Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ των αδελφων Νταρντέν

Το παιδί

με το ποδήλατο

(le gamin au velo)

Σκηνοθεσια & Σενάριο: Jean-Pierre Dardenne & Luc Dardenne

Φωτογραφια : Alain Marcoen

Παιζουν: Thomas Doret, Cécile De France, Jérémie Renier , Fabrizio Rongione

Χωρα Παραγωγής : Βέλγιο, Γαλλία, Ιταλία

Ετος Παραγωγής : 2011

Γλώσσα : Γαλλικά

Διαρκεια : 87΄

Εγχρωμο

Ιστοσελίδα : http://www.legaminauvelo-lefilm.com/

Ο Συρίλ, είναι 12 χρονών και το μόνο σχέδιο στη ζωή του, είναι να βρει τον πατέρα του που τον άφησε προσωρινά σε ορφανοτροφείο.Συναντά τυχαία τη Σαμάνθα, μια κομμώτρια, η οποία συμφωνεί να μένει μαζί της τα σαββατοκύριακα.Ο Συρίλ δεν αναγνωρίζει την αγάπη που του δείχνει η Σαμάνθα, την αγάπη που χρειάζεται απελπισμένα για να ηρεμίσει την οργή του.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για «Το παιδί με το ποδήλατο»;

Λυκ: Η ιδέα υπήρχε μέσα μας για πολύ καιρό. Μια γυναίκα που βοηθά ένα αγόρι να βγει από τη βία που τον κρατά δέσμιο. Η πρώτη εικόνα ήταν αυτό το παιδί, ένα ράκος από νεύρα, που καταπραΰνεται από έναν άλλο άνθρωπο.

Ζαν-Πιέρ: Στην αρχή τη Σαμάνθα τη φανταστήκαμε ως γιατρό, αλλά γρήγορα αλλάξαμε γνώμη κι αποφασίσαμε ότι θα είναι μια κομμώτρια, που μεγάλωσε κι έζησε στην ίδια γειτονιά. Η ταινία είναι πολύ συγκινητική χωρίς να πέφτει σε συναισθηματισμούς. Ευτυχώς!

Λυκ: Είμασταν κάθετοι ότι το κοινό δε θα μάθαινε ποτέ γιατί δίνει τόση προσοχή η Σαμάνθα στο Συρίλ. Δε θέλαμε ψυχολογικές επεξηγήσεις. Δε θέλαμε το παρελθόν ναεξηγεί το μέλλον. Θέλαμε απλά το κοινό να σκεφτεί «Απλά το κάνει!», το οποίο είναι αρκετό από μόνο του.

Ο Συρίλ είναι αεικίνητος. Γιατί;

Ζαν-Πιέρ: Ναι, είναι συνέχεια πάνω στο ποδήλατο του. Ένα παιδί χωρίς δεσμούς τρέχει συνεχώς προς την αγάπη χωρίς να το ξέρει.

Οι σχέσεις γονέων- παιδιών απεικονίζονται συχνά στις ταινίες σας. Γιατί;

Λυκ: Είμαστε όλοι «γιοι» και «κόρες» κάποιων...

Ζαν-Πιέρ: H κοινωνία φτιάχνει αστέρες από μεμονωμένα άτομα. Ίσως ως αντίδραση σε αυτό , ψάχνουμε πάντα την έννοια του συνδέσμου. Ακόμη κι αν δεν είναι βιολογικός, όπως με τη Σαμάνθα και το Συρίλ.

Η ταινία όμως έχει και μια αισιόδοξη πλευρά.

Ζαν-Πιέρ: Ναι, προσπαθήσαμε να βρούμε μια ρευστότητα, κάτι απτό προς αυτή την κατεύθυνση. Κάναμε τα γυρίσματα καλοκαίρι, το οποίο είναι κάτι πρωτότυπο για εμάς. Είναι δύσκολο να κινηματογραφηθεί η καλοσύνη;

Λυκ: Εκ πρώτης όψεως, το κακό είναι πάντα πιο συναρπαστικό (γελάνε). Ήταν πολύ σημαντικό ότι δε θα απεικονίσουμε την παιδική ευγένεια, αλλά να μείνουμε όσο πιο κοντά μπορούμε στο αίσθημα της άνευ όρων μεγαλοκαρδίας.

Ζαν-Πιέρ: Δεν είχαμε την ευκαιρία να κινηματογραφήσουμε ένα χαρακτήρα που έχει ως προτεραιότητα τα συμφέροντα κάποιου άλλου. Τα καλοκαιρινά γυρίσματα μας δώσανε την ευκαιρία να έχει η ταινία μια φωτεινότητα κι απαλότητα. Η Σεσίλμεταφέρει αυτές τις ιδιότητες με φυσικότητα.

Δε συνηθίζετε να δουλεύετε με διάσημους ηθοποιούς.

Λυκ: Τίποτα δεν ήταν προγραμματισμένο. Ποτέ δε γράφουμε με συγκεκριμένο ηθοποιό κατά νου. Όταν τελειώσαμε το σενάριο αρχίσαμε να σκεφτόμαστε ηθοποιούς κι αρχικά τη Σεσίλ. Ξέραμε ότι μ’ εκείνη θα αποφεύγαμε όλες τα ψυχολογικά τεχνάσματα, το πρόσωπο και το σώμα της ήταν αρκετά. Της δώσαμε τοσενάριο και δέχτηκε αμέσως. Μας ρώτησε κάποια πράγματα όσον αφορά τα κίνητρα της. Της είπαμε ότι η Σαμάνθα είναι εκεί, τέλος. Μας εμπιστεύτηκε.

Πώς βρήκατε τον Τόμας Ντορέ, το αγόρι που υποδύεται το Συρίλ;

Ζαν-Πιέρ: συνήθως όταν ψάχνει κανείς ηθοποιούς αυτής της ηλικίας η διαδικασία είναι η ίδια: βάζεις μια αγγελία και κάνεις κάστινγκ σε εκατοντάδες παιδιά. Ο Τόμας ήρθε την πρώτη μέρα, ήταν το πέμπτο παιδί που βλέπαμε, και μας έκανε αμέσως κλικ.

Λυκ: από την αρχή συγκλονιστήκαμε με την έκφραση στα μάτια του, το πεισματάρικο ύφος του και την συγκέντρωση που έδειχνε.

Ζαν-Πιέρ: είχε και μια αποστομωτική ικανότητα να θυμάται τα λόγια του... και είχε πολλά! Από τα πρώτα δοκιμαστικά αποφασίσαμε ότι αυτός ήταν ο χαρακτήρας. Είχε μια ενστικτώδης κατανόηση του ρόλου του. Πολύ ακριβές και συγκινητικό χωρίς να χύσει ούτε ένα δάκρυ.

Λυκ: ήταν ο μόνος που ήταν συνέχεια παρών, όλες τις έξι εβοδμάδες που κάναμε πρόβες. Ήξερε όλες τις σκηνές απ’έξω χωρίς να του έχουμε καν ζητήσει! Όταν έκανε λάθος θύμωνε πάρα πολύ με τον εαυτό του!

Δύο από τους ηθοποιούς που χρησιμποιείτε συνεχώς, εμφανίζονται επίσης: οι Ολιβιέ Γκουρμέ και Ζερεμί Ρενιέ, στο δύσκολο ρόλο του πατέρα.

Λυκ: ο Ολιβιέ απλά εμφανίζεται, έπρεπε να βρούμε κάτι να κάνει κι αυτός! (γελάει) του προτείναμε τρεις ρόλους κι επέλεξε να κάνει τον τύπο που σερβίρει τις μπύρες. Είναι μόνο μια μικρή σκηνή, αλλά ήταν πολύ σημαντικό για εμάς το ότι συμμετέχει.

Ζαν-Πιέρ: ο Ζερεμί όταν διάβασε το σενάριο και κατανόησε το χαρακτήρα του, μας ευχαρίστησε που για ακόμη μια φορά του βρήκαμε ένα τόσο αξιολάτρευτο ρόλο! (γελάει). Αλλά παίζει το καλό παιδί σε άλλες ταινίες, οπότε...

Πως γράψατε το σενάριο; Πόσο καιρό σας πήρε;

Ζαν- Πιέρ: Συνολικά ένα χρόνο. Αλλά το είχαμε συζητήσει εκτεταμένα προηγουμένως.

Λυκ: Ξεκινάμε με ένα χαρακτήρα, μια κατάσταση, κι έπειτα κρατάμε σημειώσεις απ’ότι μας φαίνετε ενδιαφέρον. Μετά έρχεται η δομή, μετά το πρώτο προσχέδιο, το δεύτερο κοκ. Μας παίρνει μήνες.

Και τα γυρίσματα;

Λυκ: 55 ημέρες. Με μικρές νύχτες. Αλλά δε δουλέψαμε ποτέ μετά τη 1.30 πμ... ίσως μία φορά. Κάναμε γυρίσματα μ’ ένα 13χρονο αγόρι. Είμασταν πολύ προετοιμασμένοι. Κάναμε άπειρες πρόβες πριν από κάθε γύρισμα.

Χρησιμοποιείτε για πρώτη φορά μουσική, αν και σποραδικά...

Λυκ: Ναι, είναι πού σπάνια στις ταινίες μας, και διστάζαμε για πολύ καιρό. Σε ένα παραμύθι, πρέπει να υπάρχει μια εξέλιξη με συναισθήματα και νέες αρχές. Μας φάνηκε, ότι σε ορισμένα σημεία, η μουσική θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν ηρεμιστική δύναμη για το Συρίλ.

Βρίσκεστε και πάλι στις Κάννες, όπου ήδη έχετε βραβευτεί δύο φορές με το Χρυσό Φοίνικα. Τι σημαίνει για εσάς το φεστιβάλ αυτό;

Ζαν-Πιέρ: Είναι πολύ σημαντικό για εμάς να δείχνουμε τις ταινίες μας εδώ. Λατρεύουμε την αδρεναλίνη που μόνο οι Κάννες μπορούν να σου προσφέρουν.

Λυκ: το σινεμά μας οφείλει πολλά σε αυτό το φεστιβάλ. Η ιστορία μας απλά συνεχίζεται εδώ, αισίως ευελπιστούμε...

ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ

Ασυμβίβαστο σινεμά, απέριττο στην αφήγηση, αλλά γεμάτο ενέργεια και ήρωες που αγαπάς από το πρώτο λεπτό. Οι αδελφοί Νταρντέν επιστρέφουν στο φεστιβάλ Καννών που τους έχει τιμήσει δύο φορές με το Χρυσό Φοίνικα («Ροζέτα» το 1999, «Το Παιδί» το 2005) για να διηγηθούν με τρυφερότητα μία ακόμα επώδυνη ιστορία για την ανθρώπινη φύση.

Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα, φαίνεται να είναι το κεντρικό θέμα του φετινού φεστιβάλ Καννών

Ενα μικρό αγόρι, αφύσικα σκληρό και πολυμήχανο για την ηλικία του, το σκάει από το ορφανοτροφείο που το έχει παρατήσει ο πατέρας του, υποσχόμενος ότι θα ξαναγυρίσει. Δραπετεύει για να αποδείξει τον κόσμο των ενηλίκων (φρουρών, ψυχολόγων, επιστατών) λάθος: ο πατέρας του δεν τον έχει εγκαταλείψει, δεν μετακόμισε σε άλλη πόλη, δεν έφυγε χωρίς ένα τηλέφωνο, ένα αντίο. Χωρίς να του πάει, τουλάχιστον, το ποδήλατό του. Τρέχει, τρυπώνει, σκαρφαλώνει, κρύβεται, κλωτσάει, δαγκώνει, φωνάζει, αρνείται. Ενα μικρό αγρίμι, τραυματισμένο και για αυτό επιφυλλακτικό, σκοντάφτει συνεχώς στην κακία του κόσμου και την επιβεβαιώνει. Μία νεαρή κομμώτρια παρούσα στο βουβό σπαραγμό του πιτσιρικά όταν διαπιστώνει πράγματι το φευγιό του δειλού πατέρα, αποφασίζει να το υιοθετεί κάθε Σαββατοκύριακο προσπαθώντας να επουλώσει το κακό που ήδη έχει γίνει. Υπάρχει όμως γυρισμός για αυτά τα παιδιά, ή θα τριγυρνάνε στις γειτονιές μας με τα ποδήλατά τους, απλά για να μας θυμίζουν τη συλλογική κοινωνική μας αμαρτία;Μπορεί να ακουστεί ειρωνικό, αλλά είναι αλήθεια: το σινεμά των Νταρντέν, νατουραλιστικό και ήσυχο, δεν παύει να είναι σινεμά ...δράσης. Ηλεκτρισμένης ενέργειας, ταχυκαρδίας, αγωνίας. Οι ήρωές τους τρέχουν, αγωνίζονται, παλεύουν. Αντιδρούν πεισματικά στο τραγικό συνήθως πεπρωμένο τους. Μαζί τους, τρέχουμε κι εμείς από την άκρη της καρέκλας μας, κουβαλώντας όλη τους την ένταση, νιώθοντας απέραντη εμπάθεια και βαθιά απόγνωση. Ελπίζοντας ότι η ανθρώπινη φύση δε θα μας απογοητεύσει αυτή τη φορά, κάνοντας μία πλήρη ορθοπεταλιά γύρω από το προμελετημένο κάρμα της. Ασυμβίβαστοι σκηνοθέτες, οι Νταρντέν επιμένουν να αγνοούν τις ευκολίες της αφήγησης και συνεχίζουν να επιλέγουν πιο φιλόδοξες ανηφόρες: αυτές που απαιτούν στιβαρές ιστορίες και ταλέντο να τις διηγηθείς - με υγρή, παλλόμενη κινηματογράφησή, αληθινούς διαλόγους και ήρωες που αγαπάς από το πρώτο λεπτό. Δευτερόλεπτα μουσικού σκορ, τρεις τέσσερις σκόρπιες στιγμές μέσα σε ολόκληρη την ταινία, είναι ο μόνος συμβιβασμός του χρυσού κανόνα τους. Φαίνεται ότι σ' αυτήν εδώ την ιστορία εγκατάλειψης, αισθάνθηκαν ότι ο μικρός τους ήρωας χρειαζόταν ένα χάδι. Και κάθε φορά που το πιτσιρίκι ξανακαβαλά με ματωμένα γόνατα και μουτζουρωμένο προσωπάκι το ποδήλατό του, μετά από ένα κυριολεκτικό ή συμβολικό χτύπημα της ζωής, ντύνουν για ελάχιστα δευτερόλεπτα την εικόνα με μουσική.Η αφοπλιστικά αβίαστη ερμηνεία του μικρού τους πρωταγωνιστή, οι αληθινές στιγμές, το μήνυμα που βγαίνει και αιωρείται αβίαστα, χωρίς ίχνος μελό ή διδακτισμού; Ποιο είναι το μυστικό του σινεμά τους, που ακόμα κι εκ των υστέρων, δεν αποδομείται εύκολα; Μάλλον η αυθεντινή αναγκαιότητα να το κάνουν και η μεγάλη τους καρδιά.

Πολυ Λυκούργου www.flix.gr

H ΑΠΟΨΗ ΕΝΟΣ «ΠΑΛΙΟΥ ΕΧΘΡΟΥ»

Ουουπς, πραγματικά το έθεσα βαριά το ξεκίνημα τώρα που το σκέφτομαι. Με την έννοια του ότι που πας ρε καραμήτρο να αναμετρηθείς με το πιο πολυβραβευμένο σκηνοθετικό δίδυμο του φεστιβάλ των Κανών. Χρυσός Φοίνικας το 1999 για τη «Rosetta». Eιδική μνεία και βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής το 2002, για το «Le fils». Xρυσός Φοίνικας ξανά μανά το 2005 για το «L' enfant». Bραβείο καλύτερου σεναρίου το 2008 για το «Silence de Lorna». Kαι Μέγα Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής φέτος για το «Παιδί με το Ποδήλατο». Από τις 6 ταινίες τους, με πρώτο το έξοχο «La promesse» του 1996, όλες τους, μπαστακώνονται στις Κάνες και αν δεν πάρουν βραβείο δε φεύγουν. Όχι ότι αυτό μου λέει κάτι, γιατί μη σου πω φίλε που τις έχω γραμμένες τις Κάνες. Κι αν πάω εκεί, για το γκλαμουροπαζάρεμα πάω και για τίποτα άλλο. Αλλά βραβεία είναι τα έρμα, αξίζει να στα αναφέρω.

Όπως αξίζει να σου αναφέρω και κάτι άλλο. Ότι για το «L' enfant» του 2005, αν θυμάμαι καλά, είναι ζήτημα αν του είχα δώσει σε βαθμολογία ένα αστεράκι έτσι να πάει στο διάολο. Γιατί η αλήθεια είναι πως με το ψυχόπιασμα των Νταρντέν, την κουνιστή κάμερα φραπέ και τον «παρ' τον στα μούτρα σου μωρή άρρωστη» ρεαλισμό τους, άρχισα να ξερνάω επικίνδυνα κάποια στιγμή και να θυμώνω. Με όλη την επίσημη κριτική να παθαίνει σκατόψυχο κοκομπλόκο με τους Νταρντέν κι εμένα να μένω στο μπλόκο. Τι να σου πω φίλε, μπορεί να φταίει η έπαρση της νιότης μου, μπορεί να φταίει ότι είχα δίκιο, αλλά δε μετανιώνω. Και τότε ρε μάγκα Μοριάρτη αφού δε μετανιώνεις γιατί μας τα γράφεις όλα αυτά θα μου πεις; Γιατί πολύ απλά, φέτος την άνοιξη στις Κάνες, είδα Νταρντέν και νταρντάνιασα.

Συγκινήθηκα, χάρηκα, ευχαριστήθηκα τόσο πολύ με το «Παιδί με το Ποδήλατο» που όταν αργότερα γυρνούσα σε συναδέλφους και τους έλεγα πως πιθανότατα αυτή ήταν η καλύτερη ταινία του φετινού φεστιβάλ, έψαχναν το τηλέφωνο της μάνας μου για τη ρωτήσουν αν έχω ξεμείνει από χάπια Xanax. Πώς το έπαθα και γιατί το έπαθα; Θα στο πω. Επειδή πολύ απλά, αυτή τη φορά, τα αδερφάκια, ναι μεν, ακολουθούν την πεπατημένη του ρεαλισμού και της δυστυχίας και της απονιάς αλλά... Αλλά επιτέλους μπαίνουν στον κόπο να πιστέψουν στο παραμύθι της ομορφιάς. Κι επιτέλους για πρώτη φορά ολοκληρώνουν το ποίημα τους. Γλυκά και ανθρώπινα. Και όχι σαν εντομολόγοι της δυστυχίας και της καταφρόνιας. Θες φταίει η υπέροχη Σεσίλ Ντε Φρανς που πρωταγωνιστεί; Θες ο άπαιχτος πιτσιρικάς Τομά Ντορέ; Τι να σου πω; Ένα θα σου πω. Ότι πιο χριστουγεννιάτικη στην ουσία της, ταινία από το «Παιδί με το Ποδήλατο» δε θα δεις. Θα κλάψεις, θα νοιώσεις αγωνία, θα χαμογελάσεις, θα αγαλιάσεις. Κι αυτό είναι κάτι τόσο σημαντικό που δε το αλλάζεις με τίποτα.

Ούτε οι Νταρντέν νομίζω. Οι οποίοι επιτέλους, βρήκαν την φόρμουλα, να κρατήσουν τα όμορφα της γραφής τους, να πετάξουν τις περιτές δηθενιές και τις κακοτεχνίες που μεταφραζόντουσαν σε άποψη, και να αφεθούν χωρίς κόμπλα στη αποδεδειγμένη λειτουργικότητα της κάθαρσης. Δόξα τω θεώ οι κουκλίτσες μου γιατί άμα συνέχιζαν να το παραχέζουν με την μπίχλα, ο μοναδικός τρόπος να μείνουν στην ιστορία του σινεμά, θα ήταν σαν συσίτιο ζητιάνων στη Χριστιανική Αδελφότητα Απόρων Κορασίδων (ΧΑΑΚ). Ήδη από την προηγούμενη ταινία τους, τη «Σιωπή της Λόρνας» είχαν δείξει ότι και μπορούν και θέλουν να ξεφύγουν από την κάμερα του σακάτη, χωρίς αυτό να τους αναγκάζει να αλλάξουν θεματική. Και να αφήσουν επιτέλους το ταλέντο τους να φανεί και να μεγαλουργήσει πέρα από τις συμβάσεις που τους καθιστούν αρεστούς στους κριτικούς. Όμως αυτή τη φορά, κατάφεραν το θαύμα.

Ένα αγόρι εγκαταλελειμμένο σε άσυλο που δεν αγαπάει τίποτα άλλο εκτός από το ποδήλατό του. Και την ελπίδα του να βρεθεί ξανά κοντά στον πατέρα του. Μια «λαϊκή» κομμώτρια που αποφασίζει να τον φιλοξενεί σπίτι της τα σαββατοκύριακα. Ένας πατέρας, που δεν έχει καμία επιθυμία να συνδεθεί με το γιο του. Ένα ποδήλατο, που για τον πιτσιρικά, είναι το μοναδικό αντικείμενο που τον συνδέει με την γλυκύτητα της οικογένειας όπως την ονειρεύεται από τα παραμύθια. Ο σκληρός περίγυρος, που δεν υπολογίζει συναισθήματα, αθωότητα, και παιδική ηλικία, χρεώνοντας στο "ποδήλατο" ανταποδοτικές διαδρομές. Η σύγκρουση και η οργή που προκύπτουν όταν ζητάς την αγάπη, χωρίς να ξέρεις από ποιον και πως. Το λάθος, η βία και η συγχώρεση. Σαν ένα χριστουγεννιάτικο θρίλερ, κάτω από ένα παραπεταμένο δέντρο Χριστουγέννων. Που περιμένει για να φωταγωγηθεί, τα κινέζικα και λίγο καμμένα, λαμπάκια της ψυχής σου. Καμένα ξεκαμένα φίλε, άπαξ και ανάψουν τα ρημάδια, η ζωή σου όλη ποδηλατάδα όμως. Και το χαμόγελο της κομμώτριας, βάλσαμο. Στο εγγυώμαι. Απλά εσύ, πάτα πετάλι.

ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ www.iefimerida.gr

ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΞΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ :

“H πιο αγαπημένη μέχρι σήμερα ταινία της καριέρας τους, επιβεβαιώνει τη δύναμη και την ακρίβεια των Νταρντέν με απόλυτα κινηματογραφικό τρόπο και τιμήθηκε δικαίως με το Μέγα Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής των Κανών. ΕMPIRE

Οι αφοί Νταρντέν επιστρέφουν σε απαράμιλλη φόρμα με μια ιστορία αθωότητας, προδοσίας και φιλίας. Ένα από τα καλύτερα φιλμ που έχουν γυριστεί γύρω από την παιδική ηλικία από την εποχή του «Κλέφτη των Ποδηλάτων».” SCREEN INTERNATIONAL

“Mε διαφορά η πιο γρήγορη και ζεστή ταινία των αφών Νταρντέν μέχρι σήμερα. Ένα ρεαλιστικό παραμύθι που εξυψώνει το ρεαλισμό στη σφαίρα της κινηματογραφικής υπέρβασης”. SLANT MAGAZINE

“Μπορεί η ταινία να αρχίζει και να τελειώνει σε 87 λεπτά αλλά η ομορφιά και η δύναμη της μένουν μαζί σου για πολύ καιρό μετά το φινάλε της.” WALL STREET JOURNAL

“Οι Νταρντέν μας υπενθυμίζουν ότι οι πιο ακαταμάχητες ιστορίες δε διεξάγονται στο μακρινό διάστημα αλλά κάτω από τα παράθυρα των σπιτιών μας. Μια ταινία που μοιράζεται την ίδια ψυχή με τον «Κλέφτη των Ποδηλάτων».” VARIETY

“Θα αισθανθείτε πως παρακολουθείτε κάτι ιδιαίτερο...γεμάτο δύναμη, διακριτικότητα και αλήθεια που σε παρασύρει.” TIME OUT LONDON

.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Τρίο του Τομ Τίκβερ

ΤΡΙΟ

DREI

ΤΟΥ ΤΟΜ ΤΙΚΒΕΡ

ΣΟΦΙ ΡΟΥΑ, ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΣΙΠΕΡ, ΝΤΕΒΙΝΤ ΣΤΡΙΣΟΦ




ΚΑΣΤ

Χάνα ΣΟΦΙ ΡΟΥΑ

Σιμόν ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΣΙΠΕΡ

Άνταμ ΝΤΕΒΙΝΤ ΣΤΡΙΣΟΦ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Παραγωγή X FILME CREATIVE POOL Συμπαραγωγή WDR, ARD DEGETO, ARTE Μια παραγωγή του

STEFAN ARNDT Σενάριο, σκηνοθεσία TOM TYKWER Διευθυντής φωτογραφίας FRANK GRIEBE

Σχεδιασμός παραγωγής ULI HANISCH Μοντάζ MATHILDE BONNEFOY Μουσική TOM TYKWER

JOHNNY KLIMEK REINHOLD HEIL GABRIEL MOUNSEY Κάστινγκ SIMONE BÄR TECHNICAL DATA

Πρωτότυπος τίτλος: DREI Διάρκεια: 119’ Μορφή: 35 mm, 1:2,35 Ήχος: Dolby Digital

ΣΥΝΟΨΗ

Το τέλος των μονογαμικών σχέσεων και πως το χειριζόμαστε ώστε αντί για δράμα να είναι μια νέα μορφή οικογένειας, στα χρόνια των ανικανοποίητων ΕΓΩ!
Στο Βερολίνο σήμερα ένα ζευγάρι γύρω στα 40 , η Hanna και ο Simon διαπιστώνουν ότι διατηρούν παράλληλη σχέση με τον ίδιο νεαρό άντρα, τον Adam, η ιστορία περιπλέκεται το ίδιο και τα όρια της σχέσης τους, όταν η Hanna ανακοινώνει ότι είναι έγκυος. Σχέσεις, παιδιά, συμβίωση, αποβολή, φυγή κι επιστροφή: αυτή η σχέση τα πέρασε όλα, και δεν έχει πολλά να προσβλέπει για το μέλλον. Ο Τικβερ χειρίζεται με χιούμορ και ψυχραιμία ένα κοινωνικό θέμα που φυσικά μόνο ένα μέρος του έχει να κάνει με τις σχέσεις. Ουσιαστικά είναι ένα σχόλιο για την γενιά των μη ικανοποιημένων Ευρωπαίων στα χρονια της Ευρωπαικής κρίσης.



ΤΟΜ ΤΙΚΒΕΡ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Ο Τομ Τίκβερ γεννήθηκε στις 23 Μαΐου, του 1965 στη Γερμανία. Από πολύ μικρός, ανακάλυψε την αγάπη του για τον κινηματογράφο και δούλεψε σε αμέτρητες κινηματογραφικές αίθουσες ως προγραμματιστής, πριν κάνει το ντεμπούτο του ως σκηνοθέτης με το DEADLY MARIA το 1993. Συνέχισε την καριέρα του με τα WINTER SLEEPERS (1997), Τρέξε Λόλα Τρέξε (RUN LOLA RUN) (1998), Η πριγκίπισσα και ο πολεμιστής (THE PRINCESS AND THE WARRIOR )(2000), και Το Άρωμα: Η ιστορία ενός δολοφόνου (PERFUME: THE STORY OF A MURDERER) (2006). Το 2009, η ταινία του Η Διεθνής (THE INTERNATIONAL), ήταν η ταινία έναρξης για το φεστιβάλ Βερολίνου. H πιο πρόσφατη δουλειά του Τρίο (THREE), κυκλοφόρησε στις γερμανικές αίθουσες το Δεκέμβριο του 2010.


ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

«Αγάπη, δουλειά, ρουτίνα και θάνατος συναντιούνται κι επαναπροσδιορίζονται εκ νέου σ’ αυτήν την ιστορία. Είναι μια ταινία για την οικειότητα και την απόσταση, τη μοναξιά και την πίεση, τους κινδύνους της οικειότητας και τον πειρασμό του αγνώστου. Το Τρίο, περιστρέφεται γύρω από τις επιθυμίες, τις ελπίδες, τα αινίγματα και τις αντιθέσεις τριών μεσήλικων ανθρώπων, που έπρεπε να θέσουν ορισμένες θεμελιώδεις ερωτήσεις σχετικά με τις «επιτυχημένες» τους ζωές. Τι σημαίνει να ζει κανείς «σωστά»- σε κοινωνικό, αισθηματικό, πολιτικό ή ιδιωτικό τομέα;

Το Τρίο είναι μια απόπειρα- τρυφερή και δραστική, ειρωνική και σοβαρή- να περιγράψει τα συναισθήματα των ανθρώπων καθώς η ζωή τους απομακρύνει από τη γέννηση τους και τους οδηγεί στο θάνατο. Οι μέθοδοι αφήγησης είναι συχνά ελλειπτικές, κατακερματισμένες, κι έπειτα πολύ αυστηρές, κάθε μία επιβάλλεται από το συναίσθημα που διερευνάται κάθε στιγμή. Με τον τρόπο αυτό, η ταινία διερευνά την κατάσταση μιας γενιάς, που ακόμα –λίγο πολύ πεισματικά- πολεμά να ξεφύγει από τα στερεότυπα που τους επιβάλλει η κοινωνία.»

Τομ Τίκβερ, Σκηνοθεσία, Σενάριο

Τομ Τίκβερ: A Design for Life

Του Γιώργου Κρασσακόπουλου

Με το «Τρίο», μια ερωτική ιστορία με χιούμορ και πνεύμα για ανθρώπους που του μοιάζουν, ο αγαπημένος μας Γερμανός σκηνοθέτης επιστρέφει στην πατρίδα του και σε ένα σινεμά που μοιάζει να βρίσκεται πολύ πιο κοντά σε αυτό με τον οποίο τον γνωρίσαμε. Ενα «εσωτερικό έπος» για τα συναισθήματα και τον λαβύρινθο των σχέσεων, λίγο πριν την περιπέτεια του «Cloud Atlas», ενός αληθινού κινηματογραφικού έπους που μοιραία τον οδηγεί σε ένα άλλο... «τρίο»

Back to Mine

Η πρώτη εδώ και χρόνια, γερμανική ταινία του Τομ Τίκβερ είναι κάτι παραπάνω από μια επιστροφή στην πατρίδα του, μια επιστροφή στο Βερολίνο. Είναι κυρίως για τον ίδιο μια επιστροφή στον εαυτό του, σε μέρη σε ανθρώπους που όχι απλά γνωρίζει καλά, αλλά τους γνωρίζει δίχως δεύτερες σκέψεις. Δεν είναι δύσκολο να ανακαλύψεις τις ομοιότητες του παντρεμένου ζευγαριού με τη γενιά του Τίκβερ, τις πολιτισμικές συνάφειες τους, τις κοινές αναφορές, από τα ρούχα που φοράνε και τα μέρη που συχνάζουν, μέχρι το είδος των ταινιών που βλέπουν και την εφημερίδα που διαβάζουν. «Ηθελα να ξέρω για ποιους ανθρώπους μιλάω σε μια τέτοια ταινία» λέει ο Τίκβερ. Και κυρίως, μοιάζει να ήθελε να ξέρει τι γλώσσα μιλάνε. Ακόμη κι αν ο ίδιος μιλά πλέον άψογα αγγλικά, παραδέχεται ότι αυτό που του λείπει όταν κάνει ταινίες στην Αμερική είναι ο τρόπος που επικοινωνεί με τους ηθοποιούς του δίχως σκέψη, με λέξεις που ακολουθεί η μία, απόλυτα φυσικά την άλλη. «Στα Αγγλικά, υπάρχει πάντα ένα είδος μετάφρασης από το μυαλό ως τη γλώσσα μου» λέει. «Πάντα θυμάμαι τον Μπίλι Γουάιλντερ, που έλεγε ότι μετά από έναν χρόνο στην Αμερική άρχισε να βλέπει όνειρα στα Αγγλικά. Και τότε ήξερε, ότι έφτασε στ' αλήθεια, ουσιαστικά στην Αμερική. Στην δική μου περίπτωση, κάτι τέτοιο δε συνέβη ποτέ». Δεν ήταν όμως ο κοινός τόπος των λέξεων που τον έφερε πίσω αλλά και ο ίδιος ο τόπος αφού η έλξη του Βερολίνου, μοιάζει να ήταν εξίσου δυνατή. Η πόλη εξακολουθεί να είναι μια αληθινή μητρόπολη αλλά σε πραγματικά ανθρώπινο μέτρο, ίσως ακόμη πιο γεμάτη ενέργεια σήμερα, απ όσο όταν η Φράνκα Ποτέντε διέσχιζε τους δρόμους της στο «Τρέξε Λόλα Τρέξε». Το Βερολίνο στο «Τρίο» είναι μια πόλη γεμάτη πιθανότητες, γεμάτη ένταση, ζωή. «Νομίζω ότι το Βερολίνο έχει ακόμη μια αίσθηση ελευθερίας που δεν συναντάς εύκολα πια» λέει ο Τίκβερ. «Είναι η πιο φτηνή από τις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις κάτι που κάνει τα ταξικά όρια λιγότερο ορατά και τους ανθρώπους πολύ πιο πρόθυμους να ανακατευτούν και να συγχρωτιστούν». Ομως αντίθετα με την «Λόλα» για παράδειγμα το φιλμ μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την γεωγραφία των ανθρώπων αντί γι αυτή της πόλης, δεν είναι μια περιπλάνηση στην τουριστική ή την πιο φωτογενή πλευρά του, αλλά μια βόλτα στην πόλη που οι ήρωες του φιλμ θα σε πήγαιναν αν τους επισκεπτόσουν για μια εβδομάδα. Και περισσότερο και πιο ουσιαστικά από μια ξενάγηση στην πόλη τους, οι ήρωες εδώ σε ξεναγούν στις ζωές τους. Και η θέα είναι αναμφίβολα πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Μια καινούρια αρχή.

Το σινεμά του Τίκβερ μοιάζει συνυφασμένο με την κίνηση, με έντονη την αίσθηση ενός εσωτερικού ρυθμού, με μια ενέργεια που αγκαλιάζουν οι εικόνες, οι χαρακτήρες η σκηνοθεσία του. Ομως από τις πρώτες ταινίες του που τον καθιέρωσαν ως πρωτοπόρο μιας γενιάς Γερμανών σκηνοθετών κι από το «Τρέξε Λόλα Τρέξε», που τον ανέδειξε σε σκηνοθέτη παγκόσμιας εμβέλειας, δεν έχουν μόνο περάσει πολλά χρόνια, αλλά ενδιάμεσα, το ίδιο το τοπίο του ευρωπαϊκού σινεμά έχει μεταμορφωθεί. Οσο καιρό ο Τίκβερ δοκίμαζε τις δυνάμεις του σε πιο εσωτερικές ταινίες όπως ο «Παράδεισος», σε big budget δράματα σαν το «Αρωμα», ή περιπέτειες δράσης σαν το «International», η σχολή κινηματογράφου του Βερολίνου, δεν δημιούργησε απλά μια νέα γενιά σκηνοθετών, αλλά έδωσε σχήμα σε ένα ένα νέο κινηματογραφικό κύμα. Η «Σχολή του Βερολίνου» όπως όχι ιδιαίτερα εμπνευσμένα ονομάστηκε, αποτελεί για τον ίδιο μια αξιοπρόσεκτη εξέλιξη. Δεν διστάζει να επαινέσει συναδέλφους του που ανήκουν στους κόλπους της, όμως η δική του έμπνευση για αυτή την ταινία που μοιάζει λίγο με «restart», έρχεται μάλλον από διαφορετικές πηγές. Από τον Ερνστ Λιούμπιτς και τον Πέρστον Στάρτζες, διαμέσου του «Ζιλ και Τζιμ» και της γαλλικής νουβέλ βαγκ και μιας αφήγησης που χρωστά πολλά στο πειραματικό σινεμά. Από τα δεκάδες «συγκρουόμενα» πλάνα της αρχής, το μπλέξιμο των ήχων και των εικόνων, ως τον τρόπο που η αφήγηση μοιάζει να προχωρά όχι σαν ίσιος μίσχος, αλλά σαν κλαδί που ανοίγει σε δεκάδες, ακόμη κι αδιέξοδες κατευθύνσεις, το «Τρίο» είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από μια τυπική, maistream ταινία σχέσεων. «Το φιλμ μοιάζει να ακολουθεί τον τρόπο που σκεφτόμαστε, κάτι που σπάνια γίνεται γραμμικά. Δεν είναι κάτι καινούριο, ο Γκοντάρ δοκίμαζε να το κάνει ήδη από την δεκαετία του 60» λέει ο Τίκβερ. «Είναι η προσπάθεια να βρεις έναν τρόπο να αντικατοπτρίσεις την ανθρώπινη σκέψη που σε καμιά περίπτωση δεν ακολουθεί την λογική της μυθοπλασίας: πρώτη πράξη, δεύτερη πράξη, φινάλε».

Μια ματιά στις σχέσεις

«Εννιά στις δέκα ταινίες δείχνουν ανθρώπους να ερωτεύονται, κάτι που πιθανότατα έχει περισσότερες συναρπαστικές στιγμές, αλλά εγώ ενδιαφέρομαι για το είδος των σχέσεων που χρειάζονται προσπάθεια για να λειτουργήσουν» λέει ο Τίκβερ. «Οι σχέσεις είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες όταν έχουν ωριμάσει, όταν έχεις ήδη μια κοινή ιστορία, κάτι να μοιραστείς, αλλά και να αντιμετωπίσεις τα αναπόφευκτα προβλήματα που φέρνει η έλλειψη της σεξουαλικής επιθυμίας και η εμφάνιση μιας περιέργειας που δεν ικανοποιείται από τον σύντροφό σου πια». Για να γίνουν τα πράγματα ακόμη πιο ενδιαφέροντα, η σύμπτωση, μια από τις βασικές θεματικές στο σινεμά του, ο «συγχρονισμός» των ηρώων του και οι επιπτώσεις του, δίνει σε μια τέτοια σχέση στο «Τρίο», την σπίθα που του βάζει φωτιά: Τι θα γινόταν αν συναντούσες τον ίδιο άνθρωπο κάτω από απολύτως διαφορετικές συνθήκες; Σε διαφορετικό χρόνο. Αυτή η συνάντηση θα είχε τα ίδια αποτελέσματα για τις ζωές σας; Θα τον έβρισκες εξίσου ερωτικό. Για τον Τίκβερ το φιλμ εξετάζει κάτι που ο ίδιος ονομάζει «το τυχαίο των συναισθημάτων» κάτι που όπως λέει βρίσκει απόλυτα συναρπαστικό. Και το κάνει με ένα εύρημα που μπορεί να μοιάζει κοινότοπο στο σινεμά, αλλά εξακολουθεί να περιέχει τον σπόρο μιας ανατροπής. Κανείς ασφαλώς δεν σοκάρεται ούτε κοκκινίζει βλέποντας ένα ερωτικό τρίο στην οθόνη στις μέρες μας, κι αυτό για τον Τρίερ είναι ευχής έργο. «Τουλάχιστον δείχνει ότι το φάσμα αυτού που θεωρούμε φυσιολογικό ή αποδεκτό, έχει διευρυνθεί, δόξα τω θεό» λέει. Ομως η ταινία του δεν πρεσβεύει το τέλος τη μονογαμίας, ή την απόλυτη σεξουαλική ελευθερία, κάτι που θα έμοιαζε μάλλον επαναστατικά παλιομοδίτικο και ουσιαστικά ξεπερασμένο, αλλά την δυνατότητα της ευτυχίας, σε ένα διαφορετικό σημείο από τα άκρα της ελευθεριότητας ή μιας περιχαρακωμένης κλειστής σχέσης. «Δεν είναι ότι το φιλμ κηρύττει πως όλοι θα έπρεπε να αποτελέσουμε τις πλευρές ενός ερωτικού τριγώνου, αλλά δοκιμάζει να αρθρώσει μερικές σκέψεις πάνω σε ένα σύστημα αξιών που μοιάζει κοινωνικά και θρησκευτικά εκπορευόμενο και σίγουρα με περασμένη ημερομηνία λήξης. Μπορεί να συνεχίζουμε να το ακολουθούμε γιατί δεν έχουμε εναλλακτικές λύσεις, αλλά σίγουρα δεν μοιάζει αρκετό για να ορίσει την πολυπλοκότητα των ερωτικών σχέσεων και των συναισθημάτων». Οσο για τις ερωτικές σκηνές του φιλμ, ο Τίκβερ έχει απόλυτα ξεκάθαρη άποψη: «Μια καλή ερωτική σκηνή είναι αυτή που δεν με κάνει να νιώθω άβολα όταν την βλέπω και που μου δίνει την αίσθηση ότι ούτε οι ηθοποιοί ένοιωθαν άβολα όταν την γύριζαν. Ο ερωτισμός δεν έρχεται από το να δείχνεις τα πάντα ωμά και ξεκάθαρα, αλλά από το διαφυλάσσεις τα μυστικά ενός όμορφου σώματος. Και για μένα ένα όμορφο σώμα είναι αυτό ενός φυσιολογικού ενήλικα κι όχι κάποιου που έχει περάσει τους τελευταίους έξι μήνες στο γυμναστήριο». Κι αυτές ανάμεσα στους δύο άντρες; «Οι gay ερωτικές σκηνές στο σινεμά μοιάζουν απόλυτα φυσιολογικές για μένα» λέει. «Οχι μόνο γιατί δεν είναι τίποτα καινούριο ή παράξενο, αλλά ίσως κι επειδή στη σχολή υπήρξα μαθητής του Ρόζα Φον Πράουνχάιμ».

Σινεμά: μια πιθανή αυτοβιογραφία

«Ξέρω τι είναι να ξυπνάς ένα πρωί και να συνειδητοποιείς ότι η ζωή σου δεν βρίσκεται πλέον στο πεδίο της βαρύτητας της ημερομηνίας γέννησης σου, αλλά σε τροχιά προς τον θάνατό σου» λέει ο Τίκβερ. Το φιλμ του θα μπορούσε να ιδωθεί σαν μια ματιά στην κρίση της μέσης ηλικίας, μόνο που στην περίπτωση των ηρώων του, δεν είναι αυτή που τους οδηγεί στο καταφύγιο μιας παράνομης ερωτικής σχέσης. Αντίθετα μοιάζει να είναι το ξαφνικό ερωτικό τους ενδιαφέρον για έναν τρίτο που ξυπνά την κρίση που ελλοχεύει. «Πολλές φορές η ξαφνική, απρόβλεπτη είσοδος ενός άλλου στη ζωή σου σου επιτρέπει να δεις μια σειρά από πιθανότητες και προοπτικές που δεν θα μπορούσες να φανταστείς, ή να ελπίσεις. Πολύ συχνά μια τέτοια διεύρυνση της οπτικής σου, συνοδεύεται από μια αληθινή κρίση» λέει. Ο ίδιος ο Τίκβερ παντρεμένος με ένα μικρό γιο, ξεκαθαρίζει ότι ο μόνος τρόπος που η ταινία του θα μπορούσε να ιδωθεί σαν αυτοβιογραφική είναι μέσω της σαφήνειας με την οποία γνωρίζει τα συναισθήματα των ηρώων που περιγράφει. «Τους αναγνωρίζω, τους κατανοώ, ξέρω από που πηγάζουν οι σκέψεις, οι πράξεις τα όσα νιώθουν. Και αν θες για μένα κάθε ταινία είναι ένας τρόπος να τοποθετώ προσωπικές σκέψεις και ανησυχίες σε διαφορετικές συνθήκες και «σενάρια» και να παρατηρώ το πως εξελίσσονται». Αυτό δεν σημαίνει ότι η σύζυγός του θα πρέπει να αρχίσει να ανησυχεί για το αν ο Τομ την απατά, αλλά ο ίδιος παραδέχεται ότι στην σημερινή εποχή είμαστε αρκετά ώριμοι, ώστε να μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η επιθυμία έχει πολλά πρόσωπα και σπάνια ικανοποιείται από έναν μόνο άνθρωπο. «Δεν νομίζω ότι κανείς έχει αμφιβολία γι αυτό, αλλά όλοι φοβόμαστε τις συνέπειες, το πως θα ενορχηστρώσουμε τις ζωές μας μετά από κάτι τέτοιο. Η μονογαμία εξακολουθεί να είναι το κυρίαρχο μοντέλο και είναι εξαιρετικά δύσκολο να την ξεπεράσεις πολιτικά αλλά και στην κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουμε».

Το επόμενο Τρίο

Μπορεί για τους ήρωες του στην ταινία ένα τρίο να αποτελεί την αφορμή για την εξερεύνηση μιας ερωτικής σχέσης ή των συναισθηματικών τους δεσμών, για τον ίδιο τον Τίκβερ εν τούτοις, το τρίο στο οποίο μόλις εισήλθε, είναι μάλλον λίγο πιο περίπλοκο. Το «Cloud Atlas», η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Ντέιβιντ Μίτσελ ακολουθεί κι αυτή μια μη πεπατημένη κινηματογραφική οδό, αφού θα την υπογράφουν όχι ένας ή δύο αλλά τρεις σκηνοθέτες: Τομ Τίκβερ κι ο Αντι και η Λάνα Γουατσόφσκι. Με ένα μπάτζετ που ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια δολάρια και με πρωταγωνιστές όπως ο Τομ Χανκς και η Χάλι Μπέρι, το φιλμ είναι σύμφωνα με τον ίδιο μια από εκείνες τις ταινίες που θέλουν να φέρουν πίσω ένα κινηματογραφικό είδος που μοιάζει σχεδόν νεκρό. «Που είναι οι “Λόρενς της Αραβίας” των ημερών μας, που είναι τα “2001”; Μπαίνεις στα γραφεία των μεγάλων αμερικάνικων στούντιο και βλέπεις στους τοίχους τους, πλάνα από ταινίες που τα έκαναν περήφανα στο παρελθόν. Αναρωτιέμαι, που είναι τα πλάνα από τις ταινίες του σήμερα που αξίζει να κρεμάσει κανείς στον τοίχο του καδραρισμένα σε μια ακριβή κορνίζα;». Ο Τίκβερ και οι Γουατσόφσκι υπόσχονται με άλλα λόγια ένα έπος, αν φυσικά η παράξενη συνύπαρξή τους κατορθώσει να βρει τον τρόπο της να υπάρξει. Ο ίδιος δείχνει αισιόδοξος: «Πρόκειται για ένα φιλμ τόσο πυκνό με τόσα διαφορετικά επίπεδα, που χρειάζεται τρία ζευγάρια μάτια και τρία μυαλά για το φέρουν εις πέρας» λέει για την ταινία. «Είδατε; Είναι αστείο, αλλά πάλι σε τρίο βρέθηκα»...

Γιώργος Κρασσακόπουλος www.flix.gr