Βραβείο Movies that matter Φεστιβάλ Rotterdam 2007
Oι ουλές του πολέμου αφήνουν βαθιά σημάδια…
«Πολύ δυνατό, γεμάτο ενέργεια που σε ζαλίζει…» εφημερίδα Guardian
«Δεικτικό κι αποκαλυπτικό, άκρως επίκαιρο…» περιοδικό Screen
«Μου αρέσει ο θόρυβος στις εικόνες μου, δεν θεωρώ τον θόρυβο ψεγάδι της εικόνας. Με τον θόρυβο ένα πλάνο, ακόμη και όταν είναι στατικό, ζει, αναπνέει…»
Μάθιου Μακ Νούλτι, Γκέραρντ Κήρνς, Λέο Γκρέγκορι, Σών Ντούλεϊ Σενάριο : Τόνι Μάρτσαντ Σκηνοθεσία : Μάρκ Μούντεν Διάρκεια: 87’ Δύο νεαροί άντρες βιώνουν τον πόλεμο για πρώτη φορά, υπηρετώντας στον Βρετανικό στρατό κατά την κατοχή του Ιράκ. Όταν ο αρχηγός τους σκοτώνεται σε περίπολο, το ηθικό της ομάδας καταρρακώνεται. Υπακούοντας σε διαταγές συγκεντρώνουν ύποπτους, και με την αλυσίδα της διοίκησης να έχει σπάσει, τα γεγονότα που ακολουθούν είναι εκτός ελέγχου. Επιστρέφουν από τη θητεία τους με φανταχτερές φωτογραφίες και μυστικά του τι έγινε πραγματικά, μέχρι που οι συνέπειες των πράξεων τους θα βγουν στην επιφάνεια. Ο ένας θα νιώσει το βάρος των πράξεων τους ενώ ο άλλος θα θελήσει να μείνει πιστός στο τάγμα του, όμως όλοι τους έχουν μερίδιο ευθύνης, όλοι τους φέρουν το σημάδι του Κάιν. . Ένα δυνατό πολεμικό δράμα που χρησιμοποιεί λεπτομέρειες αληθινών καταστάσεων για να διηγηθεί μια ιστορία εμπνευσμένη από τα πρόσφατα γεγονότα στον πόλεμο του Ιράκ. Με παρελθόν κυρίως τηλεοπτικών δημιουργιών, ο σκηνοθέτης της ταινίας, γνωστός για τη σειρά «VANITY FAIR», μας δίνει με τη πρώτη του κινηματογραφική ταινία, μια σοβαρή και στιβαρή δημιουργία, που πολλοί κριτικοί τη σύγκριναν με το «Γκουαντανάμο». Η ταινία ξεσήκωσε ήδη πολλές αντιδράσεις στην Αγγλία, ενώ η Διεθνής Αμνηστία, συμπεριέλαβε προβολή της σε όλες τις εκδηλώσεις που οργανώνει για φέτος.
"Να φας όλο το φαγητό σου, αλλιώς...". Κανείς από τους ήρωες ενός καθημερινού δράματος δε θα μπορούσε να τελειώσει τη φράση. Ένα κοριτσάκι που τρώει ό,τι βρίσκει μπροστά του, η μητέρα του που προσπαθεί να χάσει και τα λιγοστά κιλά που της έχουν απομείνει, ο πατέρας του που ψάχνει την τρυφερότητα στην τρυφερή αγκαλιά μιας ζουμερής γυναίκας, η καλόγρια δασκάλα του που απεργεί πείνας για να σώσει τον κόσμο. Η κοινωνία της Δύσης βάζει το δάχτυλο στον οισοφάγο αλλά βγάζει τη βαθιά ανθρώπινη αγωνία που κρύβεται στις πιο απλές συνήθειες. Ο σκηνοθέτης Σιμόν Μπρος, είναι ο πιο γνωστός νέος και πολυβραβευμένος σκηνοθέτης από τη Λατινική Αμερική, στον χώρο της διαφήμισης. Ήδη παραγωγός ταινιών πετυχημένων όπως το «WHO THE HELL IS JULIETTE?», οι πρώτες εντυπώσεις από την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους είναι αρκετά βραβεία και πολύ καλές κριτικές, ενώ ήδη του έγινε η πρόταση από την εταιρεία των αδελφών Γουενστήν (πρώην αφεντικά της MIRAMAX), να γυρίσει ένα ρημέηκ, με αμερικάνους ηθοποιούς. ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ PRINCE FIMCENTER
(Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Ήχου, Φωτογραφίας) Σκηνοθεσία : Αλφρεντ Χίτσκοκ Σενάριο: John Michael Hayes (από το διήγημα του Cornell Woolrich "It Had to be Murder") Φωτογραφία: Robert Burks Μουσική: Φράνς Γουάξμαν Παίζουν: Τζέημς Στίουαρτ Γκρέις Κέλλυ Ετος: 1954 Έγχρωμο Διάρκεια: 112΄
Ένας ριψοκίνδυνος φωτορεπόρτερ βρίσκεται ακινητοποιημένος, με το πόδι στο γύψο, και σκοτώνει την ώρα του ώσπου γίνεται αυτόπτης μάρτυρας του φόνου που διέπραξε ένας από τους απέναντι ενοίκους. Με τη βοήθεια της αγαπημένης του, εξιχνιάζει το έγκλημα. Η επιδραστικότητα της ταινίας στην ιστορία του κινηματογράφου φαίνεται καθαρά στα μοτίβα του «Σιωπηλού μάρτυρα», που μεταφέρθηκαν τροποποιημένα από πολυάριθμούς επιγόνους, από τη «Συνομιλία» του Coppola μέχρι το αντονιονικό Blow up και το «Πουλί με τα κρυστάλλινα φτερά» του Argento.
Ένας αδίστακτος προαγωγός ζητάει από την επαγγελματία πόρνη του να του βρει ένα αθώο μικρό κοριτσάκι, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις… ανάγκες ενός πολύ πλούσιου πελάτη του. Αυτή θα βρει ένα ανήλικο κορίτσι, που όμως θα σκοτώσει τον καλό πελάτη. Η πόρνη θα μαζέψει την ανήλικη και ανάμεσά τους θα αναπτυχθεί μια σχέση ανθρώπινη, σχεδόν οικογενειακή. Όλα αυτά, μέχρι τη στιγμή που ο γιος του θύματος αρχίζει να ψάχνει τους φονιάδες του πατέρα του. Σε όλη την ιστορία, η ηθική είναι δυσδιάκριτη, όμως ο τρόπος και το στιλ της εκδίκησης, που επιλέγει ο τιμωρός-εκδικητής γιος, ξεπερνάει τα όρια της κοινής λογικής και απογειώνεται σε αδιανόητα επίπεδα.
Οι ήρωες της ταινίας (καθώς και οι ηθοποιοί που τους ερμηνεύουν) είναι αυτοί της μικρού μήκους ταινίας, ROYALTY, που γύρισε ο Πολ Άντριου Γουίλλιαμς το 2001. Ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί πόσο σπουδαία είναι η δουλειά του, μέχρι που η ταινία του έγινε ανάρπαστη, τόσο στα Φεστιβάλ, όσο και στις διεθνείς αγορές… Οι κριτικές και τα βραβεία επισφράγισαν την αναγνώριση. Για έναν πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη, που παράγει μια ταινία με μηδαμινό προϋπολογισμό, τέσσερα αστέρια, από πολύ αυστηρούς κριτικούς, όπως και το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη στο πολύ υψηλού επιπέδου Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, δεν είναι και μικρή υπόθεση. Σπάνια μια ταινία συζητιέται τόσο έντονα μετά την προβολή της. Κι όταν αυτό γίνεται, τότε η ταινία έχει επιτελέσει τον ρόλο της, σαν θέαμα πολύ υψηλού επιπέδου…
Mια ιστορία αδελφικής αγάπης, ενστίκτων, επιβίωσης, εκδίκησης, κατά στιγμές ελαφρά υπερβολική, άλλες πάλι απογυμνωμένη από κάθε περιττό ή ψεύτικο στοιχείο, πάντα όμως συναρπαστική και γεμάτη ρυθμό, να η κινητήρια δύναμη πίσω από ένα εντυπωσιακό σκηνοθετικό ντεμπούτο που αποτελεί μία από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς. H ταινία του Bέλγου Mίσα Bαλντ είναι τοποθετημένη στην ανατολική Eυρώπη στα 1810, αλλά ακόμη κι έτσι δεν είναι σε καμιά περίπτωση μια τυπική περιπέτεια εποχής. Aυτό που ενδιαφέρει το σκηνοθέτη είναι η αναμέτρηση των ηρώων με την ίδια τους τη φύση, η ανασύσταση της ουσίας των ανθρώπων σε μια εποχή απόλυτα διαφορετική και ξένη σε σχέση με την εμπειρία του σύγχρονου δυτικού θεατή. O μίτος της αφήγησης αρχίζει να κυλά στις όχθες ενός ποταμού, εκεί που οι δύο κλέφτες αλόγων θα αρπάξουν τα ζώα και μαζί την ίδια την ύπαρξη δύο νεαρών Kοζάκων. Όμως, πριν τα γεγονότα συναντήσουν την τραγική τους συνέχεια, η ιστορία θα γυρίσει πίσω για να χτίσει τις ζωές και τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών της μέσα από μια λιτή αλλά αποκαλυπτική αφήγηση. Όταν ο χρόνος θα επιστρέψει στο κινηματογραφικό παρόν, τα στοιχεία του παζλ θα έχουν μπει στη θέση τους και η τελική πράξη θα κλείσει το φιλμ με τρόπο αντάξιο των υποσχέσεων που είχε αφήσει μέχρι τώρα. Mε λυρισμό και ποιητική διάθεση, με καθαρή ματιά και δίχως να στρέφει το βλέμμα από το σκληρό πρόσωπο της σωματικής βίας ή της οργισμένης εκδίκησης, ο Bαλντ θα δομήσει ένα σύμπαν απόλυτα αυθύπαρκτο και θα επιδείξει μια γοητευτική κινηματογραφική γλώσσα και αφηγηματικές αρετές που μοιάζουν αξιοθαύμαστες για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη. H ταινία του κατορθώνει να χτίσει με λιγοστά υλικά χαρακτήρες που αποτελούν κάτι περισσότερο από σχήματα, να φωτίσει τις εσωτερικές και εξωτερικές πλευρές τους, να σκιαγραφήσει την ηθική τους και να αποφύγει τον πειρασμό να τους τακτοποιήσει σε κατηγορίες «καλών» ή «κακών». Προς τιμήν της δεν προβαίνει σε ηθικές κρίσεις, αναγνωρίζει τα ίδια άλλοθι και τις ίδιες αδυναμίες σε όλους τους εμπλεκόμενους και αφήνει στο θεατή την επιλογή να διαλέξει πλευρά, αν και στην πραγματικότητα στιγμή δεν σε προτρέπει να κάνεις κάτι τέτοιο. Tο μόνο που ζητά είναι να απολαύσεις τις εικόνες, την ιστορία, τους χαρακτήρες, όχι με το μυαλό –και σίγουρα όχι με το μυαλό ενός θεατή του 2008– αλλά με τις αισθήσεις και το ένστικτο, τα μάτια και την ψυχή. Tο αποτέλεσμα όχι απλά σε αποζημιώνει, αλλά μοιάζει σχεδόν καθαρτικό βυθίζοντάς σε στο σκοτάδι των ορμών της ανάγκης και των ενστίκτων, αλλά υψώνοντάς σε εντέλει καθαρό, στο άπλετο φως της ελπίδας.
Ο Truman: Ο Truman Capote έγραψε το Breakfast at Tiffany`s σε μία περίοδο που ήταν ήδη αναγνωρισμένος συγγραφέας αλλά και πολυαγαπημένος προσκεκλημένος των σαλονιών της υψηλής κοινωνίας της Νέας Υόρκης. Ο ίδιος έλεγε πάντα ότι με αυτό το βιβλίο του κλείνει η δεύτερη συγγραφική του περίοδο και ότι η Holly Golightly είναι αναμφισβήτητα η πιο αγαπημένη απ` όλους του τους ήρωες. Παρ` ότι πολλές κυρίες της υψηλής κοινωνίας της Νέας Υόρκης διεκδίκησαν τις δάφνες του πρωτοτύπου πάνω στο οποίο βασίστηκε η Holly, σήμερα είναι σχεδόν βέβαιο ότι η ηρωίδα αποτελεί το alter ego του ιδίου του συγγραφέα. Ο χαρακτήρα μοιάζει να γεννήθηκε για να ξορκίσει τους φόβους και τους πανικούς του εμπνευστή του, αλλά και για να δώσει υπόσταση στις ιδιόρρυθμες αρχές του κακομαθημένου παιδιού της μοντέρνας αμερικανικής λογοτεχνίας. Αυτός ο στενός σύνδεσμος του Capote με το δημιούργημά του ήταν ίσως και ο βασικός λόγος που ο ίδιος επέμενε τον ρόλο στην ταινία να ερμηνεύσει η λατρεμένη του Marilyn Monroe. Τα κοινά παιδικά βιώματα και οι ευαισθησίες που μοιραζόταν με την μοιραία σταρ, τον έκαναν να πιστεύει ότι μόνο αυτή μπορούσε να δώσει σάρκα και οστά στην εύθραυστη και χαριτωμένη μικρή περιοδεύουσα. Την άποψή του δεν ασπάζονταν ούτε το στούντιο ούτε και η ίδια η Marilyn, της οποίας το φυλλοκάρδι έτρεμε στην θέα ρόλων αμφιλεγόμενων, που θα μπορούσαν να αμαυρώσουν την εικόνα της σοβαρής ηθοποιού, εικόνα για την οποία πάσχισε καθ’ όλη την διάρκεια της καριέρας της. Το μυθιστόρημα αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία από τους κριτικούς της εποχής, κατά πως όμως συνήθως συμβαίνει και στο πλαίσιο επαλήθευσης της απειλητικής ρήσης «η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο», σήμερα αντιμετωπίζεται ως κλασσικό διαμαντάκι.
Η Paramount: Η ταινία γυρίστηκε από την Paramount και βγήκε στις αίθουσες το 1961. Μία δεκαετία επαναστάσεων, απαράμιλλης ενεργητικότητας, εξαιρετικής διαύγειας και αξεπέραστου στυλ βρίσκεται στα σπάργανα και τι θα μπορούσε να την προλογίσει καλύτερα από μία ταινία που (στα βήματα του πρωτότυπου κειμένου) υπαινίσσεται καθοριστικές αλλαγές στις ανθρώπινες σχέσεις και μας συστήνει μία νέα φιλοσοφία ζωής της οποίας δομικό στοιχείο είναι η ελευθερία των επιλογών. Οι υπαινιγμοί είναι μικροί, ευανάγνωστοι αλλά καθόλου προκλητικοί. Το στούντιο είναι μεγάλο, η πρωταγωνίστρια πρεσβεύει ό,τι πιο αριστοκρατικό διαθέτει το κινηματογραφικό στερέωμα της εποχής, ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια για «παρεκκλίνοντα» λόγο. Κατόπιν τούτων των διαπιστώσεων γίνεται πλέον προφανής ο λόγος για τον οποίο το λογοτεχνικό κείμενο υπέστη αλλαγές κατά την μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη. Το τέλος διαμορφώνεται έτσι ώστε να αφήνει μία γεύση αισιοδοξίας και ολοκλήρωσης, και το σενάριο προσπαθεί μεθοδικά να εξαλείψει την πιθανότητα να περάσει από το μυαλό του θεατού το αυταπόδεικτο: ότι η Audrey Hepburn σ` αυτήν την ταινία ήταν αυτό που υπήρξε και η Holly Golightly στο βιβλίo: ένα περιοδεύον playgirl! Ο Capote δεν είναι ιδιαιτέρως χαρούμενος με τις επεμβάσεις του στούντιο στο δημιούργημά του. Η ηρωίδα του είναι προορισμένη να ταξιδεύει διαρκώς ψάχνοντας την Ιθάκη της, "a place like Tiffany`s" και όχι να την βρει κατά την εξέλιξη μίας ερωτικής ιστορία προκειμένου να ικανοποιηθεί ο μέσος θεατής. Αυτό ίσως, είναι το σημείο όπου επιβάλλεται να αρχίσετε να αντιμετωπίζετε το βιβλίο και την ταινία ως δύο ξεχωριστά πράγματα που το καθένα διακρίθηκε τόσο για ίδιους όσο και για διαφορετικούς λόγους.
Ο Axelrod: Η σεναριακή διασκευή ήταν ευθύνη του George Axelrod, ο οποίος κατόρθωσε να διατηρήσει την «ισορροπία του τρόμου» ανάμεσα στο περιεχόμενο ενός αριστουργηματικού (κατ` εμέ) λογοτεχνικού κειμένου και στις απαιτήσεις ενός κινηματογραφικού έργου. Κράτησε την χαλαρή πλοκή του μυθιστορήματος (εμπλουτίζοντάς την, πάντα με την συνδρομή του σκηνοθέτου, με τα απαραίτητα κωμικά στοιχεία ώστε να μπορεί να «διαβαστεί» κινηματογραφικά) και φυσικά έμεινε πιστός σε μεγάλο βαθμό στην προσωπικότητα της Holly, που είναι το κεντρικό και το πιο σημαντικό στοιχείο. Διατήρησε τον λόγο του συγγραφέα προσπαθώντας ταυτόχρονα να τον συνδυάσει με μία πιο ενισχυμένη δράση προκειμένου η ταινία να μην αποδειχθεί επίπεδη.
Ο Edwards: Ο διάσημος σκηνοθέτης ήταν η ικανοποιητική απάντηση στην ερώτηση της Hepburn «Ποιος είναι αυτός ο Frankenheimerπου θέλετε να σκηνοθετήσει μία ντίβα του βεληνεκούς μου?». Η ανάληψη, λοιπόν, της σκηνοθετικής ευθύνης από τον Edwards συνάντησε την απόλυτη έγκριση της ηθοποιού. Ο Blake Edwards μεταχειρίστηκε το πρωτογενές υλικό με ένα προσεκτικό και ιδιαιτέρως έξυπνο τρόπο. Τόνωσε την πλοκή με χιουμοριστικές ενέσεις (βλ. τον χαρακτήρα του Mickey Rooney) και κάποια σκόρπια, διακριτικά, gags, που υπήρξαν ούτως ή αλλιώς και η ειδικότητά του, και αφηγήθηκε την ιστορία του έχοντας πάντα στο κεντρικό του πλάνο την σπάνια και πικάντικη ομορφιά της πρωταγωνίστριάς του και λίγο πιο πίσω, όχι όμως στην σκιά, την στιβαρή παρουσία του οπαδού της Μεθόδου, Peppard. Το αποτέλεσμα? Μία ρομαντική κομεντί με βαθιές ρίζες στο εκκεντρικό «σκέπτεσθαι» του Capote. Σκέφτεστε κάτι καλύτερο?
H Audrey: Η Audrey Hepburn σ` αυτήν την ταινία είχε την ευκαιρία να ερμηνεύσει έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους της καριέρας της. Κυρίως ήταν ο ρόλος που την μετέτρεψε σε ιέρεια της κομψότητας. Η ίδια, μη οπαδός της Μεθόδου, είχε πάντα ενδοιασμούς για το πόσο μπορούσε να «δεθεί» με την Holly και πόσο, τελικά, αποτελεσματικά θα μπορούσε να την ερμηνεύσει. Όπως απέδειξε η ιστορία, η επιλογή του στούντιο ήταν θαυμάσια. Η λεπτεπίλεπτη φυσιογνωμία της ηθοποιού έδωσε σάρκα και οστά στην αιθέρια Holly, η υποκριτική της ικανότητα της έδωσε βάθος, και το αριστοκρατικό προφίλ της γλίτωσε το στούντιο από κακοτοπιές. Η τελική πινελιά? Μία τέλεια προφορά.
50 dollar for the powder room! Τι ευφημισμός!
Ο Peppard: Η ομορφιά του έδεσε εξαίρετα με την ακαταμάχητη γοητεία της συμπρωταγωνίστριάς του. Ο ηθοποιός- πιστός θεράπων της Μεθόδου ερμήνευσε διακριτικά και ευφάνταστα τον –ανώνυμο στο βιβλίο- συγγραφέα που βιώνει αυτήν την σχέση-εμπειρία με την Holly. Η διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση των δύο συμπρωταγωνιστών έφερε ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα. Η εσωστρέφεια του Peppard και τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα που βίωνε συμπλήρωσαν μαγικά τον τρόπο που η Hepburn «διάβαζε» και κατανοούσε τις αντιδράσεις της Holly. Πάντα σε δεύτερο πλάνο, ποτέ όμως παραμελημένος ο Peppard ξεδίπλωσε με άνεση τον χαρακτήρα του Paul Varjak, ενός drifter που συνάντησε το έτερον του ήμισυ. Two drifters off to see the world… και η χημεία των δύο ηθοποιών μας οδηγεί κατευθείαν στο αλλαγμένο φινάλε, που δεν ενοχλεί και τόσο τελικά τους φανατικούς του βιβλίου. Έρχεται ως φυσικό επιστέγασμα δύο πολύ καλών ερμηνειών.
Ο Givenchy: Τα κοστούμια της ταινίας είναι θρυλικά. Με τι άλλο είναι συνώνυμη η κομψότητα αν όχι με την Holly Goligthly μέσα σε μία μαύρη Givenchy βραδινή τουαλέτα, με μαργαριτάρια στον τέλειο λαιμό της και σκούρα γυαλιά ηλίου να στέκεται μπροστά στην βιτρίνα του Tiffany`s? Ο μεγάλος μόδιστρος υπογράφει και σε αυτήν την ταινία τις βραδινές τουαλέτες της μούσας του, Hepburn. Φυσικά όχι μόνος του. Η σιδηρά κυρία της Paramount, Edith Head περιμένει στην γωνία και συνοδεύει τον Hubert De Givenchy στους τίτλους ως costume supervisor, παίρνοντας και αυτή λίγη από την δόξα και βάζοντας όπως λέγεται το χεράκι της στη δημιουργία αυτού που αποτελεί το βασικό κομμάτι κάθε γυναικείας γκαρνταρόμπας ακόμη και σήμερα: του μικρού μαύρου φορέματος. Είναι καμία εκεί έξω που δεν έχει ένα τέτοιο στην ντουλάπα της?
Ο Mancini: Το μουσικό θέμα της ταινίας ανήκει στον Mancini, αγαπήθηκε όσο λίγα, πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα και σήμερα θεωρείται κλασσικό. Ο συνθέτης ήξερε πως θα προσέγγιζε μουσικά την ταινία μόλις διάβασε το βιβλίο, όμως όπως λέει και ο ίδιος τα μεγάλα μάτια της Hepburn, τον ώθησαν να προσθέσει συναίσθημα. Το Moon River γράφτηκε για αυτήν (γράφτηκε μόνο σε μία οκτάβα γιατί οι φωνητικές δυνατότητες της Hepburn δεν επέτρεπαν παραπάνω) και όσο αν αυτό κάνει ενδεχομένως την Julie Andrews να χαμογελάει ειρωνικά, η εκφραστικότητα και ο πηγαίος ερωτισμός με τα οποία το ερμήνευσε ίσως έπαιξε ρόλο στο να πάρει η, περιορισμένων φωνητικών δυνατοτήτων, Audrey μέσα από τα χέρια της καλλιφώνου Julie, τον πολυπόθητο ρόλο της Ωραίας Κυρίας λίγα χρόνια μετά.
Η Ακαδημία: Η ταινία ήταν υποψήφια σε 5 κατηγορίες: καλύτερης ερμηνείας για την Audrey Hepburn, καλύτερης καλλιτεχνικής διεύθυνσης για τους Hal Pereira, Roland Anderson, Sam Comerκαι Ray Moyer, καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου για τον George Axelrod και καλύτερης μουσικής και καλύτερου τραγουδιού για τον Mancini. Έλαβε βραβεία στις δύο τελευταίες κατηγορίες. O Mancini όμως εκτός από το βραβείο έλαβε και ένα γράμμα από την Hepburn «……Everything we cannot say with words or show with action you have expressed for us. You have done this with so much imagination, fun and beauty. You are the hippest of cats - and the most sensitive of composers! Thank you, dear Hank»
Εγώ: Κάθε φορά που ανανεώνω τη σχέση μου με την Holly του λογοτεχνικού κειμένου και με την Holly της ταινίας με κυριεύει αυτήν την ακατανίκητη επιθυμία να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου σ` αυτούς που τη ζωντάνεψαν μπροστά στα μάτια μου. Η ζωή θα ήταν λιγότερo πολύχρωμη αν δεν υπήρχε. Λιγότερo παιχνιδιάρα…
Εσείς:……….
Για τα μάτια σας μόνο…..
Άλκηστις Χαρσούληwww.cine.gr Από την Πέμπτη 19.6.08 στους κινηματογράφους:
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΑΝΝΩΝ 2007 επίσημη συμμετοχή Εκτός Συναγωνισμού
Ο έρωτας, η Τέχνη και ο Θάνατος, σε μιαν άνιση αναμέτρηση για τη σωτηρία της ψυχής…
«Στην έρημο, όπου περιπλανήθηκαν ήρωες, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, ή μαρτύρησαν άνθρωποι σε γκούλαγκ, όπως ο Α. Σολτζενίτσιν, κρύβεται το μυστικό για την ύπαρξη της ζωής; Ή μήπως κρύβεται βαθιά μέσα μας;» Β. ΣΛΕΝΤΟΡΦ
Κάπου στις ατέλειωτες στέπες της Κεντρικής Ασίας κρύβεται ένας θησαυρός. Ένας άντρας φαίνεται να ξέρει το μυστικό και έχει τον αρχαίο χάρτη. Όμως, ο ήρωάς μας, στην ουσία, δεν ζητάει θησαυρούς και δόξα. Ζητάει να σώσει την ψυχή του ή να βρει τη λύτρωσή του από τους προσωπικούς του εφιάλτες… Σε αυτήν την περιπλάνησή του, η μοίρα θα σταθεί ευγενική μαζί του, στέλνοντάς του έναν φύλακα άγγελο, την Ουλτσχάν (μια όμορφη Καυκασιανή), αλλά και έναν καλό φίλο, έναν ξεχασμένο φρικ-σαμάνο… Ο ήρωας έχει να διαλέξει, τώρα, ανάμεσα στην τέχνη της ζωής και τον έρωτα…
Η συνάντηση δυο μεγάλων «δασκάλων» του ευρωπαϊκού σινεμά, του Βόλκερ Σλέντορφ και του σεναριογράφου Ζαν Κλοντ Καριέρ, μας δίνει μια σπουδαία ταινία, για την πορεία του σύγχρονου ανθρώπου προς τη λύτρωση, το πραγματικό νόημα της ύπαρξης, την κάθαρση. Έστω κι αν η ύβρις έχει συντελεστεί από άλλους και ο έρωτας μαζί με την τέχνη προσπαθούν να τον κρατήσουν κοντά τους, ο ήρωάς μας, σαν σύγχρονος Οιδίπους, επιλέγει τον πλέον επίπονο και λυτρωτικό τρόπο. Η τελευταία ταινία του Βόλκερ Σλέντορφ, 28 χρόνια μετά το «Ταμπούρλο», μας φέρνει αντιμέτωπους με την υπαρξιακή αγωνία για την μοίρα της ανθρωπότητας. Ένα ποίημα για τον σκεπτόμενο άνθρωπο, την εποχή που χάνονται όλα… Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να δει κανείς τον Ντέιβιντ Μπένεντ, το μικρό παιδί που έπαιζε στο «Ταμπούρλο», ώριμο άνδρα πια, για να συνειδητοποιήσει το πέρασμα του χρόνου…
Όσκαρ καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας 1960 Συνολικά 17 βραβεία και 8 υποψηφιότητες
Σκηνοθεσία Μπίλι Ουάιλντερ Σενάριο Μπίλι Ουάιλντερ και I.A.L. Diamond Φωτογραφία Τζόζεφ Λασέλ Μουσική Αντολφ Ντάτς Παίζουν Τζακ Λέμον και Σίρλει Μακ Λέιν ΗΠΑ 1960 Ασπρόμαυρο Διάρκεια: 125’
“Shut up and deal!” Υπόθεση: Ο Τζακ Λέμον υποδύεται τον Κ.Κ. Μπάξτερ, έναν μοναχικό χαμηλόμισθο υπάλληλο μιας ασφαλιστικής εταιρίας στη Νέα Υόρκη. Προκειμένου να εξασφαλίσει την άνοδό του στην εταιρία προσφέρει εναλλάξ κάποια απογεύματα τη γκαρσονιέρα όπου διαμένει σε τέσσερις διαφορετικούς διευθυντές τμημάτων της εταιρίας για να στεγάσουν τις εξωσυζυγικές τους σχέσεις.
Το περιοδικό Premiere ψήφισε αυτή την ταινία ανάμεσα στις 50 Καλύτερες Κωμωδίες Όλων των Εποχών το 2006..
O «ψυχαναλυτής» του Χόλιγουντ Με αφορμή την επανέκδοση της «Γκαρσονιέρας», διαλέγουμε τις top 10 ατάκες ενός από τους ευφυέστερους σκηνοθέτες-σεναριογράφους του κλασικού Χόλιγουντ.
«O καλύτερος σκηνοθέτης είναι ο αόρατος σκηνοθέτης».
«Το χειρότερό μου, από το να μη με παίρνουν στα σοβαρά, είναι το να με παίρνουν πολύ στα σοβαρά».
«Είσαι απλώς τόσο καλός όσο το καλύτερο πράγμα που έκανες ποτέ».
«Πρέπει να έχεις ένα όνειρο ώστε να μπορείς να ξυπνάς το πρωί».
«Έχω τις δικές μου δέκα εντολές. Οι εννιά είναι παραλλαγές του ''μην κάνεις τον κόσμο να βαρεθεί''. Και η δέκατη είναι ''να έχεις το final cut''».
«Καθένας που δεν πιστεύει στα θαύματα δεν είναι ρεαλιστής».
«Ξέρετε, πρέπει να σκεφτόμαστε το τελικό προϊόν και να συγχωρήσουμε τη Μέριλιν [Μονρόε] για όλα».
«Αν ο κόσμος δεν πηγαίνει να δει μια ταινία, κανείς δεν μπορεί να τον σταματήσει».
«Δεν είναι απαραίτητο για ένα σκηνοθέτη να ξέρει να γράφει. Βοηθάει όμως πολύ αν ξέρει να διαβάζει».
Σενάριο: Τζο Άισινγκερ, από το μυθιστόρημα του Γκέραλντ Κερς
Φωτογραφία: Μουτζ Γκρινμπάουμ
Μουσική: Μπέντζαμιν Φράνκελ, Φραντζ Γουάξμαν
Ηθοποιοί:
Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ,
Τζιν Τίρνι, Γκούγκι Γουίδερς, Χιου Μάρλοου
Έτος παραγωγής : 1950
Ασπρόμαυρο
Διάρκεια: 101 λεπτά Η νύχτα και η πόλη θεωρείται η καλύτερη ταινία του Ζυλ Ντασέν γιατί συνδυάζει αριστοτεχνικάτον ασπρόμαυρο φωτισμό του εξπρεσιονισμού με την φωτογραφία του φιλμ νουάρ.
Ένας άντρας πληροφορείται τον θάνατο του πατέρα του, που δεν έχει γνωρίσει ποτέ. Όταν αποφασίζει να συναντήσει τον μυστηριώδη άνδρα που έχει τις στάχτες του νεκρού, έρχεται αντιμέτωπος με μια συμμορία εμπόρων ναρκωτικών, ενώ συναντάει και μια γυναίκα που αλλάζει τα πάντα. Μια αστυνομικός ερευνά τον φόνο ενός άντρα που θάφτηκε ζωντανός, ενώ ένας πατέρας αναζητάει τα ίχνη της κόρης του, με τη βοήθεια ενός ιδιωτικού αστυνομικού και μιας οπλισμένης καραμπίνας. Αυτοί οι τρεις, θα συναντηθούν με τον πιο απροσδόκητο τρόπο. Κανένας δεν θα αλλάξει πορεία, κανένας δεν θα κάνει πίσω, ακόμα κι αν αυτό τον οδηγήσει στην καταστροφή.
Συμπληρώνοντας μια αστυνομική τριλογία μυστηρίου, ο σκηνοθέτης των ταινιών «Une affaire privée» και «Cette femme-là», Γκιγιόμ Νικλό, αναδεικνύει τα περίεργα και πετυχαίνει να παρασύρει τον θεατή, με ένα μοντέρνο φιλμ νουάρ, μείγμα επιρροών από Μελβίλ και Ντέιβιντ Λιντς. Oι Τιερί Λερμίτ και Ζοσιάν Μπαλάσκο αναβιώνουν τους ρόλους των προηγούμενων ταινιών. Ο σεναριογράφος, Πιερ Τριβιντίκ, είναι ο νικητής του βραβείου σεναρίου στα φετινά César («Lady Chatterley»), ενώ ο Γκιγιόμ Κανέ κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας, για την ταινία του «Tell no one», γεγονός που τον αναδεικνύει ως τον νεότερο νικητή στην κατηγορία αυτή.