Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

FOXCATCHER 11 Δεκεμβρίου 2014 στους κινηματογράφους


FOXCATCHER

ΤΟΥ ΜΠΕΝΕΤ ΜΙΛΕΡ

 Ημερομηνία κυκλοφορίας: 11 Δεκεμβρίου 2014


ΣΤΙΒ ΚΑΡΕΛ ΤΣΑΝΙΝΓΚ ΤΕΪΤΟΥΜ ΜΑΡΚ ΡΑΦΑΛΟ
ΒΑΝΕΣΑ ΡΕΝΤΓΚΡΕΪΒ ΣΙΕΝΑ ΜΙΛΕΡ


ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΓΙΑ 5 ΟΣΚΑΡ
Α' ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ
Β' ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ
ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ
ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ ΣΕΝΑΡΙΟΥ
ΚΑΛΥΤΕΡΟΥ ΜΑΚΙΓΙΑΖ

ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΓΙΑ 3 ΧΡΥΣΕΣ ΣΦΑΙΡΕΣ
ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
Α' ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ
Β' ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ

 ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΑΝΝΩΝ 2014

  Διάρκεια: 134’


Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, το FOXCATCHER αφηγείται τη σκοτεινή και σοκαριστική ιστορία ενός εκκεντρικού εκατομμυριούχου και δύο πρωταθλητών στην πάλη, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων της Σεούλ, το 1988. Μια συγκινητική ιστορία αδερφικής αγάπης, τυφλής πίστης και διαφθοράς που συνοδεύει τη δύναμη και τον πλούτο. Ο υποψήφιος για Όσκαρ για τα CAPOTE και MONEYBALL, Μπένετ Μίλερ, διερευνά για ακόμη μία φορά μεγάλα κοινωνικά ζητήματα μέσα από πορτραίτα αληθινών ανθρώπων.

ΣΥΝΟΨΗ

Ο Χρυσός Ολυμπιονίκης Μαρκ Σουλτζ λαμβάνει μια πρόσκληση από τον εκατομμυριούχο Τζον Ντυ Ποντ, να μετακομίσει στις εγκαταστάσεις του για να προπονήσει μια ομάδα παλαιστών για τους Ολυμπιακούς της Σεούλ του 1988. Δέχεται με ενθουσιασμό, καθώς το βλέπει και σαν μια ευκαιρία να ξεφύγει από τη σκιά του αδερφού του, Ντέιβ. Ο Ντυ Ποντ από την πλευρά του, θέλει τον άπιαστο σεβασμό των συνομηλίκων του και της πάντα επικριτικής μητέρας του. Κολακευμένος από την προσφορά, ο Μαρκ βλέπει τον Ντυ Ποντ ως πατρική φιγούρα κι αναζητά συνεχώς την επιβεβαίωση του.
Η άστατη προσωπικότητα όμως του Ντυ Ποντ, σύντομα θα παρασύρει το Μαρκ σε ένα νοσηρό τρόπο ζωής, κι απειλεί να υπονομεύσει την προετοιμασία του.  Η εμμονή του με το Ντέιβ και την αποφασιστικότητα που αποπνέει, θα τροφοδοτήσει την παράνοια του, και οι τρεις τους θα οδεύσουν προς μια τραγωδία που κανείς δε θα μπορούσε να έχει προβλέψει.

Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Όλες οι ταινίες του Μπένετ Μίλερ, συμπεριλαμβανομένου και της πρώτης, το ντοκιμαντέρ THE CRUISE, επικεντρώνονται σε αληθινούς χαρακτήρες με έντονες προσωπικότητες.
«Λίγους μήνες αφού βγήκε το Καπότε, έλαβα ένα γράμμα από τη Χάρπερ Λι. Έλεγε ότι η ταινία ήταν μια επίδειξη της μυθοπλασίας ως μέσο για την αλήθεια. Υπήρχαν πολλά στοιχεία στην ταινία που είχαμε επινοήσει όπως τόνισε, αλλά τελικά έλεγε την αλήθεια για τον Καπότε. Αυτό προσπάθησα να κάνω με το Foxcatcher”, λέει ο Μίλερ. Ο Μίλερ άκουσε για πρώτη φορά την ιστορία του Ντυ Ποντ και των αδελφών, όταν οι παραγωγοί Μάικλ Κόλμαν και Τομ Χέλερ του έδειξαν ένα άρθρο σε μια εφημερίδα σχετικά με το θέμα. «Οι συνθήκες έμοιαζαν κωμικές και παράλογες, αλλά η κατάληξη ήταν τραγική και πραγματική», λέει ο Μίλερ. «Όσα συνέβησαν εκεί ήταν τόσο μακρυά από τις προσωπικές μου εμπειρίες, ωστόσο μου ήταν οικεία. Υπήρχε κάτι πέρα από τα γεγονότα, που δεν έδειχνε καθόλου περίεργο. Ίσα- ίσα».
Ενώ αρχικά η θέληση του να μεταφέρει την ιστορία στη μεγάλη οθόνη ήταν άμεση, η έρευνα θα κατέληγε να του πάρει αρκετά χρόνια. «Ήθελα να μάθω όσα ο κόσμος δε γνώριζε για την ιστορία, κι αυτό παίρνει πάντα χρόνο. Πρόκειται για μια ιστορία με άβολες αλήθειες, όλοι όσοι μίλησα δείχνανε διστακτικοί, σα να ήθελαν να κρύψουν κάποιες πτυχές της».
Ο Μίλερ ταξίδεψε σε όλη τη χώρα για να μαζέψει υλικό και να συναντήσει κόσμο. Συνάντησε το Μαρκ Σουλτζ, τη σύζυγο του Ντέιβ, Νάνσυ, φίλους τους και συναδέλφους, ανθρώπους που είχαν εργαστεί για το Ντυ Ποντ, αστυνομικούς, και οποιονδήποτε μπορεί να είχε κάτι να πει για την ιστορία. Παρόλο που ο Ντέιβ ήταν λίγο μεγαλύτερος από το Μαρκ, δεν είχαν την τυπική αδερφική σχέση. Οι γονείς τους χώρισαν όταν ήταν ακόμη πολύ μικροί, κι ο Ντέιβ ανέλαβε ένα πατρικό ρόλο για το Μαρκ. Ο Μαρκ είχε τρομερή αγάπη για τον αδερφό του- βασιζόταν σε εκείνον για ψυχολογική και συναισθηματική υποστήριξη, τον έβλεπε ως συνάδελφο και ως προπονητή στην πάλη. Ταυτόχρονα όμως, τον ζήλευε πάρα πολύ, και η ζήλια του αυξανόταν με τα χρόνια. «Ο Μαρκ ήταν πάντα ο μικρός αδερφός, που δε μπορούσε να σταθεί μόνος του στα πόδια του, που δεν ήξερε πως γινόντουσαν τα πράγματα αν δεν είχε τον αδερφό του. Βασιζόταν πάντα στο Ντέιβ, κι αυτό τον απέτρεπε από το να έχει τη δική του ζωή, τη δική του καριέρα, και το δικό του σεβασμό από τον κόσμο».
Η περίπλοκη ευαισθησία του Μαρκ, τον οδηγούσε να στρέφει το θυμό του στον εαυτό του, όσο και στους αντιπάλους του στην πάλη- υπήρξαν στιγμές που χτύπαγε τον ίδιο του τον εαυτό. «Δε νομίζω ότι θα μπορούσε κανείς να τιμωρήσει το Μαρκ, όσο τιμωρούσε ο ίδιος τον εαυτό του. Γίνεται σκληρός για να αντιμετωπίσει τον κόσμο με την αυτοτιμωρία», αναφέρει ο Τέιτουμ.
Η περίπλοκη δυναμική μεταξύ των δύο αδερφών, απεικονίζεται ζωηρά στη σκηνή που παλεύουν μεταξύ τους: ξεκινάει σα χορός, με το Ντέιβ να διορθώνει και να καθοδηγεί το Μαρκ με χαλαρότητα. «Υπάρχει πραγματική στοργή μεταξύ των δύο αντρών, και τόση ανείπωτη επικοινωνία», λέει ο Ράφαλο. «Είναι όσο οικεία μπορεί να είναι μια σχέση μεταξύ δύο αντρών». 
Σταδιακά, τα συναισθήματα του Μαρκ αρχίζουν να ξεχειλίζουν από επιθετικότητα και να κάνουν πραγματική ζημιά. «Ο Μαρκ είναι μεγαλύτερος, πιο επιθετικός και πιο δυνατός, αλλά ο Ντέιβ τον επηρεάζει ψυχολογικά. Ταυτόχρονα, παρατηρούμε όμως ότι ο Μαρκ είναι ιδιαίτερα ταλαντούχος», λέει ο Ράφαλο. Η σχέση έρχεται σε ρήξη, όταν ο Μαρκ βλέπει ότι ο Ντέιβ θέλει να προχωρήσει με τη ζωή του. Αναφέρει σχετικά ο Ράφαλο: «Υπάρχει μια βαθιά σύνδεση μεταξύ των δύο, σχεδόν αλληλοεξαρτόμενη, που είναι μη υγιής όσο προχωρούν στον κόσμο. Όταν ο Ντέιβ άρχισε να εξελίσσεται, ο Μαρκ το εξέλαβε ως προδοσία. Ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση, καθώς ο Ντέιβ ήθελε να προχωρήσει, ενώ ο Μαρκ δεν είχε κάτι άλλο πέρα από τον ίδιο και την πάλη».
Αυτή την ευαίσθητη στιγμή, καλεί ο ΝτυΠοντ το Μαρκ στο Foxcatcher.
«Νομίζω ότι ο Μαρκ φοβόταν πολλά πράγματα», λέει ο Τέιτουμ. «Δεν εμπιστεύεται κανέναν. Πιστεύει ότι επιτέλους κάποιος τον αντιμετωπίζει όπως του αξίζει. Δεν καταλάβαινε ακριβώς που έμπλεκε, αλλά θεωρούσε ότι ήταν η ευκαιρία του να πάρει την προσοχή και το σεβασμό που πάντα ήθελε, και να διαχωρίσει τον εαυτό του από το Ντέιβ».
«Ενώ οι προσδοκίες ήταν υψηλές, ο εορτασμός των επιτυχιών ήταν ανύπαρκτος», αναφέρει ο Κάρελ. «Η μητέρα του, με βάση όλες τις πηγές, ήταν μια ψυχρή γυναίκα. Ήταν κοντά, αλλά δε λάμβανε στοργή από εκείνη- τη φύλαγε για τα άλογα της.  Νομίζω ότι η πάλη ήταν σημαντική για εκείνον, γιατί ήταν μια προσωπική επιλογή που δεν ταίριαζε στην ανατροφή του. Ήταν ένας τρόπος να βγει από τη σκιά της μητέρας του.» Ο Κάρελ είναι διστακτικός στο αν θα πρέπει να κριθεί ο Ντυ Ποντ για τις πράξεις του. «Δε τον αντιμετωπίζω ως τέρας. Τον βλέπω σαν κάποιον που έκανε κάτι τραγικό, αλλά ήταν άρρωστος πνευματικά. Ήταν ένα πολύ θλιμμένος και προβληματικός άνθρωπος».
Ο Ντυ Ποντ είχε δοκιμάσει προηγουμένως άπειρους τρόπους να αφήσει το σημάδι του στον κόσμο: ως ορνιθολόγος, φιλοτελιστής και φιλάνθρωπος, εκπαιδευόμενος για το Ολυμπιακό Πένταθλο και ευεργέτης για παιδικά αθλήματα. Επικεντρώθηκε τελικά στη διάσωση της αμερικάνικης πάλης, χτίζοντας τις εγκαταστάσεις Foxcatcher, και όντας ο μεγαλύτερος χρηματοδότης του αθλήματος. «Ήταν πολύ ανταγωνιστικός», λέει ο Κάρελ. «Λαχταρούσε για αναγνώριση. Ήθελε ο κόσμος να τον θαυμάζει, όπως θαύμαζε το Ντέιβ Σουλτζ. Ποτέ δεν κατάφερε όμως να κερδίσει αυτό το σεβασμό. Ήθελε να είναι ο φίλος,, αλλά κι αυτός που θα είχαν όλοι πιο ψηλά από τους άλλους».
Ο Τέιτουμ και ο Ράφαλο δεν είχαν απλά να ενσαρκώσουν τους χαρακτήρες τους, αλλά να μάθουν και πάλη, όπως και τις ιδιαίτερες κινήσεις στο άθλημα των αδελφών Σουλτζ. Ξεκίνησαν την προπόνηση ξεχωριστά με το χορογράφο Τζέσε Τζάντζεν τον Ιούνιο του 2012, και στη συνέχεια μαζί. «Προκαλώ όποιον πιστεύει ότι το άθλημα του είναι πιο δύσκολο να το δοκιμάσει. Ήταν η πιο επίπονη ταινία που έκανα ποτέ. Δε θέλω να ξαναπαλέψω», είπε ο Τέιτουμ.
Ο Τέιτουμ ήταν ο μόνος από τους τρεις άντρες που έπρεπε να παίξει μπροστά στον άνθρωπο που ενσάρκωνε: «Ήταν πολύ δύσκολο για το Μαρκ να παρακολουθήσει και να έχει πραγματική εικόνα του τι κάναμε, γιατί έχει κατά νου τα πραγματικά γεγονότα. Υπήρξαν στιγμές που ήταν πολύ βοηθητικός, κι άλλες που ήταν αδύνατο να διαχωρίσει τα συναισθήματα του για τις απαιτήσεις του ρόλου».

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΝΤΥ ΠΟΝΤ

Μια δυναστεία βιομηχανικών επιχειρήσεων και αμύθητου πλούτου, η οικογένεια Ντυ Ποντ έχει μία από τις παλιότερες κληρονομιές της αμερικανικής ιστορίας. Οι ρίζες της ξεκινούν κάπου στη Γαλλία του 18ου αιώνα. Ο Πιέρ Ντυ Ποντ ήταν έμπιστος του Βασιλιά Λουδοβίκου του 16ου- ο γιος του ήταν μαθητευόμενος του Αντουάν –Λοράν Ντε Λαβουαζιέ, που θεωρείται πατέρας της μοντέρνας χημείας. Την εποχή που οι Γάλλοι φημίζονταν για την πυρίτιδα που κατασκεύαζαν, εκείνος έμαθε όλες τις λεπτομέρειες για την κατασκευή της. Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, έφυγε με τον πατέρα του για την Αμερική (Οκτώβριος 1799). Εκεί ίδρυσε το δικό του μύλο πυρίτιδας το 1802, και δημιούργησε ένα προϊόν, που θα επηρέαζε την ιστορία των ΗΠΑ για περίπου 200 χρόνια. Γνώρισε τεράστια επιτυχία αρχικά, αλλά η εταιρία χρεοκόπησε όταν έπεσε στα χέρια του γιου του, Άλφρεντ κι εξαιτίας μιας σειράς εκρήξεων στο μύλο που κόστισε τη ζωή σε 18 εργάτες. Σύντομα ανέλαβε ο μικρός του αδελφός Χένρυ και σταδιακά έγιναν οι κύριοι προμηθευτές του Εμφύλιου Πολέμου και της κατασκευής του σιδηρόδρομου στη Δυτική Αμερική.
Οι ίδιοι δημιούργησαν τις Nylon, Teflon, Mylar, Kevlar και Lycra.
Σήμερα οι Επιχειρήσεις ΝτυΠοντ αξίζουν περίπου 50 δισεκατομμύρια δολλάρια, κι εξυπηρετούν περισσότερες από 70 χώρες παγκοσμίως.  
ΣΤΙΒ ΚΑΡΕΛ (Τζον Ντυ Ποντ)

Ο Στιβ Κάρελ οφείλει την αναγνώριση του στις εμφανίσεις του στο βραβευμένο με Έμμυ “The Daily Show with Jon Stewart” . Το 2011, ολοκλήρωσε γυρίσματα για την αμερικανική εκδοχή της βρετανικής τηλεοπτικής σειράς «The Office». Το 2006, είχε αποσπάσει Χρυσή Σφαίρα για την ερμηνεία του ως Μάικλ Σκοτ στη σειρά. Ήταν επίσης υποψήφιος για 6 Βραβεία Έμμυ.
Αποδεικνύοντας ότι το ταλέντο του εκτείνεται πέρα από την υποκριτική και το γράψιμο, διευθύνει και τη δική του εταιρία παραγωγής Carousel Productions.
Ο πρώτος του πρωταγωνιστικός ρόλος για τη μεγάλη οθόνη ήταν στο «Παρθένος Ετών 40» το οποίο έγραψε μαζί με το σκηνοθέτη Τζουντ Άπατοου.
Γεννημένος στη Μασαχουσέτη, ζει μόνιμα στο Λος Άντζελες με τη σύζυγο του Νάνσυ Κάρελ (“Saturday Night Live”), και τα δύο τους παιδιά.

ΤΣΑΝΙΝΓΚ ΤΕΪΤΟΥΜ (Μαρκ Σουλτζ)

Ο Τσάνινγκ Τέιτουμ είναι ένας από τους πιο περιζήτητους ηθοποιούς και παραγωγούς σήμερα. Το 2006 είχε λάβει μια υποψηφιότητα στα Βραβεία Independent Spirit και στα Gotham για την ερμηνεία του στο «Εγχειρίδιο Αναγνώρισης Αγίων». Ο Τέιτουμ γεννήθηκε στην Αλαμπάμα και μεγάλωσε στη Φλόριντα. Σήμερα ζει στο Λος Άντζελες με τη σύζυγο του Τζένα Ντιούαν και την κόρη τους.

ΜΑΡΚ ΡΑΦΑΛΟ (Ντέιβ Σουλτζ)

Ο υποψήφιος για Όσκαρ Μαρκ Ράφαλο, ελίσσεται εύκολα μεταξύ κινηματογράφου και θεάτρου. Οι υποκριτικές του ικανότητες βρίσκουν τις ρίζες τους στο θέατρο, όπου απέσπασε την προσοχή του κοινού για πρώτη φορά με την ερμηνεία του στο “This is Our Youth,” για την οποία και τιμήθηκε με το Βραβείο Lucillel Ortel Καλύτερου Ηθοποιού. Το 2000, σκηνοθέτησε για πρώτη φορά για το θεατρικό σανίδι το “Margaret” για το θέατρο Hudson Backstage στο Λος Άντζελες.
Ο Ράφαλο υπήρξε υποψήφιος για Όσκαρ, Βραβείο του Screen Actors Guild, BAFTA και Independent Spirit για την ερμηνεία του στο «Τα παιδιά είναι εντάξει» της Λίσα Τσολοντένκο το 2010.
Το 2011, έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το «Μεταφυσικό... ταλέντο» (Sympathy for delicious), που απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ του Σάντανς.
Ο Ράφαλο είναι υπέρμαχος της αντιμετώπισης των κλιματικών αλλαγών, και της αναζήτησης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το Μάρτιο του 2011, ίδρυσε τη Water
Defense για να αυξήσει την ευαισθητοποίηση σχετικά με τις επιπτώσεις της εξόρυξης ενέργειας στο νερό και τη δημόσια υγεία. Πρόσφατα έλαβε για το έργο του το Βραβείο Global Green Millennium Award for Environmental
Leadership, το Βραβείο του Ιδρύματος Meera Gandhi Giving Back και το Βραβείο Big
Fish του Riverkeeper. Το περιοδικό Time, τον συμπεριέλαβε το 2012 στη λίστα με τους “People Who Mattered”.
Ζει μόνιμα στη Νέα Υόρκη με την οικογένεια του.

ΜΠΕΝΕΤ ΜΙΛΛΕΡ

Ο υποψήφιος για Όσκαρ σκηνοθέτης Μπένετ Μίλερ, είναι ιδιαίτερα γνωστός για τις ταινίες MONEYBALL (2011) και CAPOTE (2005).
Το MONEYBALL ήταν υποψήφιο για έξι συνολικά Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας, τέσσερις Χρυσές Σφαίρες και δύο Βραβεία του Screen Actors Guild, όπως και για Βραβεία AFI, BAFTA, PGA και WGA.
Ο Μίλερ ήταν υποψήφιος για Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας για το CAPOTE, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, και τιμήθηκε για την ερμηνεία του με το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου. Για το CAPOTE, ο Μίλερ ήταν επίσης υποψήφιος για Βραβείο Σκηνοθεσίας από τα  BAFTA, το New York Film Critics
Circle και Directors Guild of America.
Ο Μίλερ έκανε το ντεμπούτο του το 1998, με το ντοκιμαντέρ THE CRUISE, ένα ποτρέτο του Νεοϋρκέζου ξεναγού Τίμοθυ Λέβιτς.

Ο Μίλερ σκηνοθετεί επίσης διαφημιστικά για την τηλεόραση, μουσικά βίντεο κλιπ, ενώ πρόσφατα σκηνοθέτησε μικρού μήκους ταινίες για την τελετή των Όσκαρ και την Εθνική Δημοκρατική Συνέλευση. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: