Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

Σκλάβοι στα Δεσμά τους του Τώνη Λυκουρέση πρεμιέρα






























Με διακριτική λαμπρότητα και σε συγκινητική ατμόσφαιρα, πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Τρίτης 3 Μαρτίου, η πρεμιέρα της πολυβραβευμένης και πολυσυζητημένης ταινίας του Τώνη Λυκουρέση «Σκλάβοι στα Δεσμά τους» στον ιστορικό κινηματογράφο Ιντεάλ της οδού Πανεπιστημίου, όπου και θα προβάλλεται, ταυτόχρονα με πολλές άλλες αίθουσες σε όλη την Ελλάδα από την Πέμπτη 5 Μαρτίου.
Από την σύζυγο του πρώην πρωθυπουργού , την αειθαλή γιαγιά της Λένας Παπαληγούρα που πρωταγωνιστεί στην ταινία , κα Λένα Ράλλη, μέχρι τους συγκινημένους γονείς του πρόσφατα αδικοχαμένου Κωνσταντίνου Παπαχρόνη, ήταν όλοι εκεί.
Πλήθος επωνύμων ανθρώπων, της πολιτικής, του πολιτισμού, του κινηματογράφου και της κοινωνίας, οi Yπουργoί Ανάστασης Παπαληγούρας, Σάκης Πεπονής, Τηλέμαχος Χυτήρης, Χρήστος Πρωτόπαππας, η βουλευτής Κερκύρας Άντζελα Γκερέκου με τον σύζυγο της Τόλη Βοσκόπουλο (η ταινία διαδραματίζεται στην Κέρκυρα).
Οι σκηνοθέτες Γιάννης Δαλιανίδης, Θόδωρος Αγγελόπουλος, Γιάννης Σμαραγδής, Τάσος Μπουλμέτης, Παύλος Τάσιος, Νίκος Καβουκίδης, Νίκος Ζερβός που μίλησαν ένθερμα για τον φίλο τους μέχρι τον νεότερο Αλέξανδρο Αβρανά, πού ήρθε μαζί με την πρωταγωνίστρια της δικής του ταινίας την Εύη Σαουλίδου.
Ανάμεσα στους καλεσμένους ο ακριβοθώρητος Κυρ με την σύζυγο του κα Εύη Κυριακοπούλου, η Χάρις Αλεξίου ο κος Μάκης Μάτσας πατέρας του συνθέτη Μίνωα Μάτσα, εμφανώς περήφανος για τον γιό του, ο Βασίλης Τσιβιλίκας, Ο Μηνάς Χατζησάββας, ο Θοδωρής Γκόνης, ο Χρήστος Στέργιογλου ,συνεργάτης στο θέατρο της νεαρής πρωταγωνίστριας Ρηνιώς Κυριαζή,. Η εκθαμβωτική Δήμητρα Ματσούκα. Ο διακριτικός Ακης Σακελλαρίου που κατέπληξε με την ερμηνεία και την μεταμόρφωση του στην ταινία όσους δεν ήξεραν την γκάμα του από την θεατρική του πορεία,
Τέλος ο αεικίνητος Γιάννης Φέρτης που δεν σταμάτησε λεπτό να δέχεται συγχαρητήρια για την σπαρακτική του ερμηνεία, που λόγω του αδιαχώρητου έμεινε μαζί με την σύζυγο του την πρωταγωνίστρια του Εθνικού κα Μαρίνα Ψάλτη εκτός της αιθούσης, την ώρα της προβολής.
Παρόντες ήταν ακόμη οι :
Ο πρόεδρος του ΕΚΚ Γιώργος Παπαλιός, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Διονύσης Τσακνής, το ζεύγος Θεοχαράκη, Κοραλία Καράντη, Νάντια Μουρούζη, Κώστας Κουτσομύτης, Κατερίνα Τσάβαλου, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Άλκης Παναγιωτίδης, Δήμητρα Χατούπη , ο Στέλιος Μάινας και πολλοί άλλοι.
Οι κινηματογραφικοί κριτικοί θα καταθέσουν την γνώμη τους επί του καλλιτεχνικού αποτελέσματος, όμως τα συγκινημένα πρόσωπα των επώνυμων κυριών της πρεμιέρας μετά το τέλος της προβολής έδωσαν τη δική τους άτυπη ψήφο εμπιστοσύνης, στην ταινία που έδειξε το μέτρο, ανάμεσα στο καλλιτεχνικό όραμα και την επιδεξιότητα του σκηνοθέτη να το περνάει στο πλατύ κοινό, χωρίς επίπλαστους διδακτισμούς και περιττά στολίδια.
Μέσα σε ένα τεταμένο κλίμα συγκινησιακής φόρτισης ,με την φράση του ταλαντούχου και τόσο αδικοχαμένου Κωνσταντίνου Παπαχρόνη: «Θέλω να μου υποσχεθείς, ότι θα προσπαθήσεις …να γίνεις ευτυχισμένη», και καθώς οι τίτλοι του τέλους έπεφταν, μαζί με τις πρώτες νότες του συγκλονιστικού τραγουδιού της Χαρούλας Αλεξίου με την βραβευμένη μουσική του Μίνωα Μάτσα σε στίχους Ισαάκ Σούση να διαπερνούν την κατάμεστη αίθουσα του Ιντεάλ, ένα αυθόρμητο ζεστό χειροκρότημα, συνόδευε τα ονόματα των συντελεστών της ταινίας , επιβραβεύοντας το μέτρο που προσδιόρισε ο Τώνης Λυκουρέσης.
Η βραδιά συνεχίστηκε στο Bacaro της Σοφοκλέους όπου σε μια σπάνια ατμόσφαιρα εγκαρδιότητας δόθηκαν οι θερμότερες ευχές από όλους για την επιτυχία της ταινίας στις αίθουσες.



“ ΣΚΛΑΒΟΙ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥΣ”

Συντελεστές:
Σκηνοθεσία Τώνης Λυκουρέσης
Σενάριο Γιάννης Μαρούδας
Τώνης Λυκουρέσης
Μαρία Βαρδάκα
Δ/νση Φωτογραφίας Παναγιώτης Σαλαπάτας
Σκηνικά Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Κοστούμια Μπιάνκα Νικολαρείζη
Μουσική Μίνως Μάτσας
Τραγούδι Χάρις Αλεξίου (στίχοι Ισαακ Σούσης)
Μοντάζ Γιώργος Τριανταφύλλου
Δ/νση παραγωγής Μαρίνα Υψηλάντη
Παραγωγός Νίκος Σέκερης

ΔΙΑΝΟΜΗ
Γιάννης Φέρτης
Άκης Σακελλαρίου
Δήμητρα Ματσούκα,
Ρηνιώ Κυριαζή
Χρήστος Λούλης
+Κωνσταντίνος Παπαχρόνης
Ειρήνη Ιγγλέση
Λένα Παπαληγούρα
Γιώργος Σπάνιας
Γιώργος Βούτος
Λευτέρης Πλασκοβίτης
Απόστολος Πελεκάνος
Γιώργος Τζωρτζής
Μαριέττα Σαββανή
Ελένη Κοκκίδου
Βραβεία:
Μια μεγαλειώδης παραγωγή, που συγκέντρωσε 10 κρατικά βραβεία ποιότητας 2008, συγκεκριμένα:
Το 2ο Βραβείο ταινίας Μυθοπλασίας Μεγάλου Μήκους
Το Βραβείο Σκηνοθεσίας, στον Τώνη Λυκουρέση
Το Βραβείο Σεναρίου,από κοινού στους Ιωάννη Μαρούδα, Τώνη Λυκουρέση, Μαρία Βαρδάκα
Το Βραβείο Ερμηνείας 1ου Ανδρικού Ρόλου στον Γιάννη Φέρτη
Το Βραβείο Ερμηνείας 2ου Ανδρικού Ρόλου στον Χρήστο Λούλη
Το Βραβείο Ερμηνείας 2ου Γυναικείου Ρόλου, στην Δήμητρα Ματσούκα
Το Βραβείο Σκηνογραφίας, στον Κωνσταντίνο Ζαμάνη
Το Βραβείο Μουσικής, στον Μίνω Μάτσα
Το Βραβείο Ήχου, στον Νίκο Μπουγιούκο
Το Βραβείο Ενδυματολογίας, στην Μπιάνκα Νικολαρεϊζη
Το έργο και η εποχή του:
O Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872- 1923) υπήρξε γόνος αριστοκρατικής οικογενείας διπλωματών που οι ρίζες της πηγαίνουν πίσω στον 14ο αιώνα. Υπήρξε από τους συγγραφείς και διανοούμενους που κυριάρχησαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Όπως και στην περίπτωση του Ίωνος Δραγούμη, υπήρξαν δύο περίοδοι στην πνευματική του διαμόρφωση: η εθνικιστική (1896-1908) και η σοσιαλιστική (μετά το 1909) Μαζί με τον φίλο του Λορέντζο Μαβίλη συμμετείχε στην Επανάσταση της Κρήτης, ενώ το 1897 συμμετείχε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Σοσιαλιστής έγινε την περίοδο του Κινήματος στο Γουδή και ίδρυσε τον Σοσιαλιστικό Όμιλο της Κέρκυρας. Όμως ο σοσιαλισμός του συνδεόταν με ένα νιτσεϊκό πνεύμα, ενώ όπως λέει και ο Δημήτριος Τσάκωνας: «γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι δεν ήταν σοσιαλιστής, αλλά ανθρωπιστής». Το ιακωβίνικο πνεύμα ποτέ δεν του πήγαινε, αλλά πίστευε ότι στην Ελλάδα δεν υπήρχε, ούτε θα μπορούσε να υπάρξει πάλη των τάξεων. Παρόλο που ήταν αριστοκράτης, όπως και ο Ιωάννης Μεταξάς, δήλωνε ότι αν ήταν να διαλέξει να συνταχθεί με μια τάξη, θα διάλεγε τον λαό, που πάντα ξεγελιέται από τους πολιτικούς και τους διεφθαρμένους.
Τα βιβλία του όπως «Η Τιμή της Αγάπης», «Η Ζωή και ο Θάνατος του Καραβέλα» και «Σκλάβοι στα Δεσμά τους» ήταν ηθογραφίες που άγγιζαν κοινωνικά θέματα. Για το τελευταίο, που διαπραγματεύεται την πτώση της αριστοκρατίας και την άνοδο της αστικής τάξης των Επτανήσων, πολλοί μελετητές του έργου του έχουν μιλήσει για την κινηματογραφική του δομή. Έτσι ήταν φυσικό να τραβήξει την προσοχή του Τώνη Λυκουρέση, που στο παρελθόν μας έχει δώσει σημαντικές ταινίες, όπως η «Χρυσομαλλούσα» και «Το Αίμα των Αγαλμάτων».
Δήλωση του Σκηνοθέτη:
Για την καινούργια του ταινία, ο Τώνης Λυκουρέσης δήλωσε: «Η περίοδος που με ενδιαφέρει κινηματογραφικά είναι η περίοδος των ανατροπών και των αναπόφευκτων κοινωνικών εξελίξεων. Δεν με ενδιαφέρει να σκηνοθετήσω μία ταινία εποχής που να αναλυθεί στην μουσειακή καταγραφή μίας αριστοκρατικής οικογένειας, αναπαριστώντας τους κώδικες της εποχής της. Διεκδικώ να φωτίσω την προσωπικότητα και την ψυχική κατάσταση μέσα από ένα σύγχρονο ερμηνευτικό ύφος, θεωρώντας ότι αντίστοιχες φιλοδοξίες και συγκρούσεις σημαδεύουν και το σήμερα, έναν ολόκληρο αιώνα από την χρονική περίοδο των «Σκλάβων στα δεσμά τους»».
Υπόθεση:
Η ταινία ξεκινά στην Κέρκυρα το 1904. Έχει προηγηθεί η Ένωση με την Ελλάδα, που όμως για τον Κόντε Αλέξανδρο Οφιομάχο (Γιάννης Φέρτης) ήταν καταστροφική, μιας και οι καινούργιοι ελληνικοί νόμοι δυναμώνουν τους υποτακτικούς του. Ο Οφιομάχος οδεύει προς την χρεωκοπία, από την οποία δεν μπορεί να τον σώσει ο γιος του Γιωργής (Χρήστος Λούλης) που όπως λέει και ο ίδιος: «άδικα τον έστειλα να σπουδάσει νομικά στο Μόναχο». Σπάταλος και χαρτοπαίκτης, σύντομα μπλέκει στα δίκτυα του πανούργου και γλοιώδους Μίμη Χαντρινού(Γιώργος Βούτος). Η μόνη λύση είναι να παντρευτεί η μεγάλη κόρη του Ευλαλία (Ρηνιώ Κυριαζή) τον ιατρό Αριστείδη Στεριώτη (Άκης Σακελλαρίου), που είναι αρκετά μεγαλύτερος της, αλλά ανερχόμενος στην πολιτική σκηνή του νησιού.

Όμως η Ευλαλία αγαπά τον παιδικό της φίλο, Άλκη Σωζόμενο (Κωνσταντίνος Παπαχρόνης τόσο πρόωρα και άδικα χάμένος στο πρόσφατο τραγικό δυστύχημα) που βρίσκεται στην αρχή της φυματίωσης. Αρχικά θα αντισταθεί, έχοντας στο πλευρό της τον αδελφό της Γιωργή, όταν όμως συνειδητοποιήσει την τραγικότητα της καταστάσεων, θα δεχθεί ,για να σώσει τον πατέρα της.
Μέχρι εκείνη την στιγμή, η Ευλαλία ζούσε ένα ειλικρινή έρωτα. Όμως από εκείνη την στιγμή η υποκρισία της αριστοκρατίας των Οφιομάχων αποκαλύπτεται. O Kόντε Αλέξανδρος επισκέπτεται μια πόρνη που έχει πολύ καιρό να την πληρώσει(ΕλένηΚοκκίδου). Ο Γιωργής ζει ένα γεμάτο πάθος έρωτα με την Αιμιλία Βαλσάμη (Δήμητρα Ματσούκα) που είναι παντρεμένη με ένα κατά πολύ μεγαλύτερο της ,σε έναν συμβατικό γάμο. Αντίθετα με τον Γιωργή, που αποδεικνύεται τυχοδιώκτης που δεν την αγαπά, η Αιμιλία δείχνει να είναι το μόνο ειλικρινές άτομο της ιστορίας. Όμως από την στιγμή που νοιώθει προδομένη και εξαπατημένη ακολουθεί την τάξη της στην σχέση έρωτα και χρήματος.
Τέλος υπάρχει η Λουΐζα Οφιομάχου (Λένα Παπαληγούρα) που ζει τον ακόλαστο έρωτα της με τον Πέτρο Αθάνατο(Απόστολος Πελεκάνος), γόνο επιχειρηματιών σε μία προσπάθεια να ξεχρεώσει την οικογένεια της. Ενώ ο μικρότερος παραγιός της οικογένειας Σπύρος (Γιώργος Σπάνιας) κληρονομεί το πάθος για την χαρτοπαιξία, που θα τον οδηγήσει στην παρανομία οδηγώντας την οικογένεια του στην καταστροφή.
Μια σύντομη παρουσίαση:
Οι «Σκλάβοι στα δεσμά τους» υπήρξε η μόνη ελληνική ταινία του Φεστιβάλ, που απόπνεε Ελλάδα, βασισμένη σε ένα κορυφαίο διήγημα της ελληνικής λογοτεχνίας. Όσο για το «σκλάβοι» του τίτλου, πρέπει να πούμε ότι οι Οφιομάχοι είναι αιχμάλωτοι της ίδιας της τάξης τους, που δεν έχουν καταλάβει ότι «οι καιροί αλλάζουν». Ο Κόντε Αλέξανδρος δεν συνηθίζει να δουλεύει περισσότερο από όσο χρειάζεται να επιβλέπει τα κτήματα του. Όταν ο Στεριώτης, που χαρίζει τα χρέη στον Οφιομάχο, του λέει: «Τώρα που ήρθα εδώ θα βάλω τάξη σε όλα. Αλλά δεν θα έπρεπε να δουλεύει ο Γιωργής;» Και ο Οφιομάχος απαντά: «Να δουλέψει ο γιος μου; Ποτέ!». Υπάρχει μια αδυναμία των αριστοκρατών να κουμαντάρουν την ζωή και την περιουσία τους, που δίνει ένα νιτσεϊκό τόνο στην άνοδο των αστών τύπου Στεριώτη.
Το βάρος της αριστοκρατικής, αλλά και ηθικής, παράδοσης φαίνεται σε μία συγκλονιστική σκηνή που ο Οφιομάχος νοιώθει τους προγόνους του να τον κοιτάζουν με το αυστηρό τους βλέμμα και τους ρωτά: «Τι με κοιτάτε;» Και αμέσως μετά να παίρνει το μαχαίρι και να σκίζει τα πορτραίτα τους.
Δεύτερον υπάρχει μια περιφρόνηση στον νεοαστό που καθορίζει τα πάντα από το χρήμα. Ο Στεριώτης είναι ο γιος του «ξυπόλητου» που ήρθε πουλώντας κοκορέτσι στους δρόμους. Ενώ βλέπουμε τον Αθάνατο να λαδώνει τον Σπύρο για να κάνει τα στραβά μάτια στο τι ώρα θα επιστρέψει η Λουΐζα στο σπίτι. Γενικά, παρόλο που υποτίθεται ότι οι αριστοκράτες σε σχέση με τους αστούς είναι υπεράνω χρημάτων, αφήνονται να εξαγοράζονται από αυτούς, κρύβοντας μια υποκρισία. Αυτή η υποκρισία δεν έχει τάξη και διαλύει τις ανθρώπινες σχέσεις. Όμως ούτε η φιλοχρηματία, ούτε η υποκρισία θα μπορέσουν να αποτρέψουν την παρακμή και την πτώση των Οφιομάχων.
Η σκηνοθεσία του Τώνη Λυκουρέση είναι εκπληκτική με το αποτέλεσμα να θυμίζει πίνακες της εποχής. Η παραγωγή φρόντισε να μείνει πιστή στην αναπαράσταση της εποχής. Η φωτογραφία του Παναγιώτη Σαλαπάτα, η βραβευμένη σκηνογραφία του Μάνου Ζαχαρέα και η βραβευμένη ενδυματολογία της Μπιάνκα Νικολαρεϊζη αποδίδουν τα μέγιστα την εποχή. Όσο για τους ηθοποιούς, ο Γιάννης Φέρτης είναι σπαρακτικός, ειδικά στο τελικό ξέσπασμα που του έδωσε και το βραβείο ερμηνείας. Ο Άκης Σακελλαρίου αγνώριστος ως Στεριώτης, αποδεικνύοντας ότι είναι εκπληκτικός χαμαιλέων της οθόνης. Η Δήμητρα Ματσούκα απέδειξε περίτρανα πόσο καλή ηθοποιός είναι, γιατί πέρα από το ότι γράφει εξαιρετικά στο φακό, ερμηνεύει εξαιρετικά τον τόσο δύσκολο ψυχολογικά ρόλο της.
Mία από τις καλύτερες και άρτιες ελληνικές ταινίες των τελευταίων δεκαετιών , που συγκέντρωσε τον αριθμό ρεκόρ των 10 κρατικών βραβείων ποιότητας για το 2008 στο πρόσφατο Φεστιβαλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αποκτά μετά τα τελευταία δραματικά γεγονότα, μια άλλη διάσταση, σχολιάζοντας διαχρονικά, όπως όλα τα μεγάλα έργα τέχνης, την επικαιρότητα .


























17 σχόλια:

Seven Films είπε...

Είναι πολύ ευχάριστο, και σχεδόν έκπληξη, με όλη αυτή την τηλεοπτική αντιγραφή, όλον αυτόν τον χυδαίο εμπορικό συρφετό των τελευταίων χρόνων, να έχεις μπροστά σου μια άρτια ελληνική ταινία η οποία, μάλιστα, να πραγματεύεται και ένα σοβαρό κοινωνικό και πολιτικό θέμα. Η ταινία του Τώνη Λυκουρέση, «Σκλάβοι στα Δεσμά τους», είναι, ακριβώς, μια τέτοια ταινία! Είναι καλοκατασκευασμένη, σκηνοθετικά προσεγμένη στις λεπτομέρειες, άκρως ικανοποιητική σαν παραγωγή. Εχει δοθεί μεγάλη προσοχή στο χώρο και στο χρόνο, στα ντεκόρ, στα κοστούμια, στις ερμηνείες και στις συμπεριφορές. Ακόμα και στην εκφορά του λόγου. Και, πάνω απ' όλα, σεβάστηκε το θέμα της, που είναι η πτώση της φεουδαρχίας και η άνοδος της αστικής τάξης στον τόπο μας (Κέρκυρα).

Οι «Σκλάβοι στα Δεσμά τους», είναι μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του ομότιτλου κοινωνικού (σοσιαλιστικού) μυθιστορήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Ενός βιβλίου που σημάδεψε τα ελληνικά γράμματα, αφού είναι από τα πρώτα που γνώρισαν λογοτεχνικά στον έλληνα αναγνώστη τις καινούριες ιδέες, τις ιδέες του σοσιαλισμού των αρχών του περασμένου αιώνα. Ο συγγραφέας του βιβλίου έμεινε στην ιστορία σαν ο πατέρας του κοινωνικού (σοσιαλιστικού) μυθιστορήματος. Αυτός πρώτος πέρασε στο λογοτεχνικό προσκήνιο τις λαϊκές μάζες...

Ο Τώνης Λυκουρέσης εκτιμώντας βαθύτατα τον μεγάλο Ελληνα διανοητή, ο οποίος, δυστυχώς, έζησε πολύ λίγο, μόλις 51 χρόνια (1872-1923), έκλεισε τα μάτια στις σειρήνες του εντυπωσιασμού και εστίασε με σεμνότητα πάνω στα μηνύματα του συγγραφέα. Προσπάθησε, δε, να μείνει τόσο πιστός στο μυθιστόρημα που, κατά κάποιο τρόπο, έβλαψε το δικό του έργο. Το οποίο, για να μη λοξοδρομήσει από το βιβλίο, δεν αυτονομήθηκε. Σε αρκετές στιγμές, μάλιστα, μοιάζει σα να εμποδίζεται να πετάξει!

Πράγματι, το «ελάττωμα» της ταινίας είναι η πιστότητα στο συγγραφέα. Ο Λυκουρέσης δεν έλαβε υπόψη το χρόνο που πέρασε, δεν ήθελε ή δεν τόλμησε να «ερμηνεύσει» τον Θεοτόκη, όπως θα έπρεπε να κάνει. Να τον «χρησιμοποιήσει», δηλαδή, σαν αφετηρία και πάνω του να οικοδομήσει και να «εξηγήσει» αυτή τη μεγάλη κοινωνική μεταβολή (πέρασμα από τη φεουδαρχία στην αστική δημοκρατία) που πραγματεύεται, με τον τρόπο του (στο χρόνο του), το βιβλίο. Στάθηκε και αυτός, όπως ο συγγραφέας, στις «προσωπικές» ιστορίες και μέσα από αυτές προσπάθησε να μιλήσει για το γενικό. Το «προσωπικό», δε, είναι τόσο έντονο και τόσο δραματικό στην ταινία, όπως και στο βιβλίο άλλωστε, που κοστίζει στο πολιτικό (γενικό). Ο θεατής παγιδεύεται από το προσωπικό δράμα και δυσκολεύεται να κάνει τους συσχετισμούς, για τους οποίους, άλλωστε, δεν υπάρχουν πολλές νύξεις στην ταινία.

Βέβαια, ο καθένας γνωρίζει, πως στον τόπο μας δεν υπάρχει παρελθόν και πείρα σε τέτοιου είδους κινηματογράφο. Δεν είμαστε Ιταλία, για παράδειγμα, δεν πέρασε από τον τόπο μας κάποιος Βισκόντι, και με αυτή την έννοια, ο Λυκουρέσης, περπάτησε σε σχεδόν άγνωστα μονοπάτια (Κάποιες αραιές περιπτώσεις «ιστορικών» ταινιών, όταν δεν ήταν για τα πανηγύρια, που ήταν οι περισσότερες, είχαν και αυτές τα ίδια «προβλήματα» με την ταινία του Λυκουρέση). Αυτή η ανασφάλεια έκανε τον καλό επτανήσιο δημιουργό, ας πούμε, συντηρητικό!

Τα παραπάνω δεν ακυρώνουν σε τίποτα την ποιότητα του έργου. Οι παρατηρήσεις μου είναι προσθετικές. Εγώ παρακολούθησα με ενδιαφέρον και σεβασμό την ταινία. Σημείωσα την καλή φωτογραφία, ιδιαίτερα στα εσωτερικά, του Παναγιώτη Σαλαπάτα, τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, τη μουσική του Μίνου Μάτσα, το μοντάζ του πολύ καλού πάντοτε άλλωστε Γιώργου Τριανταφύλλου. Και, βέβαια, τις πολύ καλές ερμηνείες όλων σχεδόν των ηθοποιών, με προεξέχουσα αυτή του Γιάννη Φέρτη.

ΝΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Seven Films είπε...

Ζωή, όραμα, συμβιβασμός, συντήρηση, άνοδος και πτώση. Χαρακτηριστικά στοιχεία μιας ζωής. Ο ελληνικός κινηματογράφος δεν διστάζει να δει αυτή τη διαδικασία, ιδίως τα φαινόμενα ανεπανόρθωτης φθοράς και τις ανάλογες βλάβες. Το κάνει μάλιστα καλά και επιτυχημένα.


Αν ζούσε σήμερα ο Αντονιόνι, με ποιες από τις φετινές ελληνικές ταινίες θα συμφωνούσε; Εν πάση περιπτώσει, με ποιες θα σκεφτόταν πως είναι πιο κοντά στην προβληματική του. Φυσικά, το τελευταίο δεν είναι κατ’ ανάγκην αρετή. Όταν μάλιστα θα πρέπει να συγκριθείς με έναν τέτοιο μετρ, τότε ίσως το πρόβλημα είναι πιο εμφανές.
Φυσικά, η εθνική μας κινηματογραφία και φέτος κατέγραψε κάποια νοσογόνα φαινόμενα. Στα προηγούμενα σημειώματα καταχωρήθηκαν αυτά τα φιλμ. Στην κορύφωσή τους, όμως, η διαδικασία της φθοράς συναντάται στο “Without” του Αλέξανδρου Αβρανά και στο “Οι σκλάβοι στα δεσμά τους” του Τώνη Λυκουρέση. Δύο σκηνοθέτες, ο ένας της νεότερης γενιάς και ο άλλος ώριμος, συναντούν το πρόβλημα από διαφορετικές διαδρομές.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ
Η ταινία του Αβρανά είναι σύγχρονη, ενώ η άλλη μάς μεταφέρει στις αρχές του 20ού αιώνα. Από ένα λογοτέχνημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη περνάμε σε μια διαδικασία που μόνο φαντάζει ρετρό, αν και ουσιαστικά αναφέρεται στο σήμερα. Διαδικασίες αποξένωσης και φθοράς και η νέα τάξη που ανεβαίνει στα πράγματα, κατά τον Τώνη Λυκουρέση. Τίποτα στη θέση του φθαρμένου στο “Without”. Υπάρχουν, βέβαια, οι executives των μεγάλων εταιρειών. Διαφορετική και η γραφή των δύο ταινιών, άλλες επιλογές στην αισθητική. Ο Αλέξανδρος Αβρανάς επιλέγει έναν ακραίο φορμαλιστικό ρεαλισμό, ώστε να καταλήξει στον υπερρεαλισμό και στην κατά κάποιο τρόπο μελλοντολογική φαντασία.

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ
Αντίθετα, στο “Οι σκλάβοι στα δεσμά τους” η αφήγηση θυμίζει κάποιες φορές εξαιρετικά σίριαλ εποχής, που ευτυχούν στην αναπαραστατική διαδικασία, με τις κοινωνικές και ψυχολογικές σημάνσεις να ιχνογραφούν ένα πολιτικό πλαίσιο, μια ιστορική πορεία.
Και οι δύο ταινίες είναι καλοδεχούμενες. Επαναλαμβάνω, αυτό δεν είναι μια κριτική απέναντί τους. Ήδη οι συνάδελφοι τις κατέγραψαν, τις ανέλυσαν και το θέμα δεν είναι αυτό, αλλά όλη η πορεία του εθνικού μας σινεμά.
Κι ακόμη, επιθυμώ να δω τα πράγματα με την πολιτική τους στάση, με μια συγκεκριμένη οπτική. Είναι καλό να παρατηρούμε κατά πόσο παράγει ιδεολογία το σινεμά. Τώρα που η πολιτική επέστρεψε για τα καλά, τέτοιες ανιχνεύσεις παράγουν μια αποτελεσματική στάση στα πράγματα.

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ
Κατά τα άλλα, οι δύο σκηνοθέτες μεταφέρουν στην οθόνη τις απόψεις τους. Μηδενιστής και ακραία φορμαλιστής ο νεαρός επιλέγει έναν μινιμαλισμό με σειρά περίπου αυτόνομων σεκάνς (σεκάνς μπλοκ), για να δείξει το σήμερα.
Ο μεγαλύτερος υιοθετεί μια αναπαραστατική αρτιότητα, όχι μόνον για να παραγάγει ατμόσφαιρα, αλλά ιδίως για να τη σηματοδοτήσει πολιτικά και διαχρονικά.
Κατά τον Αλέξανδρο Αβρανά, αυτό είναι το σήμερα στις σχέσεις, κατά τον Τώνη Λυκουρέση αυτή είναι η εικόνα του χθες - σήμερα - αύριο, όσο δηλαδή θα λειτουργεί ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό, κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Αυτό σπρώχνει τους ανθρώπους πέρα από τα όριά τους. Βέβαια, και στο “Without” δείχνονται ξεκάθαρα τα προκρίματα.

ΠΕΡΙ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗΣ
Επίσης θεωρώ λογικό που η ματιά του νέου είναι ελαφρά αναρχική και του μεγαλύτερου θυμωμένη και πικρή αλλά πιο συγκρατημένη. Τώρα, όσον αφορά το “Without”, υπάρχει ένα εκ των πραγμάτων μειονέκτημα: Ο σκηνοθέτης γνωρίζει πως όλα αυτά έχουν ειπωθεί κατά κόρον στο παρελθόν, ειδικά από τον Αντονιόνι αλλά και τον Μπέργκμαν. Όταν υπάρχει, ας πούμε, η τριλογία της αποξένωσης, τι μπορεί να προστεθεί πάνω σ’ αυτήν;
Το “Χωρίς” (“Without”) καθορίζει και την ύπαρξη του μηδενός. Αν υπάρχει κάτι, είναι το τίποτα. Παράλληλα, η αποξένωση του ζεύγους έρχεται με τρόπο που δεν αφορά μόνον στα στάνταρ και τα πρότυπα αλλά και σε μια καθαρή δυσλειτουργία.

ΜΕ ΓΕΡΗ ΜΝΗΜΗ
Από την άλλη μεριά, ο Λυκουρέσης έχει τη δυνατότητα και το δικαίωμα, αξιοποιώντας ένα λογοτεχνικό κείμενο και μεταφέροντάς μας 100 χρόνια πίσω, να υπερβεί το όριο ενός σημερινού ρεαλισμού. Σε μια τοιχογραφία εποχής τα υλικά είναι γνωστά και με αυτά χτίζεται η μυθοπλασία. Ο σκηνοθέτης δεν χρειάζεται να πείσει, μια και οι θεατές ήδη γνωρίζουν τη διαδικασία τέτοιων αφηγήσεων από το παρελθόν. Έχουν δηλαδή αφομοιωμένα τα στερεότυπα του είδους από ανάλογες ταινίες, απλώς περιμένουν τη σωστή αναπαράσταση εποχής, κάτι που γίνεται.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΙΧΝΗ
Είπαμε, δεν κάνουμε κριτικές σε αυτά τα σημειώματα, αλλά πρέπει να ομολογήσω τι μου άρεσε στο φιλμικό πεδίο του κ. Λυκουρέση. Ενώ, δηλαδή, υπάρχει μια εξαιρετική αρτιότητα στην αναπαράσταση εποχής, αποφεύγει τις εντυπωσιακές σκηνές πλήθους. Δεν θέλω να πιστεύω πως δεν υπήρχε προϋπολογισμός για να βρεθούν 200-300 κομπάρσοι. Το αντιλαμβάνομαι ως μια, ας πούμε, ελλειπτική αγγελοπουλική προσέγγιση της ιστορίας. Δηλαδή, άψογη αναπαράσταση αυτής της οικογένειας που διαλύεται και ελλειπτικότητα στις ανώνυμες στιγμές, για να καταχωρούνται τα ιστορικά ίχνη. Αυτό το βρήκα πολύ ενδιαδέρον.
ΑΛΕΞΗΣ ΔΕΡΜΕΝΤΖΟΓΛΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Seven Films είπε...

Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, ο Κερκυραίος Τώνης Λυκουρέσης μεταφέρει στην οθόνη μια ιστορία που διαδραματίζεται στο νησί του στις αρχές του 20ού αιώνα. Μέσα από την ένταση των ερωτικών σχέσεων και τα πάθη που αυτές προκαλούν αναπτύσσεται η δραματική πτώση της αρχοντικής οικογένειας των Οφιομάχων και παράλληλα η άνοδος της νέας αστικής τάξης του ελληνικού κράτους. Ο έρωτας δυο νέων ανθρώπων, του ρομαντικού διανοούμενου Άλκη Σωζόμενου και της όμορφης αρχοντοπούλας Ευλαλίας Οφιομάχου, θυσιάζεται στον βωμό μιας ωμής οικονομικής συναλλαγής. Οι καταχρεωμένοι Οφιομάχοι, βάζοντας στην άκρη αρχές και αισθήματα, δίνουν την κόρη τους νύφη στον πλούσιο γιατρό και βουλευτή Αριστείδη Στεριώτη προκειμένου να διασωθούν. Τίποτα όμως δεν θα μπορέσει να αποτρέψει τον ηθικό ξεπεσμό και την οικονομική καταστροφή που θα συντρίψει την οικογένειά τους. Η ταινία υπήρξε ο θριαμβευτής στα κρατικά βραβεία κινηματογράφου τον περασμένο Νοέμβριο, όμως νιώθεις ότι όλη η επιβράβευση αφορούσε τις αναμφίβολα αξιόλογες τεχνικές της αρετές κι όχι την ταινία σαν ένα βαθύτερο πορτρέτο μιας εποχής, μιας κοινωνίας και κυρίως των ηρώων της. Δυστυχώς το «Σκλάβοι στα δεσμά τους», ακόμη κι αν παρακολουθείται με ενδιαφέρον σε όλη τη διάρκειά του, δεν έχει τη διαχρονική ματιά που θα το έκανε ικανό να μιλήσει σε έναν σύγχρονο θεατή και κυρίως καθόλου από το πάθος που απαιτείται για σε κάνει να νοιαστείς αληθινά για τις περιπέτειες των ηρώων του και τα δράματά τους, εσωτερικά ή μη.
ΓΙΩΡΓΟΣΝ.ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ ΠΟΝΤΙΚΙ ART

Seven Films είπε...

Ο Τώνης Λυκουρέσης («Σκλάβοι στα δεσμά τους» *1/2) εργάζεται με σοβαρότητα και συνέπεια για να μεταφέρει ένα εμβληματικό κοινωνικό και πολιτικό μυθιστόρημα των αρχών του 20ού αιώνα, με την υπογραφή του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, στον κινηματογράφο. Τότε, γιατί οι εικόνες περνούν αδιάφορα, όπως σε μια (υποφωτισμένη) τηλεοπτική παραγωγή, οι ερμηνείες είναι ακαθοδήγητες και το αποτέλεσμα «εξατμίζεται» εν τη γενέσει του; Δυσκολευόμαστε να ανακαλέσουμε μία, ολοκληρωμένη, σκηνή… Γιατί για την κινηματογραφική μεταφορά του Θεοτόκη (ας παραπέμψουμε μόνο στην εμπνευσμένη «Τιμή της αγάπης» της Τώνιας Μαρκετάκη, 1983) δεν αρκεί ο συνεπής μόχθος. Τότε, το αποτέλεσμα δεν είναι ούτε καν συνεπές. Χρειάζεται τόλμη, βλέμμα, ανασύνθεση της γραφής μέσα από μια άλλη τέχνη: της εικόνας. Οι «Σκλάβοι στα δεσμά τους» (από φόβο ή αδυναμία) δεν έχουν να προτείνουν ούτε αξιοσημείωτη λογοτεχνική ανάγνωση ούτε αξιοπρόσεκτη φιλμική μεταγραφή. Είναι μετέωροι και αδικαίωτοι.
ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Seven Films είπε...

Η ιστορία της ταινίας σκλάβοι στα δεσμά τους, που σκηνοθέτησε ο άξιος επτανήσιος σκηνοθέτης Τώνης Λυκουρέσης, στηριζόμενη στο γνωστό μυθιστόρημα του σπουδαίου Κερκυραίου συγγραφέα Κωνσταντίνου Θεοτόκη, πρέπει να αποτέλεσε, για τον πρώτο, πάθος πατριωτικό αλλά και σύγχρονα τεράστιο ιδεολογικό και πολιτικό πειρασμό. Πιστεύω επίσης ότι ο ίδιος θα πρέπει να βρέθηκε κάτω από τεράστιο Ιστορικό δίλλημα, αλλά και την ανάγκη συνέπειας στην δυσβάστακτη ευθύνη για την μεταφορά της ιστορίας «των σκλάβων στα δεσμά τους» στον κινηματογράφο.
Πραγματικά, εδώ, δεν μιλάμε για όποια κι όποια Ιστορία. Δεν μιλάμε για Ιστορία, που η καθημερινότητα νωθρή και αδιάφορη, σαν της δικής μας εποχής, πνίγεται μες στα τέλματά της. Η Ιστορία για την οποία μιλάμε εκτυλίσσεται στα χρόνια που ο σπόρος της Επανάστασης, πρώτη φορά μετά τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς, φύτρωσε και στον τόπο μας - και μάλιστα στα Ιόνια νησιά.
Στα Ιόνια νησιά - που αφού περάσαν σαν κατακτητές και έφυγαν πρώτα οι Ενετοί - μ’ ότι ελάχιστο καλό, μα περισσότερο μ’ ότι κακό πίσω τους άφησαν ετούτοι - έφθασαν πιο δριμύτεροι και πλέον πιο καταπιεστικοί οι Γάλλοι στρατοκράτες.
Με πονηριά ετούτοι οι τελευταίοι διέδωσαν σαν δόλωμα, μα όχι σαν δικαίωμα, στους απ’ τα χρόνια της Ενετοκρατίας καταπιεσμένους νησιώτες, όλες εκείνες τις ιδέες, τις δήθεν περί ισότητας κ.λπ. κ.λπ. της Γαλλικής δικής τους Επανάστασης!
Ιδέες βέβαια - που έστω κι αν και στα κρυφά, κατά τον Θεοτόκη, τις ενστερνίστηκαν πρώτοι, απ’ τους άλλους Έλληνες, βασανισμένοι οι νησιώτες - εν τούτοις λουφαγμένοι, μια κι όλα πάντα τότε τα φόβιζε η σκλαβιά, στα γρήγορα δεν το μπορέσανε και να τις κάνουν πράξη.
Παρ’ όλα αυτά Ιδέες - που εν τούτοις λίγο το λίγο αργότερα θα ‘βρισκαν γόνιμο και καρπερό το έδαφος να αναπτυχτούν - και θα ‘διναν φτερά και ενθουσιασμό σ’ όλους του Έλληνες, μα πλέον και στα φανερά, για να παλέψουν, όπως οι γιακωβίνοι κι οι ξακουστοί οι καρμπονάροι, και ν’ ανατρέψουν την άθλια εκμετάλλευση, που επί ολόκληρους αιώνες υφίσταντο από τους ξένους και τους υποτελείς τους, διορισμένους απ’ αυτούς, ντόπιους κατακτητές τους.
Οι σκλάβοι βέβαια στα δεσμά τους δεν είναι ο λαός. Αυτό και για τον ευφυή συγγραφέα θα αποτελούσε θέση πασίγνωστης κοινοτυπίας. Οι σκλάβοι στα δεσμά τους είναι απ’ την άλλη τη μεριά. Είναι οι άρχοντες, και μάλιστα οι εκφυλισμένοι απ’ αυτούς, μαζί με την κατάρα της Ιστορικής Ύβρης, που χρόνο με το χρόνο, και πάθος με το πάθος τους, κυρίως με τις αδικίες, την απληστία, την σπατάλη και την αλαζονεία τους, Μοιραία και Αέναη η Απόδοση Θεϊκής ( Διάβαζε Ανθρώπινης) Δικαιοσύνης, σκάβει κάτω απ’ τα πόδια τους, σε χάος απροσμέτρητο τους λάκκους τους, μέχρι που μέσα σε αυτούς ολότελα, σαν Τραγωδίας κάθαρση του ανθρώπινου του γένους, στα τάρταρα να τους γκρεμίσει.
Εδώ έχει αξία πράγματι η σκηνοθετική μαεστρία του Τώνη Λυκουρέση στη μεταφορά της ιστορίας, των σκλάβων στα δεσμά τους, του Θεοτόκη, στο κινηματογράφο. Αν και δύσκολο έργο η σκηνοθετική μεταφορά, εν τούτοις τελικά η Ιστορία αποδόθηκε άριστα, από τον Λυκουρέση, με σεβασμό προς στον σοφό λόγο, του συμπατριώτη του επτανήσιου Συγγραφέα, και με την επί πλέον αξιόλογη βοήθεια, πέραν της σκηνογραφικής του δεινότητας, ενός υπέροχου σεναρίου.
Η εποχή αναστήθηκε σκηνογραφικά και ενδυματολογικά. Και το νόημα του συγγραφέα ήρθε και κόλλησε, ένα αιώνα αργότερα, μες στη συνείδηση όλων μας. Ήρθε και κόλλησε - επί δικαίων, δίνοντας μάθημα λύτρωσης κι ελπίδας - και επί αδίκων, δίνοντας τελεσίδικα την πανανθρώπινη κατακραυγή, όπως αυτή, που ίσως και σήμερα την παίρνουν, επί ματαίω βέβαια, όλοι οι άφρονες της Κρίσης, που όμως πάντα οι ίδιοι και την δημιουργούν κι έχουν και την ευθύνη της, χωρίς ποτέ ως τώρα, πάντα αμετανόητοι, να την πληρώνουν όπως στ' αλήθεια τους αξίζει.
Βέβαια, πόσων τα πορτραίτα, απ’ αυτούς τους τελευταίους, δεν θα ‘χαν ξεσκιστεί σαν άχρηστα και περιττά μέσα στο πέρασμα του χρόνου, αν πάνω σ’ όλα αυτά δεν είχε μπει πονετική η Ανθρώπινη υπογραφή του Καλλιτέχνη - και πόσα ονόματα απ’ αυτούς, δεν θα ‘τανε τελείως στις μνήμες ξεχασμένα, αν στα νεκροταφεία κεκονιαμένοι τάφοι δεν είχαν λαξευτεί απ’ το Ανθρώπινο μεράκι, στην αναζήτηση, μέσα από Ανθρώπινο αγώνα στην Τέχνη, του ωραίου και του καλού!
Και βέβαια επίσης αξίζει ιδιαίτερα και να σημειωθεί εδώ, πως έστω και αν ακόμη ο οίκτος περισσεύει, στον καλλιτέχνη Σκηνοθέτη, βλέποντας ο ίδιος πιο βαθειά την ανθρώπινη μοίρα, για αυτούς που η πτώση τους Ιστορικά είναι όπως φαίνεται Μοιραία, η Ιστορία η ίδια, τελείως ανεξάρτητη, μ’ ένα Γιατί στο τέλος, δεν φθάνει να τους λυπηθεί. Κι ίσως επίσης η Ιστορική αντίφαση αυτή να ξεπερνιόντανε πιο ομαλά, κυρίως πιό δικαίως, αν βέβαια η νοσταλγία εν αντιθέσει με τα μύρια κακά που πέρασαν οι επτανήσιοι κι απ’ τους Ενετούς, κι Απ’ τους Γάλλους, κι απ’ τους Ρώσους, κι απ’ τους Άγγλους αργότερα, δεν τα ‘χε εξωραΐσει, στη σημερινή μνήμη μας, ο χλιδάτος πολιτισμός των αστών εκείνης της εποχής, που όπως και να το κάνουμε εξπρεσιονιστικά!, για τους αδύνατους εμάς, τους αδαείς ανθρώπους ήταν και είναι πράγματι σαν μαντολάτο πειρασμός.
Εν πάσει περιπτώσει κι όπως και να ‘χει η αλήθεια, τα ανθρώπινα μηνύματα του σκηνοθέτη έτσι κι αλλιώς περνούν - και η Ιστορία αυτό το καταγράφει - κι έτσι πορεύεται και μας πορεύει, όσο η Μοίρα μας, μας οδηγεί. Η Μόσχα του Τσέχωφ είναι μπροστά μας! Το πότε θα την φθάσουμε, δεν είναι υπόθεση της μοίρας. Είναι υπόθεση, μιας άλλης θέσεως, δική μας!
Ταινία σπουδαία και αν «και γνήσια Τραγική» με το θέμα της, το σενάριο της και την φωτογραφική ομορφιά της πόλης της Κερκύρας, δικαίως πρέπει και πιστεύω πως θα να σπάσει τα ταμεία - και εδώ και στο εξωτερικό! Τα Ευρωπαϊκά κουστούμια εποχής της Μπιάνκα Νικολαρεΐζη ήταν καταπληκτικά.
Από τους ηθοποιούς ο Γιάννης Φέρτης, η Δήμητρα Ματσούκα και η Ρηνιώ Κυριαζή (Ευλαλία Οφιομάχου) παρουσίασαν καταπληκτικές στιγμές ερμηνείας. Εξάλλου όλοι οι υπόλοιποι γυναικείοι και ανδρικοί ρόλοι ερμηνεύτηκαν το ίδιο καλά από τις ηθοποιούς και τους άνδρες συναδέλφους τους. Η ιδιόμορφη ερμηνευτική σκηνική παρουσία του κου Άκη Σακελλαρίου, στο ρόλο του αδίσταχτου γιατρού, αν και μεταχρονισμένα, αρκετά πειστική. Οι γιατροί παλαιότερα, τέρατα ιερά ακόμη, κι αν δεν κατέχονταν από αισθήματα ανθρωπιάς, ήξεραν δίχως νευρικότητα, έστω και με σοβαροφάνεια να μην το δείχνουν αυτό ποτέ.
Προσωπικά θαύμασα σταθερά, καθ’ όλη την σκηνική τους παρουσία - τις ερμηνείες του μεγάλου γιού του κόντε, Γιώργη, Χρήστου Λούλη, όπως και του αλησμόνητου ηθοποιού Κωνσταντίνου Παπαχρόνη στο ρόλο του Άγη - ως επίσης και την, αν και λίγη σε χρόνο, αλλά έντονη σε ποιότητα ερμηνευτική ικανότητα της Ελένης Κοκκίδου, (στο ρόλο της μαιτρέσας του Αλέξανδρου Οφιομάχου).
Τέλος στο τελικό αποτέλεσμα της ταινίας άπειρα συγχαρητήρια αξίζουν στον παραγωγό Νικόλαο Σέκερη, για την υπομονή του και την με πραγματική αγάπη απλοχεριά του στο γύρισμα μιας τόσο σπουδαίας και δαπανηρής, αλλά χρήσιμης, για το κινηματογραφόφιλο κόσμο, ταινίας!
Αγγελος Κότσαρης www.myfilm.gr

Seven Films είπε...

Στις αρχές του 20ού αιώνα στην Κέρκυρα, η αριστοκρατική οικογένεια των Οφιομάχων καταρρέει με την αλλαγή του κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου στον ελλαδικό χώρο.

Ο πατέρας Αλέξανδρος Οφιομάχος, αδύνατος μπροστά στους νέους νόμους που επιβάλλει το ελληνικό κράτος οι οποίοι ισχυροποιούν την εργατική τάξη και επιρρεπής στη σπατάλη, οδηγεί την οικογένεια σε οικονομικό αδιέξοδο.
Η από καιρό αποξενωμένη από αυτόν σύζυγός του στέκει αδρανής, ενώ τα τρία παιδιά του -ο Γιωργής, ο Σπύρος και η Λουίζα- περιμένουν τη λύση από τον πατέρα-αφέντη.

Την ίδια ώρα, ο πρώτος διατηρεί παράνομο δεσμό με τη νεαρή σύζυγο ενός ετοιμοθάνατου ευγενούς, ο δεύτερος, τυχοδιωκτικός χαρακτήρας, επιδίδεται σε σπατάλες και η τρίτη το σκάει με τον γιο ενός πλούσιου τραπεζίτη.

Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η Ευλαλία, η μεγάλη κόρη της οικογένειας, που θα θυσιάσει τον έρωτά της για έναν ρομαντικό διανοούμενο ώστε να βγάλει την οικογένεια από τη δύσκολη θέση στην οποία την έχουν φέρει τα χρέη, μέσω του γάμου της με έναν ανερχόμενο πολιτευόμενο γιατρό της πόλης...

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, ένα σχόλιο πάνω στην αλλαγή του ελληνικού πολιτικοοικονομικού και κοινωνικού πλαισίου στη δεκαετία του 20 (η άνοδος των αστών και των σοσιαλιστών) μέσα από την ταξική και ηθική κατάπτωση μιας αριστοκρατικής οικογένειας, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη με τα στοιχεία ενός περιποιημένου δράματος εποχής.

Τα κοστούμια των ηθοποιών και η σκηνογραφία συμπράττουν στην ανάδειξη ενός ατμοσφαιρικού μείγματος ξεπεσμού, αλλά η εμμονή της αφηγηματικής δομής στις συμπεριφορές των προσώπων και την ψυχική τους αναταραχή δεν αναδεικνύει τις συνιστώσες της κλασικής λογοτεχνικής πηγής.

Πριμοδοτώντας υπερβολικά τη «ροζ» πλευρά των γεγονότων, τη σκανδαλώδη διαφθορά των ηθών μέσα από τις ερωτικές περιπέτειες των Οφιομάχων, το στόρι αποτυγχάνει να εντάξει τη φθορά τους σε ένα ευρύτερο κοινωνιολογικό πλαίσιο, ενώ η σκηνοθεσία αυτοπεριορίζεται ασφυκτικά πότε στο εσωτερικό του υπό κατάρρευση αρχοντικού και πότε στα πλούσια δωμάτια των αστικών σπιτιών.

Αντα Δαλιάκα ΕΘΝΟΣ

Seven Films είπε...

Ως ελληνικό αντίστοιχο του “Slumdog Millionaire”, το φιλμ του Τώνη Λυκουρέση σάρωσε τα κρατικά βραβεία τον περασμένο Νοέμβριο και φτάνει στις αίθουσες αφήνοντας περισσότερες υποσχέσεις απ’ όσες μπορεί να ικανοποιήσει. Η ηθογραφική, κοινωνική ακτινογραφία του Κωνσταντίνου Θεοτόκη μεταφέρεται στην οθόνη ως φροντισμένη «υπερπαραγωγή», όμως πέρα από τα ονόματα των πρωταγωνιστών, τα σκηνικά και τα κοστούμια, η καλλιτεχνική ανάσα είναι απούσα. Τώρα παραμένει «απλά» ένα μάλλον παλιομοδίτικο, αν και άρτια τεχνικό επίτευγμα
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ATHENS VOICE

Seven Films είπε...

Δέκα βραβεία ποιότητας (όχι όμως και το πρώτο, που κατέληξε στο Without) για την κινηματογραφική διασκευή του διηγήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη.
Βρισκόμαστε στην Κέρκυρα, στις αρχές του 20ού αιώνα. Ενώ η αριστοκρατική οικογένεια των Οφιομάχων ξεπέφτει σταθερά, αναπτύσσεται ο έρωτας ανάμεσα στο διανοούμενο Άλκη Σωζόμενο και στην αρχοντοπούλα Ευλαλία Οφιομάχου. Η σχέση θυσιάζεται στο βωμό μιας στυγνής οικονομικής συναλλαγής, καθώς οι καταχρεωμένοι Οφιομάχοι δίνουν την κόρη τους στον εύπορο γιατρό και βουλευτή Αριστείδη Στεριώτη προκειμένου να σωθούν.

Το διήγημα περιέχει πολλά προσωπικά στοιχεία του συγγραφέα και το περιεχόμενό του συνδυάζει τον τόπο καταγωγής του με την ειδική συμπεριφορά και το ταμπεραμέντο των κατοίκων της, τον ιδεαλισμό της αρχικής περιόδου του έργου του, τη μετέπειτα στροφή του στο κοινωνικό μυθιστόρημα, την οικονομική του εξαθλίωση και την άνοδο μιας καινούργιας τάξης.

Ο σκηνοθέτης Τώνης Λυκουρέσης δεν προσδίδει βάρος στα θέματά του και καταγράφει την πλοκή χωρίς έμπνευση στο σενάριο και οίστρο στην καλλιτεχνική διεύθυνση. Ενώ η υπόθεση της συναισθηματικής δοσοληψίας και της προδοσίας των αξιών στην καμπή της αντίστροφης πορείας της αριστοκρατίας με την αστική κοινωνία έχει σασπένς, η αναπαράσταση της εποχής δίνεται σχηματικά και οι ερμηνείες είναι εξαιρετικά αγρίως άνισες - άλλες ουδέτερες, ενώ κάποιοι, όπως η Ειρήνη Ιγγλέση, η Δήμητρα Ματσούκα, ο Άκης Σακελαρίου και ο Κωνσταντίνος Παπαχρόνης στην τελευταία του εμφάνιση ενεργοποιούν τους χαρακτήρες τους, χωρίς ωστόσο να τους καθιστούν επείγοντες.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ LIFO

Seven Films είπε...

Όπως στην ελληνική παραγωγή όπου μπερδεύουν την κωμωδία με την μπαλαφάρα την τηλεοπτική. Έτσι και με τη σοβαρή εκδοχή. Όπου ο Τώνης Λυκουρέσης σ΄ ένα δράμα εποχής με τον τίτλο «Σκλάβοι στα δεσμά τους» μπέρδεψε τον κινηματογράφο με τηλεοπτική σειρά εποχής!

Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο συμβαίνει και με το «Slumdog». Οκτώ Όσκαρ σ΄ ένα βιντεοκλίπ, δέκα βραβεία Θεσσαλονίκης σε μια σειρά τηλεοπτική. Γιατί; Μα φυσικά, επειδή όλα σ΄ αυτή την ταινία μοιάζουν να είναι σοβαρής κοπής. Για να καταλάβετε πόσο όπισθεν τραβάμε ολοταχώς, ένα πράγμα θα σας πω: μπροστά σ΄ αυτό το επίπεδο, το απρόσωπο και το άγευστο φιλμ, η «Τιμή της αγάπης» της Τώνιας Μαρκετάκη και του 1984, είναι το αριστούργημα όλων των εποχών.

Ποιο το πρόβλημα; Πρώτον, ο Λυκουρέσης εγκαταλείπει μια βασική αρχή. Η ιστορία του δεν έχει κέντρο βάρους, άξονα αφηγηματικό, πρόσωπο κεντρικό. Όλα μέσα: Και το γκρέμισμα ενός άρχοντα της Κέρκυρας στις αρχές του περασμένου αιώνα. Και ο έρωτας δύο ανιδιοτελών ψυχών. Και η κοινωνία. Και η οικογένεια. Και ένας δικηγόρος κυνικός. Ό,τι πρέπει για συνταγή τηλεοπτική. Αντί να «κλείνει» την ιστορία σ΄ έναν δρόμο μοναδικό, αυτός την ανοίγει διαρκώς. Έτσι το ένα επεισόδιο διαδέχεται το άλλο κι αντί για ταινία, μια σύνοψη τηλεοπτικής σειράς έχει γράψει. Μα για όνομα του Θεού, από το συγκεκριμένο, ερωτικό στόρι θα προκύψει η ιδεολογία- πλαγίως- στον θεατή. Αυτό είναι το δίδαγμα εκατοντάδων μεγάλων κινηματογραφικών στιγμών. Σε ποιον να αναφερθώ... Από τον Βισκόντι ας πούμε μέχρι τον Τζέιμς Άιβορι.

Κοντά μ΄ αυτό- το δομικό και βασικό- πορεύεται το μέρος το σκηνοθετικό και αισθητικό. Λάθος στήσιμο, λάθος ανάπτυξη, λάθος κατάληξη. Επίπεδη η γραφή με ελάχιστες κορυφώσεις χωρίς βιωμένη ουσία αισθηματική. Από κοντά ακολουθούν και οι πλαδαροί ρυθμοί. Το ίδιο και οι περισσότερες ερμηνείες. Περισσότερο κοστούμια παρά ηθοποιοί. Με ελάχιστες εξαιρέσεις κυρίως από τον Γιάννη Φέρτη. Έτσι, αυτό που κυριαρχεί είναι η απομίμηση η γενική. Το σενάριο μιμείται το λογοτεχνικό ύφος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (στηρίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του γραμμένο το 1922). Τα κοστούμια μιμούνται βεστιάριο αυθεντικής ενδυματολογίας. Η σκηνοθεσία μιμείται τη γραφή ενός δράματος εποχής. Τίποτα το αυθεντικό, το ιδιαίτερο, το πρωτότυπο και εξαιρετικό. Απλώς παιδιά να κάνουμε κάτι το σοβαρό. Το έκαναν, το ολοκλήρωσαν και κέρδισαν έναν σκασμό βραβεία. Να δούμε τώρα τι θα πει το κοινό!

Με δυο λόγια: Κέρκυρα στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο άρχοντας Οφιαμάχος (Γιάννης Φέρτης) σε ελεύθερη πτώση. Πνιγμένος από τα χρέη κινδυνεύει με απόλυτη χρεοκοπία. Όχι μόνο οικονομική, αλλά κοινωνική. Έτσι αποφασίζει να προξενέψει την ωραία κόρη του σ΄ έναν πλούσιο και κυνικό δικηγόρο (Άκης Σακελλαρίου), εκπρόσωπο τη ανερχόμενης αστικής τάξης. Όμως η Ευλαλία η κόρη του (Ρηνιώ Κυριαζή) είναι ερωτευμένη μ΄ έναν σεμνό και ανιδιοτελή προοδευτικό διανοούμενο της εποχής (Κωνσταντίνος Παπαχρόνης). Η σύγκρουση θα είναι τραγική!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ ΤΑ ΝΕΑ

Seven Films είπε...

Φορτωμένη με δέκα κρατικά βραβεία ποιότητας, η κινηματογραφική μεταφορά τού διαχρονικής αξίας (και επίκαιρου) μυθιστορήματος «Σκλάβοι στα δεσμά τους» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη έχει βεβαίως τον πρώτο λόγο. Υστερα από έτη σιωπής ο σκηνοθέτης Τώνης Λυκουρέσης υπέγραψε ένα βαρύ, σχεδόν κλειστοφοβικό δράμα εποχής, αφηγούμενος με υπομονή και προσοχή στις εικαστικές λεπτομέρειες τη σταδιακή πτώση μιας αρχοντικής οικογένειας Κερκυραίων στις αρχές του 20ού αιώνα. Αξονας ο πάτερ φαμίλιας Αλέξανδρος Οφιομάχος που, χάρη στη γρανιτένια μορφή του έμπειρου Γιάννη Φέρτη, γίνεται ένας γνήσια τραγικός αντιήρωας καθώς βλέπει την ιστορία, το όνομα και την περιουσία του να θρυμματίζονται μπροστά στην άνοδο της νέας αστικής τάξης.

Ενίοτε, ωστόσο, το έργο «σκοντάφτει» στις αρκετές υποϊστορίες οι οποίες, μπορεί μεν να βρίσκονται εκεί για να συνθέσουν την τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής, αλλά εν τέλει ξεχειλώνουν το θέμα. Οι ηθοποιοί, τόσο η Δήμητρα Ματσούκα όσο και ο Κωνσταντίνος Παπαχρόνης στην τελευταία, δυστυχώς, κινηματογραφική παρουσία του, στέκονται θαυμάσια. Οποτε όμως ο φακός απομακρύνεται από την εικόνα του Φέρτη και κυρίως από τη σχέση του με τον γιατρό και βουλευτή Αριστείδη Στεριώτη ( Ακης Σακελλαρίου ) στον οποίο έχει αναγκαστεί να «πουλήσει» την κόρη του, το ενδιαφέρον μειώνεται- χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Λυκουρέσης δεν αξιοποίησε με εντιμότητα το πρωτότυπο υλικό του σε μια ολοκληρωμένη ταινία 127΄ που ούτε προσβάλλει το κείμενο στο οποίο βασίστηκε ούτε κοροϊδεύει τον θεατή.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ ΤΟ ΒΗΜΑ

Seven Films είπε...

Δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια τα Κρατικά Βραβεία απονέμονται πολύ απλά στις αρτιότερες ελληνικές παραγωγές, δεν εκπλήσσει καθόλου ότι η πρώτη εδώ και 22 χρόνια ταινία μυθοπλασίας του Τώνη Λυκουρέση απέσπασε δέκα από αυτά.

Παρά το προσεγμένο αισθητικό κομμάτι, όμως, και την πιστή απόδοση του κοινωνικοπολιτικού κλίματος της εποχής, η ταινία στηρίζεται υπερβολικά στον αέρα της σοβαρής λογοτεχνίας που αποπνέει το ομώνυμο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, με αποτέλεσμα να θυμίζει περισσότερο τις κατά Κουτσομύτη πλουσιοπάροχες λογοτεχνικές διασκευές που στολίζουν τη μικρή οθόνη.
Και είναι πραγματικά κρίμα καθώς το όλο εγχείρημα διακρίνεται από ικανότατο σκηνοθετικό χειρισμό, όπου διαφαίνονται κάποιες απόπειρες να επιτευχθεί το πολυπόθητο πέρασμα από το απολιθωμένο παρελθόν σε πιο σύγχρονες καλλιτεχνικές ανησυχίες.


Με μια σχεδόν αδιόρατη κάμερα στο χέρι ο Λυκουρέσης επιχειρεί να δώσει ζωντάνια στο υλικό του, ακόμα κι όταν ερμηνείες όπως αυτές του υπερβολικά θεατρικού Φέρτη ή του ανύπαρκτου Λούλη μοιάζουν να τορπιλίζουν τις προσπάθειές του.

Μένει, λοιπόν, στο γυναικείο καστ και στις καλοστημένες ομαδικές σκηνές σύγκρουσης να αναδείξουν την όποια διαχρονική τραγικότητα επιφυλάσσει στα πλαίσια της καθαρής δραματουργίας η παλιομοδίτικη αυτή σάγκα μιας έκπτωτης, αριστοκρατικής οικογένειας.



ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΤΣΑΒΟΣ ΣΙΝΕΜΑ

Seven Films είπε...

Το τέλος των κόντηδων κι η αρχή των οπορτουνιστών, στην Κέρκυρα των αρχών του προηγούμενου αιώνα.Είναι πάρα πολλά αυτά που θα μπορούσε να πει κανείς γι’ αυτήν την ταινία, ούτε ξεκινώντας, ούτε τελειώνοντας με το ότι "δεν πρέπει να έχουν ξαναϋπάρξει τόσοι πολλοί ηθοποιοί να παίζουν όλοι τόσο υπερβολικά, σε τόσο διαφορετικές ταινίες και σε τόσο διαφορετικές εποχές ο ένας απ’ τον άλλο, όσο στους Σκλάβους στα Δεσμά τους", ή ότι ο Γιάννης Φέρτης "δίνει τον ορισμό της εκτός τόπου και χρόνου ερμηνείας, ηγούμενος του εξωφρενικού ερμηνευτικού συνόλου", τα οποία έγραφα πριν μερικούς μήνες.

Θα μπορούσε να πει ότι η ταινία πατάει πάνω σ’ ένα σενάριο που, με την παντελή του κενότητα σε διαλόγους που θα μπορούσαν να εκφέρουν έλλογα όντα, υπογραμμίζει την ανικανότητά του να αναδείξει τη λεπτοδουλεμένη δαντέλα του κοινωνικού ιστού που μελετούσε όλη του τη ζωή ο Θεοτόκης, για να τον φιτιλιάσει στο κύκνειο άσμα του. Αλλά ακόμα κι ότι, αυτή η σαπουνοπερατική του ακράτεια, γιγαντώνεται χάρη στη φτηνιάρικα ερασιτεχνική εκτέλεση απ’ την παραγωγή (που στήνει διαδηλώσεις εξοργισμένων μαζών με πέντε-δέκα κομπάρσους όλους κι όλους να κάνουν γύρους για να φανούν πολλοί), και την απαρχαιωμένα, αφόρητα μελοδραματική σκηνοθεσία του, εγκληματικά ανίκανου να καθοδηγήσει τους ηθοποιούς του, Τώνη Λυκουρέση (που, αν δεν κάνω λάθος, έχει να κάνει μυθοπλασία από τότε που ο Ανδρέας Παπανδρέου ξεκινούσε τη δεύτερη πρωθυπουργική του θητεία), φτιάχνοντας ένα σύνολο που, χωρίς να λογαριάζει ούτε την κοινή λογική, ούτε την αισθητική σου, σου τρίβει αλύπητα στη μούρη το βάρος και τη σημαντικότητα της κούφιας δηθενιάς τους.Θα μπορούσε κανείς ακόμα, να σημειώσει ότι οι Σκλάβοι στα Δεσμά τους είναι η τελευταία εμφάνιση του τόσο άδικα χαμένου Κωνσταντίνου Παπαχρόνη, προσπαθώντας, λόγω του μακάβριου της περίστασης, να αποφύγει να αναφέρει ότι η συγκεκριμένη μπορεί να ήταν κι η πιο αχρείαστη επιλογή της σύντομης, αλλά πλούσιας καριέρας του. Θα όφειλε σίγουρα να πει, ότι ανάμεσα σε ηθοποιούς όπως τον Γιάννη Φέρτη, την Ειρήνη Ιγγλέση, ακόμα και τον Άκη Σακελαρίου και τη Λένα Παπαληγούρα (και τα βυζάκια της), η Δήμητρα Ματσούκα είναι το καλύτερο πράγμα που συμβαίνει στην ταινία, κι ότι σ’ αυτήν την ταινία, η Δήμητρα Ματσούκα δίνει το καλύτερο πράγμα που έχει κάνει στην καριέρα της. Ίσως να έλεγε και για τα σύνθια του Μίνου Μάτσα και τα αποκριάτικα κοστούμια και τα μουστάκια που ξεκολλάνε και τα σκηνικά που στάζουν μπογιές... Είναι πάρα πολλά αυτά που θα μπορούσε κανείς να πει.

Αλλά αυτό που μετράει, τελικά, είναι ότι η ταινία, η ψηφισμένη ως δεύτερη καλύτερη ελληνική της χρονιάς (με μία ψήφο διαφορά από την πρώτη, το Without, που δεν πρόκειται να φανεί στις αίθουσες, απ’ ότι φαίνεται), σε όλες αυτές τις αφόρητες αδυναμίες της, αρίστευσε. Και ότι τα 10 κρατικά βραβεία που πήρε στη σαρωτική της βραδιά τον περασμένο Νοέμβρη στη Θεσσαλονίκη, είναι περισσότερα απ’ τα 8 Όσκαρ που πήρε το Slumdog Millionaire τον περασμένο Φλεβάρη στο Los Angeles. Οι δυο ταινίες, βγαίνουν στις αίθουσες την ίδια μέρα: τιτανομαχία;

ΙΩΣΗΦ ΠΡΩΙΜΑΚΗΣ www.mftm.gr

Seven Films είπε...

Επί της ουσίας τώρα: κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο Λυκουρέσης έφτιαξε μια ταινία για όλη την οικογένεια, δίχως αυτό να αποτελεί ούτε κατά διάνοια μομφή. Με δυνατά σημεία, την έξοχη ερμηνεία του Γιάννη Φέρτη, τον ερωτισμό που αναδύεται από όλους τους νέους ηθοποιούς, αλλά και μια σωστή ανάπλαση των αρχών του 20ου αι. με τη συμβολή στο τελευταίο του φυσικού ντεκόρ (η ταινία είναι γυρισμένη εξ ολοκλήρου σχεδόν στα κερκυραϊκά καντούνια). Όπως και με μερικά πιο αδύναμα σημεία, τα οποία θα εστίαζα στον τρόπο κινηματογράφησης. Ολόκληρη η διαδοχή όχι μόνο των σκηνών, αλλά και των πλάνων του Λυκουρέση, ακολουθεί τη λογική του cut- διάλογοι- cut- διάλογοι, στερώντας κάπου από τη φιλμική καταγραφή του το στοιχείο της ποίησης και της τραγωδίας που χαρακτηρίζει το κλασικό μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Σε κάποιες στιγμές, επίσης, υιοθετήθηκε ένας άκρατος νατουραλισμός, αχρείαστος ίσως για την εξέλιξη της επί μέρους μοίρας των ηρώων: λόγου χάριν, ξέρουμε ό,τι η φυματίωση θέριζε τότε, δε χρειάζεται όμως τουλάχιστον τρεις από τους ήρωες (με εξαίρεση τον φυματικό Άλκη Σωζόμενο- Κωνσταντίνο Παπαχρόνη) να βήχουν όλη την ώρα, προξενώντας δυσφορία στον θεατή! Κατά τα άλλα, η ταινία αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα για τον σκηνοθέτη της, έχει τη δυνατότητα να προσελκύσει κόσμο στις αίθουσες και σαφώς αποτελεί σπάνια μεταφορά ενός σημαντικού έργου της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη μεγάλη οθόνη. Για όλα αυτά και άλλα τόσα, θα συνομιλήσουμε απόψε με τον Τώνη Λυκουρέση κι εσείς θα τα διαβάσετε τις αμέσως επόμενες εβδομάδες! Ως τότε, φροντίστε να έχετε δει την ταινία!

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΙΤΗΣ www.camerastyloonline.wordpress.com

Seven Films είπε...

Στην Κέρκυρα των παρυφών του 20ου αιώνα ο Κόντε Αλέξανδρος Οφιομάχος (Γιάννης Φέρτης), πάτερ φαμίλιας μιας άλλοτε ισχυρής κερκυραϊκής οικογένειας, παντρεύει την μεγάλη του κόρη Ευλαλία (Ρηνιώ Κυριαζή) με τον πολιτικά ανερχόμενο Αριστείδη Στεριώτη (Ακης Σακελλαρίου), για να σωθεί από την χρεοκοπία. Μερικές φορές όμως η 'κάθοδος' είναι μη αναστρέψιμη.

Τοποθετημένο χρονικά την περίοδο που παγιωνόταν το 'αστικό κράτος' και η αστική τάξη αναλάμβανε σταδιακά τα ηνία από την αριστοκρατική, το «Σκλάβοι στα Δεσμά τους» προσφερόταν για τη σύσταση μιας εξαιρετικής τραγωδίας, με σημειολογική αναγωγή από το γενικό στο ειδικό και τούμπαλιν. Δυστυχώς όμως τούτο το εξαιρετικό υλικό τυγχάνει 'στεγνής' διαχείρισης. Η 'εικονογραφική' σκηνοθετική προσέγγιση όχι μόνο δεν προσθέτει τίποτα στο πρωτογενές υλικό, αλλά του στερεί παράλληλα τη δυνατότητα να αναπτύξει το εύρος του στο κινηματογραφικό πανί. Η απογύμνωση μιας 'ένδοξης' και καθωσπρέπει οικογένειας ευγενών λαμβάνει χώρα μόνο στα μάτια του θεατή και ποτέ στο μυαλό.

Στον ερμηνευτικό τομέα κερδισμένος βγαίνει ο Ακης Σακελλαρίου που παίρνει τη ρεβάνς για την ατυχέστατη εμφάνισή του στο «Όλα Θα Πάνε Καλά», με μια ανέλπιστα συγκρατημένη ερμηνεία. Χαμένο βγαίνει το ελληνικό σινεμά (και θέατρο) από την απώλεια ενός ελπιδοφόρου ηθοποιού, του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη που εδώ αποχαιρετά το πανί στη μοναδική συγκινησιακά αποτελεσματική σεκάνς της ταινίας.

Οφείλουμε να παραδεχτούμε πάντως ότι σε επίπεδο παραγωγής οι 'Σκλάβοι' είναι προσεγμένοι και ότι προσπαθούν να διατηρήσουν ένα σχετικό επίπεδο ευπρέπειας σαν θέαμα (με τον τόνο να ανεβαίνει στο 'προσπαθούν'). Από την άλλη όμως το ίδιο μπορεί να ισχυριστεί κανείς για οποιαδήποτε τηλεοπτική σειρά του Κώστα Κουτσομύτη (με τον τόνο να ανεβαίνει στο 'τηλεοπτική')...
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ www.cinemanews.gr

Seven Films είπε...

ταξιδεύει ο Τώνης Λυκουρέσης με τη νέα του ταινία, η οποία έρχεται με πολλά Κρατικά Βραβεία στις αποσκευές της. Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται το πέρασμα της χώρας από την αριστοκρατική στην αστική τάξη και η αφορμή είναι ο έρωτας δύο νέων ανθρώπων. Του διανοούμενου Αλκη Σωζόμενου και της Ευλαλίας Οφιομάχου, που προέρχεται από αριστοκρατική οικογένεια. Τα χρέη όμως της οικογένειας οδηγούν την Ευλαλία στο γάμο με τον πλούσιο γιατρό και βουλευτή Αριστείδη Στεριώτη.
Το σενάριο βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Η ταινία απέσπασε δέκα Κρατικά Βραβεία στο τελευταίο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης (σκηνοθεσίας, σεναρίου, Α’ ανδρικού ρόλου στον Γιάννη Φέρτη, Β’ ανδρικού ρόλου στον Χρήστο Λούλη, Β’ γυναικείου ρόλου στη Δήμητρα Ματσούκα, σκηνογραφίας, μουσικής, ενδυματολογίας κ.ά.). Σε αυτή την ταινία έκανε την τελευταία κινηματογραφική του εμφάνιση ο πρόωρα χαμένος Κωνσταντίνος Παπαχρόνης στο ρόλο του Αλκη Σωζόμενου

ΖΑΛΙΓΚΑΣ ΚΩΣΤΑΣ
Ελεύθερος Τύπος

Seven Films είπε...

Το τοπίο στον ελληνικό κινηματογράφο έχει αρχίζει να αλλάζει προς το καλύτερο. Το πρόβλημα ως τώρα ήταν ότι από τη μια πλευρά οι ταινίες που γυρίζονταν ήταν επι το πλείστον επιεικώς απαράδεκτες, "κωμωδίες" με μόνο θέμα το σεξ και μια υποτυπώδη πλοκή.Φυσικά όπως πάντα υπήρχαν και οι φωτεινές εξαιρέσεις.Απ΄την άλλη υπήρχαν οι ταινίες για τους "λίγους" οι λεγόμενες ποιοτικές στις οποίες μόνο λίγοι ήταν σε θέση(και με θέληση)να τις κατανοήσουν. Τα τελευταία χρόνια οι παραγωγές που επιχειρούνται είναι όλο και πιο ενθαρρυντικές. Η ελπίδα μας άρχισε να αναπτερώνεται ήδη από την εξαίσια και νοσταλγική Πολίτικη Κουζίνα του Τάσου Μπουλμέτη, τις Νύφες του Βούλγαρη και φυσικά τον πιο πράσφατο El Greco του Γιάννη Σμαραγδή. Ταινίες που συναγωνίζονται επάξια παραγωγές του εξωτερικού. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε βέβαια ότι και στον πιο "εμπορικό" τομέα του ελληνικού κινηματογράφου παράγονται ταινίες αξιοπρόσεκτες που δείχνουν ότι υπάρχει ακόμα ελπίδα(όπως τα πρόσφατα Bank Bang, Πεθαίνω για σένα).



Στο ίδιο μήκος κύματος και με τις ίδιες προσδοκίες καταφτάνει στις 5 Μαρτίου και η νέα ταινία του Τώνη Λυκουρέση "Σκλάβοι στα Δεσμά τους". Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη το οποίο ήταν και το κύκνειο άσμα του.



Το βιβλίο



Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης ύστερα από εργασία 10 χρόνων εκδίδει τελικά το 1922 το βιβλίο "Οι σκλάβοι στα δεσμά τους" το οποίο έμελλε να είναι και το τελευταίο του. Το έργο αυτό αποτελεί μια κατάθεση ψυχής του συγγραφέα. Καυτηριάζει τον κοινωνικό ιστό της Κέρκυρας στις αρχές του 20ου αιώνα, τότε που η αριστοκρατία παρηκμασμένη έχει φτάσει στο ναδίρ της και μια νέα τάξη ξεπηδά, η αστική, πλούσια και δυνατή. Η μετάβαση όμως από την κυριαρχία τεσσάρων αιώνων της αριστοκρατίας σε μια νέα τάξη πραγμάτων δεν θα είναι εύκολη αλλά επωδυνη για όλους. Το μυθιστόρημα είναι πολυπρόσωπο με βασικούς πρωταγωνιστές την αριστοκρατική οικογένεια των Οφιομάχων που οικονομικά κατεστραμμένη πια, δίνει μια απελπισμένη μάχη για να επιβιώσει.Για το έργο ο Άγγελος Τερζάκης, αλλά και όλοι οι κριτικοί, έχει δηλώσει ότι είναι ¨"ένα μυθιστόρημα οργανωμένο περισσότερο σαν σκηνές" και ότι "η αφήγηση έχει έντονη κινηματογραφικότητα". Φαίνεται λοιπόν ότι η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη ήταν απλώς απαραίτητη.



Η ταινία



Στο κέντρο της ταινίας βρίσκεται η οικογένεια των Οφιομάχων. Ο πατέρας της οικογένειας Αλέξανδρος είναι Κόντες και ήταν από τους πιο πλούσιους ανθρώπους της Κέρκυρας. Το 1904 όμως, 40 χρόνια μετά την ένωση Επτανήσων-Ελλάδας και με την αριστοκρατική τάξη να έχει φθαρεί το μόνο που του έχει μείνει είναι ο τίτλος και καθόλου λεφτά εξαιτίας και του πάθους του με την χαρτοπαιξία. Έχει τέσσερα παιδιά, δυο αγόρια δυο κορίτσια.Ο μεγάλος γιός του Γιωργής(Χρήστος Λούλης) έχει σπουδάσει στο Μόναχο αλλά δε μπορεί να σωσει την οικογένεια του από την οικονομική καταστροφή.Παράλληλα έχει ερωτική σχέση με την παντρεμένη Αιμιλία Βαλσάμη(Δήμητρα Ματσούκα). Ο δεύτερος γιος, Σπύρος(Γιώργος Σπάνιας), είναι και αυτός εθισμένος στην χαρτοπαιξία και το μόνο που κάνει είναι να προσθέτει παραπάνω προβλήματα στην οικογένεια. Από τις κόρες του η μικρή, η Λουίζα(Λένα Παπαληγούρα), κάνει την επανάστασή της για να ακολουθήσει τον έρωτά της με τον Πέτρο Αθάνατο(Απόστολος Πελεκάνος) ενώ η μεγάλη Ευλαλία(Ρηνιώ Κυριαζή) μην έχοντας αυτή τη δύναμη θα πρέπει να θυσιάσει τα θέλω της για το καλό όλης της οικογένειας. Δεν είναι όμως σίγουρο ότι η οικογένεια μπορέι πλέον να σωθεί...







Η ταινία δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από ανάλογες παραγωγές του εξωτερικού. Έχει ένα σενάριο που βασίζεται σε έργο ενός από τους πιο σημαντικούς νεοέλληνες συγγραφείς, έχει άρωμα εποχής που πάντα σαγηνεύει, αρτιότατη σκηνοθεσία από τον Τώνη Λυκουρέση και φυσικά εκπληκτικές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς που και μόνο το όνομά τους εγγυάται το αποτέλεσμα. Τον πατριάρχη της οικογένειας ενσαρκώνει ο Γιάννης Φέρτης(ό,τι και να πεις είναι λίγο!) και κάποιοι από τους πιο αξιόλογους ηθοποιούς της νέας γενιάς. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον Χρήστο Λούλη, Άκη Σακκελαρίου, Κωνσταντίνο Παπαχρόνη, Δήμητρα Ματσούκα. Να σημειώσουμε μάλιστα ότι αυτή είναι η τελευταία ταινία του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη ο οποίος έχασε τη ζωή του πριν λίγους μήνες σε ατύχημα με τη μηχανή του. Η είδηση του θανάτου του ήταν πραγματικά ένα σοκ για τον χώρο της υποκριτικής καθώς ήταν ένας πολλά υποσχόμενος ηθοποιός. Και αυτό το αποδεικνύει και σε αυτή την ταινία ενσαρκώνοντας τον Άλκη Σωζόμενο, τον κρυφό έρωτα της μεγάλης κόρης Ευλαλίας.

Μια ταινία που δε θα πρέπει κανένας να προσπεράσει. Είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας όσων συνέβησαν στο χώρο των Επτανήσων για τα οποία λίγα ξέρουμε οι υπόλοιποι Έλληνες αλλά και η ενσάρκωση ενός πολύ σημαντικού έργου της ελληνικής λογοτεχνίας.Να σημειώσουμε μάλιστα ότι απέσπασε 10 βραβεία στο 49ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μάλλον αυτό δεν είναι τυχαίο...Θα μπορέσουμε όλοι να απολαύσουμε τους "Σκλάβους στα Δεσμά τους" από τις 5 Μαρτίου στους κινηματογράφους
ΜΑΡΙΑ ΤΟΥΡΛΗ www.cinefraks.gr

Seven Films είπε...

Βρισκόμαστε στην Κέρκυρα των αρχών του 1900, και μαζί με το γύρισμα του αιώνα, παρακολουθούμε το γύρισμα μιας ολόκληρης εποχής. Η παλιά αριστοκρατία καταρρέει υπό το βάρος της νέας ανερχόμενης αστικής τάξης, με τα οικογενειακά πλούτη να εξανεμίζονται από τα χρέη της απερίσκεπτης κακοδιαχείρισης. Πάνω σ’ αυτόν τον καμβά των δραματικών κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων, ξετυλίγονται μικρές αλληλένδετες προσωπικές ιστορίες, που στο κέντρο τους μπαίνουν προσωπικά αισθήματα, τα οποία πρέπει να θυσιαστούν στο βωμό άλλων υπερατομικών «αξιών», όπως η τιμή και το χρήμα. Άνθρωποι δέσμιοι των συνθηκών, των πολιτικών εξελίξεων και των κοινωνικών επιταγών. Σκλάβοι στα δεσμά που οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει, με τις πράξεις, τις παραλείψεις και τις συμπεριφορές τους, μια συνειδητοποίηση που όμως έρχεται αργά και με τρόπο πικρό, όταν έρχεται η στιγμή να πληρώσουν γι’ αυτά.
Γραμμένο πριν από περίπου έναν αιώνα, το διήγημα του Θεοτόκη στο οποίο βασίζεται το έργο του Λυκουρέση, διατηρεί ακόμα στοιχεία που μπορούν να είναι επίκαιρα και διαχρονικά τόσο σε επίπεδο ατομικό, όσο και κοινωνικό. Ο σκηνοθέτης επέλεξε να μην επέμβει προς όφελος μιας περισσότερο «πολιτικής» ανάγνωσης και να αφήσει σε πρώτο πλάνο τις προσωπικές σχέσεις και την ηθογραφία της εποχής, επιτυγχάνοντας ένα περισσότερο κινηματογραφικό αποτέλεσμα, που τελικά τον δικαιώνει. Ένα ανθρώπινο μωσαϊκό, μικρές ιστορίες που συνθλίβονται υπό το βάρος μεγάλων γεγονότων, ιδωμένες με τιμιότητα και ειλικρίνεια, αποτυπώνουν τελικά τα προσωπικά αλλά και τα συλλογικά πάθη κάθε εποχής.
Μαριάννα Ράντου Εξώστης