εφέ με τρόπο που δεν έχετε ξαναδεί. Το φιλμ μάλιστα ξεκινά με αυτά, νεκρά πουλιά που πέφτουν από τον ουρανό, η Κίρστεν Ντανστ να πλέει στα νούφαρα φορώντας το νυφικό της, ένα άλογο γκρεμίζεται στο έδαφος, ο πλανήτης «Μελαγχολία» συγκρούεται με τη Γη. Ακόμη κι όσοι διατηρούσαν έστω και την υποψία της σωτηρίας την τελευταία στιγμή, το νιώθουν, αυτές είναι οι τελευταίες ώρες της ανθρωπότητας. Το ερώτημα είναι τι κάνεις σ’ αυτές. Οι ήρωες, ή καλύτερα οι ηρωίδες του Τρίερ, γιατί από ένα σημείο και μετά το φιλμ ζουμάρει σχεδόν αποκλειστικά στις δυο αδελφές Ντανστ και Γκενσμπούργκ, δοκιμάζουν να βρουν την τσακισμένη ισορροπία τους, να διορθώσουν τα λάθη της ασθένειας που ονομάζεται οικογένεια, να συμφιλιωθούν. Μεταξύ τους και με το τέλος. Για τα δεδομένα του Τρίερ, η «Μελαγχολία» είναι μια μάλλον χαμηλότονη ταινία, ο ίδιος φοβάται ότι είναι «υπερβολικά συμβατική», αν δεχτούμε ότι μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο, αλλά όπως και να τη χαρακτηρίσεις είναι ένα φιλμ ήσυχο, βραδυφλεγές, ακόμη κι αν το τέλος συνοδεύεται από ένα σαρωτικό μουσικό κρεσέντο. Μπορεί να μην είναι από τις δουλειές του που προκαλούν, διχάζουν, εξοργίζουν (σε σχέση με τον πρόσφατο «Αντίχριστο» μοιάζει με ταινία της Disney), αλλά δεν παύει να ιντριγκάρει, να προκαλεί τη σκέψη και το θαυμασμό για ένα δημιουργό που δεν γνωρίζει άλλα όρια εκτός από αυτά που θέτει ο ίδιος στον εαυτό του.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Athens Voice

Seven Films είπε...

Δύο αδερφές αντιμετωπίζουν, η κάθε μία με τον τρόπο της, το τέλος του κόσμου μας, ύστερα από σύγκρουση με τον τεράστιο πλανήτη Μελαγχολία, σε μια, δοσμένη με δύναμη, ονειρική ομορφιά και λυρισμό, αριστουργηματική ταινία.

Ακολουθώντας τον δρόμο που άνοιξε με τον «Αντίχριστο», όπου εξερευνούσε θέματα όπως η μοναξιά, η ουσία της ζωής σ' ένα ευάλωτο μέλλον, ο αντικομφορμιστής, προκλητικός όπως πάντα, Δανός σκηνοθέτης Λαρς φον Τρίερ έφτιαξε με τη νέα του ταινία «Μελαγχολία» την πιο όμορφη ίσως, ελεγειακή, σπαραχτική ταινία του. Ο άνθρωπος είναι μόνος στο Σύμπαν, σ' έναν πλανήτη που εδώ και δεκαετίες καταστρέφουμε ασύστολα και που εξακολουθούμε να καταστρέφουμε καθημερινά. Η ταινία ξεκινά με ένα εκπληκτικό «μουσικό» πρελούδιο (με υπόκρουση την εισαγωγή από το «Τριστάνος και Ιζόλδη»), με τον Τρίερ να μας παρουσιάζει την καταστροφή του πλανήτη μας ύστερα από σύγκρουση με έναν πολύ μεγαλύτερό του σε μέγεθος πλανήτη, τον πλανήτη Μελαγχολία.

Η ταινία είναι χωρισμένη σε δύο κεφάλαια, αφιερωμένα σε δύο αδερφές, την Τζαστίν (Κίρστεν Ντανστ, βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κανών) και την Κλερ (Σαρλότ Γκενσμπούργκ). Στο πρώτο μέρος, στο τεράστιο, με γήπεδο γκολφ, εξοχικό της Κλερ, παρακολουθούμε τη δεξίωση της Τζαστίν, που μόλις έχει παντρευτεί για να ξεπεράσει, όπως πιστεύει τη μελαγχολία της. Από την αρχή όμως ξέρουμε πως η δεξίωση πάει στραβά και τελικά θα οδηγήσει σε διάλυση. Στο δεύτερο κεφάλαιο, αφιερωμένο στην Κλερ, παρακολουθούμε τις δύο αδερφές στη διάρκεια ενός διημέρου, μετά τη διάλυση του γάμου, μέχρι την τελική καταστροφή του πλανήτη, με την Κλερ να προσπαθεί να πιστέψει τον άντρα της που τη διαβεβαιώνει πως ο πλανήτης Μελαγχολία δεν πρόκειται να συγκρουστεί με τη Γη.

Για τον Τρίερ, η καταστροφή του κόσμου δεν είναι μια απλή περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας, αλλά ένας τρόπος να ξεπεράσουν η ηρωίδα του και ο ίδιος την κατάθλιψη και να περάσουν στην άλλη πλευρά. Αυτή της ελπίδας και της λύτρωσης. Γιατί, παρ' όλο που φαινομενικά πρόκειται για μια ταινία όπου τα πάντα εξαφανίζονται, ο τρόπος με τον οποίο τα παρουσιάζει ο σκηνοθέτης, δημιουργεί ένα αίσθημα λύτρωσης κι ανοίγει ένα δρόμο αποδοχής της ύπαρξής μας - όπως τονίζεται στην όμορφη σκηνή με τις δύο αδερφές και τον μικρό και αθώο γιο της Κλερ (από τις πιο ωραίες σκηνές του είναι αυτές που με λίγο σύρμα φτιάχνει έναν τρόπο να βλέπει αν ο πλανήτης Μελαγχολία πλησιάζει ή απομακρύνεται από τη Γη) να περιμένουν την τελική σύγκρουση, αγκαλιασμένοι κάτω από μια πρόχειρη «καλύβα» από κλαδιά δέντρων που φτιάχνει η Κλερ. Μια σύγκρουση δοσμένη με τον πιο δυνατό, τρομακτικό, μαζί και εκκωφαντικό, τρόπο, που σε στοιχειώνει.

Η καταστροφή αυτή του πλανήτη μας, για τον σκηνοθέτη του «Αντίχριστου», είναι παράλληλα και ένας τρόπος για να καταγράψει τον ίδιο τον άνθρωπο μπροστά σε ένα αναπόφευκτο τέλος. Η μοναξιά και η μελαγχολία για τον Τρίερ δεν είναι κατακριτέες, ούτε λόγοι για απαισιοδοξία. Είναι μέσα για να κοιτάξουμε τον ίδιο τον εαυτό μας, να αναγνωρίσουμε τη φύση μας και να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας και τον θάνατο. Ο θάνατος είναι, για δημιουργούς όπως ο Τρίερ, μέσο για ενδοσκόπηση. Ο θάνατος -είτε προσωπικός είτε του κόσμου- μας βάζει μπροστά στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Οι συζητήσεις στη γαμήλια δεξίωση, οι αμφιταλαντεύσεις, η αυτοκριτική έχουν κάτι από τον Ντοστογιέφσκι.

Με ένα στιλ, όπου κυριαρχεί μια αντικειμενική, ψυχρή αντιμετώπιση, που θυμίζει τις τρεις προηγούμενες ταινίες του, «Dogville», «Manderlay» και πάνω απ' όλα τον «Αντίχριστο», ο Τρίερ οδήγησε παραπέρα τη μελέτη του πάνω σε μια φθαρμένη, χωρίς σωτηρία, κοινωνία. Μια κοινωνία που μόνο μέσα από την κατανόηση και την αλτρουιστική αγάπη (όπως αυτή των δύο αδερφών που βλέπουμε στα τελευταία πλάνα της ταινίας) μπορεί να βρει τη λύτρωση. Με τη «Μελαγχολία», ο Τρίερ έφτιαξε μια ταινία ξεχωριστή, ταινία που συνδυάζει τη σκέψη με το σασπένς αλλά και την ομορφιά, μια ταινία αριστουργηματική, απόγειο του κινηματογραφικού του έργου.
ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Seven Films είπε...

Η «Μελαγχολία» είναι ένα μυστηριώδες κινηματογραφικό πλάσμα, τοποθετημένο ανάμεσα στο ψυχόδραμα και την επιστημονική φαντασία, χωρίς να υπηρετεί επακριβώς τίποτα από τα δύο. Περισσότερο είναι η απόδοση με φιλμικούς όρους μιας σύνθετης κατάστασης του μυαλού, στην οποία δίνονται ταυτόχρονα ανθρώπινες και κοσμικές διαστάσεις. Μοιάζει λίγο σε προθέσεις και προβληματική με το «Δέντρο της Ζωής» του Τέρενς Μάλικ, μόνο που εδώ, αντί για τη γένεση και τη μεγαλοσύνη του σύμπαντος, συναντάμε την πιο δυσοίωνη και τρομακτική πτυχή του. Χάπι εντ και θρησκόληπτα ωσαννά δεν υπάρχουν στο σινεμά του Λαρς φον Τρίερ.
Η ταινία χωρίζεται σε δυο μέρη. Στο πρώτο παρακολουθούμε τη σταδιακή αποσύνθεση ενός παραμυθένιου γάμου, όπου οι καλεσμένοι είναι ως επί το πλείστον αφόρητοι, η γαμήλια δεξίωση μοιάζει με μαρτύριο και η νύφη κατρακυλά σε βαθιά ψυχολογικά σκοτάδια, από τα οποία φαίνεται στο παρελθόν να προσπάθησε αλλά να μην κατάφερε τελικά να αναδυθεί. Ένας αποτυχημένος γάμος δεν είναι, εντούτοις, και το τέλος του κόσμου. Καθώς, όμως, εισχωρούμε στο δεύτερο μέρος της ταινίας, ο Τρίερ κλείνει ειρωνικά το μάτι και μας βεβαιώνει ότι το τέλος του κόσμου μάλλον δεν βρίσκεται πολύ μακριά: Ένας άγνωστος πλανήτης εμφανίζεται από το πουθενά και απειλεί να συγκρουστεί με τη γη. Υπό τη σκιά της επικείμενης καταστροφής και απομονωμένες σε μια εντυπωσιακή έπαυλη, η Κίρστεν Ντανστ και η Σαρλότ Γκενσμπούργκ, η τσακισμένη ψυχολογικά νύφη και η υποστηρικτική πλην νευρική αδερφή της, εξερευνούν τις εύθραυστες δυναμικές τους και προσπαθούν να οχυρωθούν απέναντι στο φόβο ενός μη αναστρέψιμου ολέθρου.
Φυσικά τίποτε στην καινούργια ταινία του Τρίερ δεν είναι τόσο απλό όσο οι παραπάνω περιγραφές κι αυτό καθίσταται σαφές ήδη από τα πρώτα οκτώ λεπτά του φιλμ, όπου μια εκθαμβωτική εισαγωγή από ζωντανά ταμπλό γεμίζει την οθόνη με στιγμιότυπα ενός απροσδιόριστου χαμού. Οι εικόνες μπορεί να προέρχονται από κάποιο παράξενο όνειρο, ίσως όμως και να προ-οικονομούν το τι πρόκειται να συμβεί. Στην τελευταία εικόνα, καθώς ακούμε να κορυφώνεται το μεγαλεπήβολο πρελούδιο από το «Τριστάνος και Ιζόλδη» του Βάγκνερ, η γη συγκρούεται με έναν πολύ μεγαλύτερο σε διαστάσεις πλανήτη. Ο Τρίερ θέλει να είμαστε εξαρχής βέβαιοι για το τι θα ακολουθήσει: στην ταινία του, όπως και στην αληθινή ζωή, όλοι θα πεθάνουμε. Ο κόσμος θα τελειώσει. Η ανελέητη συμπαντική ισορροπία, όμως, θα παραμείνει αδιατάραχτη.
Καθώς, όμως η ταινία αρχίζει να ξεδιπλώνεται, τίποτα δεν θυμίζει τις απρόβλεπτες μεθόδους πρόκλησης και σοκ με τις οποίες ο Δανός σκηνοθέτης συνήθισε να αιφνιδιάζει το κοινό του. Η «Μελαγχολία» λειτουργεί ως μια άκρως προσωπική ερμηνεία μιας ψυχολογικής κατάστασης, υπογεγραμμένη από έναν δηλωμένο καταθλιπτικό δημιουργό ο οποίος είναι προφανές ότι εδώ και χρόνια προσπαθεί να εξορκίσει πολλούς από τους δαίμονές του μέσω των ταινιών του. Αν όμως ο «Αντίχριστος» προέβαλε πριν δύο χρόνια ως ένα επιθετικό και απολύτως βλοσυρό φιλμ, δημιουργώντας άσχημες υποψίες για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν εκείνο τον καιρό ο σκηνοθέτης του, η «Μελαγχολία» διακρίνεται από ηρεμία, συγκρατημένη θλίψη και νηφαλιότητα- λέξεις άγνωστες μέχρι πρότινος στο κινηματογραφικό σύμπαν του Τρίερ.
Η ταινία έχει άφθονα επιμέρους προβλήματα: παράμετροι της πλοκής και κίνητρα στις πράξεις των χαρακτήρων παραμένουν συχνά αδιευκρίνιστα, ενώ το προσδοκώμενο πάθος που όφειλε να συνοδέψει μια τόσο φορτισμένη συναισθηματικά ιστορία δεν κάνει σε κανέναν τη χάρη να εμφανιστεί. Αποτελεί, ωστόσο, τη δουλειά ενός υπερβατικού δημιουργού ο οποίος υπονομεύει τον ίδιο τον εαυτό του ως προβοκάτορα κινηματογραφιστή. Ο Τρίερ ίσως να επικροτεί σιωπηλά μέσα του τον ολοκληρωτικό αφανισμό μιας ανάξιας στο σύνολό της ανθρωπότητας, που είναι σίγουρο ότι δεν θα λείψει σε κανένα κοσμικό σχήμα. Με το να προικίζει, εντούτοις, την ταινία του με μια αίσθηση διαύγειας και ήρεμης αποδοχής απέναντι στο δραματικό τέλος, προσφέρει στον εαυτό του ένα παυσίπονο. Και στους θεατές του μια μικρή υποψία επιφοίτησης.
Λουκάς Κατσίκας www.tospirto.net

Seven Films είπε...

Συνεχίζοντας τον επαναπροσδιορισμό του κινηματογραφικού του στιλ (τουλάχιστον μέχρι το πορνό που έχει δηλώσει ότι θέλει να σκηνοθετήσει) στην μετά την μεγάλη του περιπέτεια με την βαριά κατάθλιψη, εποχή, ο Λαρς Φον Τρίερ αν μη τι άλλο αποδεικνύει πως γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον να επανεφευρίσκει τον εαυτό του και την τέχνη του. Ακόμα και όταν το τελικό προϊόν, δεν είναι αυτό που θα περίμενες από εκείνον. Με ένα απίστευτο cast ηθοποιών (Κίφερ Σάδερλαντ, Σαρλότ Γκένσμπουργκ, Σαρλότ Ράμπλινγκ, Τζον Χαρτ) του οποίου ηγείται η βραβευμένη στις φετινές Κάννες για την ερμηνεία της, Κίρστεν Ντανστ, ο Τρίερ καταπιάνεται με το τέλος του κόσμου, για να αναμετρηθεί μια και καλή τόσο με την προσωπική του, ιατρικής περίπτωσης όσο και με την συλλογική, μελαγχολία της ανθρώπινης φύσης. Χρησιμοποιώντας σαν πρόσχημα και μόνο, το είδος της ταινίας καταστροφής και φαντασίας, με τον τεράστιο πλανήτη Μελαγχολία που έρχεται να συγκρουστεί με τη γη. Χωρισμένη σε δύο μέρη, η ταινία που ξεκινάει με το πιο εντυπωσιακό εικαστικά δεκάλεπτο που θα δείτε μάλλον όλη τη χρονιά και το πιο όμορφο όλης της καριέρας του σκηνοθέτη, μας συστήνει τους νεόνυμφους Μάικλ και Τζάστιν καθ' οδόν για το πάρτι του γάμου τους. Το οποίο μετατρέπεται σε ένα είδος light «Οικογενειακής Γιορτής», με τους παρόντες να αλληλοτρώγονται, και τη μέλλουσα νύφη Κίρστεν Ντανστ, να εκδηλώνει ανησυχητικά συμπτώματα καταθλιπτικής συμπεριφοράς. Μέχρι το δεύτερο μέρος, όπου η Νταστ, περιμένοντας την εμφάνιση του πλανήτη, σε μια απομονωμένη βίλα, μαζί με την φαινομενικά ψύχραιμη και ορθολογίστρια αδερφή της και τον παρόμοιας ποιότητας κουνιάδο της, θα αποδειχτεί πολύ πιο δεκτική, ψύχραιμη και ψυχικά ευλύγιστη, ως προς το σκοτάδι που υπάρχει μέσα ή έξω μας. Χωρίς την προβοκατόρικη διάθεση του «Αντίχριστου» αλλά με πολύ συγγενικούς προβληματισμούς, ο Τρίαρ που λοιδωρήθηκε από τους κριτικούς για την κατ' εμέ αριστουργηματική προηγούμενη μαύρη κωμωδία του, περνάει ο ίδιος από την ανάγκη του σοκ και της κραυγής, σε αυτήν του ψιθυρίσματος, με τις ίδιες λέξεις αλλά διαφορετικό, και αναπάντεχα τρυφερό για το χαρακτήρα του, εφέ. Χωρίς αυτό όμως να σημαίνει, ότι παρ' όλες τις αρετές της, την ειλικρίνεια της και τις εξαιρετικά χωνεμένες σινεφίλ αναφορές, που την καθιστούν ενίοτε μία μίνι κιβωτό της ιστορίας της τέχνης, (ή την κιβωτό μέσα στην οποία ο ίδιος θα ήθελε να τοποθετήσει συγκεκριμένα πράγματα σε ένα επικείμενο τέλος του κόσμου) η «Μελαγχολία» του δεν πέφτει ενίοτε η ίδια θύμα του χαμηλού της τόνου, προκειμένου να μας συστήσει έναν Τρίερ light που σαστίζει ως προς την δραματουργική αξιοποίηση των κενών του χρόνων και φλερτάρει κάποιες στιγμές ακόμα και με την πλήξη.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ http://www.iefimerida.gr/

Seven Films είπε...

Είναι μάταιο να ονειρεύεσαι και να σχεδιάζεις το μέλλον... Σε αυτό το συμπέρασμα, που προκαλεί κατάθλιψη, καταλήγει εμμέσως πλην σαφώς ο Λαρς φον Τρίερ στη «Μελαγχολία» του, την πιο μινιμαλιστική ταινία... καταστροφής που θα μπορούσε να συλλάβει και να σχεδιάσει σκηνοθέτης. Η παρουσία του Τρίερ στις Κάννες τον περασμένο Μάιο και οι δηλώσεις του για τον ναζισμό προκάλεσαν σκάνδαλο, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον των μίντια από τη «Μελαγχολία» του στην αμετροέπειά του. Κρίμα, γιατί η ταινία του αξίζει μεγαλύτερης προσοχής.

Ενας άγνωστος πλανήτης, η Μελαγχολία, μας πλησιάζει απειλητικά και με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στην εσχατολογική εισαγωγική σεκάνς της ταινίας, που μοιάζει με κινηματογράφηση του άγχους έτσι όπως βιώνεται στο όνειρο, ο χρόνος στη Γη παγώνει. Ενα άλογο, το μοναδικό σύμβολο φυγής και ελευθερίας ανάμεσα στις λεπτομέρειες των εικόνων του Τρίερ, πέφτει. Τι πιο δραματικό να κινηματογραφείς σε μια τέτοια κατάσταση ένα ζώο που μπορεί να σταθεί όρθιο ακόμη και στον ύπνο του. Μια νύφη κινηματογραφείται σαν άψυχο σώμα σε γοτθική ιστορία. Μια μητέρα προσπαθεί μάταια να ξεκολλήσει τα πόδια της από τη γη για να σώσει το παιδί της...

Η «Μελαγχολία», που κυλάει αργά και κάπου επαναλαμβάνεται, είναι μια αλληγορία με τη γυναίκα σε κατάσταση φόβου πριν και μετά τον γάμο. Στο πρώτο μέρος της ταινίας, η νεόνυμφη και διαταραγμένη ψυχικά Τζαστίν (Κίρστεν Ντανστ) παθαίνει κάτι σαν κρίση πανικού στη διάρκεια της γαμήλιας δεξίωσης. Στο δεύτερο μέρος, η αδελφή της Κλερ (Σαρλότ Γκενσμπούρ), που φαντάζει σαν προσωποποίηση της λογικής, τρομάζει στην ιδέα του τέλους του κόσμου. Τρομάζει για το παιδί της.

Ο Λαρς φον Τρίερ αποστρέφεται τη μεταφυσική. Στον προπέρσινο ψυχαναλυτικό «Αντίχριστό» του, ο παράδεισος (ένας ευτυχισμένος γάμος) γίνεται κόλαση εξαιτίας της απώλειας του παιδιού. Η «Μελαγχολία», παρ’ ότι φλύαρη, είναι μια ευφυής παραλλαγή του ίδιου μοτίβου.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΡΑΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Seven Films είπε...

Η τελευταία ταινία του εκκεντρικότερου εν ζωή σκηνοθέτη της υφηλίου, του Λαρς φον Τρίερ, λέγεται «Melancholia» αναφέρεται στο ενδεχόμενο της καταστροφής του κόσμου και στοχεύει σε ένα και μόνον πράγμα. Να μας δουλέψει από την κορυφή ως τα νύχια κρυμμένη πίσω από την πλερέζα μιας ανεκδιήγητης σοβαροφάνειας που κάνει τα νεύρα ρετάλια.

Ο επίπλαστος κόσμος που εδώ φτιάχνει ο Φον Τρίερ έχει την ομορφιά ενός πλαστικού λουλουδιού και η φιλοσοφία του είναι τόσο βαθιά όσο η κουφάλα ενός δέντρου. Για να δούμε.

Ενώ η γη υποτίθεται ότι κινδυνεύει από την ολική καταστροφή μετά την σύγκρουσή της με έναν πλανήτη που λέγεται _ω τι ευφυές!_ Μελαγχολία, ο Φον Τρίερ επιλέγει να μας παρουσιάσει την βραδιά ενός γαμήλιου πάρτι. Η αμερικανίδα ηθοποιός Κίρστεν Ντανστ που δείχνει να μην καταλαβαίνει τι δουλειά έχει σε αυτήν την ιστορία (την κατανοώ απολύτως) είναι η νύφη που βρίσκεται σε τέτοια σύγχυση με το γάμο της που το ίδιο βράδυ τσακώνεται με τους πάντες προτού καταλήξει στη μέση ενός τεράστιου κήπου (ενδεχομένως να είναι γήπεδο του γκολφ) κάνοντας σεξ με έναν άγνωστο.

Γενικότερα όμως το πάρτι, δηλαδή η μισή ταινία (!) είναι σκέτο ανέκδοτο. Ο ένας μισεί τον άλλο χωρίς ακριβώς να καταλαβαίνουμε για ποιον λόγο, κανένας δεν μπορεί να συνεννοηθεί με κανέναν, τίποτε από τα όσα γίνονται δεν σε αφορά και οι πάντες (πλην του Τζον Χαρτ και του Στέλαν Σκάσγκαρντ που υποδύονται αντιστοίχως τον πατέρα και τον πεθερό της νύφης) είναι ανίκανοι να μεταφέρουν στον θεατή το οποιοδήποτε συναίσθημα.

Ενώ λοιπόν ο πλανήτης μας πρόκειται να καταστραφεί, εμείς παρακολουθούμε την πιο βαρετή (και κακοφωτισμένη) σαπουνόπερα του κόσμου προτού μεταφερθούμε στο δεύτερο μέρος όπου κυριαρχεί η εκνευριστική φιγούρα της Σαρλότ Γκενσμπούργκ που παίζει την αδελφή της Ντανστ, μυξοκλαίει όλη την ώρα και είναι παντρεμένη με έναν τρελό επιστήμονα, τον Κίφερ Σάδερλαντ που με το τηλεσκόπιο παραμάσχαλα προσπαθεί να την διαβεβαιώσει ότι η γη δεν κινδυνεύει.

Μιλάμε δηλαδή για την αποθέωση της γελοιότητας, κορύφωση της οποίας ένα ανεκδιήγητο α- μπε- μπα- μπλομ -του –κι- θε μπλομ: Θα καταστραφεί η γη ή μπας και την γλυτώσει; Ούτε τον παπά να παίζανε.

Αν κάτι σου προκαλεί όχι μελαγχολία αλλά απόλυτη κατάθλιψη σε αυτήν την ταινία, αυτό δεν είναι τόσο το θέμα της αλλά η ανυπαρξία του σεναρίου, οι άψυχες ερμηνείες, το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε μια σκηνή που πραγματικά να πείθει και η εγωπάθεια του Φον Τρίερ που ενώ προφανώς έχει κάτι στο μυαλό του δεν θέλει να το μοιραστεί με τον θεατή.

Με τον «Αντίχριστο» ο δανός δημιουργός παρατράβηξε το σχοινί αλλά είχε τουλάχιστον την ικανότητα να σε καθηλώσει με την βάρβαρη ιστορία του. Εδώ, δεν την έχει, διότι απλούστατα δεν έχει ταινία. Εχει μια ιδέα, έχει ένα καλό καστ με ονόματα, έχει ένα εμπνευσμένο σκηνικό χώρο αλλά ταινία δεν έχει. Οι όποιες ανησυχίες του για την καταστροφή του κόσμου είναι ένα κολάζ από κακοφωτισμένες ανοησίες, που δεν σου επιτρέπουν καν να γελάσεις.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ ΤΟ ΒΗΜΑ