Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Tamara Drewe


Η Seven Films παρουσιάζει:
Μια ταινία του
Στίβεν Φρίαρς
Βασισμένη στο
εικονογραφημένο μυθιστόρημα της
Πόζι Σίμοντς


Η ΕΠΕΙΣΟΔΙΑΚΗ
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ
ΤΑΜΑΡΑ ΝΤΡΟΥ

Σκηνοθεσία: Stephen Frears
Σενάριο: Moira Buffini πανω στο βιβλίο της Posy Simmonds
Φωτογραφία: Ben Davis
Μουσική: Alexandre Desplat
Παίζουν :
Gemma Arterton, Roger Allam, Bill Camp, Dominic Cooper,Ben Sergeant,
Luke Evans,Andy Cobb,Tamsin Greig,Jessica Barden,Charlotte Christie,James Naughtie,John Bett,Josie Taylor,Bronagh Gallagher
Χωρα Παραγωγής: Αγγλία
Ετος Παραγωγής: 2010
Εγχρωμο
Κατάλληλο
Διάρκεια: 111 λεπτά
http://www.sonyclassics.com/tamaradrewe/


Στους κινηματογράφους 23 Δεκεμβρίου 2010
Βασισμένη στο ομώνυμο εικονογραφημένο μυθιστόρημα της Πόζυ Σίμοντς (το οποίο αρχικά είχε βασιστεί στο μυθιστόρημα του Τόμας Χάρντι Far From the Madding Crowd), αυτή η μοντέρνα εκδοχή της βρετανικής εξοχής, απέχει πάρα πολύ από το Γουέσεξ του Χάρντι. Η βρετανική εξοχή της Ταμάρα Ντρου, είναι γεμάτη με πομπώδεις συγγραφείς, πλούσιους ταξιδιώτες, μποέμ τύπους, ένα ξαναμμένο ροκ σταρ κι ένα πλήθος κοτόπουλων και αγελάδων- είναι ένα μέρος πολύ πιο χαρούμενο. Όταν η Ταμάρα επιστρέφει στο βουκολικό χωριό των παιδικών της χρόνων, η ζωή των ντόπιων γυρνάει ανάποδα. Η Ταμάρα- το άλλοτε ασχημόπαπο- έχει μεταμορφωθεί σε καλλονή (με τη βοήθεια της πλαστικής χειρουργικής). Ο έρωτας, οι ζήλιες, οι εξωσυζυγικές σχέσεις, και οι επαγγελματικές φιλοδοξίες συγκρούονται ανάμεσα στους κατοίκους των κοντινών αγροικιών, με την Ταμάρα στο κέντρο να πυροδοτεί όλο το παιχνίδι, χρησιμοποιώντας την αρχαιότερη μαγεία όλων: το σεξαπίλ.


Η Στόουνφιλντ και η Γουίναρντς είναι δύο κοντινές φάρμες στην εξοχή κάπου στη δυτική Αγγλία. Ενώ χρονολογούνται αιώνες πριν, το σκηνικό είναι αρκετά μοντέρνο. Το γραφικό χωριό Γιούνταουν έχει γίνει παραθεριστικό κέντρο πλούσιων λονδρέζων και συγγραφέων που αναζητούν ησυχία κι έμπνευση. Ο διάσημος συγγραφέας Νίκολας Χάρντιμεντ (Ρότζερ Άλλαμ), διάσημος για τη σειρά βιβλίων του “Doctor Inchcombe”, μαζί με τη γυναίκα του Μπεθ (Τάσμιν Γκρέιγκ), διευθύνουν το Στόουνφιλντ, όπου οι επισκέπτες απολαμβάνουν την εκπληκτική μαγειρική της Μπεθ, και τις περιαυτολογίες του Νίκολας. Ενώ η Μπεθ δουλεύει ακατάπαυστα για τη διατήρηση του ειδυλλιακού θέρετρου- κουζίνα, κήπος, ζώα, όπως και συντακτικές συμβουλές- ο Νίκολας παράγει μπεστ σελλερ και ενδίδει σε εξωσυζυγικές σχέσεις. Η Μπεθ είναι ελκυστική με τη μητρική της παρουσία, αλλά ο Νίκολας αναζητά νεότερες γυναίκες.
Η γειτονική φάρμα Γουίναρντς, είναι το πατρικό του Άντυ Κομπ (Λουκ Έβανς), ένας όμορφος νεαρός που δουλεύει ως κηπουρός και εργάτης για τη Μπεθ. Όταν ο Άντυ, ήταν μικρό παιδί, η οικογένεια του πούλησε τη φάρμα, στην πλούσια οικογένεια των Ντρου, και τώρα εκείνος ζει σε ένα μικρό εξοχικό στο Στόουνφιλντ. Ως ντόπιος, σιχαίνεται τους ξένους, αλλά κι αυτός και η Μπεθ, δουλεύουν πολύ σκληρά για να διατηρούν το Στόουνφιλντ.

Ένα δραματικό βράδυ θα ζήσουν όλοι οι καλεσμένοι, όταν θα ακούσουν τον έντονο καβγά της Μπεθ και του Νίκολας, όταν εκείνη θα ανακαλύψει την απιστία του άντρα της. Μετά από λίγες έντονες μέρες ωστόσο, θα τους δούνε να περπατάνε μαζί πιασμένοι χέρι- χέρι- είναι ξεκάθαρο ότι δεν το περνάνε για πρώτη φορά αυτό. Ο Γκλεν (Μπιλ Καμπ), ένας καταδεκτικός κι αξιολύπητος ακαδημαϊκός, που προσπαθεί να ξεπεράσει το συγγραφικό του μπλόκο, μισεί το Νίκολας, και δεν βοηθά καθόλου το γεγονός, ότι αρχίζει να ερωτεύεται τη Μπεθ.
Μια μέρα, ο Άντυ και ο Γκλεν, ακούν το συναγερμό από το Γουίναρντς, που παρέμενε ακατοίκητο από το θάνατο της κ. Ντρου. Ο εισβολέας είναι η Ταμάρα Ντρου (Τζέμα Άρτερτον), που έχει έρθει να ελέγξει την περιουσία της. Ο Άντυ σχεδόν δεν την αναγνωρίζει, χωρίς την τεράστια και στραβή μύτη που κάποτε είχε, και όπως παραδέχτηκε αργότερα- του άρεζε και κάπως. Η νέα – χωρίς το ράμφος- Ταμάρα είναι εκθαμβωτική, και κατά κάποιο τρόπο διάσημη για τη στήλη της σε μια λονδρέζικη εφημερίδα. Ο Άντυ αναπολεί τα ερωτικά σκιρτήματα με την Ταμάρα που πήγαινε ακόμα σχολείο, αλλά τώρα που είναι μια πανέμορφη δημοσιογράφος, θεωρεί ότι δεν μπορεί πλέον να την έχει- και δε θέλει άλλωστε καθώς θεωρεί ότι η πόλη την έχει μολύνει. Ωστόσο, η Ταμάρα τον φωνάζει συχνά να τη βοηθήσει με τις δουλειές της, όσο κι αν αυτό ενοχλεί τη Μπεθ. Δεν είναι μόνο ο Άντυ όμως, που μαγεύτηκε από εκείνη, όλοι παρασύρονται από το σαγηνευτικό της χαμόγελο- όλοι εκτός από τον Νίκολας, ο οποίος την παρακολουθεί με τα κιάλια του όταν δεν τον βλέπει κανείς.
Ταυτόχρονα οι έφηβες Κέισι (Σαρλότ Κρίστι) και Τζόντυ (Τζέσικα Μπάρντεν), βρίσκουν τόσο βαρετή τη ζωή στην εξοχή που έχουν βαλθεί να κατασκοπεύουν τους πάντες για να διασκεδάσουν. Η κατασκοπία θα γίνει εμμονή, όταν η Ταμάρα, θα γυρίσει στο σπίτι της με το ροκ είδωλο τους Μπεν (Ντομινίκ Κούπερ), ένα σαχλό αλλά σέξι ντράμερ, που μόλις τα έφτιαξε με την Ταμάρα. Σπινάρει με την Πόρσε του, το σκυλί του τρομοκρατεί τις αγελάδες- είναι εκτός τόπου και χρόνου σε αυτό το ευγενές χωριό. Όταν οι δυο τους ανακοινώνουν ότι θα παντρευτούν, όλοι μένουν έκπληκτοι.
Το σκηνικό έχει ως εξής: Θα αφήσει ο Μπεν το Λονδίνο, για να ακολουθήσει την Ταμάρα στη φάρμα ή το αντίθετο; Ο Νίκολας θα ομολογήσει το πάθος του για την Ταμάρα; Ο Άντυ θα μείνει με την γκαρσόνα που βγαίνει ή θα διεκδικήσει την Ταμάρα (και το πατρικό του ταυτόχρονα); Οι δύο έφηβες θα γνωρίσουν το είδωλο τους; Κι αυτός ο αηδιαστικός σκύλος- θα σταματήσει ποτέ να κυνηγάει τις αγελάδες;


Σχετικά με την παραγωγή


Η Ταμάρα Ντρου είναι σίγουρα γοητευτική- αλλά τι είναι αυτό που γοήτευσε τον Στίβεν Φρίαρς σχετικά με το σενάριο και το εικονογραφημένο μυθιστόρημα; «Το σενάριο με κάνει και γελάω, είναι πάρα πολύ αστείο, πολύ σέξι, επίκαιρο και μοντέρνο. Επίσης, η μεταφορά από ένα κόμικ, είναι μια ιδιαίτερα απελευθερωτική διαδικασία. Μπορείς να κάνεις τα πάντα- σου λύνει τα χέρια με έναν υπέροχο τρόπο. Τα κόμικ είναι συνήθως για υπερήρωες, αλλά το συγκεκριμένο είναι και ιδιαίτερα έξυπνο και σχετίζεται με πράγματα που όλοι αναγνωρίζουμε. Δεν έχω ξανακάνει μια ταινία σαν αυτή- έπρεπε να επανεξετάσω πως κάνω τα πράγματα.»
Η παραγωγός Άλισον Όουενς θυμάται: «με την Ταμάρα, είδα την ευκαιρία να κάνουμε μια ενδιαφέρουσα ανεξάρτητη ταινία, με σπουδαίους χαρακτήρες, δράμα, κωμωδία (έξυπνη όμως κωμωδία), όπως επίσης κι ένα κοινωνικό σχόλιο».
Η τύχη έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στη γέννηση της Ταμάρα Ντρου. «Ήξερα τη δουλειά της Πόζυ και πάντα μου άρεσε» λέει η Άλισον Όουεν (το εικονογραφημένο μυθιστόρημα πρωτοεμφανίστηκε ως σειρά στην εφημερίδα Guardian). «Μόνο όμως όταν τυπώθηκε ως πλήρες μυθιστόρημα, είδα τη δυνατότητα του να γίνει μια υπέροχη ταινία». Είδα το βιβλίο το σαββατοκύριακο, και τη Δευτέρα είχα λάβει ένα αντίτυπο από τον λογοτεχνικό ατζέντη Άντονυ Τζόουνς, ο οποίος προφανώς είχε την ίδια σκέψη με εμένα. Είχε στείλει κι ένα αντίγραφο στην Κριστίν Λάνγκαν (Καλλιτεχνική διευθύντρια της BBC Films), με την οποία συναντήθηκα τυχαία σε ένα ντελικατέσεν με τα βιβλία στα χέρια μας! Και οι δύο το ερωτευτήκαμε αμέσως, και το BBC ήθελε να το κάνει, οπότε στήθηκε πολύ εύκολα».
Ο Στίβεν Φρίαρς γοητεύτηκε επίσης με τη μοναδική ομορφιά και πρόκληση του μυθιστορήματος: «Θε μου. Το ήξερα ότι ήταν κάτι αυθεντικό». Η Κριστίν Λανγκάν μου το έστειλε λέγοντας μου «Έχω κάτι για σένα». Ήμουν στην πτήση για Νέα Υόρκη όταν άνοιξα το φάκελο. Δεν το πίστευα. Το ίδιο είχα πάθει με το Πιτσιρίκι (The Snapper). Δεν πίστευα τι μου στείλανε. Πάρα- μα πάρα πολύ ωραία!».
Αυτή η ευνοϊκή τύχη και η δυναμική του υλικού, συνεχίστηκαν όταν η ‘Αλισον, έφτιαχνε την ομάδα της: «Ο πρώτος σεναριογράφος που το στείλαμε ήταν η Μόιρα Μπαφίνι, και ήθελε να το κάνει. Το προσχέδιο που έστειλε ήταν υπέροχο. Υπήρξαν μικροαλλαγές, αλλά αυτό το προσχέδιο στάλθηκε στο Στίβεν Φρίαρς, ο οποίος θέλησε να το κάνει άμεσα. Ήμασταν στο σημείο που πιστεύαμε ότι ο Θεός ήταν με το μέρος μας, ότι ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτούσε για το καλό μας.»



Προσαρμόζοντας ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα


Μια άλλη πρόκληση στην προσαρμογή της Ταμάρα Ντρου, είναι ότι η ταινία είχε έτοιμο storyboard, το ίδιο το μυθιστόρημα της Πόζυ Σίμοντς. Για τη σεναριογράφο Μόιρα Μπαφίνι, αυτό ήταν περισσότερο βοήθεια παρά εμπόδιο: «Οπτικά, έχεις τόσα πολλά, σκέφτεσαι «Θε μου, είναι έτοιμη ταινία. Σου δίνει τόσα στοιχεία των χαρακτήρων στα σχέδια της. Οι χαρακτήρες είναι πολύ καλά μελετημένοι, όλοι τους».
Ο ίδιος ο Φρίαρς, βρήκε τα σχέδια της Σίμοντς πολύ βοηθητικά επίσης: « Ήταν πολύ απελευθερωτικό. Υπήρχε κυριολεκτικά το storyboard. Πολύ συχνά πιάναμε τους εαυτούς μας να δουλεύουμε, να το κοιτάμε στο βιβλίο και να σκεφτόμαστε «Δε μπορώ να το βελτιώσω άλλο αυτό». Κάποιος πριν από εσένα, τα συμπίεσε όλα σε μία εικόνα. Μπορεί να είναι περίπλοκη εικόνα, ωστόσο είναι οριοθετημένη σε ένα πλαίσιο».
Ο παραγωγός Άλαν ΜακΝτόναλντ, στενός συνεργάτης του Φρίαρς, προσθέτει: « Είναι πολύ ασυνήθιστο για έναν παραγωγό να έχει έτοιμο storyboard, το οποίο δουλεύει και βοηθητικά αλλά μας δυσκολεύει κιόλας ταυτόχρονα. Μερικές φορές ο Στίβεν έλεγε «Κοίτα απλά το βιβλίο», και κάποιες άλλες «Απλά αγνόησε το βιβλίο!».
Το κλειδί για την ομάδα της παραγωγής ήταν ότι δεν ένοιωθαν υποχρεωμένοι να είναι ιδιαίτερα πιστοί στα σκίτσα της Πόζυ. Η σχεδιάστρια των κοστουμιών Κονσολάτα Μπόιλ αναφέρει: «Πάντα αναφέρεσαι στο πηγαίο υλικό, γιατί έχεις δει κάτι εξαιρετικό εκεί, αλλά φυσικά χρειάζεσαι ελευθερία να το προσαρμόσεις, ειδικά όταν έχουν επιλεγεί και οι ηθοποιοί, δουλεύεις και γύρω από εκείνους. Αλλά το βιβλίο για μένα ήταν δίχτυ ασφαλείας».
Η παραγωγός Άλισον Όουεν επεξεργάζεται αυτό το θέμα σε σχέση με την επιλογή των ηθοποιών: «Στην πράξη, πολλοί από τους χαρακτήρες κατέληξαν να μοιάζουν με τα σκίτσα της Πόζυ. Κάποιες εξαιρέσεις, δε θύμιζαν τίποτα από το αρχικό βιβλίο, κι αναρωτηθήκαμε αν όντως ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα αυτό.
Μήπως είναι πιο εύκολο να μπούμε απλά στο πνεύμα του χαρακτήρα; Μπορούμε να δούμε το χαρακτήρα διαφορετικά, αλλά χωρίς να αλλάξει η ουσία του χαρακτήρα της Πόζυ;
Και για το ίδιο το καστ, το μυθιστόρημα ήταν μια πρόκληση. Ο Λουκ Έβανς, που υποδύεται τον Άντυ λέει: «Κάτι σκίρτησε μέσα μου όταν πρωτοείδα το βιβλίο, και ήξερα αμέσως ποιος χαρακτήρας ήμουνα. Ήταν πολύ περίεργο! Ολόκληρο το καστ έπαθε το ίδιο πράγμα πάνω κάτω- όλοι μας έχουμε κάτι από τους χαρακτήρες μέσα μας, κι αυτό είναι μαγικό!».
Και για την Τάμσιν Γκρέιγκ, το βιβλίο ήταν μεγάλη βοήθεια: «Η Πόζυ Σίμοντς είναι τόσο καλή στις μικρές εκφράσεις του προσώπου, που είναι πάρα πολύ βοηθητικές. Είναι σαν να έχεις ένα τρισδιάστατο σενάριο, που μπορείς να το δεις από πολλές οπτικές γωνίες».
Η μορφή του μυθιστορήματος οδήγησε σε συζητήσεις για το αν θα έπρεπε να υιοθετηθεί το στυλ του κόμικ στην ταινία. Η Άλισον Όουεν σχολιάζει: «Θέλαμε πολύ να συλλάβουμε κάτι από αυτή την αισθητική αν θα μπορούσαμε. Νομίζω ότι ο Στίβεν είναι ιδιαίτερα έξυπνος- δεν είμαι καν αρκετά έξυπνη για να εξηγήσω πως το έκανε- έπιασε αυτό το ρυθμό χωρίς να χρησιμοποιήσει μέσα του εικονογραφημένου μυθιστορήματος. Το μόνο που ίσως να έκανε ήταν να χωρίσει την οθόνη που και που. Έπιασε το πνεύμα και το μετέφερε στην ταινία».


Επιλογή των ηθοποιών


«Δε θα έκανα την ταινία μέχρι να βρω τους σωστούς ηθοποιούς», λέει ο Στίβεν Φρίαρς. Ο διευθυντής casting μου είπε: «Επιλέγεις τους ηθοποιούς πριν καν αποφασίσεις αν θα κάνεις την ταινία!». Κι εγώ του απάντησα « Τι νομίζεις ότι κάνουν οι χρηματοδότες;».
Το πιο κρίσιμο σημείο φυσικά ήταν να βρούνε την ηρωίδα την ίδια. Ο Φρίαρς αναφέρει: «Όταν γνώρισα την Τζέμα Άρτερτον, μου θύμισε αμέσως τα σχέδια, γιατί είναι- μάλλον έχει τόσες καμπύλες, είναι σαν σκίτσο από μόνη της. Είναι ένα υπέροχο κορίτσι, θερμή και αστεία. Σκέφτηκα ότι θα ήθελα να την παρακολουθώ για 90 λεπτά. Ήταν τόσο απλό, αλήθεια».
Η παραγωγός Άλισον Όουεν: «η Ταμάρα πρέπει να είναι σούπερ σέξι, έξυπνη, λίγο χαμένη, θα πρέπει να μπορεί να γίνει ειρωνική, αλλά παρ’ όλα αυτά το κοινό να τη συμπαθήσει, και να θέλει να τη δει με το σωστό άντρα στο τέλος. Η Τζέμα έδειχνε να τα έχει όλα αυτά. Δε νομίζω να έκανε την ταινία χωρίς αυτήν ο Στίβεν».
Στην αναζήτηση του ερωτύλου Νίκολας, η Άλισον θυμάται: « Ο Στίβεν αισθανόταν ότι θα ήταν παράνομο αν δε δίναμε το ρόλο στο Ρότζερ Άλλαμ! Ήταν δεδομένο από την αρχή. Την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε μου είπε «Προφανώς το Νίκολας θα τον κάνει ο Ρότζερ»».
Είχαν δουλέψει προηγουμένως μαζί στη Βασίλισσα: « Είναι απλά υπέροχος- και είναι κατά κάποιο τρόπο βαρώνος. Είναι σαν τον διεστραμμένο κακό σε μια παντομίμα! Είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός, που απλά δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία μέχρι σήμερα! Μετά βρήκα την Ταμσίν. Μόνο όταν είχα αυτούς τους τρεις- το Ρότζερ, τη Τζέμα και την Ταμσίν- σκέφτηκα ότι μπορώ να κάνω την ταινία.»
Στην επιλογή της Μπεθ Χάρντιμεντ, ο Φρίαρς απομακρύνθηκε για πρώτη φορά από τα σκίτσα της Σίμοντς. «Η Τάμσιν δεν ταίριαζε με το σκίτσο της. Αλλά χρειαζόμουνα μια ηθοποιό που θα ήταν ταυτόχρονα πνευματώδης και συγκινητική. Η δυνατότητα της να είναι τόσο υπέροχη στα σωστά πλαίσια με έπεισε- παρά το αν έμοιαζε ή όχι με την πρωτότυπη».
Το ερωτικό τρίγωνο της Ταμάρα, ολοκληρώθηκε με τον Ντομινίκ Κούπερ ως το ροκ σταρ Μπεν Σάρτζεντ, και τον Λουκ Έβανς ως Άντυ Κομπ, τον πιστό εργάτη των Χάρντιμεντ. Σχετικά με αυτούς λέει ο Φρίαρς: « Κάναμε μια συνάντηση πριν συμφωνήσω για τον Ντομινίκ. Τα κορίτσια μου είπαν «Πρέπει να τον πάρεις!» «Εντάξει», είπα. Κάνω ότι μου λένε! Έπαιζε στο Μάμα Μία. Τα έφηβα κορίτσια όντως πεθαίνουν για εκείνον! Είναι πραγματικός. Ο Λουκ Έβανς μας δυσκόλεψε λίγο να τον βρούμε. Αλλά είναι υπέροχος- σχεδόν αγροτόπαιδο όντως!»
Η Άλισον Όουεν προσθέτει: «Καταλαβαίνει εύκολα κανείς γιατί τα κορίτσια είναι ξετρελαμένα με τον Μπεν (Ντομινίκ). Καταλαβαίνει επίσης γιατί η Ταμάρα, μέσα στη σύγχυση της παρασύρεται από αυτή τη λάμψη, αλλά στο τέλος συνειδητοποιεί ότι δεν είναι αυτό που ψάχνει. Και τότε οι σκέψεις της γυρνάνε στον Άντυ (Λουκ), τον οποίο παρακολουθούσαμε από την αρχή, κι από τότε ξέρουμε κατά κάποιο τρόπο ότι είναι ο άντρας των ονείρων κάθε γυναίκας».
Ο λιγότερο γνωστός σε όλους χαρακτήρας, είναι ο Μπιλ Καμπ, αποκαλυπτικός στο ρόλο του Γκλεν ΜακΓκρίβι. Λέει ο Φρίαρς: « Δύο άνθρωποι, ο γιος μου και ο Σκοτ Ρούντιν μου είπαν ότι είναι ο καλύτερος ηθοποιός στην Αμερική. Ειλικρινά δεν ήξερα ποιος είναι- δεν έχει παίξει σε πολλές ταινίες, οπότε δεν υπήρχε πολύ υλικό για να δω. Ο γιος μου είπε ότι όταν σκηνοθετεί ένα θεατρικό, πρώτα σκέφτεται ποιος θα είναι ο Μπιλ, και μετά δουλεύει με τους υπόλοιπους γύρω του. Είναι υπέροχος. Κάποιες μέρες είσαι απλά τυχερός.»


Τι είναι μια ταινία του Στίβεν Φρίαρς;


Το βασικό χαρακτηριστικό του Στίβεν Φρίαρς, είναι η ικανότητα του να αλλάζει είδος ταινιών για να αποφύγει την κατηγοριοποίηση. Όταν αποφάσισε να κάνει την Ταμάρα Ντρου, η στενή του συνεργάτης και παραγωγός Τρέισι Σίγουορντ, άρχισε να συγκεντρώνει κάποιους από τους συχνούς συνεργάτες. Ο Μικ Όντσλεϊ (Μοντάζ), ο Άλαν ΜακΝτόναλντ (σχεδιασμός παραγωγής), ο Αλεξάντερ Ντεσπλά (Μουσική) , η Κονσολάτα Μπόλι (Κουστούμια), και ο Ρότζερ Άλαμ από ηθοποιούς.
«Αυτό που κάνει τον Στίβεν τόσο ενδιαφέρον, είναι ότι δε μπορεί κάποιος να πει συγκεκριμένα τι αφορούν οι ταινίες του», λέει ο Άλαν ΜακΝτόναλντ. «Δεν είναι σαν τον Αλμοδοβάρ, που βλέποντας μία σκηνή μόνο αναγνωρίζεις τη δουλειά του». «Καταλυτικός παράγοντας για το Στίβεν είναι πάντα το σενάριο, γιατί στιλιστικά, οι τρεις ταινίες π.χ. που έχω κάνει μαζί του (Βασίλισσα, Cheri και Tamara Drewe) είναι τελείως διαφορετικές. Το βρίσκω ιδιαίτερα προκλητικό και συναρπαστικό αυτό και για τους δύο μας. Καταλαβαίνω πλέον πολύ καλύτερα τον Στίβεν, απ’ όταν ξεκινούσαμε τη Βασίλισσα, αλλά αυτό δεν το κάνει ευκολότερο, γιατί σε κάθε του ταινία αναζητεί διαφορετική ψυχολογική προσέγγιση».




7 σχόλια:

Seven Films είπε...

Η επεισοδιακή επιστροφή της Ταμάρα Ντρου (Tamara Drew) είναι με διαφορά η πιο ελαφριά και διασκεδαστική ταινία που υπέγραψε ποτέ ο Στίβεν Φρίαρς. Βασισμένη σε ένα «κοριτσίστικο» κόμικ για μεγάλους και με μια Τζέμα Άρτερτον με hot pants για τη μερίδα του κοινού που οι παραπάνω λέξεις δεν του ακούγονται ελκυστικές, είναι απλά άφρατη και χαριτωμένη σαν μαρέγκα. Γεμάτη χιούμορ, σαχλούτσικες ερωτικές περιπέτειες και ποπ αναφορές, δεν απαιτεί σκέψη και σε αφήνει με ένα χαμόγελο στα χείλη.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ATHENS VOICE

Seven Films είπε...

Βασισμένη στο ομώνυμο εικονογραφημένο μυθιστόρημα της Πόζι Σίμοντς (το οποίο αρχικά είχε βασιστεί στο μυθιστόρημα του Τόμας Χάρντι Far from the madding crowd), αυτή η μοντέρνα εκδοχή της βρετανικής εξοχής απέχει πάρα πολύ από το Γουέσεξ του Χάρντι.
Το countryside της Ταμάρα Ντρου είναι γεμάτη με πομπώδεις συγγραφείς, πλούσιους ταξιδιώτες, μποέμ τύπους, έναν άστατο και θορυβώδη ροκ σταρ (καλός ο Κούπερ) και δυο κορίτσια που παρακολουθούν τις δραστηριότητές του ανάμεσα σε κοτόπουλα και γελάδια. Όταν η Ταμάρα επιστρέφει στο βουκολικό χωριό των παιδικών της χρόνων, η ζωή των ντόπιων γυρνάει ανάποδα. Η Ταμάρα -το άλλοτε ασχημόπαπο- έχει μεταμορφωθεί σε καλλονή (με τη βοήθεια της πλαστικής χειρουργικής). Ο έρωτας, οι ζήλιες, οι εξωσυζυγικές σχέσεις και οι επαγγελματικές φιλοδοξίες συγκρούονται ανάμεσα στους κατοίκους των κοντινών αγροικιών, με την ανάφτρα Ταμάρα στο κέντρο να πυροδοτεί όλο το παιχνίδι, χρησιμοποιώντας την αρχαιότερη μαγεία όλων: το σεξαπίλ. Η ταινία είναι ένα σκαμπρόζικο teasing, στη φλέβα του παλιού Tom Jones του Τόνι Ρίτσαρντσον, μεταφερμένο στη σύγχρονη εποχή. Παραδόξως, διαφεύγει την προσοχή του χαμαιλεοντικού Φρίαρς η ψυχή του έργου - εκτελεί λίγο χρέη τροχονόμου σε μια πλοκή με πολλά πρόσωπα και ακόμη περισσότερες καταστάσεις, που προσπαθεί να απεικονίσει στο μάξιμουμ γλαφυρότητας.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ LIFO

Seven Films είπε...

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΝΟΣ ΓΕΜΑΤΟΥ ΕΙΡΩΝΕΙΑ, ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΚΙ ΕΞΥΠΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ GRAPHIC NOVEL ΤΗΣ ΠΟΖΙ ΣΙΜΟΝΤΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΧΑΛΑΡΟ, ΚΕΦΑΤΟ ΣΤΙΒΕΝ ΦΡΙΑΡΣ. Η ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΕΥΣΤΟΧΑ ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ Η ΜΕΓΑΛΕΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΕΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΕΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ ΤΟ ΜΑΤΑΙΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ, ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΝΙΚΗ ROCK FAN ΤΖΕΣΙΚΑ ΜΠΑΡΝΤΕΝ ΝΑ ΚΛΕΒΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΞΙ ΤΖΕΜΑ ΑΡΤΕΡΤΟΝ.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Seven Films είπε...

Ενα ανεξάρτητο, σκανδαλιάρικο κορίτσι επιστρέφει στο χωριό του για να ξεσηκώσει τους άντρες και να προκαλέσει το χάος σε μια δροσερή, δοσμένη με χιούμορ (συχνά μαύρο) και ωραίους, έξυπνους διαλόγους, κωμωδία.

Ηνέα ταινία του γνωστού Βρετανού σκηνοθέτη Στίβεν Φρίαρς («Ωραίο μου πλυντήριο», «Οι κλέφτες», «Επικίνδυνες σχέσεις», «Ομορφα, βρώμικα πράγματα»), που πρωτοείδαμε στο Φεστιβάλ των Κανών, είναι βασισμένη σ' ένα graphic novel της Πόουζι Σίμοντς, ελεύθερα εμπνευσμένο από το κλασικό μυθιστόρημα «Μακριά από το αγριεμένο πλήθος» του Τόμας Χάρντι και δημοσιευμένο σε επεισόδια στην εφημερίδα «Γκάρντιαν», το οποίο ο σκηνοθέτης, όπως μου ανέφερε σε συνέντευξή του, γνώριζε εδώ και 40 χρόνια.

Η ιστορία είναι τοποθετημένη σε ένα χωριό της αγγλικής επαρχίας, καταφύγιο για συγγραφείς που θέλουν να βρουν έμπνευση και να μπορέσουν άνετα να γράψουν τα βιβλία τους. Σε μια τέτοια φάρμα συναντάμε τα διάφορα βασικά πρόσωπα: την ιδιοκτήτρια Μπεθ (Τάμσιν Γκρεγκ) και τον συγγραφέα αστυνομικών βιβλίων και αδιόρθωτα άπιστο σύζυγό της, Νίκολας (Ρότζερ Αλαμ), έναν Αμερικανό συγγραφέα (Μπιλ Καμπ) και έναν αρρενωπό νέο, βοηθό στα χωράφια (Λουκ Εβανς). Στο χωριό φτάνει για να πουλήσει το πατρικό της σπίτι ένα παλιό κορίτσι του χωριού, η Ταμάρα Ντρου (Τζέμα Αρτερτον), που τώρα έχει μετατραπεί σε τολμηρή και σέξι δημοσιογράφο και την οποία ερωτεύονται όλα τα αρσενικά της περιοχής, μαζί και ο αδιόρθωτος Νίκολας. Από το Λονδίνο φτάνει και ο νεαρός, διάσημος ροκ σταρ Μπεν Σάρτζεντ (Ντομινίκ Κούπερ), που ανάβει φλόγες στις καρδιές δύο ανήλικων, προκλητικών κοριτσιών, που τον ακολουθούν και τον κατασκοπεύουν (όπως και τους υπόλοιπους κατοίκους), σχολιάζοντας, σαν είδος χορού αρχαίας τραγωδίας, τα πάντα και τους πάντες.

Ο Φρίαρς έφτιαξε μια δροσερή κωμωδία, με ωραίους, έξυπνους διαλόγους, γρήγορο ρυθμό και απολαυστικές (τονισμένες για κωμικούς σκοπούς) ερμηνείες. Είναι ταυτόχρονα ένα σχόλιο γύρω από τη μεσαία τάξη και τους συχνά γελοίους, με απραγματοποίητες φιλοδοξίες, τύπους της. Από την ταινία δεν λείπει και ένα μαύρο στοιχείο, και συγκεκριμένα στην απρόσμενα τραγική κατάληξη μιας πανικόβλητης φυγής από γελάδια.

ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Seven Films είπε...

Μια από τις ταινίες που είχε διασκεδάσει ιδιαιτέρα το κοινό του 63ου Φεστιβάλ Καννών, με το καυστικό όσο και μαύρο της χιούμορ, τις πληθωρικές ερμηνείες και την όμορφη φωτογραφία της σύγχρονης αγγλικής εξοχής, ήταν το νέο φιλμ του Stephen Frears, σε μια δημιουργία του πιο ανάλαφρη από εκείνες με τις οποίες τον έχουμε συνηθίσει. Η απιστία και τα ψέματα πριμοδοτούν μια σειρά από τραγελαφικές καταστάσεις σε μια χαριτωμένη και ευχάριστη κομεντί που ποντάρει στους έξυπνους διαλόγους, το «υποχθόνιο» σενάριο και την γοητευτικά παιχνιδιάρικη παρουσία της Gemma Arterton (απολαυστικό και το υπόλοιπο καστ), η οποία διαλύει με τον ερωτισμό της, τον συντηρητισμό ενός χωριού, μην αφήνοντας τίποτα όρθιο στο πέρασμα της.

Τα χωράφια, η λάσπη και τα ζώα είναι και αυτά πρωταγωνιστές, βοηθώντας την ιστορία να εξελιχθεί ομαλά, καθώς βρίσκονται την κατάλληλη στιγμή στο σωστό σημείο. Βέβαια, με όλα τα παραπάνω μην περιμένετε να ακούσετε βαρυσήμαντες δηλώσεις περί σχέσεων και απιστίας, είναι απλά μια ταινία με την οποία θα περάσετε καλά –το αγγλικό χιούμορ δεν είναι και τόσο κρύο τελικά- ενώ παράλληλα θα εμπλουτίσετε το λεξιλόγιο σας με νέες ατάκες.
Βαθμολογία: (4/5)
Νίκη Κεφαλά
www.cine.gr

Seven Films είπε...

Ανάλαφρη και περισσότερο από κάθε άλλο ψυχαγωγική, η τελευταία ταινία του Στίβεν Φρίαρς. Κωμικές καταστάσεις μπερδεύονται με φλεγματικό βρεττανικό χιούμορ ανάμεσα σε διανοούμενους και αγρότες, με γαργαλιστικά υπονοούμενα. Κοινό σημείο όλων, η καυτή ύπαρξη της κόμικ φιγούρας Ταμάρα Ντρου. Τοποθετημένο στην Αγγλική ύπαιθρο ως το πλέον ιδανικό περιβάλλον ανάπτυξης κάθε είδους αγάπης, έρωτα, απιστίας ή απλά θαυμασμού, δημιουργεί παράλληλα τις συνθήκες που θα επιτρέψουν να εισχωρήσει το μαύρο χιούμορ πολύ βαθιά στις "σάρκες" της μεσοαστικής τάξης. Και αυτό δε γίνεται ανώδυνα. Το στοιχείο της έκπληξης παραμονεύει διαρκώς, ανατρέποντας τα καθιερωμένα στην πλοκή. Μάλιστα το άκρων άωτο της ειλικρινούς εξομολόγησης ακούγεται από τα ίδια τα χείλη του συγγραφέα Νίκολας (Ρότζερ Άλαμ) όταν τον ρωτούν τι θα απογίνει ο ήρωας των βιβλίων του Ίτσκομπ (η σειρά έχει φτάσει ήδη τα 17) και κείνος απαντά πως μάλλον θα τον ...σκοτώσει καθώς δε θέλει να συνεχίσει. Που να φανταστεί τι θα ακολουθούσε έπειτα... και πόσο αληθινή θα έβγαινε η προφητεία του. Συνοπτικά και παρά την κόμικ διάσταση, παρακολουθούμε γνώριμες σε όλους μας καταστάσεις, ικανές να μας προβληματίσουνε ευχάριστα. Ο γυναικάς, συγγραφέας της ιστορίας μας δε, μπορεί ακόμα να θυμίσει σε μερικούς Γουντιαλλενικό χαρακτήρα, καθώς οι περιπέτειες της ΤΑΜΑΡΑ ΝΤΡΟΥ περιστρέφονται γύρω από τον ίδιο άξονα από τον οποίο εμπνέεται συχνά - πυκνά και ο Αμερικάνος δημιουργός, αντίστοιχα, δίνοντας την αφορμή για ένα σχόλιο ανάμεσα στη Ζωή και την Τέχνη... Οι αστείες καταστάσεις υπάρχουν εκεί που δημιουργούνται αντιθέσεις. Και υπάρχουν αρκετές διάσπαρτα μέσα στην ταινία (από τις 15χρονες μαθήτριες, έως τον ντράμερ μιας ποπ μπάντας κλπ). Πάντα στα πλαίσια μια φαινομενικά συντηρητικής κοινωνίας που καταπιέζει πάθη και φιλοδοξίες για "ειρηνικούς σκοπούς" !

Η ταινία στις ΗΠΑ (σε διανομή Sony Classics) έκανε ντεμπούτο στις 8 Οκτωβρίου 2010, σε περιορισμένη διανομή 4 κινηματογράφων με την μέγιστη διανομή να είναι 59 αίθουσες. Μετά από έντεκα εβδομάδες προβολής, έχει συγκεντρώσει στο Αμερικάνικο Box Office $500.000 ενώ το παγκόσμιο σύνολό της φτάνει τα $8,8 εκατομμύρια.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΙΧΟΣ www.myfilm.gr

Seven Films είπε...

Δυναμική δημοσιογράφος επιστρέφει στο πατρικό της για να το φρεσκάρει και να το πουλήσει, αφού δοκιμάσει τις αντοχές του κρεβατιού της, αναστατώνοντας παρακείμενο καταφύγιο συγγραφέων.Περισσότερο σαν ταινία του Περάκη, παρά του Frears, η μεταφορά του επί διετίας συνοδευτικού των σελίδων της κριτικής, comic strip της Posy Simonds, επαναφέρει τον υποψήφιο για Όσκαρ σκηνοθέτη του The Queen (2006) στα ανάλαφρα λημέρια του High Fidelity (2000), για να στήσει μια γαργαλιστική, δροσιστική κομεντί, που δεν φοβάται να ακολουθήσει τα πιπεράτα καρέ της έμπνευσής της. Βασισμένη περισσότερο στο πνεύμα, παρά στην ίδια την ιστορία του graphic novel που προέκυψε απ’ τις σκιτσαριστές λωρίδες της Simonds (και η οποία είχε με τη σειρά της αντλήσει έμπνευση απ’ τη νουβέλα του Thomas Hardy, Far from the Madding Crowd), η κινηματογραφική εκδοχή της Tamara Drewe αποκτά θελκτικότατη ζουμερή σάρκα χάρη στην Gemma Arterton, που με τον αποκαλυπτικό της ρόλο-αποκάλυψη, θα σου δώσει πράγματα να σκέφτεσαι το βράδυ που θα γυρίσεις σπίτι. Δίχως να φοβάται την ευκολία της καρικατούρας, αλλά χωρίς να παραγνωρίζει και την ανάγκη σου για βάθος που και που, ο Frears επιδεικνύει τη σκηνοθετική του άνεση χωρίς να ζoρίζει τη βιρτουοζιτέ του, και παραδίδει ένα πάντρεμα μπαλαφάρας και σάτιρας, με μπόλικη απ’ την βρετανική ξηρότητα στο χιούμορ, κι έναν αέρα βουκολικό στην φρεσκαριστική απεικόνιση, που σε κάνει να βγαίνεις απ’ την αίθουσα τουλάχιστον ανανεωμένος, αν όχι και λίγο ξαναμμένος.
ΙΩΣΗΦ ΠΡΩΙΜΑΚΗΣ www.mftm.blogspot.com