Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Χαμένος Παράδεισος (Tabu) του Miguel Gomes


TABU (Χαμένος Παράδεισος) 
απο 28 Φεβρουαρίου αποκλειστικα στο cine ΕΛΛΗ (Ακαδημίας) 

 

Πρώτη προβολή στο πλαισιο του 53ου Φεστιβαλ Κινηματογραφου Θεσσαλονικης
ΠΑΥΛΟΣ ΖΑΝΝΑΣ: Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012 - 17:00
TZON KAΣΣABETHΣ:        Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012 - 19:30


Σκηνοθεσία: Miguel Gomes
Σεναριο: Miguel Gomes &  Mariana Ricardo                 
Φωτογραφία: Rui Poças
Παιζουν:
Teresa Madruga      
 Laura Soveral          
 Ana Moreira 
 Henrique Espírito Santo     
 Carloto Cotta
 Isabel Muñoz Cardoso       
 Ivo Müller

Χωρα παραγωγής: Πορτογαλία, Γερμανία, Βραζιλία, Γαλλία
Ετος παραγωγης: 2012
Γλώσσα: Πορτογαλικά
Διαρκεια : 118 Ασπρόμαυρο


Βραβεια - Συμμετοχές:
Βραβειο Alfred Bauer στο Διεθνές Φεστιβαλ Βερολίνου 2012
Βραβειο Διεθνους ενωσης Κριτικών Κινηματογραφου στο Φεστιβαλ Βερολίνου 2012
Βραβειο κοινου στο Διεθνες φεστιβαλ κινηματογραφου Las Palmas
Δευτερο βραβειο καλύτερης ταινιας στο Διεθνες φεστιβαλ κινηματογραφου Las Palmas
Επίσημη συμμετοχη στο φεστιβαλ του Karlovy Vary
Επίσημη συμμετοχη στο Φεστιβαλ της Νεας Υόρκης
Επισημη συμμετοχή στο Φεστιβαλ Στοκχόλμης




Μια οξύθυμη ηλικιωμένη γυναίκα, η υπηρέτριά της από το Πράσινο Ακρωτήριο και η γείτονισσά τους, μια γυναίκα αφοσιωμένη στα κοινό καλό, ζουν στον ίδιο όροφο μιας πολυκατοικίας στη Λισαβώνα. Όταν η ηλικιωμένη πεθάνει, οι άλλες δύο θ’ ανακαλύψουν ένα κεφάλαιο απ’ το παρελθόν της: μια ιστορία έρωτα κι εγκλήματος, με φόντο μια Αφρική που μοιάζει βγαλμένη από ταινία δράσης.


Η Πιλάρ περνά τα πρώτα χρόνια της σύνταξης της, προσπαθώντας να διορθώσει τον κόσμο και φροντίζοντας για τις ενοχές των άλλων, ένα πολύ δύσκολο έργο στις μέρες μας. Συμμετέχει σε αγρυπνίες για την ειρήνη, συνεργάζεται με καθολικές κοινωνικές ομάδες παρέμβασης, κατεβάζει κι ανεβάζει συνεχώς έναν πίνακα από τον τοίχο της, για να μη πληγώσει τα συναισθήματα του φίλου που της τον χάρισε…
Περισσότερο απ’ όλα την προβληματίζει η μοναξιά της γειτόνισσας της, Αουρόρα, μια εκκεντρική κι ευέξαπτη ογδοντάχρονη, που πηγαίνει στο καζίνο μόλις βρίσκει λίγα λεφτά, μιλά συνεχώς για την κόρη της που απ’ ότι δείχνει δε θέλει να τη δει, έχει συνεχή hangover από τα αντικαταθλιπτικά που παίρνει και υποψιάζεται ότι η υπηρέτρια της Σάντα ασκεί βουντού επάνω της.
Για τη Σάντα δε γνωρίζουμε πολλά, δε μιλάει πολύ, ακολουθεί εντολές και θεωρεί ότι ο καθένας πρέπει να κοιτάει τη δουλειά του. Πηγαίνει σε νυχτερινό σχολείο, και τα βραδιά διαβάζει το Ροβινσώνα Κρούσο στον καναπέ καπνίζοντας.
Η Αουρόρα θα ζητήσει κάτι περίεργο, και οι άλλες δύο γυναίκες θα ενώσουν τις δυνάμεις τους για να τη βοηθήσουν. Θέλει να συναντήσει έναν άντρα, τον Τζιανλούκα Βεντούρα, κάποιον που κανείς δε γνώριζε την ύπαρξη του μέχρι εκείνη τη μέρα. Η Πιλάρ και η Σάντα θα ανακαλύψουν ότι είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά όχι σώφρον.
Ο Βεντούρα έχει μια κρυφή συμφωνία με την Αουρόρα και μια ιστορία να διηγηθεί, που συνέβη 50 χρόνια πριν, λίγο πριν τον Πορτογαλικό αποικιακό πόλεμο. Ξεκινάει ως εξής: «Η Αουρόρα είχε μια φάρμα στην Αφρική, στους πρόποδες του όρους Ταμπού..»

ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ:

Η Αουρόρα, μια μάλλον… στριμμένη, ηλικιωμένη κυρία που ζει στη Λισαβόνα μαζί με τη γυναίκα που τη φροντίζει, εγκαταλείπει τα εγκόσμια, αφήνοντας πίσω ένα γράμμα που απευθύνεται σε κάποιον άγνωστο, φαινομενικά, άνδρα. Αυτό το γράμμα θα οδηγήσει την υπηρέτριά της αλλά και τη θρησκευόμενη γειτόνισσά της σε μια μεγάλη ανακάλυψη: η Αουρόρα, όταν ήταν νέα, όχι μόνο έζησε στην αποικιακή Αφρική ένα σημαντικό κομμάτι της νιότης της αλλά βίωσε και μια ζωή σα να ήταν βγαλμένη από παραμύθι, γεμάτη πάθος, περιπέτεια και… κροκόδειλους.
    Ο «Χαμένος Παράδεισος» δε θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι είναι μια από τις πιο πρωτότυπες προτάσεις της χρονιάς. Παρά την ασπρόμαυρη φωτογραφία του και τις εμφανείς παραπομπές στη βωβή εποχή του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, η απόσταση με το φαινομενικά ανάλογης αισθητικής «The Artist» δε θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Ο Μιγκέλ Γκόμες χρησιμοποιεί τις αναφορές του παρελθόντος, όχι για να δημιουργήσει επί τούτου ένα έργο που αποτίει φόρο τιμής στο κινηματογραφικό παρελθόν, αλλά για να πειραματιστεί με τη δομή και τη φόρμα της αφήγησης και να χρησιμοποιήσει τα παραδοσιακά μέσα κινηματογράφησης για τη δημιουργία, παραδόξως, κάτι πολύ μοντέρνου.
    Ο Γκόμες χωρίζει την ταινία σε δύο μέρη (ή σε τρία, αν λάβει κανείς υπόψη του τον διασκεδαστικό πρόλογο για τη χαμένη αγάπη ενός θαρραλέου εξερευνητή και το δέσιμό του με το πνεύμα των κροκοδείλων), ονομάζοντάς τα «χαμένος παράδεισος» και «παράδεισος», με αυτή τη σειρά. Η επιλογή των ονομάτων δεν είναι καθόλου τυχαία. Ο Γκόμες, ουσιαστικά, αντιστρέφει τα ομώνυμα κεφάλαια του επίσης ονομαζόμενου «Tabu» του Μουρνάου, που υπήρξε και η τελευταία ταινία του φημισμένου σκηνοθέτη και το οποίο διηγούνταν την ιστορία ενός ζευγαριού ιθαγενών σε ένα νησί των Νοτίων Θαλασσών, που αναγκάζεται να εγκαταλείψει την παλιά ζωή του στη νήσο και να φυγαδευτεί όταν η κοπέλα επιλέγεται ως υπηρέτρια των θεών. Δεν είναι, λοιπόν, δύσκολο να αναλογιστεί κανείς γιατί επιλέχτηκαν ως τίτλοι των κεφαλαίων τα «παράδεισος» και «χαμένος παράδεισος» και στις δύο περιπτώσεις.
   Η Αουρόρα του τώρα (την οποία υποδύεται η έξοχα συγκρατημένη και διακριτικά κωμική Λάουρα Σοβεράλ) είναι μια θλιβερή ανάμνηση της παθιασμένης γυναίκας του παρελθόντος και η νοσταλγία για αυτό το μεγαλείο αποτυπώνεται υπέροχα μέσα από το φιλμ των 16mm που απλώνεται στην οθόνη. Κρυμμένη πίσω από μεγάλα μαύρα γυαλιά και γεμάτη ιδιοτροπίες, η ηλικιωμένη Αουρόρα δεν είναι και ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου. Έχει πάθος με τον τζόγο, με αποτέλεσμα να ξοδεύει τα λεφτά της καθημερινά στο casino, και κατηγορεί τη Σάντα, τη γυναίκα που τη φροντίζει, ότι της κάνει μάγια «επειδή θέλει να την ξεκάνει». Τίποτα δε θυμίζει τη γεμάτη ζωή Αουρόρα του παρελθόντος (Άνα Μορέιρα), που της άρεσε το κυνήγι και η εξωτική ζωή και δε δίσταζε να δοκιμάζει συνεχώς νέα πράγματα.
    Ενώ το πρώτο μέρος του «Χαμένου Παράδεισου» είναι βασισμένο στο ρεαλισμό και την πραγματικότητα, το δεύτερο επωφελείται από την υποκειμενική οπτική της αφήγησης και γίνεται πιο «παραμυθένιο» και ονειρικό. Καθώς στο δεύτερο μέρος τη γνωρίζουμε μέσα από τα μάτια του ανθρώπου που την αγάπησε όσο καμία άλλη, η Αουρόρα αποκτά διαστάσεις μύθου και η ιστορία εξιδανικεύει την persona της. Παράλληλα, η αφήγηση αρχίζει να στερείται τα σύγχρονα μέσα. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία παραμένει, όμως, όλοι οι ήχοι αφαιρούνται από το φιλμ, εκτός από την ανδρική φωνή που αφηγείται την ιστορία και τις απρόβλεπτες pop προσθήκες, όπως η… βραζιλιάνικη διασκευή του «Be my Baby»!
    Ο Γκόμες δεν έχει σκοπό να ξεπατικώσει τις τακτικές των ασπρόμαυρων, βωβών φιλμ αλλά να τις χρησιμοποιήσει δημιουργικά στην αφήγηση της ιστορίας του. Αναπνέει μέσα από αυτές, απομονώνει τους ήχους και τα βλέμματα, τονίζει την ένταση του περιβάλλοντος. Ακόμα και όταν οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας φαντάζουν αναληθοφανείς, όλα ταιριάζουν και βγάζουν νόημα σε ένα επίπεδο απόλυτα συνεπές με τον βασικό κορμό της ιστορίας. Η ίδια η εμφάνιση του κροκόδειλου στην ταινία αποκτά την έννοια της αγάπης και της μετενσάρκωσής της, όπως αναφέρει και η μικρή ιστορία πριν από τους τίτλους της αρχής. Τα πάντα διακατέχει μία αίσθηση νοσταλγίας, που, όμως, δεν αφορά το ίδιο το μέσο του κινηματογράφου, όπως συνέβη στο «The Artist», αλλά οποιαδήποτε προηγούμενη ζωή, το όνειρο που παραμένει χαραγμένο στο μυαλό και μια ιστορία που αξίζει να μην ξεχαστεί.
     Ο «Χαμένος Παράδεισος», τελικά, είναι εκείνη η ταινία που χαίρεσαι να ανακαλύπτεις, όπως το χαμένο γράμμα της Αουρόρα, που ανοίγει έναν ολόκληρο νέο κόσμο μπροστά στα μάτια των δύο γυναικών. Εξάλλου, η αφήγησή του σέβεται την ιστορία και τα μέσα του κινηματογράφου χωρίς όμως να είναι αποκομμένη από το τώρα, πετυχαίνοντας να μιλήσει για κάτι οικουμενικά σημαντικό. Πώς γίνεται να του αντισταθείς, λοιπόν;
   ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Αριστοτεχνικά δομημένος και με μία ζεστή ψυχή στο επίκεντρο της ιστορίας του, ο «Χαμένος Παράδεισος» είναι μια ταινία για τη νοσταλγία, τα περασμένα μεγαλεία της ζωής και το όνειρο, που παραμένει τόσα χρόνια μετά μέσα μας. Με άλλα λόγια, είναι μια ταινία για την ίδια τη ζωή. Επίσης, θα αλλάξει ακόμα και τον τρόπο με τον οποίο θα αντικρίζετε, πλέον, έναν κροκόδειλο. Δείτε το.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ από το  www.freecinema.gr




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΩΝ

ΜΙΓΚΕΛ ΓΚΟΜΕΖ

Γεννημένος στη Λισσαβόνα το 1972. Σπούδασε στην Κινηματογραφική και Θεατρική Σχολή της Λισσαβόνας, κι εργάστηκε ως κριτικός κινηματογράφου από το 1996 έως το 2000.
Σκηνοθέτησε πολλές ταινίες μικρού μήκους και βραβεύτηκε σε φεστιβάλ όπως του Όμπερχάουζεν, Μπέλφορτ και Βίλα Ντε Κόντε, ενώ συμμετείχε και στα φεστιβάλ του Λοκάρνο, Ρότερνταμ, Μπουένος Άιρες και Βιέννη.
Το THE FACE YOU DESERVE (2004) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Το 2008, παρουσίασε την ταινία του, OUR BELOVED MONTH OF AUGUST στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στο Φεστιβάλ των Καννών, ενώ αργότερα επιλέχτηκε και σε άλλα 40 διεθνή φεστιβάλ όπου και βραβεύτηκε πολλάκις.
O "Χαμένος Παράδεισος" είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του.


ΤΕΡΕΣΑ ΜΑΝΤΡΟΥΓΚΑ

Η Τερέσα Μαντρούγκα γεννήθηκε στις Αζόρες το 1953. ξεκίνησε ως ηθοποιός στο θέατρο το 1976. έχει συνεργαστεί με σκηνοθέτες όπως οι  Manoel de Oliveira, João CésarMonteiro, João Canijo, João Pedro Rodrigues, João Botelho και Fernando Lopes σε περισσότερες από 30 ταινίες.
Η διεθνής αναγνώριση για εκείνη ήρθε με το ρόλο της στο “La Ville Blanche” του Αλαίν Τάνερ (1983), ενώ το 1995 εμφανίστηκε πλάι στο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στο “Afirma Pereira”.
Έχει βραβευτεί πολλάκις για τις ερμηνείες της στο θέατρο και τον κινηματογράφο, εργάστηκε στον εθνικό ραδιοφωνικό σταθμό της Πορτογαλίας, κι έχει δανείσει τη φωνή της σε περισσότερα από 80 καρτούν.

ΛΑΟΥΡΑ ΣΟΒΕΡΑΛ

Γεννήθηκε στην Αγκόλα το 1933. ενώ σπούδαζε Γερμανική Φιλολογία άρχισε να την ιντριγκάρει το θέατρο. Έκανε το ντεμπούτο της στο “Deseja-se Mulher” και γράφτηκε στο Εθνικό Θέατρο.
Μετά από πολλές εμφανίσεις στην τηλεόραση, κερδίζει το Βραβείο Α Γυναικείου ρόλου του Εθνικού Γραφείου Πολιτισμού το 1968.
Εμφανίζεται ταυτόχρονα και στον κινηματογράφο σε ταινίες των Manoel de Oliveira, João Botelho, Fernando Lopes, ενώ συχνά έχει ρόλους και σε τηλεοπτικές σειρές της Πορτογαλίας.

ΑΝΑ ΜΟΡΕΪΡΑ

Γεννήθηκε στη Λισσαβώνα το 1980.
Στα 17 της, εμφανίστηκε στη μικρού μήκους “Primavera”. Ένα χρόνο αργότερα θα πρωταγωνιστήσει στο “Os Mutantes”, της Teresa Villaverde, για το οποίο ρόλο θα βραβευτεί ως καλύτερη ηθοποιός στα φεστιβάλ της Μπάστια και Ταορμίνα.
Παράλληλα, θα παρατήσει τη γραφιστική για να αφοσιωθεί πλήρως στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Εμφανίζεται σε ταινίες των Raquel Freire, José Nascimento, José Fonseca e Costa, Margarida Gil, Jorge Cramez και João Botelho, μεταξύ άλλων.
Το 1999 είναι υποψήφια για το βραβείο Shooting Star του  European Film Promotion, και το 2006 αποσπά το βραβείο καλύτερης ηθοποιού ( Best Cinema Actress Golden
Globe) για το ρόλο της “Adriana”, της Μαργκαρίτα Γκιλ.

ΚΑΡΛΟΤΟ ΚΟΤΑ

Γεννήθηκε στην Πορτογαλία το 1982. Σπούδασε στη Θεατρική σχολή του Cascais και η διπλωματική ήταν το “Me Cago Em Dios”, που μετέφρασε, σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε. Είναι η πρώτη του εμφάνιση στη σκηνή.
Έπειτα, συμμετείχε σε πάνω από τριάντα μικρού και μεγάλου μήκους ταινίες, σαπουνόπερες, και δούλεψε μεταξύ άλλων με τους João Pedro Rodrigues, Manuel
Mozos, Jorge Cramez και Miguel Gomes, με τον οποίο συνεργάστηκε για το “A
Cara Que Mereces” και τώρα για το “Χαμένος Παράδεισος”.
Πρωταγωνίστησε επίσης στη βραβευμένη στις Κάννες μικρού μήκους “Arena” (2009), του João Salaviza, και εμφανίστηκε και στο βραβευμένο “Mistérios de Lisboa”, του Raul Ruiz.
Είναι μέλος της μπάντας “Aves Migratórias” τα τελευταία 8 χρόνια.

ΕΝΡΙΚΕ ΕΣΠΙΡΙΤΟ ΣΑΝΤΟ

Γεννήθηκε στην Πορτογαλία το 1931. Εργάζεται ως διευθυντής στην Εταιρία Σκηνοθετών και γράφει για τον κινηματογράφο στα περιοδικά Visor, Imagem, Actualidades, Seara Nova και σε κάποιες καθημερινές εφημερίδες για το διάστημα 1954 έως 1963.
Το 1967 θα εργαστεί ως παραγωγός σε ταινίες, ντοκιμαντέρ και την τηλεόραση. Είναι ο διευθυντής παραγωγής για σκηνοθέτες όπως οι João César Monteiro, José Fonseca e Costa, Alberto Seixas Santos και Manoel de Oliveira.
Το 1976 ίδρυσε την εταιρία παραγωγής Prole Filme.
Διδάσκει παραγωγή ταινιών σε σχολεία, πανεπιστήμια και κινηματογραφικά φεστιβάλ από το 1978.
Ο ίδιος ανέπτυξε το εργαστήρι για παιδιά “How To Make A Movie” το 1998, και το διδάσκει σε όλη τη χώρα έκτοτε.

ΙΣΑΜΠΕΛ ΚΑΡΝΤΟΣΟ

Γεννήθηκε στο Σάο Τόμε το 1949.
Εργάζεται ως μαγείρισσα στο βρεφονηπιακό σταθμό Unidos de Cabo Verde.
Παρόλο που δεν είναι επαγγελματίας ηθοποιός, αυτός είναι ο τρίτος της ρόλος σε ταινία αναγνωρισμένου σκηνοθέτη: εμφανίζεται σε δύο ταινίες του Pedro Costa, “Juventude Em Marcha” (2006) και “A Caça Ao Coelho Com Pau/The Rabbit Hunters” (2007).

ΙΒΟ ΜΟΥΛΕΡ

Γεννήθηκε στη Βραζιλία το 1977. Το 1994, χάρη σε μια υποτροφία πηγαίνει για σπουδές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αποφοιτεί από τη Νομική το 2002, με τη διπλωματική εργασία “Copyright Laws and Cinematographic Work”.
Εργάζεται ως ασκούμενος σε τράπεζες και νομικά γραφεία, ενώ γράφει και για την κινηματογραφική ιστοσελίδα Guia Floripa, ενώ συνεχίζει το έργο του στο θέατρο.
Γίνεται μέλος της θεατρικής ομάδας Grupo Tapa το 2003.
Με το έργο του Doze Homens E Uma Sentença”, αποσπά το Βραβείο Καλύτερου Θεατρικού APCA (São Paulo Association of Art Critics) το 2010.
Είναι ο συγγραφέας του θεατρικού μονολόγου “Cartas A Um Jovem Poeta βασισμένο  στο κείμενο του Rainer Maria Rilke.
Υπήρξε μέλος του Κέντρου Θεατρικής Έρευνας από το 2006 έως το 2008.
Το “Χαμένος Παράδεισος» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους κινηματογραφική ταινία που συμμετέχει.

ΜΑΝΟΥΕΛ ΜΕΣΚΙΤΑ

Γεννήθηκε στη Λισσαβόνα το 1977. Σπούδασε Ανθρωπολογία, αλλά έχει εργαστεί σε πολλούς χώρους σχετιζόμενους με τον κινηματογράφο.
Γράφει μουσική για ταινίες και συμμετέχει με μικρούς ρόλους. Είναι τακτικός ηθοποιός σε ταινίες του João Nicolau που του έδωσε τον πρώτο του πρωταγωνιστικό στο “A Espada e a Rosa”.
Συνεργάζεται συχνά με την εταιρία παραγωγής O Som e a Fúria.
Πολυπράγμων καλλιτέχνης, εργάζεται επίσης στην παραγωγή, ενώ σκηνοθετεί και μοντάρει ταυτόχρονα.
Είναι μέλος σε πολλές μουσικές μπάντες στην Πορτογαλία όπως οι München or Norman, με τους Norberto Lobo και João Lobo.




ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΜΑΤΙΑ :

Ένας περιπλανώμενος εξερευνητής της εποχής της αποικιοκρατίας περιφέρεται στη ζούγκλα της Αφρικής κουβαλώντας την ερωτική του απόγνωση για το χαμό της γυναίκας του. Καταδιωκόμενος από το φάντασμά της και από την αναγκαιότητα του θανάτου, θα συναντήσει τελικά τη μοίρα του στις όχθες ενός ποταμού. Εκεί θα τον καταπιεί «ένας θλιμμένος και μελαγχολικός κροκόδειλος, που θα στοιχειώσει τη σαβάνα για πάντα».
Στο υπνωτικής ομορφιάς ποιητικό εισαγωγικό μέρος της ταινίας Tabu, που δίνεται ως εθνογραφικό ντοκιμαντέρ, ο αφηγητής –σκηνοθέτης διηγείται μια ιστορία που προϊδεάζει για αυτά που θα ακολουθήσουν. Χωρισμένη σε δύο τμήματα, ασπρόμαυρα όπως και το εισαγωγικό, η ταινία στο πρώτο της μέρος («A lost Paradise») παρακολουθεί ημερολογιακά την Pilar, μια μεσήλικη γυναίκα στη σύγχρονη Λισσαβόνα. Πιστή καθολική, ακτιβίστρια και σινεφίλ, η Pilar θέλει να κάνει πάντα το καλό, ζώντας στην ουσία για τους άλλους. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη γειτόνισσά της Aurora, μια ιδιόρρυθμη και στα όρια της παράνοιας ηλικιωμένη, που ζει με την μαύρη της υπηρέτρια Santa. Λίγο πριν πεθάνει η Aurora παραδίδει στην Pilar το όνομα ενός άντρα από το σκοτεινό της παρελθόν. Η αναζήτηση του προσώπου αυτού θα οδηγήσει την ταινία στον αφηγητή του δεύτερου μέρους («Paradise»). Εδώ με ένα flashback 50 χρόνων ξετυλίγεται η πολυτάραχη ζωή της Aurora σε μια πορτογαλική αποικία της Αφρικής, στους πρόποδες του όρους Tabu.
Η τρίτη ταινία του Πορτογάλου σκηνοθέτη και κριτικού Miguel Gomes συνιστά μια ελεγεία για τον έρωτα, την ιστορία και το σινεμά, δοσμένη μέσα από μία πρωτότυπη κινηματογραφική φόρμα. Εμπνευσμένη από την ομώνυμη ταινία του Murnau “Tabu, a Story of the South Seas”(1931) δανείζεται στοιχεία του γερμανικού εξπρεσιονισμού αλλά και του αμερικάνικου κινηματογράφου του Griffith για την απόδοση κυρίως της πιο αχνής ασπρόμαυρης δεύτερης περιόδου. Αυτής που -φέροντας τον ειρωνικό τίτλο «Παράδεισος»- υιοθετεί την αισθητική του βωβού κινηματογράφου και το μυθιστορηματικό λογοτεχνικό ύφος για να εικονογραφήσει τις αφηγούμενες αναμνήσεις και την γεμάτη πάθος επιστολογραφία των δύο εραστών. Υιοθετώντας τρία διαφορετικά είδη κινηματογραφικής αφήγησης, τα οποία επικοινωνούν και αντιδιαστέλλονται ταυτόχρονα, ο Gomes επιχειρεί μια κατάδυση στην προσωπική και ιστορική μνήμη, μια ποιητική αναφορά σε αυτά που χάνονται αμετάκλητα αφήνοντας πίσω τους τη γλυκόπικρη μελαγχολία της ανάμνησης. Η ταινία, αν και θα μπορούσε να θεωρηθεί μία μεταφορά για το θάνατο της αποικιοκρατίας, προχωράει παραπέρα εστιάζοντας γενικότερα στο τέλος μιας εποχής, μιας κοινωνίας αλλά και ενός σινεμά που επιβιώνουν στις μνήμες των ανθρώπων. Διατρέχεται ωστόσο από έναν έντονο αυτοσαρκαστικό τόνο και μια σουρεαλιστική ειρωνική ματιά, που αμβλύνουν ή και ανατρέπουν το ύφος οποιασδήποτε νοσταλγικής διάθεσης. 
Η ταινία βραβεύτηκε με τα βραβεία Fipresci και Αlfred Bauer στο 62ο Φεστιβάλ του Βερολίνου. 

της Καλλιόπης Πουτούρογλου απο το www.cinephilia.gr 



ΜΙΑ ΓΝΩΜΗ :
“Η Αουρόρα και η Πιλάρ ζουν στην Λισαβόνα, σε διπλανά διαμερίσματα _ η Αουρόρα μαζί με την μαύρη της υπηρέτρια _ και είναι φίλες. Μεγάλης πια ηλικίας η Αουρόρα, με μια κόρη που ζει μακριά της, στον Καναδά, και που όταν έρχεται δεν διαθέτει πολύ χρόνο για τη μητέρα της, με τη μοναξιά να την κυκλώνει, σπαταλάει την περιουσία της στο καζίνο. Όταν πέσει στο κρεβάτι, άσχημα άρρωστη, στο παραλήρημά της θα αναφέρει κάποιον «κύριο Βεντούρα». Η ψυχοπονιάρα Πιλάρ θα τον αναζητήσει. Ο κομψός γέροντας όμως δεν θα προλάβει παρά να παραστεί στην κηδεία της Αουρόρα. Μετά την κηδεία θα τους αφηγηθεί την ιστορία τους. Στο δεύτερο μέρος της ταινίας, που είναι χωρισμένη σε δυο κεφάλαια _ «Ο χαμένος παράδεισος» και «Ο παράδεισος» _, οι λίγοι διάλογοι είναι «βουβοί». Τους καλύπτει η αφήγηση του κυρίου Βεντούρα _ μόνον ήχοι ακούγονται. Στην Αφρική, όπου ζούσε με τον άντρα της, ήταν που ο Βεντούρα συνάντησε την Αουρόρα. Ο έρωτάς τους εξελίχθηκε σε πάθος. Η Αουρόρα θα μείνει έγκυος, ο σύζυγος που δεν γνωρίζει την αλήθεια θα πιστέψει πως το παιδί είναι δικό του αλλά, όταν εκείνη, σε μια απόδραση με τον εραστή της, γεννήσει σε μια καλύβα, όλα θα αποκαλυφθούν. Ο άντρας της, όμως, θα τη σύρει κοντά του, βεβαρημένη μάλιστα με το φόνο ενός φίλου του Βεντούρα, φόνο που τον καλύπτουν. Ο ξεσηκωμός των μαύρων επίκειται. Η Αουρόρα θα γυρίσει με την οικογένειά της στην Λισαβώνα. Αλλά δεν θα έχει ξεχάσει. Eνα πραγματικά καλλιτεχνικό δημιούργημα με προσωπικό ύφος.”
Γιώργος Σαρηγιάννης www.totetartokoudouni.blogspot.gr

5 σχόλια:

Seven Films είπε...

«Χαμένος Παράδεισος». Βαρκελώνη. Η Πιλάρ είναι μια μεσοαστή πενηντάρα, περιποιημένη και συμπαθής, που προσπαθεί να κάνει το καλό. Ακολουθεί πιστά την καθολική θρησκεία, προσφέρει φιλοξενία σε νέους ταξιδιώτες, συμμετέχει σε οργανώσεις για την υποστήριξη των άπορων και του τρίτου κόσμου. Στην ίδια λογική φροντίζει και την ηλικιωμένη γειτόνισσά της, την Αουρόρα, που τα έχει λίγο χάσει, αλλά ξημεροβραδιάζεται και στο καζίνο. Η Πιλάρ κάνει πολλές καλές πράξεις και βλέπει πολλές ταινίες στο σινεμά. Αλλά δε ζει καμιά δική της εμπειρία.

«Παράδεισος». Ογδόντα χρόνια νωρίτερα. Αφρική. Η Αουρόρα είναι μια νέα και όμορφη γυναίκα, παντρεμένη, έγκυος. Η Αουρόρα θα ζήσει έναν παράφορο, παράνομο έρωτα. Εναν έρωτα που ξεπερνά τη λογική, αλλά και τους ανθρώπινους κανόνες. Και γι’ αυτό η Αουρόρα και ο εραστής της θα τιμωρηθούν. Αλλά θα έχουν ζήσει την πιο μεγάλη ανθρώπινη εμπειρία.

Ο Πορτογάλος Μιγκέλ Γκόμεζ παρουσιάζει μια κινηματογραφική άσκηση πάνω στο «Tabu» του Μουρνάου, παίζοντας με τις σινεματικές και αφηγηματικές συμβάσεις. Η ταινία του χωρίζεται σε δύο, συνδεόμενα μέρη, είναι ασπρόμαυρη και στη δεύτερη ενότητα βωβή. Αλλά όχι εντελώς. Ο σκηνοθέτης κρατά όλους τους ήχους ατμόσφαιρας, τα βήματα, τη φύση, τα πουλιά που κελαηδούν, αλλά εξαφανίζει τους διαλόγους. Επεξεργάζεται την κινηματογραφική φόρμα μ’ έναν αληθινά μεταμοντέρνο τρόπο, παίρνοντας μια πρακτική αδυναμία του παρελθόντος του σινεμά και μεταβάλλοντάς τη σε νοηματικό πλεονέκτημα: τα λόγια δεν έχουν καμιά αξία, όταν ο άνθρωπος μπορεί να πράττει.

Το πρώτο μισό της ταινίας κυλά αργά, χωρίς προφανή προσανατολισμό, οριακά κουράζει. Το δεύτερο, όμως, μέρος, είναι μια πραγματική συναισθηματική και αισθητική απόλαυση, που συνδυάζει τη γοητεία του κλασικού σινεμά, έναν έρωτα γεμάτο μεγαλειώδες πάθος και μια τολμηρή άποψη για τα ανθρώπινα πράγματα. Οταν η ταινία ολοκληρωθεί, ξαφνικά όλα έχουν μπει στη θέση τους, τόσο ηθικά, όσο και κινηματογραφικά. Θα βρεις τον παράδεισο όχι αν κάνεις το καλό. Αν κάνεις το κακό δε θα πας στην κόλαση. Σημασία έχει να κάνεις, να ζήσεις, να αγαπήσεις και να μη μετανιώσεις. Σημασία έχει να βασιστείς στην κινηματογραφική παράδοση αλλά να την ωθήσεις ένα βήμα παραπέρα.

Το «Tabu» δεν είναι μια απόλυτα επιτυχημένη ταινία, είναι όμως η πιο ενδιαφέρουσα σύγχρονη, διαφορετική, νεωτεριστική κινηματογραφική ματιά. Και ο Γκόμεζ σημειώνει καθαρά το όνομά του στο χάρτη με τους σκηνοθέτες που θέλουμε να ξανασυναντήσουμε στην οθόνη.
ΛΗΔΑ ΓΑΛΑΝΟΥ www.flix.gr & ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

Seven Films είπε...

Οταν οι αδελφοί Λιμιέρ παρουσίασαν την πρώτη τους ταινία, όταν δηλαδή εφηύραν το σινεμά, το 1895, πολλοί ήταν αυτοί που έγραψαν ότι η ανθρωπότητα επιτέλους άγγιξε την αθανασία. Αντί για ακίνητες, «νεκρές» φωτογραφίες, μπορούσαμε τώρα να καταγράψουμε τους αγαπημένους μας εν ζωή, κυριολεκτικά.
Γι' αυτό και το σινεμά μοιάζει κάποιες στιγμές με... στοιχειωμένο σπίτι. Οι εικόνες του συχνά δείχνουν να κινούνται σε μια απροσδιόριστη ζώνη που χωρίζει την πραγματικότητα από την αναπαράσταση. Σαν τα φαντάσματα.
Σαν τις εικόνες πρωταγωνιστών που έχουν χαθεί από καιρό. Γιατί αυτό που τελικά προκύπτει δεν είναι κάποιος που ζει για πάντα, αλλά μια εικόνα παγιδευμένη, μια κίνηση καταδικασμένη να επαναλαμβάνεται μέχρι την τελική φθορά. Και πολλές φορές αυτή η κίνηση κρύβει μια ποίηση εντελώς δική της, που κανένας σκηνοθέτης σήμερα δεν θα μπορούσε να αναπαραγάγει. Κανένας, εκτός από τον Μιγκέλ Γκομέζ του υπέροχου «Χαμένου Παράδεισου», που βγαίνει σε μία αίθουσα αυτή την εβδομάδα.
Στην αρχή σαστίζεις κάπως. Η αφήγηση, ράθυμη και απαιτητική, σε αποσυντονίζει. Ο Γκομέζ, αν και αρκούντως παιχνιδιάρης (δεν θα τον χαρακτήριζες με τίποτα σοβαροφανή), παρακολουθεί τους μοναχικούς ήρωές του με την ίδια υπομονετικότητα που απαιτεί από τον θεατή. Δεν είναι εστέτ όμως. Εκκληση στην ανθρωπιά μας κάνει - μεγάλη η διαφορά.
Στο επίκεντρο μια ομάδα χαρακτήρων που ενώνονται από... τη μοναξιά τους. Μια συνταξιούχος περνά τον χρόνο της προσπαθώντας να απαλύνει τους καημούς των άλλων, ώσπου γνωρίζει την ηλικιωμένη γειτόνισσά της - για να οδηγηθούμε στην ερωτική ιστορία αυτής και του Βεντούρα που συνέβη στην Αφρική, στους πρόποδες του όρους Ταμπού. Εκεί το φιλμ απογειώνεται. Σκεφτείτε ότι από τη μέση έως το φινάλε του ασπρόμαυρου (και βραβευμένου στο περυσινό Φεστιβάλ Βερολίνου) φιλμ δεν ακούγεται ούτε ένας διάλογος, παρά μόνο η αφήγηση του Βεντούρα που με δάκρυα στα μάτια θυμάται την ομορφότερη ερωτική ιστορία που κατέγραψε το σινεμά του 21ου αιώνα. Αλήθεια, δεν υπερβάλλω. Βλέπετε, οι χαμένες αγάπες μοιάζουν και αυτές με το σινεμά, έτσι όπως βαράμε σκοπιά στη μηχανή προβολής επαναλαμβάνοντας αδιάκοπα τις πιο συγκινητικές τους σεκάνς. Ωσπου να «κάψουμε» το φιλμ. Ή να τις κερδίσουμε ξανά. Βαθμοί: 9

ΑΚΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ ΤΑ ΝΕΑ

Seven Films είπε...

Γενικός, πρωτότυπος τίτλος της ταινίας: «TABU». Διττής σημασίας έννοια. Εχει να κάνει με μια ανεπαίσθητη ιστορική αντανάκλαση που περνά από συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο καθότι Ταμπού, ονομάζεται το βουνό στους πρόποδες του οποίου βρισκόταν η κατοικία της Αουρόρα, στην πορτογαλική αποικία της Αφρικής. Ταμπού όμως, ήταν και η εξωσυζυγική της σχέση με τον Τζιαν Λούκα Βεντούρα από τη Γένοβα... Ταινία δημιουργού που με γιγαντιαία φιλοδοξία πραγματεύεται την κατασκευή και την παρακμή του «δυτικού» φαντασιακού... Δομημένη σε δύο ισόχρονα μέρη η ταινία. «Χαμένος Παράδεισος» ο τίτλος του πρώτου μέρους και «Παράδεισος» του δεύτερου, που εν είδει τεράστιου flash back, αναφέρεται αμιγώς στις ανέμελες σχέσεις της παρέας των νεαρών «κυρίων», σε μια αφρικάνικη αποικία, λίγο πριν την απελευθέρωσή της...
Η ασπρόμαυρη ταινία, αμιγώς κινηματογραφικό αντικείμενο, ανήκει σε κείνη την ειδική κατηγορία που δυσκολεύεται κανείς να βάλει λόγια παρά το γεγονός ότι το αποτέλεσμα πυροδοτεί στο θεατή έναν «τεκτονικό» σεισμό συναισθηματικής, ποιητικής και κινηματογραφικής διάστασης, απελευθερώνοντας την ευφορία κάποιου που ξυπνά από όνειρο.
Η αφήγηση υφασμένη με το θεσπέσια μελαγχολικό μοτίβο πιάνου παράγει αίσθηση αντίστοιχη με κείνη που εξέπεμπε το αριστούργημα της Ντυράς «INDIA SONG». Με voice - over στο μεγαλύτερό της μέρος, γλιστράει αθόρυβα από τη Λισαβόνα του σήμερα, στο μυθικό παρελθόν της αποικίας, με τρόπο που δεν είναι παρά καθαρή και ατόφια τέχνη του «σινεμά»! Με έντονα στοιχεία μελοδράματος και λεπτεπίλεπτης ιστορικής αναφοράς, αυτή η επινοημένα επική ταινία έρωτα, αναδιπλώνει, με γλυκύτητα και ακατέργαστο πάθος, τη ζωή πάνω στις αναμνήσεις και κρέμεται από ένα αόρατο σύμπλεγμα συνυφασμένου χρόνου μέσα στον οποίο συγχωνεύεται η ιστορική μνήμη, οι ερωτικές και μουσικές μνήμες και η μνήμη του σινεμά.
Βραβευμένη σε πολλά φεστιβάλ η ταινία του Πορτογάλου Μιγκέλ Γκόμεζ είναι η απόλυτα σινεφίλ ταινία της σεζόν, ένα απίστευτης πρωτοτυπίας ταξίδι μέσα στο χρόνο, ένα ηδονικά αισθησιακό κομψοτέχνημα με θεϊκά γραμμένους διαλόγους, εκπληκτική σκηνοθεσία πλάνου και μοντάζ, ένα έργο σπάνιας σύνθεσης και τόλμης καθοδηγούμενο από τον παθιασμένο έρωτα του δημιουργού του για τον κινηματογράφο. Αποκλειστικά στον κινηματογράφο ΕΛΛΗ.
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Seven Films είπε...

O Γκομέζ με αγνά, ανέγγιχτα απ' τον χρόνο, αιώνια υλικά, κάνει θαύματα. Παίρνει μια ελάχιστη δόση σκοτεινού παγανισμού από το Tabu του Mουρνάου… Tον χτυπά δυνατά στο μίξερ με τον ρομαντισμό και τον ερωτικό εξωτισμό του Out of Africa. Kαι μετά... Ε! Mετά... Καταφθάνει πανώρια, μεγαλοπρεπής και ταπεινή, ελεύθερη και γοητευτική, καβάλα σε μια ταξιδιάρικη μηχανή η ποίηση...
Δεν είμαι σίγουρα ο καταλληλότερος να σας μιλήσω για την ποιότητα και τις αρετές του συνολικού έργου του κ. Γκομέζ. Eπιτρέψτε μου όμως να σας αφήσω να αγγίξετε τις βαθειές αυλακιές που άφησε στη ψυχή μου το θρόισμα και μόνο αυτού του εξωτικού παραμυθιού που με ποιητικές εικόνες και φευγαλέους, απόμακρους ήχους με ταξίδεψε σε έναν υπέροχο κόσμο ουράνιας γαλήνης, απόκοσμης μοναξιάς κι απελπισμένου έρωτα. Ένας αποικιοκράτης εξερευνητής διασχίζει με κόπο κάποια αδιάβατη πυκνή ζούγκλα. H καρδιά του, αυτός ο θρασύς και απρόβλεπτος μυς, βρίσκεται σε μαρασμό από την απώλεια του μοναδικού του έρωτα. Aποφασίζει λοιπόν να εμπιστευθεί την τελευταία του πνοή στα κοφτερά δόντια ενός κροκοδείλου. Τρέφοντας την παράλογη ελπίδα πως η ψυχή του θα βρει μια έστω σερνόμενη στέγη δίπλα στην αιώνια αγαπημένη του.

Tο ασπρομαυρο έργο του Γκομέζ, πνιγμένο στον μονότονο, μελαγχολικό ήχο ενός πιάνου, παιχνιδίζει αδιάκοπα με το μυαλό και τις αισθήσεις στου θεατή. Tο έχει χωρισμένο σε δυο μέρη που τα διακρίνει η χρήση του ήχου. Στο πρώτο, που διαδραματίζεται στο σήμερα με κανονικούς ήχους, συναντάμε την κυρία Πιλάρ. Mια φρεσκοσυνταξιούχος ευαισθητοποιημένη από την ανθρώπινη δυστυχία, σαν «κολόνα» όπως σημαίνει το όνομά της προσπαθεί να στηρίξει τους γύρω της με όλες της τις δυνάμεις. Tρέχει σε έξυπνα στρεφόμενες κατά του κοιμώμενου μακάριο ύπνο θεατή διαμαρτυρίες. «Shame O.N.U.» κραυγάζουν οι διαδηλωτές που ακούγεται σαν «ντροπή OHE» αλλά και διαστρέφεται σε «Shame on U». Περιμένει μάταια να φιλοξενήσει κάποια μετανιωμένη Mάγια, συντροφεύει ένα κρυφά ερωτευμένο μαζί της φίλο και φροντίζει σαν αδελφή την Aουρόρα. Mια υπέργηρη τζογαδόρισα γειτόνισα που ζει απομονωμένη με μια υπερήφανη και αξιοπρεπή μαύρη οικονόμο.
Mε ποιές λέξεις μπορεί κανείς να μεταδώσει τα συναισθήματα που του γεννά στην καρδιά ένα ποίημα; Θα μου πείτε μπορείς να το απαγγείλεις. Ναι, αλλά όταν είναι φτιαγμένο αποκλειστικά από εικόνες; Kαι μάλιστα εικόνες υπέρτατης πλαστικότητας και μαγευτικής ασπρόμαυρης γλαφυρότητας τί κάνεις; Aπλά. Προτρέπεις τον θεατή να εξερευνήσει το συντομότερο μόνος του την ποιότητα του δικού του συναισθηματικού κόσμου καθώς αυτός αχνοκαθρεφτίζεται στις φευγαλέες αντανακλάσεις της οθόνης.

H επαφή με ένα αυθεντικό, σπουδαίο Έργο Tέχνης, ευφραίνει αφάνταστα την ανθρώπινη ψυχή. Tην ολοκληρώνει. Tην εμπλουτίζει με βαθειά αισθήματα, σπάνιες γνώσεις, πρωτόγνωρες εμπειρίες. Aυτή είναι και η διαφορά της Tέχνης με την τεχνική. H τεχνική εντυπωσιάζει, θαμπώνει, ενθουσιάζει αλλά σου αφήνει στο τέλος μια δυσάρεστη γεύση κενότητας και απατηλής ματαιοδοξίας. Yπάρχουν δημιουργοί που τους λατρεύεις και άλλοι που λατρεύεις να τους μισείς. Βρίσκω ας πούμε, αφάνταστα επιπόλαια και επιφανειακά φλύαρη την ακατάσχετη επιδειξιομανία του Λεός Kαράξ. Παραπλανώντας ασύστολα τις αισθήσεις, με μια υπολογισμένα (κι εδώ είναι το εξοργιστικό στην υπόθεση) ψυχρή αδιαφορία αφήνει μετέωρες όλες τις ζωτικές ανάγκες της ψυχής.

Mε αναμαλλιασμένη την ψυχή από την δυνατή ανάσα του υγρού ανέμου που λαχανιασμένος φθάνει από τον ωκεανό, σε συμπαρασύρει σε ένα κόσμο ανείπωτης ομορφιάς καλύπτοντας την καρδιά με ένα πυκνό πέπλο μελαγχολικής ευαισθησίας. Σε ένα απέραντο σύμπαν που εκτείνεται τόσο ώστε να χωράει μόνο έναν κάθε φορά. Για να του μεταλαμπαδεύσει ανενόχλητος, με ένα αφάνταστα γλυκό, θολό ονειρικό φιλί την μαγευτική εμπειρία του ενός και μοναδικού, του αιώνιου Έρωτα!
ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΛΑΥΤΑΚΗΣ CineMad

Seven Films είπε...

Μοιάζει δύσκολο να περιγράψεις τη γοητεία της ταινίας του Μιγκέλ Γκόμεζ, αφού έχει την υφή μιας γνώριμης μυρωδιάς που ξυπνά απροσδόκητες αναμνήσεις. Την ποιότητα των στιγμών που ζεις όταν σχεδόν έχεις ξυπνήσει μα το ασυνείδητο σε κυβερνά ακόμη, την ομορφιά ενός χαμένου παραδείσου που ίσως έχεις ζήσει μόνο στα όνειρά σου. Όμως είναι μια εμπειρία που αξίζει, οφείλεις να βιώσεις αν βρίσκεις το σινεμά στις μέρες μας όλο και λιγότερο περιπετειώδες, όλο και λιγότερο συναρπαστικό. Χωρισμένο σε δύο μέρη («υπάρχει κι ένα τρίτο που διαδραματίζεται στο μυαλό του θεατή» λέει πολύ σωστά ο σκηνοθέτης), το φιλμ ξεκινά στη Λισσαβόνα και ακολουθεί την ιστορία της Πιλάρ, που νοιάζεται για την ηλικιωμένη, αριστοκρατική μα ξεπεσμένη γειτόνισσά της Ορόρα. Στο δεύτερο μέρος θα μεταφερθούμε στην Αφρική για να ζήσουμε με την Ορόρα την ομίχλη μιας μυθιστορηματικής ζωής κι ενός σπουδαίου, καταραμένου έρωτα. Αυτό είναι και το κομμάτι που απογειώνει την ταινία. Που τη μεταμορφώνει σε ένα κομψοτέχνημα κινηματογραφικής τεχνικής, αισθητικής, συναισθημάτων, ρευστής, αδιόρατης ποίησης. Μια ποτισμένη μελαγχολία άσκηση στο σινεμά και την καρδιά, τόσο υπέροχη που σε συγκινεί και σε ενθουσιάζει με ένα σπάνιο τρόπο. Ο Γκόμεζ μιλά με ενδιαφέροντες υπαινιγμούς για τον αποικιοκρατικό εξωτισμό, για την ανθρώπινη κατάσταση, για τους μηχανισμούς της μνήμης, για τον τόπο και το χρόνο, για τα συναισθήματα, το μυαλό και το σώμα, τις πράξεις και τη νόηση, για το ίδιο το σινεμά, με διακριτικότητα και λεπτότητα, στήνοντας μια εύθραυστη μα τόσο στιβαρή ταινία που δεν μπορείς παρά να της υποκλιθείς. Μην τη χάσετε!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ATHENS VOICE