Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Οι Ψίθυροι (The Children's hour)


Σκηνοθεσία:Γουίλιαμ Γουάιλερ
Σενάριο:Lillian Hellman
Φωτογραφια:Franz Planer
Μουσική:Alex North


Διανομή:

Όντρεϊ Χέπμπορν

Σίρλεϊ Μακ Λέιν

Τζέιμς Γκάρνερ

Μίριαμ Χόπκινς

Φέι Μπέιντερ

Κάρεν Μπάλκιν

Βερόνικα Κάρτραϊτ

Μίμι Γκίμπσον

Ετος Παραγωγής: 1961
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Γλώσσα: Αγγλικά
Ασπρόμαυρη:
Διαρκεια: 107'

ΥΠΟΘΕΣΗ:

Η Μάρθα Ντόμπι (Σίρλεϊ Μακ Λέιν) και η Κάρεν Ράιτ (Χέπμπορν), φίλες από την εφηβεία τους, είναι συνιδιοκτήτριες ενός σχολείου θηλέων. Η Κάρεν είναι αρραβωνιασμένη με το Τζο (Γκάρνερ), έναν νεαρό γιατρό. Όταν τα οικονομικά του σχολείου επιτέλους αρχίζουν να ανθίζουν, το ζευγάρι αποφασίζει να ορίσει ημερομηνία γάμου, γεγονός που κάνει τη Μάρθα να νιώσει ένα κέντρισμα ζήλιας.Κάποιο κακομαθημένο κοριτσάκι του σχολείου, το οποίο θέλει να εκδικηθεί τις δασκάλες γιατί τιμωρήθηκε για κάποια σοβαρή αταξία, διαδίδει ένα βαρύ ψέμα, πως τάχα οι δύο γυναίκες διατηρούν μεταξύ τους κρυφό δεσμό. Οι φήμες μεταδίδονται από στόμα σε στόμα, και σαν αποτέλεσμα το σχολείο χάνει την αξιοπιστία του, τα κορίτσια απομακρύνονται από τους γονείς τους και η επιχείρηση κλείνει. Επιπλέον ο Τζο, αρχίζει να αμφιβάλλει σχετικά με την πίστη της Κάρεν στο πρόσωπό του και την πραγματική σχέση της με τη Μάρθα.

Tips:

Το θεατρικό έργο είχε μεταφερθεί πρωτύτερα στη μεγάλη οθόνη υπό τον τίτλο Οι σκιές που περνούν (These Three, 1936), αλλά οι επιβολές του δεοντολογικού κώδικα της εποχής, ανάγκασαν τους δημιουργούς της ταινίας να μετατρέψουν την ιστορία σε ερωτικό τρίγωνο, αποβάλλοντας την ιδέα της ομοφυλοφιλίας. Μέχρι το 1961, ο κώδικας είχε καταστήσει το θέμα λιγότερο ταμπού, ωστόσο οι αναφορές σε αυτό ήταν γενικόλογες και υπαινικτικές.

Σε μια συνέντευξή της για το ντοκιμαντέρ The Celluloid Closet (1996), η Μακ Λέιν είπε πως εκείνη και η Χέπμπορν δεν μιλούσαν ποτέ στα γυρίσματα για τον υπαινισσόμενο ομοφυλοφιλικό δεσμό των ηρωίδων και πως ο σκηνοθέτης έκοψε κάποιες σκηνές φοβούμενος την αντίδραση του Τύπου.

Η ταινία αυτή αποτέλεσε την πρώτη για τον Τζέιμς Γκάρνερ μετά τη μήνυση που κατέθεσε κατά της εταιρίας Warner Bros. ώστε να αφήσει την τηλεοπτική σειρά Maverick και να δραστηριοποιηθεί στον κινηματογράφο. Ο Γουάιλερ έσπασε την άρρητη συμφωνία μεταξύ των δημιουργών και προσέλαβε τον ηθοποιό, που εμφανίστηκε πλέον σε πολλές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές μέσα στις επόμενες δεκαετίες.

Η Μίριαμ Χόπκινς, που υποδύθηκε την θεία Λίλυ Μόρταρ στην ταινία του 1961, είχε εμφανιστεί ως Μάρθα Ντόμπι στην προηγούμενη μεταφορά του έργου στη μεγάλη οθόνη, Σκιές που περνούν, (These Three 1936).

Πρόκειται για την τελευταία ασπρόμαυρη ταινία στην οποία εμφανίστηκε η Όντρεϊ Χέπμπορν.

Το όνομα της ταινίας προέρχεται από ένα ποίημα του Χένρι Γουάντσγουρθ Λονγκφέλοου.

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ:

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Υποψηφιότητα:

Β’ Γυναικείου Ρόλου – Φέι Μπέιντερ

Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης, Ασπρόμαυρη ταινία – Φερνάντο Καρρέρε, Έντουαρντ Τζ. Μπόιλ

Κινηματογράφησης, Ασπρόμαυρη ταινία – Φράντς Πλάνερ

Σχεδιασμού κοστουμιών, Ασπρόμαυρη ταινία – Ντόροθυ Τζίκινς

Ήχου – Γκόρντον Σόγιερ

Βραβεία Σωματείου Σκηνοθετών Η.Π.Α. (D.G.A)

Υποψηφιότητα:

Εξαιρετικής επίδοσης στη Σκηνοθεσία Ταινίας – Γουίλιαμ Γουάιλερ

Χρυσές Σφαίρες

Υποψηφιότητα:

Γυναικείας Ερμηνείας σε Δραματική Ταινία – Σίρλεϊ Μακ Λέιν

Σκηνοθεσίας – Γουίλιαμ Γουάιλερ

Β’ Γυναικείας Ερμηνείας – Φέι Μπέιντερ

Μια άποψη
του Ιάκωβου Παπαδόπουλου

Τα παιδιά της γειτονιάς σου με τρομάζουν

(για την επανέκδοση της ταινίας "Children's Hour")






Λίγα λόγια για την ταινία

Σε ένα σχολείο θηλέων, στο οποίο ιδιοκτήτριες είναι η Μάρθα (Σίρλεϊ Μακ Λέιν) και η Κάρεν (Όντρεϊ Χέμπορν), ξεσπάει μεγάλο σκάνδαλο. Αναπόφευκτα προκαλούνται αλυσιδωτές αντιδράσεις με απρόοπτες επιπτώσεις στη ζωή των δύο γυναικών, καθώς και του αρραβωνιαστικού της Κάρεν, του Τζο (Τζέιμς Γκάρνερ). Αιτία αυτής της δραματικής εξέλιξης είναι οι...ψίθυροι ενός κοριτσιού (Μαίρη/Κάρεν Μπάλκιν) που φοιτά στο σχολείο. Σπουδαία ταινία κατά κύριο λόγο για το υψηλό αισθητικό της αποτέλεσμα που έγκειται στις καταπληκτικές ερμηνείες και στη σκηνοθεσία του Γουίλιαμ Γουάιλερ. Ο ταλαντούχος αυτός σκηνοθέτης έμεινε γνωστός στο ευρύ κοινό για το "Ben Hur" και το "Roman Holiday", ενώ θα έπρεπε να μείνει αξέχαστος και για τα "The Best Years of Our Lives", "The Collector" μαζί με αυτό εδώ το διαμάντι που προβάλλεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Παράλληλα η σπουδαιότητα της ταινίας οφείλεται και στην ιστορική της σημασία λόγω του θέματος που θίγει. Αξίζει να σημειωθεί ότι βασίζεται στο έργο "Η Ώρα των Παιδιών" της Λίλιαν Χέλμαν .


Μερικές σκέψεις

Προσπαθώντας να βρω τον τρόπο να μιλήσω για την ταινία αποκαλύπτοντας όσο το δυνατόν λιγότερες ουσιώδεις πληροφορίες (spoilers), συνειδητοποίησα πως τα ίδια τα spoilers από μόνα τους λένε πολλά για τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις μας. Έτσι, αν για παράδειγμα σου έλεγα πως στην ταινία "The Son" των αδελφών Dardenne, κάποιος μεσήλικας παρακολουθεί ένα μικρό αγόρι την ώρα που κοιμάται, το κατοπτεύει διαρκώς και πηγαίνει μέχρι στο σπίτι του κρυφά για να δει που μένει, οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα σου θα σού έλεγαν πως υπάρχει κάποια αρρωστημένη διαστροφή από μέρους του. Ωστόσο οι δημιουργοί γνωρίζουν αυτόν ακριβώς τον τρόπο σκέψης του θεατή και ως εκ τούτου "παίζουν" μαζί του για να δημιουργήσουν ανατροπή στην πλοκή. Στο "Children's Hour", το κακομαθημένο και κακότροπο κοριτσάκι φέρνει το στοματάκι του κοντά στο αφτί της γιαγιάς/κηδεμόνα της για να της ψιθυρίσει μυστικά για πράγματα "αφύσικα" που έχει δει και ακούσει να κάνουν η Μάρθα και η Κάρεν. Προσέξτε! όχι να πει φωναχτά, αλλά να ψιθυρίσει, γιατί κάποια πράγματα πρέπει να αποφεύγονται να λέγονται φωναχτά, είτε πρόκειται για "αθώα" ώτα γυναικών, είτε για τα απροστάτευτα ώτα των θεατών της δεκαετίας του '60. Τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις δε σού λένε πως κλείνονται με τις ώρες στο δωμάτιο τους για να τζογάρουν παίζοντας πόκερ, αλλά ότι έχουν συνάψει ερωτικές σχέσεις. Και επειδή ο σκηνοθέτης εδώ δε στοχεύει στην ανατροπή, πετυχαίνεις διάνα. Σε δύο σκηνές του έργου, σ' αυτή που αναφέρω με το κοριτσάκι και τη θεία, καθώς και σε άλλη που ο πατέρας μιας μαθήτριας αποκαλύπτει τελικά το λόγο που οι γονείς θορυβήθηκαν από κάποιο κουτσομπολιό, με ελλειπτικό τρόπο αποκαλύπτεται -αφού και στις δύο περιπτώσεις δεν ακούγεται τι λένε- και γίνεται αντιληπτό μέσω των συμφραζομένων το αντικείμενο της διάδοσης, από στόμα σε στόμα. Μόνο όταν οι ιδιοκτήτριες πηγαίνουν να ζητήσουν εξηγήσεις από τη γιαγιά για το σκάνδαλο που ξέσπασε εξαιτίας αυτής και της προστατευόμενής της, καταφέρνουν οι ψίθυροι να μετατραπούν σε λόγια με ένα "λένε πως είμαστε εραστές". Αυτό που κάνει μεγάλη εντύπωση, είναι η ικανότητα του μικρού κοριτσιού, της Μαίρης, να δημιουργεί αλλόκοτα σπαράγματα του νου και της φαντασίας παρά το μικρό της ηλικίας της, διαμορφώνοντας με τη συμπεριφορά της έναν άκρως αποκρουστικό χαρακτήρα ανθρώπου. Εξίσου εντυπωσιακός είναι και ο τρόπος που μέσω ασύνδετων σκηνών και πληροφοριών, καταφέρνει να εντοπίσει κάτι (;) ανάμεσα στις νεαρές κοπέλες. Το επιχείρημα για την αντίδραση της γιαγιάς Λίλυ και των γονιών είναι η "αφύσικη" συμπεριφορά των γυναικών, μια συμπεριφορά που παραδειγματίζει στρεβλά τα παιδιά, τα οποία τους εμπιστεύτηκαν. Την ίδια στιγμή εσύ σκέφτεσαι: πραγματικά ενδιαφέρονται για το πρότυπο που παίρνουν τα παιδιά από αυτές τις κοπέλες ή είναι ένα προτεκτοράτο αυτό το επιχείρημα της ομοφοβίας που επικρατούσε την εποχή εκείνη στην Αμερική;


Μια εκδίκηση από το παρελθόν και μια δικαίωση στο μέλλον

Η γιαγιά Λίλυ πρωταγωνιστούσε στην αρχική βερσιόν του έργου με τίτλο "These Three" στο ρόλο της Μάρθα και σαν από εκδίκηση για όσα τράβηξε ενσαρκώνοντας τον χαρακτήρα αυτό στο σκάνδαλο ερωτικού τριγώνου, αυτή τη φορά λόγω της λογοκρισίας, έρχεται να πάρει την εκδίκηση της ως άλλη νέμεσις. Μεταμορφώνεται, λοιπόν, στον χαρακτήρα της γιαγιάς Λίλυ στο ριμέικ του έργου, έτοιμη να αμαυρώσει υπολήψεις. Ο σκηνοθέτης Γουάιλερ δικαιώνεται για την πίστη του στο θέμα της ταινίας και παρά το "τσεκούρωμα" που έπεσε στην αρχική βερσιόν λόγω του τολμηρού θέματος της ομοφυλοφιλίας, κατορθώνει τελικά να παρουσιάσει σε γενικές γραμμές, όπως θα ήθελε, το δημιούργημά του.


Μια εικόνα από το μέλλον

Εβδομάδες πριν την προβολή της ταινίας, γίνομαι μάρτυρας στο μετρό μιας σκηνής. Δύο κοπέλες έχουν ανάμεσά τους στο κάθισμα ένα μικρό κοριτσάκι, το οποίο πότε πότε γέρνει το κεφαλάκι του προς τα πίσω και μιλώντας, λέει τη λέξη "μαμά" χωρίς να φαίνεται που απευθύνεται τη στιγμή που τη λέει· απλώς αφήνει τη λέξη να ανέβει στον αέρα σαν το σπάγκο στην άκρη του μπαλονιού που κρατάνε τα παιδιά, με την όμορφη τεμπελιά της ηλικίας αυτής. Η αλήθεια είναι ότι κάποιες στιγμές αργότερα συνειδητοποιώ ότι με την προσφώνηση της "μαμάς" απευθύνεται και στις δύο νεαρές γυναίκες. Δεν ξέρω τα τι και τα πώς, αυτό που ξέρω όμως είναι ότι λίγα μέτρα από εκείνες, δύο μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες βλέποντας τη σκηνή δεν παραλείπουν -με διόλου διακριτικά νεύματα και ψιθυριστάλόγια- να τη σχολιάσουν μεταξύ τους. Και κατά βάθος, αυτή η σκηνή υπό μια έννοια συνοψίζει όλη την προβληματική της ταινίας -ομοφυλοφιλία/ανατροφή παιδιού. Η αντίδραση του κόσμου με κάνει να αναρωτιέμαι: τελικά τα σαράντα χρόνια που χωρίζουν τη φιλμική πραγματικότητα από την πραγματικότητα, όπως τη ζούμε στο εδώ και τώρα, είναι τελικά λίγα ή πολλά;




Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Μελαγχολία του Λαρς Φον Τρίερ




Lars Von Trier

MELANCHOLIA

Μια όμορφη ταινία για το τέλος του κόσμου




Σενάριο και Σκηνοθεσία : Lars Von Trier

Φωτογραφια: Manuel Alberto Claro

Κοστούμια : Manon Rasmussen

Πρωταγωνιστούν:

Kirsten Dunst (Justine)

Charlotte Gainsbourg (Claire

Kiefer Sutherland (John)

Charlotte Rampling(Gaby)

John Hurt (Dexter)

Alexander Skarsgård (Michael)

Stellan Skarsgård (Jack)

Brady Corbet(Tim)

Και ο Udo Kier

Χωρα Παραγωγής: Δανία, Σουηδία, Γαλλία & Γερμανία

Ετος Παραγωής: 2010

Γλώσσα: Αγγλικά

Διάρκεια: 130 min.

Εγχρωμο

Digital Cameras Arri Alexa + Phantom

Ratio: 1: 2,35

Μορφή: 35 mm color / DCP

Ήχος: Dolby Digital 5.1.

Περίληψη:

Η Τζαστίν (Κίρστεν Ντανστ) και ο Μάικλ (Αλεξάντερ Σκάαρσγκαρντ) γιορτάζουν το γάμο τους με ένα πάρτυ στο σπίτι της αδερφής της (Σαρλότ Γκαίνσμπουργκ) και του άντρα της (Κίφερ Σάδερλαντ). Εντωμεταξύ, ο πλανήτης Μελαγχολία κατευθύνεται προς τη Γη...

Ο ΞΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ ΕΓΡΑΨΕ: ( ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ;)

(Οι κριτικοί του εξωτερικού, προσπαθούν να απαντήσουν).

Το τέλος του κόσμου σηματοδοτεί την αρχή μιας καινούργιας φάσης στην καριέρα του Τρίερ που με την συναρπαστική «Μελαγχολία» του αποτυπώνει την πιο ευγενική εκδοχή της καταστροφής του κόσμου που θα περίμενε κανείς από οποιονδήποτε σκηνοθέτη, πόσο μάλλον από τον ίδιο. VARIETY

http://www.variety.com/review/VE1117945258/

Το κακό παιδί των Κανών, δημιουργεί ακόμα ένα αριστούργημα. ΤΗΕ FILM STAGE

http://thefilmstage.com/2011/05/18/cannes-review-melancholia/

O Tρίαρ δημιουργεί έναν υπνωτιστικό και οπτικά συγκλονιστικό και συγκινητικό φιλοσοφικό διαλογισμό μετατρέποντας το είδος των ταινιών καταστροφής σε οικογενειακό δράμα. DAILY TELEGRAPH

http://www.telegraph.co.uk/culture/film/cannes-film-festival/8520943/Cannes-2011-Melancholia-review.html

O Tρίαρ έχει μετατραπεί σε έναν ενορχηστρωτή των ανθρώπινων φόβων και ανησυχιών, σε έναν τελετάρχη ενός ψυχολογικού τσίρκου, και η ‘Μελαγχολία’, παρά τις ατέλειες της, κατοικεί για καιρό το μυαλό σου, σαν ένα τρομαχτικό παραμύθι που σου διηγήθηκε ένας περίεργος θείος. SCREEN INTERNATIONAL

http://www.screendaily.com/reviews/latest-reviews/melancholia/5027778.article

O Tρίαρ δαμάζει τη σκηνοθετική του βιρτουοζιτέ προκειμένου να επιτρέψει στις δύο υπέροχες πρωταγωνίστριες του να επεκταθούν με όλη τους την ένταση…Οπτικά συναρπαστική, η «Μελαγχολία» του πετυχαίνει τους ‘παραπλανητικούς’ τις στόχους με σιγουριά και χωρίς φτηνές ευκολίες. MOVING PICTURES

http://www.movingpicturesnetwork.com/28031/melancholia-review/

Παρά τον θρηνητικό της τίτλο, η ταινία, είναι η δουλειά ενός ανθρώπου του οποίου η αργή ανάδυση από την προσωπική του κρίση, οδήγησε στη δημιουργία ενός συγκινητικού αριστουργήματος, σημαδεμένου από μία συγκλονιστική βαθύτητα οράματος. ΕΝΤERTAINMENT WEEKLY

http://insidemovies.ew.com/2011/05/18/cannes-film-festival-lars-von-trier-melancholia-terrence-malick/

Ένα σκοτεινό αποκαλυπτικό αριστούργημα… Ο Τρίαρ αναπτύσσει με υπνωτιστικό χτίσιμο αγαπημένα του μοτίβα ανυψώνοντας τα στο επίπεδο του επικού. INDIEWIRE

http://www.indiewire.com/article/cannes_review_with_melancholia_lars_von_trier_delivers_a_dark_apocalyptic_m/

Βγήκαμε αποσβολωμένοι από την προβολή της ταινίας, έχοντας ξεχάσει όλες μας τις προκαταλήψεις και προσπαθώντας να συγκρίνουμε ή να φέρουμε σε αντιπαράθεση τον υπνωτιστικό στοχασμό του Τρίαρ με την επική διαβεβαίωση του Μάλικ στο “Δέντρο της Ζωής»… Ένα πραγματικό φιλμ του σκοτεινού πρίγκιπα Τρίερ, ο οποίος μπορεί να είναι ένας εγωμανιακός που αυτοϊκτίρεται, αλλά δεν παύει να είναι και ένας ανεπανάληπτος, διεστραμμένος καλλιτέχνης, και τονίζω αυτήν την τελευταία λέξη, που είναι ο μόνος ο οποίος θα μπορούσε να σκηνοθετήσει το τέλος του κόσμου όχι με μια έκρηξη αλλά με τη μουσική του Βάγκνερ. – TIME OUT NEW YORK

http://newyork.timeout.com/arts-culture/film/1426991/cannes-2011-melancholia

Μια ταινία που είναι ταυτόχρονα χάρμα οφθαλμών, ατμοσφαιρικά σκυθρωπή και κατά κάποιο τρόπο σκυθρωπά αστεία. Ο ίδιος ο Τρίαρ δήλωσε πως η ταινία του είναι μια κωμωδία. Συμφωνώ. …Η Μελαγχολία μοιάζει με έναν βαρύ αναστεναγμό, ένα χάζεμα θαυμασμού απέναντι στο τρομακτικό θαύμα των πάντων…και είναι σίγουρα, ότι πιο κοντινό θα μπορούσε να κάνει ο Τρίαρ σε ζεστή αγκαλιά απέναντι στο κοινό του. MOVIELINE

http://www.movieline.com/2011/05/cannes-review-melancholia.php

Το τέλος του κόσμου είναι κοντά μας λέει ο Τρίερ και όπως θυμάστε και από τον Άμλετ, οι Δανοί ξέρουν πολύ καλά να διαισθάνονται τις επικείμενες καταστροφές… Μια πανέμορφη ταινία τέχνης που αξίζει 4 στα 5. EVENING STANDARD

http://www.thisislondon.co.uk/film/review-23951335-cannes-film-festival-melancholia-is-a-beautiful-looking-art-movie.do

Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Ήταν σα να ξυπνούσα από όνειρο: η παραγωγός μου, μου έδειξε την πρόταση για την αφίσα. «Τί είναι αυτό; » ρώτησα. « Μια ταινία σου », απαντά εκείνη. « Ελπίζω πως όχι», μουρμούρισα. Βλέπω τρέιλερ, φωτογραφίες. Φαίνεται χάλια. Είμαι συντετριμμένος.Μη σχηματίσετε λάθος άποψη... δουλεύω για αυτή την ταινία δύο χρόνια. Με μεγάλη ευχαρίστηση. Ίσως όμως παραπλάνησα τον ίδιο μου τον εαυτό. Μπήκα σε πειρασμό. Όχι ότι έκανε κάποιος κάτι λάθος, αντιθέτως όλοι δουλέψανε πιστά για την επίτευξη του στόχου που έθεσα εγώ. Αλλά όταν η παραγωγός μου, μου δείχνει τα στεγνά γεγονότα, νοιώθω μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά μου.

Είναι μια γυναικεία ταινία! Είμαι έτοιμος να την απορρίψω σαν κακό μόσχευμα.

Όμως τι είναι αυτό που ήθελα εξαρχής; Αποφάσισα να βουτήξω στα βάθη του γερμανικού ρομαντισμού. Αυτό ξέρω μόνο. Αλλά αυτό δεν είναι άλλος ένας τρόπος να παραδεχτώ την ήττα μου; Ήττα έως τους χαμηλότερους κινηματογραφικούς κοινούς παρονομαστές. Ο ρομαντισμός κατακρεουργείται με όλους τους κοινότοπους τρόπους σε εμπορικά προϊόντα. Και πρέπει να παραδεχτώ, είχα πολύ καλές και αγαπημένες σχέσεις με το ρομαντικό σινεμά.. και για να δηλώσω το αυτονόητο: το Βισκόντι!

Γερμανικός ρομαντισμός που σου κόβει την ανάσα. Αλλά για το Βισκόντι, υπήρχε πάντα κάποιο στοιχείο που τον έθετε πέρα από τα τετριμμένα—που το μετέτρεπε σε αριστούργημα!

Έχω μπερδευτεί κι αισθάνομαι ένοχος. Τί έχω κάνει;

Ελπίζω μόνο να υπάρχει κάτι που μπορεί να προκαλέσει ρίγος μέσα σε όλο αυτό... Κλείνω τα μάτια μου κι ελπίζω!

Λαρς Φον Τρίερ, Κοπεγχάγη, 13 Απριλίου 2011.

O TΡΙΑΡ,

ΟΙ ΚΑΝΕΣ,

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ,

Η MELANCHOLIA, ΚΑΙ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Όταν ο ποιο προκλητικός art σκηνοθέτης, κατεβαίνει στο φεστιβάλ των Κανών με μια ταινία, που ο ίδιος δηλώνει, πως «φοβάμαι πάρα πολύ ότι παραείναι καλόψυχη», η ταινία αυτή, διαθέτει ένα από τα πιο λαμπερά διεθνή cast που ο τρομερός Δανός συγκέντρωσε ποτέ στην καριέρα του, και είναι η πρώτη φορά που τον φέρνει αντιμέτωπο με το είδος της φαντασίας και της καταστροφής, καταλαβαίνεις ότι κάτι θα συμβεί. Ειδικά όταν αυτή η συγκεκριμένη ταινία, γυρίστηκε αμέσως μετά τον ανεξέλεγκτο, αριστουργηματικό και για άλλους ανυπόφορο «Αντίχριστο» του, που στοίχισε στην Σαρλότ Γκένσμπουργκ την κλειτορίδα της, στη διαβόητη σκηνή του αυτοτραυματισμού της, αλλά της απέφερε το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας, συνοδευόμενο από την αξέχαστη φράση που η ίδια απεύθυνε μετά τη βράβευση της, στον πατέρα της Σερζ Γκένσμπουργκ, «πατέρα, ελπίζω να σε σόκαρα.» Κι αυτό το κάτι συνέβη, μετά την ανακήρυξη του σκηνοθέτη σε ανεπιθύμητη περσόνα από το φεστιβάλ, εξαιτίας των υποτιθεμένων φιλοναζιστικών δηλώσεων του στη συνέντευξη τύπου για το «Melancholia», αλλά δεν κατάφεραν να στερήσουν από την Κίρστεν Ντανστ αυτή τη φορά, το βραβείο της γυναικείας ερμηνείας. Γιατί το πόσο μισογύνης όπως τον κατηγορούν οι πολιτικά ορθοί επικριτές του είναι ένας άνθρωπος που επί δύο συνεχόμενες ταινίας, οι πρωταγωνίστριες του, φεύγουν βραβευμένες από το μεγαλύτερο φεστιβάλ του κόσμου, είναι τόσο αληθινό με το πόσο είναι τελικά στ’ αλήθεια ναζιστής. Σε μόνιμη κόντρα με την υποκριτική πολιτική ορθότητα της σινε κοσμικοσύνης, αυτή τη φορά, ο πολυβραβευμένος δημιουργός, αποφάσισε να τεστάρει τις αντοχές του κόσμου, με ένα προκλητικό, ακραίο αστείο, που αναφερόταν στην εβραϊκή ταυτότητα της συμπατριώτισσας του Σούζαν Μπίερ που κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας, δηλώνοντας αυτολεξεί, «νόμιζα πως ήμουν εβραίος για πολύ καιρό, και ήμουν πολύ ευτυχισμένος με αυτό. Ως τη στιγμή που ήρθε στο προσκήνιο η Μπίερ και σταμάτησα να είμαι ευτυχισμένος. Και κατάλαβα ότι δεν είμαι εβραίος. Αν ήμουν εβραίος, θα ήμουν κάτι σαν νεοεβραίος, ένας εβραίος νέου κύματος, και πραγματικά ήθελα πολύ να είμαι εβραίος αλλά στην πορεία ανακάλυψα ότι είμαι ναζί, γιατί η οικογένεια μου έχει γερμανική καταγωγή κι αυτό μου έδωσε μια κάποια ευχαρίστηση. Τι μπορώ να πω; Καταλαβαίνω τον Χίτλερ…Έκανε κάποια λάθη πράγματα και δεν είναι ακριβώς αυτό που θα αποκαλούσες «καλό παιδί» αλλά τον κατανοώ. Δεν εννοώ πως είμαι υπέρ του Β Παγκοσμίου πολέμου, ούτε πως είμαι εναντίον των εβραίων. Είμαι υπέρ των εβραίων αλά όχι και τόσο γιατί το Ισραήλ είναι κακό σπυρί στον κώλο.» Για να καταλήξει πως στα αμέσως επόμενα σχέδια του είναι μια ταινία πορνό, με πρωταγωνίστριες τις Κίρστεν Ντανστ και την Σαρλότ Γκένσμπουργκ και μια ταινία γύρω από την Τελική Λύση, και την εξόντωση των εβραίων. Εννοείται πως σε χρόνο μηδέν τα διεθνή μίντια πήραν φωτιά, κατηγορώντας τον για φιλοναζιστικές δηλώσεις, ανακαλύπτοντας φωτιά, κάπου που όχι μόνο δεν υπήρχε καπνός, αλλά σκέτος, προκλητικός σαρκασμός. Που δεν χρειάζεται ιδιαίτερος κόπος να καταλάβεις, διαβάζοντας ολόκληρη την δήλωση του και όχι απομονώνοντας τη φράση «είμαι ναζί», ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία ακόμα προσκηνοθετημένη επίδειξη της ιδιαίτερης του τρελής, ιδιοφυϊας και επίθεση στον καθωσπρεπισμό, όπως όταν οι αριστουργηματικοί «Ηλίθιοι» του τον είχαν φέρει υπόλογο απέναντι στις οργανώσεις των δικαιωμάτων των ατόμων με νοητική στέρηση. Το να κατηγορήσεις μια πολυσχιδή, ιδιοφυή περσόνα όπως ο Τρίαρ για ναζιστή, είναι σαν να μην έχεις την παραμικρή επαφή με το σύνολο του έργου του. Σε μια μακρόχρονη καριέρα ταινιών και δηλώσεων αυτοϋπονόμευσης, που κορυφώθηκε θριαμβευτικά τόσο με την εντυπωσιακή «Μelancholia» του, όσο και με τις δηλώσεις του ίδιου γι αυτήν: «Ήθελα να κάνω μια mainstream ταινία, εμπνευσμένη από την εικονογραφία του γερμανικού ρομαντισμού, που να έχει όμως και μια αιχμή, μια ανατροπή. Παρ’ όλα αυτά, όσο και αν είμαι ικανοποιημένος από την ταινία μου, δεν μπορώ να ότι δεν μου λείπει μια κομμένη κλειτορίδα από αυτό το φιλμ» δήλωσε ο ίδιος, για να εισπράξει με το γνωστό βρετανικό χιούμορ, από τον συντάκτη του περιοδικού Empire, το σχόλιο, «γέρασες και μαλάκωσες». Σχόλιο που αρκεί για να τον έχει βάλει ήδη στην πρίζα να καταστρώνει την επόμενη του επίθεση στον καθωσπρεπισμό. Που όποια και να είναι αυτή, σιγά μην αφήσουν οι Κάνες το ενδεχόμενο του να έχουν σε αποκλειστικότητα, τον ντόρο της. Γιατί μπορεί να τον ανακήρυξαν ανεπιθύμητο αλλά με την τακτική του «νίπτω τας χείρας μου», όχι μόνο δεν τόλμησαν να αποκλείσουν μία από τις καλύτερες ταινίες του φετινού τους προγράμματος, αλλά της χάρισαν και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας. Εφ’ όσον στην Κρουαζέτ, κανείς δεν είναι ανεπιθύμητος, όσο μπορεί να συγκεντρώνει τις κάμερες και το ενδιαφέρον των δημοσιογράφων πάνω του. Κι αυτό τόσο ο Τρίαρ, όσο και το φεστιβάλ των Κανών, το ξέρουν πολύ καλά.

Τασος Θεοδωρόπουλος



ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ :

Melancholia [4/5]

Μια γαμήλια δεξίωση καταστρέφεται, ένας μυστηριώδης πλανήτης απειλεί να συγκρουστεί με τη Γη. Ποιο από τα δύο συμβολίζει καλύτερα το τέλος του - θνητού μας - κόσμου;

Ένας καταιγισμός αφηρημένων εικόνων (με σαφή πηγή έμπνευσης ή αναφορές σε ζωγραφικά έργα τέχνης, από τους «Κυνηγούς στο Χιόνι» του Μπρούγκερ μέχρι την «Οφηλία» του Μιλέϊ, μεταξύ άλλων), ενορχηστρωμένος πάνω στη δραματικά λυρική εισαγωγή της όπερας του Βάγκνερ «Τριστάνος και Ιζόλδη», σου τεντώνει τα βλέφαρα για οκτώ περίπου λεπτά, μέχρι το δυσοίωνο πλάνο της σύγκρουσης δύο πλανητών στο διάστημα. Ο τίτλος του φιλμ και το όνομα του Λαρς Φον Τρίερ αποτελούν μια συνοριακή γραμμή, ανάμεσα στο οπτικό μεγαλείο αυτού του προλόγου και την υπόλοιπη ταινία, η οποία ακολουθεί ένα ολότελα ρεαλιστικό μονοπάτι αισθητικής και αφήγησης. Μερικές από τις εικόνες αυτού του... αδιέξοδου «προλόγου» θα καταφέρουν να εισχωρήσουν στο σύμπαν της πλοκής της «Melancholia», δίχως το πέπλο του εφετζίδικα ονειρικού ή φανταστικού. Η σημειολογία, πιθανότατα, κάνει πάρτι μέσα σ’ αυτά τα οκτώ λεπτά. Ακόμη πιο πιθανό, όμως, είναι ο Τρίερ να γελά πίσω από την πλάτη μας με τούτη τη σεκάνς - σπαζοκεφαλιά, για την οποία δεν θα πάρουμε ποτέ απάντηση.

Τζαστίν. Μέρος πρώτο. Νιόπαντρο ζευγάρι (η σχεδόν σε κατάσταση trance Κίρστεν Ντανστ και ο Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ φορώντας μια μούτα αλά Τζιμ Κάρεϊ), εμφανώς ανώριμο και χαζοχαρούμενα κεραυνοβολημένο (κάποιοι θα το αποκαλούσαν ερωτευμένο...), προσεγγίζει με τεράστια λιμουζίνα την έπαυλη, στην οποία θα τελεστεί μια εντυπωσιακά στημένη γαμήλια δεξίωση. «Enjoy it while it lasts», εύχεται με περίσσια δόση σαρκασμού, όντας χωρισμένη, η μητέρα (πάντα αγέρωχη και βαθιά εσωτερική η Σαρλότ Ράμπλινγκ) της νύφης, αφήνοντας το θεατή να «απολαύσει» μια σειρά από απανωτές ατυχίες διαπροσωπικών σχέσεων, που μοιάζουν με αμερικανοποιημένη παρωδία της «Οικογενειακής Γιορτής» (η πρώτη ταινία της «φούσκας» που άκουγε στο όνομα Δόγμα), σε μορφή ωριαίου επεισοδίου τηλεοπτικής σειράς του ΗΒΟ. Το δυσλειτουργικό και οι νευρώσεις είναι στη διαπασών, ο Τρίερ σίγουρα αυτο-ψυχαναλύεται από τη θέση του σεναριογράφου και τα πάντα πάνε κατά διαόλου. Ο θεσμός της οικογένειας, το νόημα του να παντρεύεται κανείς, κάθε έννοια που σχετίζεται με τη διαιώνιση του είδους μας. Το κοινωνικά ιδεατό, η παράδοση του μοντέλου ζωής, το πολιτισμένα αποδεκτό, όλα συνθλίβονται σταδιακά, παράλληλα με ενδείξεις της φύσης για τον ερχομό ενός μεγάλου κακού. «What did you expect?», καταλήγει να πει η νύφη, σαν σε μνημόσυνο, λίγη ώρα πριν ξημερώσει... το δεύτερο μέρος.

Το κωμικοτραγικό χάνει το πρώτο του συνθετικό με την εμφάνιση του τίτλου - ονόματος της Κλερ, αδελφής της Τζαστίν, συζύγου, μητέρας, μεγαλοαστής και... αλώβητης από την εκδικητική μανία του Τρίερ! Η Κλερ σκέφτεται διαρκώς και φοβάται το μοναδικό πράγμα που θα έπρεπε να προβληματίζει τους πάντες, από το προηγούμενο βράδυ. Ο πλανήτης Μελαγχολία, που έγινε απότομα ορατός από τη Γη σαν δεύτερο φεγγάρι, μας πλησιάζει απειλητικά και η επαφή με τον πολιτισμό, τον «έξω» κόσμο, χάνεται ολοκληρωτικά (αντίο τηλεπικοινωνίες, αντίο ηλεκτρικό ρεύμα). Η Κλερ φοβάται τη Φύση. Και εμείς, για να συμπληρώσουμε την αποστασιοποιημένη εικόνα του - μη ορατού - χάους, γνωρίζουμε τι εστί φύση του ανθρώπινου είδους. Μπροστά στον κίνδυνο, στο ενδεχόμενο του ερχομού του τέλους του κόσμου (μας), ο θεατής απομονώνεται από συναισθήματα και βιώνει... την απόλυτη μοναξιά του. Ο μισανθρωπία του Τρίερ γιορτάζει. Είμαστε μόνοι στο σύμπαν και μόνοι θα πεθάνουμε. Δε θα λείψουμε από κανέναν και κανείς δε θα μας θυμάται. Καμία πίστη, κανένα έλεος, καμιά συγχώρεση. Στάχτη.

Στον αντίποδα των χολιγουντιανών ταινιών καταστροφής, όπου το τέλος συνοδεύεται από λυτρωτικά και πανανθρώπινα μηνύματα, ο Λαρς Φον Τρίερ σου λέει κατάμουτρα πως όλα αυτά είναι σκατά (όπως και η ίδια σου η ύπαρξη, πάνω κάτω) και επιφυλάσσει για το κλείσιμο του «Melancholia» στιγμές που θα σε κάνουν να αισθανθείς γυμνός μέσα στην αίθουσα, με το οξυγόνο να λιγοστεύει θανάσιμα, για σένα και τους γύρω σου. Ως ένας από τους μεγαλύτερους υβριστές της Τέχνης του κινηματογράφου, αλλά και της ζωής της ίδιας, ο Τρίερ έχει ξανά το δικαίωμα να σου γαμήσει την ψυχή, να σου κλωτσήσει κάθε καλοσύνη και να σου θυμίσει, επιτέλους ξανά, πόσο μεγάλο είναι το σινεμά του και γιατί τον χρίσαμε Δημιουργό. Το μόνο πράγμα που στερεί από την ταινία του τον τίτλο του αριστουργήματος είναι το γεγονός πως... η ζωή συνεχίζεται. Τι ειρωνεία κι αυτή.

Ηλίας Φραγκούλης www.cinemad.blogspot.com

2 συγγραφείς σχολιάζουν με αφορμή την ¨Μελαγχολία" του Λαρς Φον Τρίερ

Ο Λαρς φον Τρίερ διακρίνεται από μια ύπουλη ιδιότητα ως σκηνοθέτης. Εκεί που νομίζεις πως κάποια απ’ τα πλάνα του τα έχεις ξαναδεί, κάποιες απ’ τις ατάκες που εκστομίζουν οι πρωταγωνιστές ίσως τις έχεις ξανακούσει, κάποια απ’ τα υλικά του κόσμου που επιχειρεί να στήσει τα έχεις ξαναγευτεί, μια επίκληση σε κάτι αόριστα μεταφυσικό να κάνει και ξαφνικά καταφέρνει όλα ν’ αποκτήσουν τη δική τους, ανεξάρτητη υπόσταση.

Το σκεφτόμουν έντονα αυτό βλέποντας τη Melancholia πριν από μερικές μέρες. Εδώ, σε αντίθεση με τον παροξυσμικό Αντίχριστο, οι τόνοι έχουν πέσει. Δεν είναι πως το πρωτοφανές πεδίο των ανθρώπινων εντάσεων σταμάτησε ν’ αποτελεί δεξαμενή για τον Τρίερ όσο το ότι το κέντρο βάρους του σ’ αυτή την ταινία έχει μετατοπιστεί στην κινηματογράφηση μιας βασικής έλλειψης της σύγχρονης ζωής, της έλλειψης νοήματος.

Προτού, ωστόσο, επικρατήσει οριστικά στην οθόνη η νιχιλιστικά κατάμαυρη οπτική του καταθλιπτικού Λαρς, έχουμε διαβεί ως θεατές ένα εξαιρετικά δομημένο πεδίο σπάνιας αισθητικής ομορφιάς κι εκλογίκευσης. Η ηρωίδα του, η Τζάστιν, νιώθει πως η ζωή που κάνει δεν έχει απολύτως κανένα νόημα. Κατ’ εξακολούθηση ή όχι, συνειδητά ή ασυνείδητα, ρηχά ή βαθύτερα, καθημερινά ή πιο αραιά, η έλλειψη του νοήματος την κατατρώει από πλάνο σε πλάνο.

Τι σημασία έχει, στ’ αλήθεια, αν η Γη καταστραφεί απ’ τον μετωνυμικό πλανήτη με τ’ όνομα Μελαγχολία; Δεν είναι η μόνη που το σκέφτεται άλλωστε, ούτε καν ο Τρίερ που της έβαλε κυριολεκτικά τα λόγια στο στόμα. Χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά, κολυμπώντας ανάμεσα στις κρίσεις και τη θάλασσα της χημικοφαρμακευτικής ματαιοδοξίας, το ίδιο σκέφτονται. Όλα είναι μάταια κι εμείς τόσο ευάλωτοι κι ανυπεράσπιστοι για να τα βάλουμε με το χάσιμο του νοήματος σε όλα τα επίπεδα της σύγχρονης ζωής.

Η Τζάστιν, βέβαια, είναι νέα κι όμορφη και όσο κι αν ο κόσμος της είναι εσωτερικά διαλυμένος, τόσο το γλυκανάλατο του αυτοσαρκασμού της όσο κι η ειρωνική αντιστροφή που τη βάζει ο Τρίερ ανά στιγμές να κάνει αποδραματοποιούν κάπως την κατάσταση. Ωστόσο, εμείς ως θεατές το ξέρουμε πως είναι κάπως τρελό να σνομπάρεις αυτό που ακούραστα σε προειδοποιεί για εκείνο που πρόκειται να ‘ρθει.

Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ ένιωσα, παρακολουθώντας αυτό τον πανέμορφο, καταθλιπτικό ύμνο, πως όλα, ανά περιόδους,

όντως είναι μάταια. Βλέπουμε τον εαυτό μας να τα καταφέρνει ή να βουλιάζει, να αισθάνεται τη νιότη και τον έρωτα που περνάνε και αφήνουν τα πάντα ή τίποτα, αγκαλιάζουμε με έκδηλο πάθος ό,τι μας φτύνει στα μούτρα, γινόμαστε συνήθως ό,τι απευχόμαστε και καταλήγουμε σχεδόν γριφωδώς νεκροί.

Ποιο το νόημα;

(Δεν έχω ιδέα γιατί ρωτάω...)

ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ (Lifo)

Μετά τον ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ είχα πια ολοκληρώσει την άποψή μου για τις εικαστικές αναφορές του Λαρς φον Τρίερ:"Στην παράδοση του Γκρήναγουέι και με απόηχους του άθεου Υπαρξισμού του δανού Σέρεν Κίργκεγκωρ, αποδοσμένη εκπληκτικά με την κινηματογραφική γλώσσα, με εικαστικές μνήμες από τον Ιερώνυμο Μπος, τον Γκρύνεβαλντ και τους φλαμανδούς και ιταλούς ζωγράφους της αντιμεταρρύθμισης, με μανιέρα δανεισμένη από (και αφιερωμένη εις)τον Αντρέι Ταρκόφσκι, με κινηματογραφικές μνήμες του "Αντίο Πίθηκε" του Φερρέρι και του Μπέργκμαν, καθώς και με σαφείς αναφορές στον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη,(...) συμφιλιωμένος με τους απαγορευμένους καρπούς της γήινης χλωρίδας, σε μιαν Εδέμ που βρίθει της γυναικείας παρουσίας, μόνος μεταξύ των θυμάτων του. "Σήμερα θα συμπλήρωνα ευθαρσώς: ...με σταθερές αναφορές στο γερμανό Γκρύνεβαλντ, στον Μπρίγκελ, στην Οδύσσεια του Διαστήματος του Κιούμπρικ και φυσικά στον Ταρκόφσκι (ΣΟΛΑΡΙΣ),στον Καραβάτζιο και στον Douanier Rousseau, με μια διεισδυτική ματιά στο κείμενο της "Αποκάλυψης" του Ιωάννη και με απόλυτη επίγνωση της αισθητικής της Μελαγχολίας του Ντύρερ και των μελαγχολικών δομών ενός δυτικού κήπου ανακτόρου σαν τις Βερσαλλίες, με αίσθηση αναφοράς σε όλα τα νεοευρωπαϊκά εικαστικά δεδομένα, ο Τριερ κάνει το κύριο δοκίμιό του πάνω στην ΙΔΙΑ την έννοια της Μελαγχολίας".Μια ταινία, όταν κι εφόσον κρίνεται(πράγμα που δεν βρίσκω απαραίτητο), κρίνεται από το νόημά της, δηλαδή το περιεχόμενο που Η ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΦΟΡΜΑ αποδίδει στο μήνυμα του σεναριογράφου/σκηνοθέτη. Με αυτήν την προσέγγιση, η καλύτερη ταινία του Trier είναι OI ΗΛΙΘΙΟΙ , γιατί έχει τη φρεσκάδα του πειραματισμού. Όντως το Χορεύοντας στο Σκοτάδι λέει λίγα πράγματα. Όσο για το ότι σοκάρονται κάποιοι από τη σκηνή του αιμοσταγούς αυνανισμού στον Αντι-Χριστό, αυτό οφείλεται στο ότι δεν αποστασιοποιούνται. Επίσης δεν νομίζω ότι σοκάρει κανέναν, γιατί το φιλμ είναι απολύτως εγκεφαλικό. Ξανά το ίδιο μοτίβο θυσίας για τον έρωτα που συναντήσαμε στο Breaking the Waves, θυσίας για την αγάπη που συναντήσαμε στο Dancer in the Dark, θυσίας για τον άλλο που συναντήσαμε στο Dogville. Με την animatronic φωνή της αλεπούς να απειλεί "Chaos reigns!"η ταινία εντάσσεται στο πάνθεον της Υψηλής Τέχνης. Το ζευγάρι He (Willem Dafoe) και She (Charlotte Gainsbourg)κάνει έρωτα υπό τον ήχο της άριας του Handel ενώ το μωρό τους σκοτώνεται πέφτοντας από το παράθυρο:ο ορισμός της Τραγωδίας! Ο θεραπευτής σύζυγος επιμένει η γυναίκα του να βιώσει τη Θλίψη της ως πρώτο απαραίτητο στάδιο, το οποίο θα διαδεχθούν στο τέλος ο Πόνος και η Απόγνωση. Με την επιστροφή τους στον αρχετυπικό τόπο των φόβων της(το εξοχικό σπίτι της Εδέμ)αρχίζει η απώλεια ελέγχου, ο αφανισμός της ορθής λογικής, η απανταχού παρουσία του Θανάτου, η κατάδυση στο ασυνείδητο και τους αρχέγονους φόβους μας. Mια διατριβή με θέμα τον βασανισμό του γυναικείου φύλου μένει στη μέση, γιατί οι φοβίες της επίγειας Εδέμ συνίστανται στην απομόνωση από τους καρπούςτης γης, το χώμα, το ρυάκι, το βατόμουρο, τα ζώα. Στη θεραπεία που επιχειρεί ο κόσμος των ανδρών η μόνη απόληξη δεν είναι η επανεύρεση του σεξ με το άλλο φύλο(αυτή είναι ενοχική!), αλλά η απόπειρα αφανισμού κι ευνουχισμού του από τη γυναίκα. Αυτή η απόπειρα δεν αφήνει στον άνδρα άλλο περιθώριο, παρά μόνον την κατάργηση της γυναίκας μέσα του! Πνιγμός, στραγγαλισμός, ένταξη της μέσα του γυναίκας στο σκηνικό της παραμυθένιας χλωροφύλλης, της εμψυχωμένης από γενεές και γενεές σπαραγμένων γυναικών/μαγισσών. Ως άλλος Πενθέας και ως το ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟ του βιβλικού Αδάμ/Ιησού, ο άντρας θεραπευτής (σαμάνος) έρχεται λυτρωμένος από το βασανισμό του να συναντήσει τα ζώα, τους καρπούς της γης, τη χλωροφύλλη, καθώς και τις Μαινάδες/Εύες/αφανισμένες γυναίκες της ανθρώπινης ιστορίας, που τελικά τον ΙΚΕΤΕΥΟΥΝ (beggars) να μην τις αφήσει μόνες, να τις ελεήσει με την παρουσία του ως Σωτήρος.Στον ΑΝΤΙ-ΧΡΙΣΤΟ του Λαρς φον Τρίερ όλος ο ευρωπαϊκός εγκζιστανσιαλισμός αποκαλύπτει την αθλιότητά του πολιτισμού μας. Η πυρηνική μας οικογένεια απομυθοποιείται. Η γυναικεία φιγούρα εκπροσωπεί την φύση στην απόλυτη αντιπαράθεσή της προς τον ορθολογισμό (σύζυγος θεραπευτής που αποποιείται τον Φρόυντ), ενώ σε ένα παιχνίδι ρόλων αποκαλύπτεται η εναλλαγή της πραγματικότητας με την ψευδαίσθηση. Όλος ο ενοχικός δυτικός πολιτισμός παρελαύνει με άξονα τη θεματική του σεξ ως πηγής της ενοχής, πράγμα που ανοιχτά δηλώνεται με τον τελετουργικό ευνουχισμό και την κλειτοριδεκτομή. Ο Roger Ebert στην κριτική του υποστήριξε το "τερατώδες" που κατά τη γνώμη του χαρακτηρίζει την ταινία. "Ποτέ άλλοτε-το βλέπαμε και δεν το πιστεύαμε-ένας άντρας και μια γυναίκα που είναι ζευγάρι δεν επέβαλαν τόσο πόνο ο ένας τον άλλον στον κινηματογράφο(...) Ο Von Trier χρησιμοποιεί την βία ως παράγοντα σωτηρίας." Μετά τον "Αντίχριστο", ήλθε η ώρα της "Μελαγχολίας": μια γυναίκα κινείται αργά τυλιγμένη στη χλωρίδα του "Αντίχριστου", ενώ ένας πλανήτης πρόκειται να συγκρουσθεί με τη Γη: αυτός είναι ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ!

Μεγαλοφυές....

Νίκος Ξένιος


Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Με κομμένη την ανάσα του Ζαν Λυκ Γκοντάρ



Με κομμένη την ανάσα
À bout de souffle

Σκηνοθεσία:

Jean-Luc Godard
Ετος παραγωγής : 1960
Χώρα παραγωγής: Γαλλία
Το 1960 αλλάζουν όλα στον Ρlanet Cinema. Από την Ιταλία του Αντονιόνι μέχρι την Αμερική του Τζων Κασσαβέτη. Ενδιαμέσως η Αγγλία του Τόντι Ρίτσαρντσον, η Τσεχοσλοβακία του Μίλος Φόρμαν και η Πολωνία του Αντρέι Βάιντα και του Ρομάν Πολάνσκι. Η επιτομή όλων αυτών των σαρωτικών αλλαγών ακούει στον τίτλο «Α bout de souffle» και στο όνομα Ζαν Λικ Γκοντάρ Οποιος δεν διαθέτει στην ταινιοθήκη του το «Με κομμένη την ανάσα» δεν ξέρει πού πατάει και πού πηγαίνει. Οποιος δεν το έχει δει είναι αναλφάβητος. Εντελώς! Το λέω γιατί πολλοί εξ ημών και υμών μπερδεύουμε το μυθιστόρημα με τον κινηματογράφο και τα οπτικά εφέ με την 7η τέχνη. Αντε, παιδάκι μου, να δεις να ξεστραβωθείς. Πάμε παρακάτω. Μέχρι το 1958 τρία σκατόπαιδα, δηλαδή οι Γκοντάρ- Τριφό- Σαμπρόλ, έγραφαν κείμενα στα «Cahiers du cinema» (Κινηματογραφικά Τετράδια) και έτσι έσκαβαν τους τάφους σχεδόν όλων των γάλλων σκηνοθετών. Τα παιδιά πριόνιζαν το κλαδί πάνω στο οποίο καθόταν η εξουσία. Το πριόνισαν, τους κατέβασαν, τους έθαψαν και στη συνέχεια εκείνοι στρογγυλοκάθησαν και τα προνόμιά τους απόλαυσαν. Το ίδιο συμβαίνει παντού. Από την οικογένεια και τις εταιρείες μέχρι τα καθεστώτα. Μέχρι το 1958 έγραφαν ακατάπαυστα. Μερικούς μήνες αργότερα ο Φρανσουά Τριφό σκαρώνει μια ιστορία. Ο Ζαν Λικ την αρπάζει στον αέρα και του έρχεται μια ιδέα. Επρεπε όμως να βρει λεφτά, παραγωγό, διευθυντή φωτογραφίας και cast. Μια μεγαλοκυρία της καλής κοινωνίας που σουλατσάριζε σε «γιάφκες» της αριστερής κουλτούρας τον συνδέει με τον (τότε) άνδρα μιας αμερικανίδας σταρλετίτσας με το όνομα Τζιν Σίμπεργκ. Ηταν- δεν ήταν 22 χρονών. Ο Γκοντάρ όπως ο Τριφό και ο Σαμπρόλ, βουτηγμένοι στο αμερικανικό σινεμά. Νυχθημερόν ρουφούσαν εκατοντάδες ταινίες στη Γαλλική Ταινιοθήκη του θρυλικού Ηenri Langlois (1914-1977). Η Σίμπεργκ, με μισοτελειωμένη καριέρα στην Αμερική δέχεται με πολλές επιφυλάξεις. Μωρέ, τι είναι τούτος ο ακατανόητος κοντός, βλοσυρός; Ελεγε. Κάπου εκεί ο Ζαν Λικ πέφτει πάνω στον Ζορζ ντε Μπορεγκάρ (1920-1984). Ενα φιλόδοξο τύπο που ήθελε να αλλάξει το γαλλικό σινεμά. Ως παραγωγός. Οχι με δικά του αλλά με δάνεια τραπεζικά. Ετσι, καπαρώνει ως πρωταγωνιστή μια γοητευτική μουτράκλα με το όνομα Ζαν Πολ Μπελμοντό, που τότε μόλις πατούσε τα 27. Και, τέλος, καταφέρνει να συνεργαστεί με τον Ραούλ Κουτάρ, έκτοτε μόνιμο διευθυντή φωτογραφίας του στις περισσότερες ταινίες του. «Ραούλ, ξέχασε όσα ήξερες», του λέει. Και ο Ραούλ τα ξέχασε. Η μηχανή, μια Εclair Cameflex, στο χέρι. Χωρίς τεχνητούς φωτισμούς. Δηλαδή όσα επινόησε ο Λαρς φον Τρίερ με το «Dogme» και όσα ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ έκαμε στο «Μπάρι Λίντον», όπου ο φωτισμός προερχόταν από φυσικές πηγές, πρώτος τα εφάρμοσε αυτός ο ακατανόητος και βλοσυρός κοντός. Μόλις τριάντα χρονών. Το σχέδιο ήταν να βγουν στους δρόμους με την κάμερα στο χέρι. «Ζαν Λικ, πρέπει να ζητήσεις την άδεια των αρχών», του είπαν. Εκείνος έδειξε το γνωστό σημείο των «μαγαζιών» και άφησε να ακουστεί το γνωστό «ζαμάν φου». Ετσι, χωρίς άδεια γυρίστηκε η ταινία. Και κάθε μέρα, πριν από τα γυρίσματα έγραφε σε κάποια μπακαλόχαρτα τους διαλόγους που θα έλεγαν ο Μπελμοντό με τη Σίμπεργκ. Από αυτή την αναταραχή, την καταστρατήγηση όλων των κανόνων και όλων των διαδικασιών προκύπτει μια ιστορία που μας έστειλε αδιάβαστους να παραμιλάμε σαν να είχαμε δει, σε απόσταση αναπνοής, τα μπαλκόνια της Μπριζίτ Μπαρντό. Ο Μισέλ (Μπελμοντό), αδέκαρος μικροκακοποιός που του αρέσει να μιμείται τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, κλέβει μια αμερικανική λιμουζίνα και πάνω στο κυνηγητό πυροβολεί και σκοτώνει έναν μπάτσο. Παράνομος και καταζητούμενος καταφέρνει να κρυφτεί στο διαμέρισμα της Πατρίτσιας (Τζιν Σίμπεργκ), Αμερικανίδας που γουστάρει δημοσιογραφία και που βγάζει το ψωμί της πουλώντας την «ΗeraΙd Τribune». Ο Μισέλ την πέφτει, η Πατρίτσια αντιστέκεται, τελικά την κουτουπώνει, κάποια στιγμή του λέει «είμαι έγκυος» και όταν μαθαίνει ότι η Αστυνομία τον κυνηγάει, εκείνη ως νομοταγής αμερικανίδα τον καρφώνει. Ο διάλογος χαρακτηριστικός. Πατρίτσια: «Qu΄ est ce qu΄ il a dit?» («Τι είπε;», εννοεί τον Μισέλ, δηλαδή τον Μπελμοντό). Βιτάλ (ο μπάτσος): «Ιl a dit que vous etes vraiment une degueulasse» («Είπε ότι είσαι σκρόφα»). Πατρίτσια: «Qu΄ est ce que c΄ est degueulasse?» («Τι πάει να πει degueulasse?», δηλαδή σκρόφα). Τι είναι όλα αυτά; Μα φυσικά η μεταμοντέρνα εκδοχή ενός κλασικού φιλμ νουάρ με χαφιέ την αιώνια femme fatale. Μe ένα λόγο- για να σε κουφάνωDJ ο Γκοντάρ πριν καν γεννηθεί ο Ταραντίνο και η νέα αμερικανική γενιά. Αρπα μια πρωτοπορία και τσιμουδιά!
Δημήτρης Δανίκας ΤΑ ΝΕΑ