Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Εχουμε Πάπα του Νανι Μορέττι


Μια παραγωγή των Sacher Films, Fandango και le Pacte

Σε συνεργασία με τους Rai και France 3 Cinema

ΈΧΟΥΜΕ ΠΑΠΑ!
(HABEMUS PAPAM)
Μια ταινία του
Νάννι Μορέττι

Ο νεοεκλεχθείς Πάπας, παθαίνει κρίση πανικού λίγο πριν βγει στο μπαλκόνι του Άγιου Πέτρου για να χαιρετήσει τους πιστούς, οι οποίοι περιμένουν ώρες ατελείωτες για να τον δούνε. Οι σύμβουλοι του, ανίκανοι να τον πείσουν ότι είναι ο σωστός άντρας για τη δουλειά, αναζητούν βοήθεια σε ένα καταξιωμένο, αλλά και άθεο ψυχολόγο. Αλλά ο φόβος της τεράστιας ευθύνης που του ανατέθηκε ξαφνικά, είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπίσει μόνος του.

Ηθοποιοί

Πάπας Μισέλ Πικολί

Εκπρόσωπος τύπου Γέρζι Στιρ

Καρδινάλιος Γκρέγκορι Ρενάτο Σκάρπα

Καρδινάλιος Μπολάτι Φράνκο Γκρατζιόσι

Καρδινάλιος Πεσκαρντόνα Καμίλο Μίλλι

Καρδινάλιος Τσεβάσκο Ρομπέρτο Νόμπιλ

Καρδινάλιος Μπρούμερ Ούλριχ Φον Ντόμπσουτζ

Ελβετός φρουρός Τζιανλούκα Γκόμπι

Ψυχοθεραπευτής Νάνι Μορέττι

Ψυχοθεραπεύτρια Μαργκερίτα Μπάι

Παιδιά Καμίλλα Ριντόφλι

Λεονάρντο Ντελλά Μπιάνκα

Θεατρική ομάδα Ντάριο Κανταρέλλι

Μανουέλα Μαντράτσια

Ροζάνα Μορτάρα

Τέκο Τσέλιο

Ρομπέρτο Ντε Φραντσέσκο

Κιάρα Κάουσα

Τελετάρχης Μάριο Σαντέλλα

Διοικητής αστυνομίας Τόνυ Λαουντάντιο

Δημοσιογράφος Ενρίκο Ιανιέλλο

Μία μητέρα Σεσίλια Ντάτσι

Υπάλληλος καταστήματος Λούτσια Μασίνο

Δημοσιογράφος TV Μαουρίτσιο Μαννόνι

Καρδινάλιοι Πήτερ Μπουμ

Έρικ Μερίνο

Κέβιν Μάρεϊ

Χάρολντ Μπράντλεϊ

Τζελ Μπρούινσμα

Αλφρέντο Κάιρο

Μάουρο Καζανίκα

Ντον Σομασίρυ Τζαγιαμάν


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΝΑΝΝΙ ΜΟΡΕΤΤΙ

ΣΕΝΑΡΙΟ ΝΑΝΝΙ ΜΟΡΕΤΤΙ

ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΟ ΠΙΚΟΛΟ

ΦΕΝΤΕΡΙΚΑ ΠΟΝΤΡΕΜΟΛΙ

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΛΕΣΣΑΝΤΡΟ ΠΕΣΚΙ

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΠΑΟΛΑ ΒΙΤΖΑΡΙ

ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ ΛΙΝΑ ΝΕΡΛΙ ΤΑΒΙΑΝΙ

ΗΧΟΣ ΑΛΕΣΣΑΝΤΡΟ ΖΑΝΟΝ

ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ ΝΤΑΝΙΕΛ

ΜΟΝΤΑΖ ΕΣΜΕΡΑΛΝΤΑ ΚΑΛΑΜΠΡΙΑ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΦΡΑΝΚΟ ΠΙΕΡΣΑΝΤΙ

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΝΑΝΝΙ ΜΟΡΕΤΤΙ

ΝΤΟΜΕΝΙΚΟ ΠΡΟΚΑΤΣΙ

ΣΥΜΠΑΡΑΓΩΓΟΙ SACHER FILMFANDANGO

LE PACTE • FRANCE 3 CINEMA

ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ RAI CINEMA

ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ SOFICA COFICUP un fondo BACKUP FILMS

CANAL+ FRANCE TELEVISIONS


ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ :

Η ΠΟΛΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ

στο www.flix.gr

Μετά από την κηδεία του Πάπα, συγκαλούνται οι επί της γης Καρδινάλιοι για να επιλέξουν τον νέο Ποντίφικα. Σύμφωνα με την παράδοση, το κονκλάβιο απομονώνεται στην Καπέλα Σιστίνα για την ψηφοφορία, ενώ το πλήθος των πιστών συγκεντρώνεται στην πλατεία του Αγ. Πέτρου περιμένοντας το σημάδι του λευκού καπνού. Η καταμέτρηση των ψήφων αναδεικνύει στο ανώτατο αξίωμα αγιοσύνης τον Γάλλο Καρδινάλιο Μελβίλ και οι απόλυτα ικανοποιημένοι κληρικοί τον συνοδεύουν στο μπαλκόνι από όπου θα χαιρετήσει τον κόσμο και θα αποδεχτεί το ρόλο του Υπατου Ποιμένα. Μόνο που η ανακοίνωση «Εχουμε Πάπα!» συνοδεύεται με ...μία κραυγή! Ο Καρδινάλιος Μελβίλ, σε κρίση πανικού, δε εμφανίζεται ποτέ στο μπαλκόνι, αλλά αντιθέτως τρέχει και κλειδώνεται στα διαμερίσματά του. Το Βατικανό προσπαθώντας να αποφύγει το σκάνδαλο δοκιμάζει τα πάντα. Ακόμα και να επιτρέψει στο άβατό του την είσοδο ενός αγνωστικού ψυχαναλυτή που θα επιχειρήσει να βοηθήσει τον Πάπα σ' αυτή του την κρίση.

Ο δηλωμένα άθεος ιταλός σκηνοθέτης Νάνι Μορέτι διαψεύδει τις προσδοκίες. Δεν επιτίθεται στην Καθολική Εκκλησία, τη θρησκεία, την πίστη. Δε χρησιμοποιεί την βιοτριολική κωμωδία για να πλάσει μία ταινία «expose», ένα εύκολο χτύπημα στην αμφίβολη ιεροσύνη του Βατικανού των σεξουαλικών και οικονομικών σκανδάλων – έτσι όπως αυτά αποκαλύπτονται ολοένα στις εφημερίδες και τις τηλεοράσεις μας. Η διορατική σάτιρα του Μορέτι στοχεύει σε κάτι πιο προφανές, που όμως στην εποχή μας φαντάζει ανήκουστο: την άρνηση της εξουσίας.

Ενας άνθρωπος εκλέγεται στο ανώτατο δυνατό αξίωμα. Θα μπορούσε να είναι η διεύθυνση ενός ομίλου πολυεθνικών επιχειρήσεων, ή προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Μορέτι επιλέγει να τον κάνει Καρδινάλιο για να διηγηθεί μία ακόμα πιο οικουμενική ιστορία. Την ιστορία ενός πνευματικού ανθρώπου που πρέπει να συμβιβάσει την τιμή με το βάρος του τίτλου του. Την ιερή του αποστολή με τους ανθρώπινους φόβους του. Την ακλόνητη πίστη του με τα φυσικά του όρια. Την αποδοχή της αγιοσύνης, όσο η ψυχή του λαχταρά ακόμα τα απλά και τα εγκόσμια.

Επιλέγοντας το πιο δύσκολο μονοπάτι ενός σινεμά που εξανθρωπίζει τα σχήματα, αυτό που ακολούθησε ο Στίβεν Φρίαρς στη «Βασίλισσα» και ο Τομ Χούπερ στο «Λόγο του Βασιλιά», ο Μορέτι πλάθει έναν Πάπα που δηλώνει αδύναμος μπροστά στο θρόνο του. Δεν κολακεύεται αυτάρεσκα, έτσι όπως έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε γύρω μας τους απανταχού ηγέτες. Συνειδητοποιεί την ευθύνη, τρομάζει, λυγίζει. Ομολογεί με ειλικρίνεια την ανασφάλειά του.

Η είσοδος του ψυχαναλυτή-Μορέτι στο Βατικανό υπόσχεται μία χρυσή ευκαιρία να συγκρουστεί το συμβόλο του Πάπα με το αιρετικό χιούμορ ενός άθεου μέσου πολίτη. Και δεν μιλάμε για μία φτηνή επίθεση στα ιερά και στα όσια (την οποία άριστα κάνει και αποφεύγει) αλλά για μία κινηματογραφικά φωτογενή καλοστημένη αντιπαράθεση δύο προσωπικοτήτων, έναν πολυαναμενόμενο διάλογο πνεύματος και σάρκας. Ο Μορέτι όμως παίρνει μία περίεργη σεναριακή απόφαση: μετά από τη σύντομη συνάντησή τους, ο σκηνοθέτης χωρίζει τους δύο κεντρικούς του ήρωες. Ο Πάπας το σκάει πανικόβλητος στους δρόμους της Ρώμης, ενώ ο ψυχαναλυτής βρίσκεται έγκλειστος στο Βατικανό, να περιηγείται έναν άγνωστο για αυτόν (κι εμάς) κόσμο τον οποίο αποτυπώνει μέσα από ένα σατιρικό μεν, αλλά σχεδόν τρυφερό, κριτικό βλέμμα.

Δεν είναι ότι ο Μορέτι δίνει στους Καρδιναλίους άφεση αμαρτιών. Η αποκαθήλωση των ιερών σχημάτων μέσω της κωμωδίας γίνεται. Ο «ιταλός Γούντι Αλεν» περιπαίζει το πρωτόκολλο, τη γραφειοκρατία, τις ξύλινες, ανούσιες παραδόσεις του παπισμού, τις αστείες ιεροτελεστίες. Παρουσιάζει τους εκπροσώπους της ιεροσύνης με πάθη, αφέλειες, πονηριές. Κρατάει όμως τον τόνο ελαφρύ, κι όχι καταγγελτικό. Προτιμά να ασκήσει την κριτική του συμβολικά, βάζοντας τους «Πρίγκηπες της Εκκλησίας» να παίζουν αγώνες βόλεϊ, παρά μαφιόζικα παιχνίδια εξουσίας.

Ταυτόχρονα εμπιστεύεται τον κεντρικό του ήρωα. Ο 85χρονος μύθος του ευρωπαϊκού σινεμά Μισέλ Πικολί ερμηνεύει τον Πάπα του με σπαραχτική αθωότητα. Χαμένος στους δρόμους της Ρώμης δεν είναι μόνο ένας γέροντας, αλλά κι ένα πανικοβλημένο παιδί που κάποτε είχε όνειρα να παίξει στο σανίδι και σήμερα μοιάζει να ξύπνησε πρωταγωνιστής ενός θεάτρου του παραλόγου. Ανάμεσα στο ποιμνίο του, σε καφέ και λεωφορεία, ο Ποντίφικας του Πικολί μοιάζει με χαμένο αμνό με τον οποίο ταυτίζεσαι, αν και δεν έχεις τίποτα κοινό.

Κι αυτό ίσως να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του Μορέτι και μία πολιτική δήλωση επίσης. Γιατί αυτή η ταινία είναι τόσο για τον (θε)άνθρωπο στο μπαλκόνι του Βατικανού, όσο και για κάθε έναν από εμάς που κοιτάμε από κάτω. Τι θα γινόταν αν ... δεν είχαμε Πάπα; Αν οι άνθρωποι της εξουσίας κατέβαιναν στις πλατείες, δίπλα μας, ομολογώντας ανικανότητα; Αν συνειδητοποιούσαμε ότι όχι δεν είμαστε όλοι γεννημένοι ηγέτες, παρά τα προστάγματα της εποχής; Πώς θα τοποθετούσαμε τον εαυτό μας, τις ευθύνες μας, απέναντι σε μια τέτοια πραγματικότητα;

Εχουμε αναρωτηθεί τι θα κάναμε χωρίς βαρβάρους. Αλλά τι θα κάναμε χωρίς Συγκλητικούς;

ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΝΑΝΝΙ ΜΟΡΕΤΤΙ

Πως γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία;

Η Φεντερίκα Ποντρεμόλι, ο Φραντσέσκο Πίκκολο κι εγώ, αρχίσαμε να δουλεύουμε σε διαφορετικές ιδέες ταυτόχρονα. Μετά από λίγο καιρό, αποφασίσαμε να εξελίξουμε την ιστορία του Έχουμε Πάπα!. Υπάρχει μία σκηνή ειδικά, η οποία πυροδότησε όλη την ταινία: ένας νεοεκλεχθείς Πάπας, ο οποίος δε μπορεί να βρει τη δύναμη να εμφανιστεί στο μπαλκόνι για να χαιρετήσει τους πιστούς.

Εσείς πιστεύετε στο Θεό;

Οι γονείς μου είναι πιστοί και έχω μεγαλώσει σε καθολική οικογένεια (χωρίς ποτέ να υπερβάλλουμε με τη θρησκεία). Εγώ προσωπικά δεν πιστεύω.

Η ταινία είναι χωρισμένη σε δύο μέρη: κάποιες σκηνές εστιάζουν στον περιορισμό, κι άλλες στην ελευθερία. Τι κρύβεται πίσω από αυτή την ισορροπία στο γράψιμο σας;

Σκοπός μου ήταν να αναμείξω κωμωδία και δράμα σε μια ταινία, τον γκροτέσκο τόνο με τον ρεαλιστικό. Το συμβούλιο των καρδιναλίων προέκυψε εξ ολοκλήρου από τη φαντασία μας, αλλά σεβαστήκαμε τις πραγματικές τελετουργίες ενός αληθινού συμβουλίου. Ο Πάπας αποδρά από το Βατικανό, και βρίσκει τον εαυτό του σε καταστάσεις που είχε χρόνια να ζήσει. Εντωμεταξύ, ο ψυχοθεραπευτής είναι εγκλωβισμένος στο Βατικανό, όπου ενώ αρχικά ένοιωθε αποπροσανατολισμένος, ξαφνικά αισθάνεται σχεδόν βολικά.

Τι γνώμη έχετε για τις αντιδράσεις για την ταινία σας;

Δεν υπήρξαν επιθέσεις κατά της ταινίας συγκεκριμένα, μόνο μεμονωμένες αντιδράσεις, οι οποίες ωστόσο δεν αντιπροσωπεύουν τον καθολικό κόσμο.

Η καθολική εκκλησία πρόσφατα βίωσε μια σειρά από σκάνδαλα και η συμπεριφορά της ιεραρχίας έχει γίνει συχνά αντικείμενο κριτικής. Γιατί απουσιάζουν αυτά από την ταινία;

Προσπαθώ να αποφεύγω να λέω στο κοινό αυτά που περιμένει να ακούσει. Δε με ενδιέφερε ποτέ να μεταφέρω κάτι στο θεατή που ξέρει ήδη. Σχετικά με τα θέματα αυτά, υπάρχουν διαθέσιμα βιβλία, ντοκιμαντέρ, εφημερίδες κι εκατοντάδες άρθρα. Προτιμώ να μην ανακατεύομαι σε αυτά: αυτή είναι η ταινία μου, το Βατικανό μου, οι καρδινάλιοι μου.

Ποια είναι η σχέση μεταξύ της θρησκευτικής εξομολόγησης και της ψυχανάλυσης;

Δε θεωρώ ότι έχουν τίποτα κοινό.

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι ασκείτε μεγαλύτερη κριτική στην ψυχανάλυση απ’ ότι στην εκκλησία;

Στις ταινίες μου έχω διακωμωδήσει τη γενιά μου (όταν ήμουν είκοσι, τριάντα, σαράντα) , σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών, της εκπαίδευσης, ακόμη και του καρκίνου που είχα πριν είκοσι χρόνια στο Αγαπημένο μου ημερολόγιο. Νομίζω ότι είναι απλά δίκαιο να διακωμωδήσω και την ψυχανάλυση!


Ποια είναι η σχέση του Μελβίλ, που αρνείται το ρόλο που του ανατίθεται, και του ηθοποιού που θέλει να παίξει όλους τους ρόλους, ακόμη και στο θεατρικό Ο Γλάρος;

Πρέπει πραγματικά ο καθένας να είναι ο διερμηνέας του εαυτού του, των επιλογών του, των ταινιών του; Μερικές φορές μου είναι πολύ δύσκολο να θεωρητικολογώ πάνω στη δουλειά μου.

Γιατί Τσέχωφ;

Όταν γράφαμε το σενάριο, θέλαμε έναν αναγνωρίσιμο συγγραφέα. Ο Τσέχωφ ήταν ο πιο κατάλληλος για τα συναισθήματα που εκφράζονται στην ταινία και τους χαρακτήρες της.

Ο πρωταγωνιστής του Αλιγάτορα και ο Μελβίλ στο Έχουμε Πάπα!, εκφράζουν και οι δύο την επιθυμία για ελευθερία με έναν απροσδόκητο τρόπο. Πιστεύετε ότι είναι σωστό να θεωρήσουμε ότι συνδέονται αυτοί οι δύο χαρακτήρες;

Δε βλέπω ομοιότητες στους δύο χαρακτήρες. Ίσως μόνο στο γεγονός ότι βρίσκονται και οι δύο ανάμεσα σε δύο τελείως διαφορετικούς κόσμους.

Ποια κομμάτια της ταινίας θα λέγατε ότι είναι αυτοβιογραφικά;

Όπως πάντα, είναι τα συναισθήματα πίσω από την ταινία που είναι αυτοβιογραφικά. Κι αν θέλουμε να μπούμε σε λεπτομέρειες, υπάρχει ένα κομμάτι μου στον ψυχαναλυτή και στο συναίσθημα της ανεπάρκειας του Μελβίλ για το ρόλο που του ανατέθηκε.



5 σχόλια:

Seven Films είπε...

Ο αρχηγός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας καταρρέει και στρέφεται σε ψυχολόγο, στην κομεντί του Νάνι Μορέτι

«Εχουμε Πάπα». Δηλαδή «έχουμε αρχηγό», αν είστε καθολικός. Ή, καλύτερα, πατέρα μιας και από αυτή την ελληνική λέξη προκύπτει το «συνθηματικό» του αρχηγού της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Εφόσον λοιπόν έχουμε πατέρα, μπορούμε να νιώθουμε ασφαλείς… για να κάνουμε λάθη! Και όσο μεγαλύτερο το λάθος τόσο πιο έντονο το πάθος που μας οδήγησε εκεί. Ποιο, άλλωστε, το νόημα μιας ζωής δίχως πάθη;
Αν ο χριστιανισμός κατόρθωσε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να κερδίσει την εμπιστοσύνη μεγάλης μερίδας της ανθρωπότητας, το κατόρθωσε χάρη σε αυτή την αβάντα: έχεις το ελεύθερο να ωριμάσεις, δηλαδή να βιώσεις εμπειρίες έντονες, δηλαδή να κάνεις λάθη. Μα όταν τα κάνεις φρόντισε να μας ενημερώσεις για να σε λυτρώσουμε από τις ενοχές και όπως θα φεύγεις, άσε κάνα φράγκο στο παγκάρι και άναψε ένα κεράκι.
Η ταινία του - άθεου - Νάνι Μορέτι «Εχουμε Πάπα», ελληνική μετάφραση του λατινικού τελετουργικού «Habemus Papam», αρχίζει από μια υπέροχη ιδέα: ο διάδοχος του ρωμαιοκαθολικού θρόνου (ένας υπέροχος Μισέλ Πικολί), εκλεγμένος από τον κλήρο, συνεπώς και από τον Θεό, αρνείται να αναλάβει τα καθήκοντα του. Παθαίνει κρίση πανικού και καταρρέει. Και γι' αυτό τον λόγο, το Βατικανό προσλαμβάνει έναν ψυχολόγο για να τον «εξετάσει» (τον υποδύεται ο ίδιος ο Μορέτι).
Ε λοιπόν, η πρώτη τους συνεδρία είναι σκέτη απόλαυση, ένα κομψοτέχνημα νευμάτων, ραφιναρισμένου χιούμορ και υπόκωφης μελαγχολίας. «Πρέπει να τον ρωτήσω για τη σχέση του με τη μάνα του», αποκρίνεται ο ψυχίατρος στους εργοδότες του. «Μα αυτό σημαίνει πως θα ξυπνήσεις μνήμες από το ασυνείδητο», του απαντούν. «Ακριβώς!», τονίζει. «Ακριβώς… όχι!», τον βουλώνουν.
Ο δε Πάπας έμπλεος μιας εσωτερικής πάλης ανάμεσα στη θεία επιλογή και στην ανθρώπινη άρνηση, αποδρά στους δρόμους της Ρώμης. Κατεβαίνει από τη «σκηνή» και γίνεται ένα με το «κοινό». Και εκεί συνειδητοποιεί πως αν οι άνθρωποι χωρίζονται σε αυτούς που ηγούνται και αυτούς που ακολουθούν, ο ίδιος ανήκει στους δεύτερους. Λαβυρινθώδες το σχίσμα που σχεδιάζει ο Μορέτι, αλλά κάπου εδώ αρχίζουν και διαφαίνονται ρωγμές στο όλο σύστημα.
Γιατί, φίλτατε Νάνι, τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά όσο μας τα λες εδώ - και το χειρότερο είναι πως το ξέρεις κι εσύ! Το Βατικανό δεν είναι μια φυλακή γερόντων που ψάχνουν απεγνωσμένα αφορμή για να εκδηλώσουν τη καταπιεσμένη τους παιδικότητα. Είναι και ένα κέντρο εξουσίας.
Και κάτι χειρότερο ακόμα: ένα θρησκευτικό κέντρο εξουσίας, ιδιαιτέρως διεφθαρμένο - όπως και τα περισσότερα εξ αυτών. Εκτός αν η πρόθεσή σου ήταν να σκαρώσεις μια πλήρως απολιτική ταινία, βασισμένος στο μοτίβο της ενοχής και του βάρους των ευθυνών μας. Κανένα πρόβλημα με αυτό. Είναι όμως κάπως απογοητευτικό να πρέπει να «απολιτικοποιήσω» μια ταινία του… Νάνι Μορέτι για να τη φέρω στα ίσα της!
ΑΚΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ ΤΑ ΝΕΑ

Seven Films είπε...

Με αφορμή τους ενδοιασμούς του νεοεκλεγέντος πάπα να αναλάβει τα καθήκοντά του, ο Νάνι Μορέτι φτιάχνει ένα καυστικό σχόλιο πάνω στα «παιχνίδια» και την υποκρισία του Βατικανού αλλά και πάνω στην απώλεια μνήμης και τα διάφορα προβλήματα της τρίτης ηλικίας.

Τι μπορεί να κάνει τελικά ένας πάπας (ή και ένας οποιοσδήποτε θρησκευτικός ή και πολιτικός ηγέτης); Διερωτάται, στην έξοχη ταινία του «Εχουμε πάπα!», ο Ιταλός σκηνοθέτης Νάνι Μορέτι. Δεν χρειάζεται να τονίσουμε πως ο Μορέτι δεν πιστεύει στον πάπα, στον Θεό ή στους ηγέτες (διάβαζε Μπερλουσκόνι). Σκοπός του, πάντως, όπως τόνισε στη συνέντευξη Τύπου στο φεστιβάλ των Κανών, όπου προβλήθηκε η ταινία του, δεν ήταν τόσο να θίξει τους πιστούς (οι οποίοι, έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται ν' αλλάξουν γνώμη) αλλά να «δείξω το Βατικανό από τη δική μου άποψη».

Στο στόχαστρο του σκηνοθέτη, το Βατικανό με τις διάφορες ιεροτελεστίες του, από την κηδεία ενός πάπα μέχρι την επιλογή ενός νέου, αλλά και τα παρασκήνια και η υποκρισία του, όταν η επιλογή τους προκαλεί προβλήματα. Γιατί, όταν με τον θάνατο του πάπα, ο καρδινάλιος Μελβίλ (ένας εξαιρετικός Μισέλ Πικολί), που εκλέγεται, χωρίς να το περιμένει, νέος πάπας, αντί να βγει στο μπαλκόνι και να χαιρετίσει τα πλήθη στην πλατεία (όταν από το μπαλκόνι του Αγίου Πέτρου αναγγελθεί το περιβόητο «Εχουμε πάπα!»), ο Μελβίλ παθαίνει τρακ, βγάζει μια κραυγή και το βάζει, κυριολεκτικά, στα πόδια. Αποτέλεσμα: οι σύμβουλοί του να καλέσουν έναν ψυχίατρο (στον ρόλο ο ίδιος ο Μορέτι) αλλά ούτε κι αυτός δείχνει να μπορεί να τον βοηθήσει, το μόνο που κάνει είναι να διοργανώσει (σε μια από τις πιο απολαυστικές σκηνές της ταινίας) ένα τουρνουά βόλεϊμπολ, με τους καρδινάλιους να αποτελούν τις διάφορες τοπικές ομάδες.

Ενώ οι καρδινάλιοι ασχολούνται είτε με το βόλεϊμπολ είτε με την έκδοση υποκριτικά καθησυχαστικών ανακοινώσεων, ο πάπας, ύστερα από μια ινκόγκνιτο περιπλάνησή του στους δρόμους (όπου, σε μερικές από τις καλύτερες σκηνές της ταινίας, συναντά και κουβεντιάζει με διάφορους απλούς πολίτες), αποφασίζει να βγει στο μπαλκόνι και να χαιρετίσει τους πιστούς, αυτό είναι για να τους πει πως θα τους εγκαταλείψει γιατί δεν μπορεί να τους οδηγεί.

Οι πιστοί δεν έχουν τελικά πάπα (αν και τελικά κάποιος θα βρεθεί να τον αντικαταστήσει), τους λείπει όμως το σύμβολο λες και το σύμβολο είναι αυτό που χρειάζεται για να εδραιώσει την πίστη τους. Αυτό βέβαια που μας λέει ο Μορέτι είναι πως οι πιστοί οποιασδήποτε θρησκείας δεν χρειάζονται κανένα σύμβολο ή ηγέτη. Οπως σημείωνα στην ανταπόκρισή μου από τη Βενετία, για τον Μορέτι, σκηνοθέτη ο οποίος στο παρελθόν σατίρισε διάφορες πτυχές της ζωής στη σύγχρονη ιταλική κοινωνία («Ecce Bombo», «Palombera Rossa», «Αγαπημένο ημερολόγιο», «Ο καϊμάνος»), το Βατικανό, όπως και η υπόλοιπη κοινωνία, είναι είδος θεάτρου με τους καρδινάλιους και τους όποιους «αρχηγούς» της να παίζουν καθημερινά θέατρο - ο ίδιος μάλιστα ο πάπας, στις περιπλανήσεις του, θα συναντήσει και μια ομάδα ηθοποιών και μαζί τους θα παίξει διάφορους ρόλους από τον «Γλάρο» του Τσέχοφ. Το ίδιο έργο παρουσιάζεται αργότερα και σ' ένα θέατρο, όπου οι καρδινάλιοι και οι φρουροί του Βατικανού ανακαλύπτουν τον εξαφανισμένο πάπα. Ταυτόχρονα, ο Μορέτι μάς δίνει και μια εικόνα της μοναξιάς τού ατόμου αλλά και της απώλειας μνήμης που προκαλεί η μεγάλη ηλικία - το όνομα μάλιστα Μελβίλ, του νέου πάπα, είναι μια έμμεση αναφορά στο έργο Bartleby του Χέρμαν Μέλβιλ, που καταπιάνεται μ' έναν παρόμοιο, με απώλεια μνήμης, ήρωα. Με το «Εχουμε πάπα!», ο Μορέτι έφτιαξε μια από τις καλύτερες ταινίες του, ταινία που κρύβει πολύ περισσότερα απ' όσα μας λέει ο τίτλος της.
ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Seven Films είπε...

Πρόκειται για την επίσημη συμμετοχή του διεθνούς και καταξιωμένου Ιταλού σκηνοθέτη στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών. Μια τολμηρή, όσο και «δύσκολη» θεματολογικά ταινία, από αυτές που περιμένεις αντιδράσεις, ιδίως όταν έχουν να κάνουν με ζητήματα θρησκευτικής φύσης. Αλλά ας δούμε την ιστορία μας: Ο νεοεκλεχθείς Πάπας κυριεύεται από πανικό λίγες μόνο στιγμές πριν βγει στο μπαλκόνι για τον καθιερωμένο χαιρετισμό προς τους χιλιάδες πιστούς που έχουν κατακλύσει την πλατεία και περιμένουν ατέλειωτες ώρες για να γνωρίσουν τον νέο θρησκευτικό αρχηγό τους. Οι σύμβουλοί του Πάπα, αποσβολωμένοι και ανίκανοι να τον πείσουν πως είναι ο καταλληλότερος για το θρόνο, αποφασίζουν να ζητήσουν βοήθεια από ένα διάσημο αλλά και άθεο ψυχαναλυτή. Πράγματι, ο έμπειρος γιατρός Μελβίλ εγκαθίσταται στο Βατικανό αλλά σύντομα συνειδητοποιεί πως η ευθύνη που έχει αναλάβει είναι τεράστια αρχίζοντας, κι αυτός με τη σειρά του, να κυριεύεται από τους προσωπικούς φόβους του. Πάνω σε τούτη την πράγματι πολύ έξυπνη, αρκετά τολμηρή και βαθιά ανθρώπινη σεναριακή ιδέα, ο σκηνοθέτης και διανοούμενος Μορέτι παρουσιάζει μια ταινία που φέρει πεντακάθαρα το προσωπικό και ιδιαίτερο κινηματογραφικό στίγμα του. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι η αμεσότητα- σε ντοκιμαντερίστικο επίπεδο- και η πάντα στοχαστική ματιά του. Εδώ έχουμε ένα συνδυασμό κοινωνικού –υπαρξιακού δράματος και μιας ακραίας σχεδόν σάτιρας δυο επίσημων θεσμών. Του Πάπα, και της επιστήμης που εκφράζεται μέσω του γιατρού- ψυχαναλυτή. Ο θεσμός του Πάπα σχεδόν κατεδαφίζεται, αφού η άρνηση του νεοεκλεχθέντος αρχηγού των Καθολικών να επωμισθεί τις ευθύνες του φέρνει σε πολύ δύσκολη θέση τους Καρδινάλιους που τον ψήφισαν δια της Επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, - άρα η Θεία Βούληση έκανε λάθος-,και αφήνει εμβρόντητο το ποίμνιό του. Από την άλλη μεριά, ο ψυχαναλυτής βλέπει τον άτεγκτο αθεϊσμό του να δοκιμάζεται καθώς εύκολα αρχίζει να προσαρμόζεται στον τρόπο ζωής των θρησκευόμενων μέσα στην καρδιά του Καθολικισμού, το Βατικανό, ενώ ταυτόχρονα καλείται να τα βγάλει πέρα και με τα δικά του αδιέξοδα. Παράλληλοι βίοι δυο εκ διαμέτρου αντίθετων χαρακτήρων, που προσπαθούν δια της αμφισβητήσεως- περισσότερο ο Πάπας- να κατακτήσουν το βαθύτερο εαυτό τους. Κάπως έτσι το κοινωνικό μετατρέπεται σε υπαρξιακό και εδώ ο σκηνοθέτης δεν κάνει διακρίσεις. Το ανθρώπινο στοιχείο κυριαρχεί, γι’ αυτό η ματιά και η προσέγγισή του είναι σχεδόν «αγαπητική». Συμπάσχει και με τους δύο ήρωες, την ίδια στιγμή που τους ασκεί κριτική. Τους αντιμετωπίζει με συμπάθεια, αφού και οι δυο πασχίζουν και αγωνιούν να φτάσουν στην δική τους αλήθεια. Ο Μορέτι γίνεται καυστικός όταν αγγίζει τους θεσμούς και τρυφερός όταν πλησιάζει τους ανθρώπους που προσπαθούν να αποτινάξουν από πάνω τους τον κανόνα. Ανατρεπτική, ειρωνική, με διφορούμενες βιτριολικές ατάκες, έντιμη, με γνωστική επάρκεια και οντολογικό χαρακτήρα ταινία, που θέτει υπό αμφισβήτηση το κύρος και την αυθεντία κάποιων θεσμών την ίδια στιγμή που χαμογελάει συγκαταβατικά στους πάσχοντες φορείς τους. Ρεσιτάλ ερμηνείας από τον Μισέλ Πικολί που θυμίζει τραγικό Καζαντζακικό ήρωα, και απολαυστικός ο Μορέτι στον ρόλο του ψυχαναλυτή. Ίσως η πιο ανθρωποκεντρική ταινία του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΝΕΛΛΗΣ ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Seven Films είπε...

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ ΩΣ ΝΤΕΚΟΡ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΡΔΙΝΑΛΙΟΥΣ ΩΣ ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΡΙΚΑΤΟΥΡΕΣ, Ο ΜΟΡΕΤΙ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΜΕ ΑΘΟΡΥΒΟ ΒΗΜΑ ΚΑΙ ΤΡΥΦΕΡΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΑΞΙΑΓΑΠΗΤΑ ΑΜΗΧΑΝΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΞΑΝΑΒΡΙΣΚΕΙ ΤΗ ΣΠΙΡΤΑΔΑ ΤΩΝ ΠΑΛΙΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, ΑΝ ΚΑΙ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΤΑΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΠΙΟ ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΜΙΑ ΚΩΜΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ Η ΕΝΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Η λεπτότητα στο σινεμά είναι κάτι σαν τα μακαρόνια (ειδικά όταν έχεις να κάνεις με ιταλικό σινεμά). Υπέροχο πράγμα και ραφινάτο αλλά με μέτρο γιατί αν η σπαγκετερία πάει σε πολύ λεπτή γραμμή, μπορεί να μοιάσει με φιδέ. Κάτι που στο μεγαλύτερο μέρος του «Πάπα» αποφεύγει ο Μορέτι, συνθέτοντας ένα συγκινητικά χιουμοριστικό μωσαϊκό από ανθρώπους σε κρίση , σε σύγκρουση με τους εαυτούς τους, τα πιστεύω τους και τις πρωτοκολλημένες (στο όνομα της θρησκείας, της επιστήμης, της τέχνης, και των γονικών τους υποχρεώσεων ευθύνες) που προσπαθούν να βρουν την αλήθεια και τη λύτρωση, αν αυτή υπάρχει, μέσα στην καθημερινότητα των διαδρομών τους. Το πρόβλημα όμως στη συνταγή, είναι πως όταν αυτό το μωσαϊκό πρέπει να μοιραστεί τα όρια των 100 λεπτών της διάρκειας μιας ταινίας δεν αποκτά υπόσταση πέραν αυτής του βοηθού δράσης στον πάπα πρωταγωνιστή, εξανεμίζεται στο βάθος του πλάνου πίσω από το βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικό βλέμμα του εξαιρετικού στον πρωταγωνιστικό ρόλο Μισέλ Πικολί και εκεί είναι που σκάει λίγο κι ο φιδές. Ο οποίος Πικολί εδώ ερμηνεύει με ζηλευτή υποκριτική αυτοσυγκράτηση και συναίσθημα που κρατάει τα μάτια σου καρφωμένο πάνω του, τον νεοκλεγέντα πάπα, που αμέσως μετά την εκλογή του, παθαίνει κρίση πανικού αντιμέτωπος με το βάρος του ρόλου του και αρνείται να βγει στο μπαλκόνι του Βατικανό για να χαιρετήσει τα πλήθη. Το κονκλάβιο προσλαμβάνει έναν άθεο ψυχαναλυτή για να τον θεραπεύσει, όμως ο πάπας αποδρά, βγαίνει στους δρόμους και έρχεται αντιμέτωπος τόσο με την πραγματική ζωή, όσο και με το χώρο του θεάτρου, που προκύπτει το παιδικό του απωθημένο. Και κάπου εκεί προσπαθούν να χωρέσουν σχεδόν όλοι. Η εν διαστάσει σύζυγος του ψυχαναλυτή που ανάγει τα πάντα σε γονική ανεπάρκεια, ένας θίασος που ανεβάζει Τσέχοφ με έναν εκ τους πρωταγωνιστές να έχει λαλήσει, και οι υπόλοιποι καρδινάλιοι που μένουν αναγκαστικά εγκλωβισμένοι βάσει πρωτοκόλλου, μέχρι την εμφάνιση του πάπα, μέσα στα τείχη του Βατικανού, περνώντας τις ώρες τους οργανωμένοι από τον ψυχαναλυτή σε ομάδες του βόλεϊ. Με το σεναριακό κέντρο βάρους όμως, να μετατοπίζεται πολύ γρήγορα από τη συνάντηση του Πάπα – Πικολί με τον ψυχαναλυτή – Μορέτι, στην περιπλάνηση του πρώτου, η ταινία αρχίζει γρήγορα να μοιάζει με μια επεισοδιακή (αλλά χαμηλότονη και όμορφα σκηνοθετημένη) περιπλάνηση του κεντρικού χαρακτήρα στην πόλη και τα μονοπάτια της προσωπικής του αυτογνωσίας, δίπλα στην οποία όλα τα υπόλοιπα, λειτουργούν συμπληρωματικά και αποσπασματικά. Υπάρχουν σκηνές κομψής ανθολογίας και γλυκόπικρης απόλαυσης, υπάρχει και μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα κατευναστικής μελαγχολίας απέναντι στις πολλαπλές, θεολογικές ή επιστημονικές προσεγγίσεις του νοήματος (ή της απουσίας του) της ζωής. Υπάρχει όμως ταυτόχρονα, παρά το όμορφο φινάλε, και η αίσθηση μιας χαμένης ευκαιρίας, ίσης με το συναίσθημα αποπροσανατολισμού στο ρεζουμέ της ζωής του, που βιώνει ο κεντρικός ήρωας.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ www.iefimerida.gr