Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011

Μελαγχολία του Λαρς Φον Τρίερ




Lars Von Trier

MELANCHOLIA

Μια όμορφη ταινία για το τέλος του κόσμου




Σενάριο και Σκηνοθεσία : Lars Von Trier

Φωτογραφια: Manuel Alberto Claro

Κοστούμια : Manon Rasmussen

Πρωταγωνιστούν:

Kirsten Dunst (Justine)

Charlotte Gainsbourg (Claire

Kiefer Sutherland (John)

Charlotte Rampling(Gaby)

John Hurt (Dexter)

Alexander Skarsgård (Michael)

Stellan Skarsgård (Jack)

Brady Corbet(Tim)

Και ο Udo Kier

Χωρα Παραγωγής: Δανία, Σουηδία, Γαλλία & Γερμανία

Ετος Παραγωής: 2010

Γλώσσα: Αγγλικά

Διάρκεια: 130 min.

Εγχρωμο

Digital Cameras Arri Alexa + Phantom

Ratio: 1: 2,35

Μορφή: 35 mm color / DCP

Ήχος: Dolby Digital 5.1.

Περίληψη:

Η Τζαστίν (Κίρστεν Ντανστ) και ο Μάικλ (Αλεξάντερ Σκάαρσγκαρντ) γιορτάζουν το γάμο τους με ένα πάρτυ στο σπίτι της αδερφής της (Σαρλότ Γκαίνσμπουργκ) και του άντρα της (Κίφερ Σάδερλαντ). Εντωμεταξύ, ο πλανήτης Μελαγχολία κατευθύνεται προς τη Γη...

Ο ΞΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ ΕΓΡΑΨΕ: ( ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ;)

(Οι κριτικοί του εξωτερικού, προσπαθούν να απαντήσουν).

Το τέλος του κόσμου σηματοδοτεί την αρχή μιας καινούργιας φάσης στην καριέρα του Τρίερ που με την συναρπαστική «Μελαγχολία» του αποτυπώνει την πιο ευγενική εκδοχή της καταστροφής του κόσμου που θα περίμενε κανείς από οποιονδήποτε σκηνοθέτη, πόσο μάλλον από τον ίδιο. VARIETY

http://www.variety.com/review/VE1117945258/

Το κακό παιδί των Κανών, δημιουργεί ακόμα ένα αριστούργημα. ΤΗΕ FILM STAGE

http://thefilmstage.com/2011/05/18/cannes-review-melancholia/

O Tρίαρ δημιουργεί έναν υπνωτιστικό και οπτικά συγκλονιστικό και συγκινητικό φιλοσοφικό διαλογισμό μετατρέποντας το είδος των ταινιών καταστροφής σε οικογενειακό δράμα. DAILY TELEGRAPH

http://www.telegraph.co.uk/culture/film/cannes-film-festival/8520943/Cannes-2011-Melancholia-review.html

O Tρίαρ έχει μετατραπεί σε έναν ενορχηστρωτή των ανθρώπινων φόβων και ανησυχιών, σε έναν τελετάρχη ενός ψυχολογικού τσίρκου, και η ‘Μελαγχολία’, παρά τις ατέλειες της, κατοικεί για καιρό το μυαλό σου, σαν ένα τρομαχτικό παραμύθι που σου διηγήθηκε ένας περίεργος θείος. SCREEN INTERNATIONAL

http://www.screendaily.com/reviews/latest-reviews/melancholia/5027778.article

O Tρίαρ δαμάζει τη σκηνοθετική του βιρτουοζιτέ προκειμένου να επιτρέψει στις δύο υπέροχες πρωταγωνίστριες του να επεκταθούν με όλη τους την ένταση…Οπτικά συναρπαστική, η «Μελαγχολία» του πετυχαίνει τους ‘παραπλανητικούς’ τις στόχους με σιγουριά και χωρίς φτηνές ευκολίες. MOVING PICTURES

http://www.movingpicturesnetwork.com/28031/melancholia-review/

Παρά τον θρηνητικό της τίτλο, η ταινία, είναι η δουλειά ενός ανθρώπου του οποίου η αργή ανάδυση από την προσωπική του κρίση, οδήγησε στη δημιουργία ενός συγκινητικού αριστουργήματος, σημαδεμένου από μία συγκλονιστική βαθύτητα οράματος. ΕΝΤERTAINMENT WEEKLY

http://insidemovies.ew.com/2011/05/18/cannes-film-festival-lars-von-trier-melancholia-terrence-malick/

Ένα σκοτεινό αποκαλυπτικό αριστούργημα… Ο Τρίαρ αναπτύσσει με υπνωτιστικό χτίσιμο αγαπημένα του μοτίβα ανυψώνοντας τα στο επίπεδο του επικού. INDIEWIRE

http://www.indiewire.com/article/cannes_review_with_melancholia_lars_von_trier_delivers_a_dark_apocalyptic_m/

Βγήκαμε αποσβολωμένοι από την προβολή της ταινίας, έχοντας ξεχάσει όλες μας τις προκαταλήψεις και προσπαθώντας να συγκρίνουμε ή να φέρουμε σε αντιπαράθεση τον υπνωτιστικό στοχασμό του Τρίαρ με την επική διαβεβαίωση του Μάλικ στο “Δέντρο της Ζωής»… Ένα πραγματικό φιλμ του σκοτεινού πρίγκιπα Τρίερ, ο οποίος μπορεί να είναι ένας εγωμανιακός που αυτοϊκτίρεται, αλλά δεν παύει να είναι και ένας ανεπανάληπτος, διεστραμμένος καλλιτέχνης, και τονίζω αυτήν την τελευταία λέξη, που είναι ο μόνος ο οποίος θα μπορούσε να σκηνοθετήσει το τέλος του κόσμου όχι με μια έκρηξη αλλά με τη μουσική του Βάγκνερ. – TIME OUT NEW YORK

http://newyork.timeout.com/arts-culture/film/1426991/cannes-2011-melancholia

Μια ταινία που είναι ταυτόχρονα χάρμα οφθαλμών, ατμοσφαιρικά σκυθρωπή και κατά κάποιο τρόπο σκυθρωπά αστεία. Ο ίδιος ο Τρίαρ δήλωσε πως η ταινία του είναι μια κωμωδία. Συμφωνώ. …Η Μελαγχολία μοιάζει με έναν βαρύ αναστεναγμό, ένα χάζεμα θαυμασμού απέναντι στο τρομακτικό θαύμα των πάντων…και είναι σίγουρα, ότι πιο κοντινό θα μπορούσε να κάνει ο Τρίαρ σε ζεστή αγκαλιά απέναντι στο κοινό του. MOVIELINE

http://www.movieline.com/2011/05/cannes-review-melancholia.php

Το τέλος του κόσμου είναι κοντά μας λέει ο Τρίερ και όπως θυμάστε και από τον Άμλετ, οι Δανοί ξέρουν πολύ καλά να διαισθάνονται τις επικείμενες καταστροφές… Μια πανέμορφη ταινία τέχνης που αξίζει 4 στα 5. EVENING STANDARD

http://www.thisislondon.co.uk/film/review-23951335-cannes-film-festival-melancholia-is-a-beautiful-looking-art-movie.do

Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Ήταν σα να ξυπνούσα από όνειρο: η παραγωγός μου, μου έδειξε την πρόταση για την αφίσα. «Τί είναι αυτό; » ρώτησα. « Μια ταινία σου », απαντά εκείνη. « Ελπίζω πως όχι», μουρμούρισα. Βλέπω τρέιλερ, φωτογραφίες. Φαίνεται χάλια. Είμαι συντετριμμένος.Μη σχηματίσετε λάθος άποψη... δουλεύω για αυτή την ταινία δύο χρόνια. Με μεγάλη ευχαρίστηση. Ίσως όμως παραπλάνησα τον ίδιο μου τον εαυτό. Μπήκα σε πειρασμό. Όχι ότι έκανε κάποιος κάτι λάθος, αντιθέτως όλοι δουλέψανε πιστά για την επίτευξη του στόχου που έθεσα εγώ. Αλλά όταν η παραγωγός μου, μου δείχνει τα στεγνά γεγονότα, νοιώθω μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά μου.

Είναι μια γυναικεία ταινία! Είμαι έτοιμος να την απορρίψω σαν κακό μόσχευμα.

Όμως τι είναι αυτό που ήθελα εξαρχής; Αποφάσισα να βουτήξω στα βάθη του γερμανικού ρομαντισμού. Αυτό ξέρω μόνο. Αλλά αυτό δεν είναι άλλος ένας τρόπος να παραδεχτώ την ήττα μου; Ήττα έως τους χαμηλότερους κινηματογραφικούς κοινούς παρονομαστές. Ο ρομαντισμός κατακρεουργείται με όλους τους κοινότοπους τρόπους σε εμπορικά προϊόντα. Και πρέπει να παραδεχτώ, είχα πολύ καλές και αγαπημένες σχέσεις με το ρομαντικό σινεμά.. και για να δηλώσω το αυτονόητο: το Βισκόντι!

Γερμανικός ρομαντισμός που σου κόβει την ανάσα. Αλλά για το Βισκόντι, υπήρχε πάντα κάποιο στοιχείο που τον έθετε πέρα από τα τετριμμένα—που το μετέτρεπε σε αριστούργημα!

Έχω μπερδευτεί κι αισθάνομαι ένοχος. Τί έχω κάνει;

Ελπίζω μόνο να υπάρχει κάτι που μπορεί να προκαλέσει ρίγος μέσα σε όλο αυτό... Κλείνω τα μάτια μου κι ελπίζω!

Λαρς Φον Τρίερ, Κοπεγχάγη, 13 Απριλίου 2011.

O TΡΙΑΡ,

ΟΙ ΚΑΝΕΣ,

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ,

Η MELANCHOLIA, ΚΑΙ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Όταν ο ποιο προκλητικός art σκηνοθέτης, κατεβαίνει στο φεστιβάλ των Κανών με μια ταινία, που ο ίδιος δηλώνει, πως «φοβάμαι πάρα πολύ ότι παραείναι καλόψυχη», η ταινία αυτή, διαθέτει ένα από τα πιο λαμπερά διεθνή cast που ο τρομερός Δανός συγκέντρωσε ποτέ στην καριέρα του, και είναι η πρώτη φορά που τον φέρνει αντιμέτωπο με το είδος της φαντασίας και της καταστροφής, καταλαβαίνεις ότι κάτι θα συμβεί. Ειδικά όταν αυτή η συγκεκριμένη ταινία, γυρίστηκε αμέσως μετά τον ανεξέλεγκτο, αριστουργηματικό και για άλλους ανυπόφορο «Αντίχριστο» του, που στοίχισε στην Σαρλότ Γκένσμπουργκ την κλειτορίδα της, στη διαβόητη σκηνή του αυτοτραυματισμού της, αλλά της απέφερε το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας, συνοδευόμενο από την αξέχαστη φράση που η ίδια απεύθυνε μετά τη βράβευση της, στον πατέρα της Σερζ Γκένσμπουργκ, «πατέρα, ελπίζω να σε σόκαρα.» Κι αυτό το κάτι συνέβη, μετά την ανακήρυξη του σκηνοθέτη σε ανεπιθύμητη περσόνα από το φεστιβάλ, εξαιτίας των υποτιθεμένων φιλοναζιστικών δηλώσεων του στη συνέντευξη τύπου για το «Melancholia», αλλά δεν κατάφεραν να στερήσουν από την Κίρστεν Ντανστ αυτή τη φορά, το βραβείο της γυναικείας ερμηνείας. Γιατί το πόσο μισογύνης όπως τον κατηγορούν οι πολιτικά ορθοί επικριτές του είναι ένας άνθρωπος που επί δύο συνεχόμενες ταινίας, οι πρωταγωνίστριες του, φεύγουν βραβευμένες από το μεγαλύτερο φεστιβάλ του κόσμου, είναι τόσο αληθινό με το πόσο είναι τελικά στ’ αλήθεια ναζιστής. Σε μόνιμη κόντρα με την υποκριτική πολιτική ορθότητα της σινε κοσμικοσύνης, αυτή τη φορά, ο πολυβραβευμένος δημιουργός, αποφάσισε να τεστάρει τις αντοχές του κόσμου, με ένα προκλητικό, ακραίο αστείο, που αναφερόταν στην εβραϊκή ταυτότητα της συμπατριώτισσας του Σούζαν Μπίερ που κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας, δηλώνοντας αυτολεξεί, «νόμιζα πως ήμουν εβραίος για πολύ καιρό, και ήμουν πολύ ευτυχισμένος με αυτό. Ως τη στιγμή που ήρθε στο προσκήνιο η Μπίερ και σταμάτησα να είμαι ευτυχισμένος. Και κατάλαβα ότι δεν είμαι εβραίος. Αν ήμουν εβραίος, θα ήμουν κάτι σαν νεοεβραίος, ένας εβραίος νέου κύματος, και πραγματικά ήθελα πολύ να είμαι εβραίος αλλά στην πορεία ανακάλυψα ότι είμαι ναζί, γιατί η οικογένεια μου έχει γερμανική καταγωγή κι αυτό μου έδωσε μια κάποια ευχαρίστηση. Τι μπορώ να πω; Καταλαβαίνω τον Χίτλερ…Έκανε κάποια λάθη πράγματα και δεν είναι ακριβώς αυτό που θα αποκαλούσες «καλό παιδί» αλλά τον κατανοώ. Δεν εννοώ πως είμαι υπέρ του Β Παγκοσμίου πολέμου, ούτε πως είμαι εναντίον των εβραίων. Είμαι υπέρ των εβραίων αλά όχι και τόσο γιατί το Ισραήλ είναι κακό σπυρί στον κώλο.» Για να καταλήξει πως στα αμέσως επόμενα σχέδια του είναι μια ταινία πορνό, με πρωταγωνίστριες τις Κίρστεν Ντανστ και την Σαρλότ Γκένσμπουργκ και μια ταινία γύρω από την Τελική Λύση, και την εξόντωση των εβραίων. Εννοείται πως σε χρόνο μηδέν τα διεθνή μίντια πήραν φωτιά, κατηγορώντας τον για φιλοναζιστικές δηλώσεις, ανακαλύπτοντας φωτιά, κάπου που όχι μόνο δεν υπήρχε καπνός, αλλά σκέτος, προκλητικός σαρκασμός. Που δεν χρειάζεται ιδιαίτερος κόπος να καταλάβεις, διαβάζοντας ολόκληρη την δήλωση του και όχι απομονώνοντας τη φράση «είμαι ναζί», ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία ακόμα προσκηνοθετημένη επίδειξη της ιδιαίτερης του τρελής, ιδιοφυϊας και επίθεση στον καθωσπρεπισμό, όπως όταν οι αριστουργηματικοί «Ηλίθιοι» του τον είχαν φέρει υπόλογο απέναντι στις οργανώσεις των δικαιωμάτων των ατόμων με νοητική στέρηση. Το να κατηγορήσεις μια πολυσχιδή, ιδιοφυή περσόνα όπως ο Τρίαρ για ναζιστή, είναι σαν να μην έχεις την παραμικρή επαφή με το σύνολο του έργου του. Σε μια μακρόχρονη καριέρα ταινιών και δηλώσεων αυτοϋπονόμευσης, που κορυφώθηκε θριαμβευτικά τόσο με την εντυπωσιακή «Μelancholia» του, όσο και με τις δηλώσεις του ίδιου γι αυτήν: «Ήθελα να κάνω μια mainstream ταινία, εμπνευσμένη από την εικονογραφία του γερμανικού ρομαντισμού, που να έχει όμως και μια αιχμή, μια ανατροπή. Παρ’ όλα αυτά, όσο και αν είμαι ικανοποιημένος από την ταινία μου, δεν μπορώ να ότι δεν μου λείπει μια κομμένη κλειτορίδα από αυτό το φιλμ» δήλωσε ο ίδιος, για να εισπράξει με το γνωστό βρετανικό χιούμορ, από τον συντάκτη του περιοδικού Empire, το σχόλιο, «γέρασες και μαλάκωσες». Σχόλιο που αρκεί για να τον έχει βάλει ήδη στην πρίζα να καταστρώνει την επόμενη του επίθεση στον καθωσπρεπισμό. Που όποια και να είναι αυτή, σιγά μην αφήσουν οι Κάνες το ενδεχόμενο του να έχουν σε αποκλειστικότητα, τον ντόρο της. Γιατί μπορεί να τον ανακήρυξαν ανεπιθύμητο αλλά με την τακτική του «νίπτω τας χείρας μου», όχι μόνο δεν τόλμησαν να αποκλείσουν μία από τις καλύτερες ταινίες του φετινού τους προγράμματος, αλλά της χάρισαν και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας. Εφ’ όσον στην Κρουαζέτ, κανείς δεν είναι ανεπιθύμητος, όσο μπορεί να συγκεντρώνει τις κάμερες και το ενδιαφέρον των δημοσιογράφων πάνω του. Κι αυτό τόσο ο Τρίαρ, όσο και το φεστιβάλ των Κανών, το ξέρουν πολύ καλά.

Τασος Θεοδωρόπουλος



ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ :

Melancholia [4/5]

Μια γαμήλια δεξίωση καταστρέφεται, ένας μυστηριώδης πλανήτης απειλεί να συγκρουστεί με τη Γη. Ποιο από τα δύο συμβολίζει καλύτερα το τέλος του - θνητού μας - κόσμου;

Ένας καταιγισμός αφηρημένων εικόνων (με σαφή πηγή έμπνευσης ή αναφορές σε ζωγραφικά έργα τέχνης, από τους «Κυνηγούς στο Χιόνι» του Μπρούγκερ μέχρι την «Οφηλία» του Μιλέϊ, μεταξύ άλλων), ενορχηστρωμένος πάνω στη δραματικά λυρική εισαγωγή της όπερας του Βάγκνερ «Τριστάνος και Ιζόλδη», σου τεντώνει τα βλέφαρα για οκτώ περίπου λεπτά, μέχρι το δυσοίωνο πλάνο της σύγκρουσης δύο πλανητών στο διάστημα. Ο τίτλος του φιλμ και το όνομα του Λαρς Φον Τρίερ αποτελούν μια συνοριακή γραμμή, ανάμεσα στο οπτικό μεγαλείο αυτού του προλόγου και την υπόλοιπη ταινία, η οποία ακολουθεί ένα ολότελα ρεαλιστικό μονοπάτι αισθητικής και αφήγησης. Μερικές από τις εικόνες αυτού του... αδιέξοδου «προλόγου» θα καταφέρουν να εισχωρήσουν στο σύμπαν της πλοκής της «Melancholia», δίχως το πέπλο του εφετζίδικα ονειρικού ή φανταστικού. Η σημειολογία, πιθανότατα, κάνει πάρτι μέσα σ’ αυτά τα οκτώ λεπτά. Ακόμη πιο πιθανό, όμως, είναι ο Τρίερ να γελά πίσω από την πλάτη μας με τούτη τη σεκάνς - σπαζοκεφαλιά, για την οποία δεν θα πάρουμε ποτέ απάντηση.

Τζαστίν. Μέρος πρώτο. Νιόπαντρο ζευγάρι (η σχεδόν σε κατάσταση trance Κίρστεν Ντανστ και ο Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ φορώντας μια μούτα αλά Τζιμ Κάρεϊ), εμφανώς ανώριμο και χαζοχαρούμενα κεραυνοβολημένο (κάποιοι θα το αποκαλούσαν ερωτευμένο...), προσεγγίζει με τεράστια λιμουζίνα την έπαυλη, στην οποία θα τελεστεί μια εντυπωσιακά στημένη γαμήλια δεξίωση. «Enjoy it while it lasts», εύχεται με περίσσια δόση σαρκασμού, όντας χωρισμένη, η μητέρα (πάντα αγέρωχη και βαθιά εσωτερική η Σαρλότ Ράμπλινγκ) της νύφης, αφήνοντας το θεατή να «απολαύσει» μια σειρά από απανωτές ατυχίες διαπροσωπικών σχέσεων, που μοιάζουν με αμερικανοποιημένη παρωδία της «Οικογενειακής Γιορτής» (η πρώτη ταινία της «φούσκας» που άκουγε στο όνομα Δόγμα), σε μορφή ωριαίου επεισοδίου τηλεοπτικής σειράς του ΗΒΟ. Το δυσλειτουργικό και οι νευρώσεις είναι στη διαπασών, ο Τρίερ σίγουρα αυτο-ψυχαναλύεται από τη θέση του σεναριογράφου και τα πάντα πάνε κατά διαόλου. Ο θεσμός της οικογένειας, το νόημα του να παντρεύεται κανείς, κάθε έννοια που σχετίζεται με τη διαιώνιση του είδους μας. Το κοινωνικά ιδεατό, η παράδοση του μοντέλου ζωής, το πολιτισμένα αποδεκτό, όλα συνθλίβονται σταδιακά, παράλληλα με ενδείξεις της φύσης για τον ερχομό ενός μεγάλου κακού. «What did you expect?», καταλήγει να πει η νύφη, σαν σε μνημόσυνο, λίγη ώρα πριν ξημερώσει... το δεύτερο μέρος.

Το κωμικοτραγικό χάνει το πρώτο του συνθετικό με την εμφάνιση του τίτλου - ονόματος της Κλερ, αδελφής της Τζαστίν, συζύγου, μητέρας, μεγαλοαστής και... αλώβητης από την εκδικητική μανία του Τρίερ! Η Κλερ σκέφτεται διαρκώς και φοβάται το μοναδικό πράγμα που θα έπρεπε να προβληματίζει τους πάντες, από το προηγούμενο βράδυ. Ο πλανήτης Μελαγχολία, που έγινε απότομα ορατός από τη Γη σαν δεύτερο φεγγάρι, μας πλησιάζει απειλητικά και η επαφή με τον πολιτισμό, τον «έξω» κόσμο, χάνεται ολοκληρωτικά (αντίο τηλεπικοινωνίες, αντίο ηλεκτρικό ρεύμα). Η Κλερ φοβάται τη Φύση. Και εμείς, για να συμπληρώσουμε την αποστασιοποιημένη εικόνα του - μη ορατού - χάους, γνωρίζουμε τι εστί φύση του ανθρώπινου είδους. Μπροστά στον κίνδυνο, στο ενδεχόμενο του ερχομού του τέλους του κόσμου (μας), ο θεατής απομονώνεται από συναισθήματα και βιώνει... την απόλυτη μοναξιά του. Ο μισανθρωπία του Τρίερ γιορτάζει. Είμαστε μόνοι στο σύμπαν και μόνοι θα πεθάνουμε. Δε θα λείψουμε από κανέναν και κανείς δε θα μας θυμάται. Καμία πίστη, κανένα έλεος, καμιά συγχώρεση. Στάχτη.

Στον αντίποδα των χολιγουντιανών ταινιών καταστροφής, όπου το τέλος συνοδεύεται από λυτρωτικά και πανανθρώπινα μηνύματα, ο Λαρς Φον Τρίερ σου λέει κατάμουτρα πως όλα αυτά είναι σκατά (όπως και η ίδια σου η ύπαρξη, πάνω κάτω) και επιφυλάσσει για το κλείσιμο του «Melancholia» στιγμές που θα σε κάνουν να αισθανθείς γυμνός μέσα στην αίθουσα, με το οξυγόνο να λιγοστεύει θανάσιμα, για σένα και τους γύρω σου. Ως ένας από τους μεγαλύτερους υβριστές της Τέχνης του κινηματογράφου, αλλά και της ζωής της ίδιας, ο Τρίερ έχει ξανά το δικαίωμα να σου γαμήσει την ψυχή, να σου κλωτσήσει κάθε καλοσύνη και να σου θυμίσει, επιτέλους ξανά, πόσο μεγάλο είναι το σινεμά του και γιατί τον χρίσαμε Δημιουργό. Το μόνο πράγμα που στερεί από την ταινία του τον τίτλο του αριστουργήματος είναι το γεγονός πως... η ζωή συνεχίζεται. Τι ειρωνεία κι αυτή.

Ηλίας Φραγκούλης www.cinemad.blogspot.com

2 συγγραφείς σχολιάζουν με αφορμή την ¨Μελαγχολία" του Λαρς Φον Τρίερ

Ο Λαρς φον Τρίερ διακρίνεται από μια ύπουλη ιδιότητα ως σκηνοθέτης. Εκεί που νομίζεις πως κάποια απ’ τα πλάνα του τα έχεις ξαναδεί, κάποιες απ’ τις ατάκες που εκστομίζουν οι πρωταγωνιστές ίσως τις έχεις ξανακούσει, κάποια απ’ τα υλικά του κόσμου που επιχειρεί να στήσει τα έχεις ξαναγευτεί, μια επίκληση σε κάτι αόριστα μεταφυσικό να κάνει και ξαφνικά καταφέρνει όλα ν’ αποκτήσουν τη δική τους, ανεξάρτητη υπόσταση.

Το σκεφτόμουν έντονα αυτό βλέποντας τη Melancholia πριν από μερικές μέρες. Εδώ, σε αντίθεση με τον παροξυσμικό Αντίχριστο, οι τόνοι έχουν πέσει. Δεν είναι πως το πρωτοφανές πεδίο των ανθρώπινων εντάσεων σταμάτησε ν’ αποτελεί δεξαμενή για τον Τρίερ όσο το ότι το κέντρο βάρους του σ’ αυτή την ταινία έχει μετατοπιστεί στην κινηματογράφηση μιας βασικής έλλειψης της σύγχρονης ζωής, της έλλειψης νοήματος.

Προτού, ωστόσο, επικρατήσει οριστικά στην οθόνη η νιχιλιστικά κατάμαυρη οπτική του καταθλιπτικού Λαρς, έχουμε διαβεί ως θεατές ένα εξαιρετικά δομημένο πεδίο σπάνιας αισθητικής ομορφιάς κι εκλογίκευσης. Η ηρωίδα του, η Τζάστιν, νιώθει πως η ζωή που κάνει δεν έχει απολύτως κανένα νόημα. Κατ’ εξακολούθηση ή όχι, συνειδητά ή ασυνείδητα, ρηχά ή βαθύτερα, καθημερινά ή πιο αραιά, η έλλειψη του νοήματος την κατατρώει από πλάνο σε πλάνο.

Τι σημασία έχει, στ’ αλήθεια, αν η Γη καταστραφεί απ’ τον μετωνυμικό πλανήτη με τ’ όνομα Μελαγχολία; Δεν είναι η μόνη που το σκέφτεται άλλωστε, ούτε καν ο Τρίερ που της έβαλε κυριολεκτικά τα λόγια στο στόμα. Χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά, κολυμπώντας ανάμεσα στις κρίσεις και τη θάλασσα της χημικοφαρμακευτικής ματαιοδοξίας, το ίδιο σκέφτονται. Όλα είναι μάταια κι εμείς τόσο ευάλωτοι κι ανυπεράσπιστοι για να τα βάλουμε με το χάσιμο του νοήματος σε όλα τα επίπεδα της σύγχρονης ζωής.

Η Τζάστιν, βέβαια, είναι νέα κι όμορφη και όσο κι αν ο κόσμος της είναι εσωτερικά διαλυμένος, τόσο το γλυκανάλατο του αυτοσαρκασμού της όσο κι η ειρωνική αντιστροφή που τη βάζει ο Τρίερ ανά στιγμές να κάνει αποδραματοποιούν κάπως την κατάσταση. Ωστόσο, εμείς ως θεατές το ξέρουμε πως είναι κάπως τρελό να σνομπάρεις αυτό που ακούραστα σε προειδοποιεί για εκείνο που πρόκειται να ‘ρθει.

Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ ένιωσα, παρακολουθώντας αυτό τον πανέμορφο, καταθλιπτικό ύμνο, πως όλα, ανά περιόδους,

όντως είναι μάταια. Βλέπουμε τον εαυτό μας να τα καταφέρνει ή να βουλιάζει, να αισθάνεται τη νιότη και τον έρωτα που περνάνε και αφήνουν τα πάντα ή τίποτα, αγκαλιάζουμε με έκδηλο πάθος ό,τι μας φτύνει στα μούτρα, γινόμαστε συνήθως ό,τι απευχόμαστε και καταλήγουμε σχεδόν γριφωδώς νεκροί.

Ποιο το νόημα;

(Δεν έχω ιδέα γιατί ρωτάω...)

ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ (Lifo)

Μετά τον ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ είχα πια ολοκληρώσει την άποψή μου για τις εικαστικές αναφορές του Λαρς φον Τρίερ:"Στην παράδοση του Γκρήναγουέι και με απόηχους του άθεου Υπαρξισμού του δανού Σέρεν Κίργκεγκωρ, αποδοσμένη εκπληκτικά με την κινηματογραφική γλώσσα, με εικαστικές μνήμες από τον Ιερώνυμο Μπος, τον Γκρύνεβαλντ και τους φλαμανδούς και ιταλούς ζωγράφους της αντιμεταρρύθμισης, με μανιέρα δανεισμένη από (και αφιερωμένη εις)τον Αντρέι Ταρκόφσκι, με κινηματογραφικές μνήμες του "Αντίο Πίθηκε" του Φερρέρι και του Μπέργκμαν, καθώς και με σαφείς αναφορές στον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη,(...) συμφιλιωμένος με τους απαγορευμένους καρπούς της γήινης χλωρίδας, σε μιαν Εδέμ που βρίθει της γυναικείας παρουσίας, μόνος μεταξύ των θυμάτων του. "Σήμερα θα συμπλήρωνα ευθαρσώς: ...με σταθερές αναφορές στο γερμανό Γκρύνεβαλντ, στον Μπρίγκελ, στην Οδύσσεια του Διαστήματος του Κιούμπρικ και φυσικά στον Ταρκόφσκι (ΣΟΛΑΡΙΣ),στον Καραβάτζιο και στον Douanier Rousseau, με μια διεισδυτική ματιά στο κείμενο της "Αποκάλυψης" του Ιωάννη και με απόλυτη επίγνωση της αισθητικής της Μελαγχολίας του Ντύρερ και των μελαγχολικών δομών ενός δυτικού κήπου ανακτόρου σαν τις Βερσαλλίες, με αίσθηση αναφοράς σε όλα τα νεοευρωπαϊκά εικαστικά δεδομένα, ο Τριερ κάνει το κύριο δοκίμιό του πάνω στην ΙΔΙΑ την έννοια της Μελαγχολίας".Μια ταινία, όταν κι εφόσον κρίνεται(πράγμα που δεν βρίσκω απαραίτητο), κρίνεται από το νόημά της, δηλαδή το περιεχόμενο που Η ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΦΟΡΜΑ αποδίδει στο μήνυμα του σεναριογράφου/σκηνοθέτη. Με αυτήν την προσέγγιση, η καλύτερη ταινία του Trier είναι OI ΗΛΙΘΙΟΙ , γιατί έχει τη φρεσκάδα του πειραματισμού. Όντως το Χορεύοντας στο Σκοτάδι λέει λίγα πράγματα. Όσο για το ότι σοκάρονται κάποιοι από τη σκηνή του αιμοσταγούς αυνανισμού στον Αντι-Χριστό, αυτό οφείλεται στο ότι δεν αποστασιοποιούνται. Επίσης δεν νομίζω ότι σοκάρει κανέναν, γιατί το φιλμ είναι απολύτως εγκεφαλικό. Ξανά το ίδιο μοτίβο θυσίας για τον έρωτα που συναντήσαμε στο Breaking the Waves, θυσίας για την αγάπη που συναντήσαμε στο Dancer in the Dark, θυσίας για τον άλλο που συναντήσαμε στο Dogville. Με την animatronic φωνή της αλεπούς να απειλεί "Chaos reigns!"η ταινία εντάσσεται στο πάνθεον της Υψηλής Τέχνης. Το ζευγάρι He (Willem Dafoe) και She (Charlotte Gainsbourg)κάνει έρωτα υπό τον ήχο της άριας του Handel ενώ το μωρό τους σκοτώνεται πέφτοντας από το παράθυρο:ο ορισμός της Τραγωδίας! Ο θεραπευτής σύζυγος επιμένει η γυναίκα του να βιώσει τη Θλίψη της ως πρώτο απαραίτητο στάδιο, το οποίο θα διαδεχθούν στο τέλος ο Πόνος και η Απόγνωση. Με την επιστροφή τους στον αρχετυπικό τόπο των φόβων της(το εξοχικό σπίτι της Εδέμ)αρχίζει η απώλεια ελέγχου, ο αφανισμός της ορθής λογικής, η απανταχού παρουσία του Θανάτου, η κατάδυση στο ασυνείδητο και τους αρχέγονους φόβους μας. Mια διατριβή με θέμα τον βασανισμό του γυναικείου φύλου μένει στη μέση, γιατί οι φοβίες της επίγειας Εδέμ συνίστανται στην απομόνωση από τους καρπούςτης γης, το χώμα, το ρυάκι, το βατόμουρο, τα ζώα. Στη θεραπεία που επιχειρεί ο κόσμος των ανδρών η μόνη απόληξη δεν είναι η επανεύρεση του σεξ με το άλλο φύλο(αυτή είναι ενοχική!), αλλά η απόπειρα αφανισμού κι ευνουχισμού του από τη γυναίκα. Αυτή η απόπειρα δεν αφήνει στον άνδρα άλλο περιθώριο, παρά μόνον την κατάργηση της γυναίκας μέσα του! Πνιγμός, στραγγαλισμός, ένταξη της μέσα του γυναίκας στο σκηνικό της παραμυθένιας χλωροφύλλης, της εμψυχωμένης από γενεές και γενεές σπαραγμένων γυναικών/μαγισσών. Ως άλλος Πενθέας και ως το ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟ του βιβλικού Αδάμ/Ιησού, ο άντρας θεραπευτής (σαμάνος) έρχεται λυτρωμένος από το βασανισμό του να συναντήσει τα ζώα, τους καρπούς της γης, τη χλωροφύλλη, καθώς και τις Μαινάδες/Εύες/αφανισμένες γυναίκες της ανθρώπινης ιστορίας, που τελικά τον ΙΚΕΤΕΥΟΥΝ (beggars) να μην τις αφήσει μόνες, να τις ελεήσει με την παρουσία του ως Σωτήρος.Στον ΑΝΤΙ-ΧΡΙΣΤΟ του Λαρς φον Τρίερ όλος ο ευρωπαϊκός εγκζιστανσιαλισμός αποκαλύπτει την αθλιότητά του πολιτισμού μας. Η πυρηνική μας οικογένεια απομυθοποιείται. Η γυναικεία φιγούρα εκπροσωπεί την φύση στην απόλυτη αντιπαράθεσή της προς τον ορθολογισμό (σύζυγος θεραπευτής που αποποιείται τον Φρόυντ), ενώ σε ένα παιχνίδι ρόλων αποκαλύπτεται η εναλλαγή της πραγματικότητας με την ψευδαίσθηση. Όλος ο ενοχικός δυτικός πολιτισμός παρελαύνει με άξονα τη θεματική του σεξ ως πηγής της ενοχής, πράγμα που ανοιχτά δηλώνεται με τον τελετουργικό ευνουχισμό και την κλειτοριδεκτομή. Ο Roger Ebert στην κριτική του υποστήριξε το "τερατώδες" που κατά τη γνώμη του χαρακτηρίζει την ταινία. "Ποτέ άλλοτε-το βλέπαμε και δεν το πιστεύαμε-ένας άντρας και μια γυναίκα που είναι ζευγάρι δεν επέβαλαν τόσο πόνο ο ένας τον άλλον στον κινηματογράφο(...) Ο Von Trier χρησιμοποιεί την βία ως παράγοντα σωτηρίας." Μετά τον "Αντίχριστο", ήλθε η ώρα της "Μελαγχολίας": μια γυναίκα κινείται αργά τυλιγμένη στη χλωρίδα του "Αντίχριστου", ενώ ένας πλανήτης πρόκειται να συγκρουσθεί με τη Γη: αυτός είναι ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ!

Μεγαλοφυές....

Νίκος Ξένιος


Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

Με κομμένη την ανάσα του Ζαν Λυκ Γκοντάρ



Με κομμένη την ανάσα
À bout de souffle

Σκηνοθεσία:

Jean-Luc Godard
Ετος παραγωγής : 1960
Χώρα παραγωγής: Γαλλία
Το 1960 αλλάζουν όλα στον Ρlanet Cinema. Από την Ιταλία του Αντονιόνι μέχρι την Αμερική του Τζων Κασσαβέτη. Ενδιαμέσως η Αγγλία του Τόντι Ρίτσαρντσον, η Τσεχοσλοβακία του Μίλος Φόρμαν και η Πολωνία του Αντρέι Βάιντα και του Ρομάν Πολάνσκι. Η επιτομή όλων αυτών των σαρωτικών αλλαγών ακούει στον τίτλο «Α bout de souffle» και στο όνομα Ζαν Λικ Γκοντάρ Οποιος δεν διαθέτει στην ταινιοθήκη του το «Με κομμένη την ανάσα» δεν ξέρει πού πατάει και πού πηγαίνει. Οποιος δεν το έχει δει είναι αναλφάβητος. Εντελώς! Το λέω γιατί πολλοί εξ ημών και υμών μπερδεύουμε το μυθιστόρημα με τον κινηματογράφο και τα οπτικά εφέ με την 7η τέχνη. Αντε, παιδάκι μου, να δεις να ξεστραβωθείς. Πάμε παρακάτω. Μέχρι το 1958 τρία σκατόπαιδα, δηλαδή οι Γκοντάρ- Τριφό- Σαμπρόλ, έγραφαν κείμενα στα «Cahiers du cinema» (Κινηματογραφικά Τετράδια) και έτσι έσκαβαν τους τάφους σχεδόν όλων των γάλλων σκηνοθετών. Τα παιδιά πριόνιζαν το κλαδί πάνω στο οποίο καθόταν η εξουσία. Το πριόνισαν, τους κατέβασαν, τους έθαψαν και στη συνέχεια εκείνοι στρογγυλοκάθησαν και τα προνόμιά τους απόλαυσαν. Το ίδιο συμβαίνει παντού. Από την οικογένεια και τις εταιρείες μέχρι τα καθεστώτα. Μέχρι το 1958 έγραφαν ακατάπαυστα. Μερικούς μήνες αργότερα ο Φρανσουά Τριφό σκαρώνει μια ιστορία. Ο Ζαν Λικ την αρπάζει στον αέρα και του έρχεται μια ιδέα. Επρεπε όμως να βρει λεφτά, παραγωγό, διευθυντή φωτογραφίας και cast. Μια μεγαλοκυρία της καλής κοινωνίας που σουλατσάριζε σε «γιάφκες» της αριστερής κουλτούρας τον συνδέει με τον (τότε) άνδρα μιας αμερικανίδας σταρλετίτσας με το όνομα Τζιν Σίμπεργκ. Ηταν- δεν ήταν 22 χρονών. Ο Γκοντάρ όπως ο Τριφό και ο Σαμπρόλ, βουτηγμένοι στο αμερικανικό σινεμά. Νυχθημερόν ρουφούσαν εκατοντάδες ταινίες στη Γαλλική Ταινιοθήκη του θρυλικού Ηenri Langlois (1914-1977). Η Σίμπεργκ, με μισοτελειωμένη καριέρα στην Αμερική δέχεται με πολλές επιφυλάξεις. Μωρέ, τι είναι τούτος ο ακατανόητος κοντός, βλοσυρός; Ελεγε. Κάπου εκεί ο Ζαν Λικ πέφτει πάνω στον Ζορζ ντε Μπορεγκάρ (1920-1984). Ενα φιλόδοξο τύπο που ήθελε να αλλάξει το γαλλικό σινεμά. Ως παραγωγός. Οχι με δικά του αλλά με δάνεια τραπεζικά. Ετσι, καπαρώνει ως πρωταγωνιστή μια γοητευτική μουτράκλα με το όνομα Ζαν Πολ Μπελμοντό, που τότε μόλις πατούσε τα 27. Και, τέλος, καταφέρνει να συνεργαστεί με τον Ραούλ Κουτάρ, έκτοτε μόνιμο διευθυντή φωτογραφίας του στις περισσότερες ταινίες του. «Ραούλ, ξέχασε όσα ήξερες», του λέει. Και ο Ραούλ τα ξέχασε. Η μηχανή, μια Εclair Cameflex, στο χέρι. Χωρίς τεχνητούς φωτισμούς. Δηλαδή όσα επινόησε ο Λαρς φον Τρίερ με το «Dogme» και όσα ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ έκαμε στο «Μπάρι Λίντον», όπου ο φωτισμός προερχόταν από φυσικές πηγές, πρώτος τα εφάρμοσε αυτός ο ακατανόητος και βλοσυρός κοντός. Μόλις τριάντα χρονών. Το σχέδιο ήταν να βγουν στους δρόμους με την κάμερα στο χέρι. «Ζαν Λικ, πρέπει να ζητήσεις την άδεια των αρχών», του είπαν. Εκείνος έδειξε το γνωστό σημείο των «μαγαζιών» και άφησε να ακουστεί το γνωστό «ζαμάν φου». Ετσι, χωρίς άδεια γυρίστηκε η ταινία. Και κάθε μέρα, πριν από τα γυρίσματα έγραφε σε κάποια μπακαλόχαρτα τους διαλόγους που θα έλεγαν ο Μπελμοντό με τη Σίμπεργκ. Από αυτή την αναταραχή, την καταστρατήγηση όλων των κανόνων και όλων των διαδικασιών προκύπτει μια ιστορία που μας έστειλε αδιάβαστους να παραμιλάμε σαν να είχαμε δει, σε απόσταση αναπνοής, τα μπαλκόνια της Μπριζίτ Μπαρντό. Ο Μισέλ (Μπελμοντό), αδέκαρος μικροκακοποιός που του αρέσει να μιμείται τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, κλέβει μια αμερικανική λιμουζίνα και πάνω στο κυνηγητό πυροβολεί και σκοτώνει έναν μπάτσο. Παράνομος και καταζητούμενος καταφέρνει να κρυφτεί στο διαμέρισμα της Πατρίτσιας (Τζιν Σίμπεργκ), Αμερικανίδας που γουστάρει δημοσιογραφία και που βγάζει το ψωμί της πουλώντας την «ΗeraΙd Τribune». Ο Μισέλ την πέφτει, η Πατρίτσια αντιστέκεται, τελικά την κουτουπώνει, κάποια στιγμή του λέει «είμαι έγκυος» και όταν μαθαίνει ότι η Αστυνομία τον κυνηγάει, εκείνη ως νομοταγής αμερικανίδα τον καρφώνει. Ο διάλογος χαρακτηριστικός. Πατρίτσια: «Qu΄ est ce qu΄ il a dit?» («Τι είπε;», εννοεί τον Μισέλ, δηλαδή τον Μπελμοντό). Βιτάλ (ο μπάτσος): «Ιl a dit que vous etes vraiment une degueulasse» («Είπε ότι είσαι σκρόφα»). Πατρίτσια: «Qu΄ est ce que c΄ est degueulasse?» («Τι πάει να πει degueulasse?», δηλαδή σκρόφα). Τι είναι όλα αυτά; Μα φυσικά η μεταμοντέρνα εκδοχή ενός κλασικού φιλμ νουάρ με χαφιέ την αιώνια femme fatale. Μe ένα λόγο- για να σε κουφάνωDJ ο Γκοντάρ πριν καν γεννηθεί ο Ταραντίνο και η νέα αμερικανική γενιά. Αρπα μια πρωτοπορία και τσιμουδιά!
Δημήτρης Δανίκας ΤΑ ΝΕΑ

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Εχουμε Πάπα του Νανι Μορέττι


Μια παραγωγή των Sacher Films, Fandango και le Pacte

Σε συνεργασία με τους Rai και France 3 Cinema

ΈΧΟΥΜΕ ΠΑΠΑ!
(HABEMUS PAPAM)
Μια ταινία του
Νάννι Μορέττι

Ο νεοεκλεχθείς Πάπας, παθαίνει κρίση πανικού λίγο πριν βγει στο μπαλκόνι του Άγιου Πέτρου για να χαιρετήσει τους πιστούς, οι οποίοι περιμένουν ώρες ατελείωτες για να τον δούνε. Οι σύμβουλοι του, ανίκανοι να τον πείσουν ότι είναι ο σωστός άντρας για τη δουλειά, αναζητούν βοήθεια σε ένα καταξιωμένο, αλλά και άθεο ψυχολόγο. Αλλά ο φόβος της τεράστιας ευθύνης που του ανατέθηκε ξαφνικά, είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπίσει μόνος του.

Ηθοποιοί

Πάπας Μισέλ Πικολί

Εκπρόσωπος τύπου Γέρζι Στιρ

Καρδινάλιος Γκρέγκορι Ρενάτο Σκάρπα

Καρδινάλιος Μπολάτι Φράνκο Γκρατζιόσι

Καρδινάλιος Πεσκαρντόνα Καμίλο Μίλλι

Καρδινάλιος Τσεβάσκο Ρομπέρτο Νόμπιλ

Καρδινάλιος Μπρούμερ Ούλριχ Φον Ντόμπσουτζ

Ελβετός φρουρός Τζιανλούκα Γκόμπι

Ψυχοθεραπευτής Νάνι Μορέττι

Ψυχοθεραπεύτρια Μαργκερίτα Μπάι

Παιδιά Καμίλλα Ριντόφλι

Λεονάρντο Ντελλά Μπιάνκα

Θεατρική ομάδα Ντάριο Κανταρέλλι

Μανουέλα Μαντράτσια

Ροζάνα Μορτάρα

Τέκο Τσέλιο

Ρομπέρτο Ντε Φραντσέσκο

Κιάρα Κάουσα

Τελετάρχης Μάριο Σαντέλλα

Διοικητής αστυνομίας Τόνυ Λαουντάντιο

Δημοσιογράφος Ενρίκο Ιανιέλλο

Μία μητέρα Σεσίλια Ντάτσι

Υπάλληλος καταστήματος Λούτσια Μασίνο

Δημοσιογράφος TV Μαουρίτσιο Μαννόνι

Καρδινάλιοι Πήτερ Μπουμ

Έρικ Μερίνο

Κέβιν Μάρεϊ

Χάρολντ Μπράντλεϊ

Τζελ Μπρούινσμα

Αλφρέντο Κάιρο

Μάουρο Καζανίκα

Ντον Σομασίρυ Τζαγιαμάν


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΝΑΝΝΙ ΜΟΡΕΤΤΙ

ΣΕΝΑΡΙΟ ΝΑΝΝΙ ΜΟΡΕΤΤΙ

ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΟ ΠΙΚΟΛΟ

ΦΕΝΤΕΡΙΚΑ ΠΟΝΤΡΕΜΟΛΙ

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΛΕΣΣΑΝΤΡΟ ΠΕΣΚΙ

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΠΑΟΛΑ ΒΙΤΖΑΡΙ

ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ ΛΙΝΑ ΝΕΡΛΙ ΤΑΒΙΑΝΙ

ΗΧΟΣ ΑΛΕΣΣΑΝΤΡΟ ΖΑΝΟΝ

ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΜΠΑΡΜΠΑΡΑ ΝΤΑΝΙΕΛ

ΜΟΝΤΑΖ ΕΣΜΕΡΑΛΝΤΑ ΚΑΛΑΜΠΡΙΑ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΦΡΑΝΚΟ ΠΙΕΡΣΑΝΤΙ

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΝΑΝΝΙ ΜΟΡΕΤΤΙ

ΝΤΟΜΕΝΙΚΟ ΠΡΟΚΑΤΣΙ

ΣΥΜΠΑΡΑΓΩΓΟΙ SACHER FILMFANDANGO

LE PACTE • FRANCE 3 CINEMA

ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ RAI CINEMA

ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ SOFICA COFICUP un fondo BACKUP FILMS

CANAL+ FRANCE TELEVISIONS


ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ :

Η ΠΟΛΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ

στο www.flix.gr

Μετά από την κηδεία του Πάπα, συγκαλούνται οι επί της γης Καρδινάλιοι για να επιλέξουν τον νέο Ποντίφικα. Σύμφωνα με την παράδοση, το κονκλάβιο απομονώνεται στην Καπέλα Σιστίνα για την ψηφοφορία, ενώ το πλήθος των πιστών συγκεντρώνεται στην πλατεία του Αγ. Πέτρου περιμένοντας το σημάδι του λευκού καπνού. Η καταμέτρηση των ψήφων αναδεικνύει στο ανώτατο αξίωμα αγιοσύνης τον Γάλλο Καρδινάλιο Μελβίλ και οι απόλυτα ικανοποιημένοι κληρικοί τον συνοδεύουν στο μπαλκόνι από όπου θα χαιρετήσει τον κόσμο και θα αποδεχτεί το ρόλο του Υπατου Ποιμένα. Μόνο που η ανακοίνωση «Εχουμε Πάπα!» συνοδεύεται με ...μία κραυγή! Ο Καρδινάλιος Μελβίλ, σε κρίση πανικού, δε εμφανίζεται ποτέ στο μπαλκόνι, αλλά αντιθέτως τρέχει και κλειδώνεται στα διαμερίσματά του. Το Βατικανό προσπαθώντας να αποφύγει το σκάνδαλο δοκιμάζει τα πάντα. Ακόμα και να επιτρέψει στο άβατό του την είσοδο ενός αγνωστικού ψυχαναλυτή που θα επιχειρήσει να βοηθήσει τον Πάπα σ' αυτή του την κρίση.

Ο δηλωμένα άθεος ιταλός σκηνοθέτης Νάνι Μορέτι διαψεύδει τις προσδοκίες. Δεν επιτίθεται στην Καθολική Εκκλησία, τη θρησκεία, την πίστη. Δε χρησιμοποιεί την βιοτριολική κωμωδία για να πλάσει μία ταινία «expose», ένα εύκολο χτύπημα στην αμφίβολη ιεροσύνη του Βατικανού των σεξουαλικών και οικονομικών σκανδάλων – έτσι όπως αυτά αποκαλύπτονται ολοένα στις εφημερίδες και τις τηλεοράσεις μας. Η διορατική σάτιρα του Μορέτι στοχεύει σε κάτι πιο προφανές, που όμως στην εποχή μας φαντάζει ανήκουστο: την άρνηση της εξουσίας.

Ενας άνθρωπος εκλέγεται στο ανώτατο δυνατό αξίωμα. Θα μπορούσε να είναι η διεύθυνση ενός ομίλου πολυεθνικών επιχειρήσεων, ή προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Μορέτι επιλέγει να τον κάνει Καρδινάλιο για να διηγηθεί μία ακόμα πιο οικουμενική ιστορία. Την ιστορία ενός πνευματικού ανθρώπου που πρέπει να συμβιβάσει την τιμή με το βάρος του τίτλου του. Την ιερή του αποστολή με τους ανθρώπινους φόβους του. Την ακλόνητη πίστη του με τα φυσικά του όρια. Την αποδοχή της αγιοσύνης, όσο η ψυχή του λαχταρά ακόμα τα απλά και τα εγκόσμια.

Επιλέγοντας το πιο δύσκολο μονοπάτι ενός σινεμά που εξανθρωπίζει τα σχήματα, αυτό που ακολούθησε ο Στίβεν Φρίαρς στη «Βασίλισσα» και ο Τομ Χούπερ στο «Λόγο του Βασιλιά», ο Μορέτι πλάθει έναν Πάπα που δηλώνει αδύναμος μπροστά στο θρόνο του. Δεν κολακεύεται αυτάρεσκα, έτσι όπως έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε γύρω μας τους απανταχού ηγέτες. Συνειδητοποιεί την ευθύνη, τρομάζει, λυγίζει. Ομολογεί με ειλικρίνεια την ανασφάλειά του.

Η είσοδος του ψυχαναλυτή-Μορέτι στο Βατικανό υπόσχεται μία χρυσή ευκαιρία να συγκρουστεί το συμβόλο του Πάπα με το αιρετικό χιούμορ ενός άθεου μέσου πολίτη. Και δεν μιλάμε για μία φτηνή επίθεση στα ιερά και στα όσια (την οποία άριστα κάνει και αποφεύγει) αλλά για μία κινηματογραφικά φωτογενή καλοστημένη αντιπαράθεση δύο προσωπικοτήτων, έναν πολυαναμενόμενο διάλογο πνεύματος και σάρκας. Ο Μορέτι όμως παίρνει μία περίεργη σεναριακή απόφαση: μετά από τη σύντομη συνάντησή τους, ο σκηνοθέτης χωρίζει τους δύο κεντρικούς του ήρωες. Ο Πάπας το σκάει πανικόβλητος στους δρόμους της Ρώμης, ενώ ο ψυχαναλυτής βρίσκεται έγκλειστος στο Βατικανό, να περιηγείται έναν άγνωστο για αυτόν (κι εμάς) κόσμο τον οποίο αποτυπώνει μέσα από ένα σατιρικό μεν, αλλά σχεδόν τρυφερό, κριτικό βλέμμα.

Δεν είναι ότι ο Μορέτι δίνει στους Καρδιναλίους άφεση αμαρτιών. Η αποκαθήλωση των ιερών σχημάτων μέσω της κωμωδίας γίνεται. Ο «ιταλός Γούντι Αλεν» περιπαίζει το πρωτόκολλο, τη γραφειοκρατία, τις ξύλινες, ανούσιες παραδόσεις του παπισμού, τις αστείες ιεροτελεστίες. Παρουσιάζει τους εκπροσώπους της ιεροσύνης με πάθη, αφέλειες, πονηριές. Κρατάει όμως τον τόνο ελαφρύ, κι όχι καταγγελτικό. Προτιμά να ασκήσει την κριτική του συμβολικά, βάζοντας τους «Πρίγκηπες της Εκκλησίας» να παίζουν αγώνες βόλεϊ, παρά μαφιόζικα παιχνίδια εξουσίας.

Ταυτόχρονα εμπιστεύεται τον κεντρικό του ήρωα. Ο 85χρονος μύθος του ευρωπαϊκού σινεμά Μισέλ Πικολί ερμηνεύει τον Πάπα του με σπαραχτική αθωότητα. Χαμένος στους δρόμους της Ρώμης δεν είναι μόνο ένας γέροντας, αλλά κι ένα πανικοβλημένο παιδί που κάποτε είχε όνειρα να παίξει στο σανίδι και σήμερα μοιάζει να ξύπνησε πρωταγωνιστής ενός θεάτρου του παραλόγου. Ανάμεσα στο ποιμνίο του, σε καφέ και λεωφορεία, ο Ποντίφικας του Πικολί μοιάζει με χαμένο αμνό με τον οποίο ταυτίζεσαι, αν και δεν έχεις τίποτα κοινό.

Κι αυτό ίσως να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του Μορέτι και μία πολιτική δήλωση επίσης. Γιατί αυτή η ταινία είναι τόσο για τον (θε)άνθρωπο στο μπαλκόνι του Βατικανού, όσο και για κάθε έναν από εμάς που κοιτάμε από κάτω. Τι θα γινόταν αν ... δεν είχαμε Πάπα; Αν οι άνθρωποι της εξουσίας κατέβαιναν στις πλατείες, δίπλα μας, ομολογώντας ανικανότητα; Αν συνειδητοποιούσαμε ότι όχι δεν είμαστε όλοι γεννημένοι ηγέτες, παρά τα προστάγματα της εποχής; Πώς θα τοποθετούσαμε τον εαυτό μας, τις ευθύνες μας, απέναντι σε μια τέτοια πραγματικότητα;

Εχουμε αναρωτηθεί τι θα κάναμε χωρίς βαρβάρους. Αλλά τι θα κάναμε χωρίς Συγκλητικούς;

ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΝΑΝΝΙ ΜΟΡΕΤΤΙ

Πως γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία;

Η Φεντερίκα Ποντρεμόλι, ο Φραντσέσκο Πίκκολο κι εγώ, αρχίσαμε να δουλεύουμε σε διαφορετικές ιδέες ταυτόχρονα. Μετά από λίγο καιρό, αποφασίσαμε να εξελίξουμε την ιστορία του Έχουμε Πάπα!. Υπάρχει μία σκηνή ειδικά, η οποία πυροδότησε όλη την ταινία: ένας νεοεκλεχθείς Πάπας, ο οποίος δε μπορεί να βρει τη δύναμη να εμφανιστεί στο μπαλκόνι για να χαιρετήσει τους πιστούς.

Εσείς πιστεύετε στο Θεό;

Οι γονείς μου είναι πιστοί και έχω μεγαλώσει σε καθολική οικογένεια (χωρίς ποτέ να υπερβάλλουμε με τη θρησκεία). Εγώ προσωπικά δεν πιστεύω.

Η ταινία είναι χωρισμένη σε δύο μέρη: κάποιες σκηνές εστιάζουν στον περιορισμό, κι άλλες στην ελευθερία. Τι κρύβεται πίσω από αυτή την ισορροπία στο γράψιμο σας;

Σκοπός μου ήταν να αναμείξω κωμωδία και δράμα σε μια ταινία, τον γκροτέσκο τόνο με τον ρεαλιστικό. Το συμβούλιο των καρδιναλίων προέκυψε εξ ολοκλήρου από τη φαντασία μας, αλλά σεβαστήκαμε τις πραγματικές τελετουργίες ενός αληθινού συμβουλίου. Ο Πάπας αποδρά από το Βατικανό, και βρίσκει τον εαυτό του σε καταστάσεις που είχε χρόνια να ζήσει. Εντωμεταξύ, ο ψυχοθεραπευτής είναι εγκλωβισμένος στο Βατικανό, όπου ενώ αρχικά ένοιωθε αποπροσανατολισμένος, ξαφνικά αισθάνεται σχεδόν βολικά.

Τι γνώμη έχετε για τις αντιδράσεις για την ταινία σας;

Δεν υπήρξαν επιθέσεις κατά της ταινίας συγκεκριμένα, μόνο μεμονωμένες αντιδράσεις, οι οποίες ωστόσο δεν αντιπροσωπεύουν τον καθολικό κόσμο.

Η καθολική εκκλησία πρόσφατα βίωσε μια σειρά από σκάνδαλα και η συμπεριφορά της ιεραρχίας έχει γίνει συχνά αντικείμενο κριτικής. Γιατί απουσιάζουν αυτά από την ταινία;

Προσπαθώ να αποφεύγω να λέω στο κοινό αυτά που περιμένει να ακούσει. Δε με ενδιέφερε ποτέ να μεταφέρω κάτι στο θεατή που ξέρει ήδη. Σχετικά με τα θέματα αυτά, υπάρχουν διαθέσιμα βιβλία, ντοκιμαντέρ, εφημερίδες κι εκατοντάδες άρθρα. Προτιμώ να μην ανακατεύομαι σε αυτά: αυτή είναι η ταινία μου, το Βατικανό μου, οι καρδινάλιοι μου.

Ποια είναι η σχέση μεταξύ της θρησκευτικής εξομολόγησης και της ψυχανάλυσης;

Δε θεωρώ ότι έχουν τίποτα κοινό.

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι ασκείτε μεγαλύτερη κριτική στην ψυχανάλυση απ’ ότι στην εκκλησία;

Στις ταινίες μου έχω διακωμωδήσει τη γενιά μου (όταν ήμουν είκοσι, τριάντα, σαράντα) , σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών, της εκπαίδευσης, ακόμη και του καρκίνου που είχα πριν είκοσι χρόνια στο Αγαπημένο μου ημερολόγιο. Νομίζω ότι είναι απλά δίκαιο να διακωμωδήσω και την ψυχανάλυση!


Ποια είναι η σχέση του Μελβίλ, που αρνείται το ρόλο που του ανατίθεται, και του ηθοποιού που θέλει να παίξει όλους τους ρόλους, ακόμη και στο θεατρικό Ο Γλάρος;

Πρέπει πραγματικά ο καθένας να είναι ο διερμηνέας του εαυτού του, των επιλογών του, των ταινιών του; Μερικές φορές μου είναι πολύ δύσκολο να θεωρητικολογώ πάνω στη δουλειά μου.

Γιατί Τσέχωφ;

Όταν γράφαμε το σενάριο, θέλαμε έναν αναγνωρίσιμο συγγραφέα. Ο Τσέχωφ ήταν ο πιο κατάλληλος για τα συναισθήματα που εκφράζονται στην ταινία και τους χαρακτήρες της.

Ο πρωταγωνιστής του Αλιγάτορα και ο Μελβίλ στο Έχουμε Πάπα!, εκφράζουν και οι δύο την επιθυμία για ελευθερία με έναν απροσδόκητο τρόπο. Πιστεύετε ότι είναι σωστό να θεωρήσουμε ότι συνδέονται αυτοί οι δύο χαρακτήρες;

Δε βλέπω ομοιότητες στους δύο χαρακτήρες. Ίσως μόνο στο γεγονός ότι βρίσκονται και οι δύο ανάμεσα σε δύο τελείως διαφορετικούς κόσμους.

Ποια κομμάτια της ταινίας θα λέγατε ότι είναι αυτοβιογραφικά;

Όπως πάντα, είναι τα συναισθήματα πίσω από την ταινία που είναι αυτοβιογραφικά. Κι αν θέλουμε να μπούμε σε λεπτομέρειες, υπάρχει ένα κομμάτι μου στον ψυχαναλυτή και στο συναίσθημα της ανεπάρκειας του Μελβίλ για το ρόλο που του ανατέθηκε.



Οι εποχές του Ερωτα

Διάρκεια:
125'
Παραγωγή:
2011


Σκηνοθέτης:
Τζιοβάνι Βερονέζι
Κατηγορία:
Κωμωδία, Αισθηματική
Παίζουν:
Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Μόνικα Μπελούτσι, Κάρλο Βερντόνε, Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, Μισέλ Πλάσιντο, Λάουρα Τσιάτι, Ντονατέλα Φινοκκιάρο, Βαλέρια Σολαρίνο, Εμανουέλ Προπίτσιο





















"Τρίτη ταινία του Manuale d’ Amore που είναι ταινίες τριών σκετς με θέματα ερωτικής συμπεριφοράς των σύγχρονων Ιταλών και δη των Ρωμαίων. Τα έργα είναι εξαιρετικά δημοφιλή εξού και έφτασε να συνεργαστεί και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Εδώ τα έπαιζαν στους Δεκαπενταύγουστους κι έτσι το κοινό δεν καταλαβαίνει την όποια σημαντικότητα στο ανάλαφρο είδος και ακούει ένα τίτλο αδιάφορο. Ωστόσο, έχει να κάνει με το πού εστιάζει την ερωτική συμπεριφορά στις τρεις ιστορίες του τρίτου μέρους κι αυτές είναι οι ηλικίες του έρωτα.

Η«νεότητα», η «ωριμότητα» και το «πέρα» που αφορά στην υπέρβαση. Πιο αδιάφορη η πρώτη ιστορία με τον Ρικάρντο Σκαμάρτσο, καλύτερη ως κωμική η δεύτερη με τον Κάρλο Βερντόνε, που γίνεται σκυταλοδρόμος και της τρίτης για να απολαύσουμε μαζί Ντε Νίρο και Μόνικα. Το καλύτερο της εβδομάδας, ανάλαφρο, μα κεντημένο στο είδος του. Σαν τη Μόνικα δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή καμία άλλη στον κόσμο. Τις τρώει όλες λάχανο. Και ο Ντε Νίρο δίνει ειδικό βάρος ενώ υπάρχει στο σκετς και ο Μικέλε Πλάτσιντο, που επίσης τονώνει το τρίτο μέρος, ειδικά στην Ιταλία.

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης Down Town "







Πως να κλέψετε 1.000.000 δολλάρια

Ο μαύρος Γάτος του ερωτα