Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

TO KYMA The Wave Die Welle


ΤΟ ΚΥΜΑ
Die Welle
The Wave



"Ώστε πιστεύετε ότι ακόμη μία δικτατορία δεν θα ήταν εφικτή στη Γερμανία...?"
("Ράινερ Βένγκερ")

Σκηνοθεσία: Dennis Gansel
Σενάριο: Dennis Gansel, Todd Strasser, Peter Thorwarth
Παίζουν: Jurgen Vogel, Frederick Lau, Max Riemelt, Jennifer Ulrich, Christiane Paul, Cristina do Rego, Jacob Matschentz, Elyas M'Barek, Maximillian Vollmer, Maximillian Mauff
Διάρκεια: 101'
Είδος: Δραματικό Πολιτικό Θρίλερ
Γλώσσα: Γερμανική
Παραγωγή: Rat Pack Filmproduktion, Christian Becker, Constantin Film
Διεθνής εκμετάλλευση: Cellloid dreams
Βραβείο / Διακρίσεις/ Υποψηφιότητες:
· Χάλκινο βραβείο καλύτερης ταινίας & Χρυσό βραβείο Δεύτερου Ανδρικού Ρόλου (για τον Frederick Lau) στα German Film Awards.
· Υποψηφιότητα για το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής για την Καλύτερη Διεθνή Ταινία στο Φεστιβάλ του Sundance για το 2008.
· Στις 10 επικρατέστερες, για καλύτερη ταινία στα European Film Awards 2008


Σύνοψη
Ένα πείραμα σε ένα σχολείο της Γερμανίας ξεκινά με τις καλύτερες των προθέσεων, αλλά εξελίσσεται σε κάτι άγριο και βίαιο. Ο Ράινερ Βένγκερ, καθηγητής Λυκείου με αναρχικό παρελθόν και πρωτοποριακές ιδέες για την εκπαίδευση, αναλαμβάνει, στο πλαίσιο του μαθήματος της πολιτικής θεωρίας, να διδάξει στους φοιτητές του για την τυραννία. Ο ίδιος, βέβαια, θα προτιμούσε να αναλάβει να μιλήσει για την αναρχία, αλλά σε αυτό τον έχει προλάβει ένας αυστηρός καθηγητής της παλιάς σχολής. Προκειμένου, λοιπόν, να κάνει το μάθημα πιο ενδιαφέρον και με αφορμή το σχόλιο ενός μαθητή του πως «δεν μπορεί σήμερα να ξαναυπάρξει φασισμός, σοφίζεται ένα παιχνίδι ρόλων: Ο ίδιος αναλαμβάνει το ρόλο του ηγέτη και οι μαθητές του το ρόλο των ακολούθων του. Οι τελευταίοι ανταποκρίνονται με ενθουσιασμό στις ανάγκες του «ρόλου». Πειθαρχούν με χαρά σε μια σειρά κανόνων συμπεριφοράς, ονοματίζουν την μικρή κοινωνία τους «Το κύμα», φορούν ένα είδος ενιαίας στολής, επινοούν έναν κοινό χαιρετισμό, φιλοτεχνούν ένα διακριτικό σήμα, μαθαίνουν τελικά να αντιλαμβάνονται ο ένας τον άλλο ως μέλη μιας εκλεκτής ομάδας, όπου όλοι είναι ίσοι με όλους. Ο Μάρκο, γιος διαλυμένης οικογένειας, είναι ίσος επιτέλους με τον πλούσιο συμμαθητή του. Η ντροπαλή, συνεσταλμένη Λϊζα είναι ίση επιτέλους με τα άλλα, δημοφιλή κορίτσια. Ο Τιμ, που βρισκόταν πάντα στο περιθώριο και κινούνταν καμιά φορά και εκτός νόμου, μπαίνει επιτέλους στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και αισθάνεται χρήσιμος. Ο Ντένις, που ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο και αναζητά διαρκώς το νόημα, διοχετεύει επιτέλους κάπου το πάθος του. Ένας μαθητής Τούρκικης καταγωγής είναι ίσος με τον Γερμανό. Μόνο που αν για τα μέλη της ομάδας όλα φαίνονται σωστά, όσοι βρίσκονται στην απ' έξω δείχνουν την δυσπιστία, αν όχι την αγωνία τους. Πρώτες πρώτες, η σύζυγος του Ράινερ, και αυτή καθηγήτρια στο ίδιο σχολείο, αλλά και η νεαρή Κάρο, το κορίτσι του Μάρκο που βρέθηκε στην ομάδα, εξοστρακίστηκε γιατί αρνήθηκε να φορέσει το ίδιο λευκό πουκάμισο με τους υπόλοιπους και παλεύει να δείξει στους υπόλοιπους το πόσο επικίνδυνες είναι οι νέες ιδέες του. Κανείς όμως δεν μπορεί να σταματήσει το «Κύμα» και την καταστροφή που φέρνει μαζί του…

Η ταινία βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο του Martin Rhue (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Todd Strasser), υποχρεωτικό ανάγνωσμα σε πολλά σχολεία της Γερμανίας, που με τη σειρά του είναι εμπνευσμένο από πραγματική ιστορία. Το 1967, ένας καθηγητής ιστορίας στο Λύκειο Cubberley του Πάλο Άλτο με το όνομα Ron Jones εφάρμοσε ένα αντίστοιχο πείραμα στους μαθητές του. Όταν, κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος όπου δίδασκε για τον Εθνικό Σοσιαλισμό, ένας μαθητής του τον ρώτησε για το πώς θα μπορούσε ο λαός της Γερμανίας να αγνοεί για τη σφαγή του Εβραϊκού πληθυσμού, ο καθηγητής δεν μπόρεσε να απαντήσει. Αντ' αυτού όμως, αποφάσισε να δώσει μια μικρή γεύση από τις συνθήκες της εποχής που μελετούσαν. Έτσι, οργάνωσε την τάξη σε μια ομάδα (με το κάθε άλλο παρά αθώο όνομα «το Τρίτο Κύμα», μια άμεση αναφορά στο Τρίτο Ράιχ), πρότεινε σκληρά κανονιστικά μέτρα και εφάρμοσε σε λίγη ώρα ένα μικρό πρόγραμμα αυστηρής πειθαρχίας μέσα στην τάξη, έκπληκτος με την προθυμία με την οποία τον υπάκουαν οι μαθητές του. Το όλο εγχείρημα, που θα κρατούσε μία μόλις μέρα, εξαπλώθηκε ραγδαία σε όλο το σχολείο, όσοι είχαν αντίθετη γνώμη γνώριζαν έναν άτυπο αποκλεισμό, τα μέλη της πρώτης ομάδας άρχιζαν να κατασκοπεύουν το ένα το άλλο, και όσοι αρνούνταν να συμμορφωθούν έπεφταν θύματα βίας. Ο Jones κλήθηκε να επιβάλλει την τάξη μετά από πέντε μέρες. Και τα κατάφερε.

Η δήλωση του σκηνοθέτη
«Έδειχνα ανέκαθεν ειδικό ενδιαφέρον για την ιστορία της Ναζιστικής Γερμανίας. Για το αν θα μπορεί να υπάρξει φασισμός ξανά, για το πώς λειτουργεί το φασιστικό σύστημα, το πώς μπορεί να εκτροχιαστούν οι άνθρωποι από το δρόμο τους. Ήταν κάτι που πάντα με συνάρπαζε. Υποθέτω πως αυτό έχει να κάνει και με την ιστορία της οικογένειάς μου. Ο παππούς μου ήταν αξιωματικός του Τρίτου Ράιχ, κάτι για το οποίο ο πατέρας μου, αλλά και οι δύο θείοι μου, συνάντησαν πολλά και διάφορα προβλήματα στη ζωή τους. Όταν ήμουν νέος συχνά αναρωτιόμουν για το τι θα έκανα αν θα βρισκόμουν σε μια κατάσταση σαν κι αυτή του παρελθόντος. Στο "Wave" η ερώτησή μου είναι το πώς θα μπορούσε να δουλεύει σήμερα ο φασισμός. Θα ήταν πιθανός σήμερα; Θα μπορούσε να ξανασυμβεί αυτό το πράγμα, εδώ και τώρα, σε ένα συνηθισμένο σχολείο στη Γερμανία;... Και πάλι, όταν ήμουν νέος πάντα ευχόμουν να υπήρχε κάτι με το οποίο θα μπορούσα να ταυτιστώ. Ζήλευα τους γονείς μου που έζησαν τη δεκαετία του '60 και το φοιτητικό κίνημα, όπου οι άνθρωποι είχαν ένα είδος κοινού στόχου, προσπαθώντας να αλλάξουν το κόσμο και να κάνουν τη διαφορά. Εγώ μεγάλωσε στη δεκαετία του '80 και του '90, όταν πια υπήρχαν χιλιάδες πολιτικά ρεύματα και ομάδες, αλλά καμιά πραγματική κατεύθυνση. Δεν μπορούσα να ενθουσιαστώ με τίποτα. Κι αυτό μου έλειπε. Αυτό νομίζω πως λείπει και από τα παιδιά σήμερα. Εννοώ, δεν μπορούμε να ορίζουμε τους εαυτούς μας μόνο μέσα από τη μουσική και το ντύσιμο. Νομίζω πως οι άνθρωποι έχουν μια βαθιά ανάγκη για την ουσία, μια ανάγκη που γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Η τάση για τον ατομικισμό και την ιδιώτευση, τη διάσπαση της κοινωνίας σε μικρές ομάδες, δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Σε κάποιο σημείο θα βρεθεί ένα τεράστιο κενό. Και τότε ο κίνδυνος θα είναι ότι κάποιος «-ισμός» θα ξεπεταχτεί και θα θελήσει να γεμίσει αυτό το κενό».

Βιογραφικό του σκηνοθέτη:
Ο Dennis Gensel γεννήθηκε το 1973 στο Ανόβερο. Ενώ σπούδαζε στην Κινηματογραφική Ακαδημία του Μονάχου, γύρισε τις μικρού μήκους «The Wrong Trip» και «Living Game» το 1995 και 1996. Και στις δύο ήταν παραγωγός ο συμφοιτητής του Christian Becker (παραγωγός και του «The Wave») και κέρδισαν το βραβείο F.W.Murnau για την καλύτερη ταινία μικρού μήκους. Μετά την αποφοίτησή του, γύρισε την πρώτη του ταινία «The Phantom» για τη γερμανική τηλεόραση, ένα πολιτικό θρίλερ για την RAF, όπου συνεργάστηκε ξανά με τον Becker αλλά και τον Jurgen Vogel, (τον πρωταγωνιστή του «The Wave»). Το 2001 γύρισε την πρώτη του κινηματογραφική ταινία, τη νεανική σεξοκωμωδία «Girls on top» που γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Το 2004 γύρισε το «Before the fall», μια ιστορία για ένα εσωτερικό σχολείο για νεαρούς Ναζί, σε σενάριο του ιδίου και της Maggie Peren, που διακρίθηκε με πολλά βραβεία σε Φεστιβάλ του εξωτερικού.

Διεθνή media
«Πανέξυπνη εξέταση της σταδιακής δηλητηρίασης ενός Γερμανικού Λυκείου από το φασισμό... Ειδικά ο Βόγκελ είναι εξαιρετικός στην κλιμάκωση του χαρακτήρα του, καθώς το ευχάριστό του πρόσωπο σκληραίνει καθώς γίνεται ο δικτάτορας που φοβόταν».
(James Greenberg, Hollywood Reporter)

«Το να αποκαλέσει κανείς το "The Wave" το γερμανικό "Fight Club" θα ήταν μαζί ακριβές αλλά και παραπλανητικό… Το "Wave" είναι ένα πιο προσγειωμένο δράμα με ένα συγκεκριμένο φόκους: Το να κοιτάξει βαθιά στα μάτια της σημερινής νεολαίας και να συναντήσει εκεί μέσα ακόμα και τους παππούδες της… Στο σύνολό της, μία από τις πιο δελεαστικές “προσφορές” του Sundance».
(Ryan Stewart, Premiere)

«Ο σκηνοθέτης κρατά την ενέργεια της ταινίας σε πολύ υψηλά επίπεδα, με αλλεπάλληλους τριγμούς και το σενάριό του (που έγραψε σε συνεργασία με τον Peter Thorwarth) διατηρεί την σκοπιά του πρωτότυπου πειράματος, ενώ χτίζει αποτελεσματικά την κορύφωση και αναπτύσσει προσεκτικά τους χαρακτήρες του».
(Cody Clark, Daily Herald)



Ένα Σχόλιο:
Από όλα τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τουλάχιστον για τον εικοστό, αν όχι για περισσότερους αιώνες, ίσως μόνο η άνοδος του ναζισμού και τα παρεπόμενά του συνάντησε τη δριμεία καταδίκη που του αναλογούσε. Μπήκε με αρνητικό πρόσημο σε όλα τα ευρωπαϊκά Συντάγματα, η θλίψη που τον ακολούθησε επηρέασε την πολιτική σκέψη, την τέχνη την φιλοσοφία, που έμπαιναν πλέον σε νέα μονοπάτια, αφηγηματικά ενέπνευσε μια ολόκληρη εποποιία για τους διασωθέντες. Οι Γερμανοί, τόσο στον καθημερινό λόγο όσο και στην επίσημη γλώσσα του κράτους, υπονοούν ακόμα και σήμερα μια διάθεση απολογίας, οι Εβραίοι συνέδεσαν άρρηκτα το όνομά της φυλής τους με το ολοκαύτωμα, η Ευρώπη ατενίζει το κοντινό παρελθόν της με λύπη και αποδοκιμασία. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η Γηραιά Ήπειρος δεν έχει ξεχάσει.Όσο εύκολο είναι να αποδοκιμάζει κανείς σήμερα, στην Ευρώπη των ανοιχτών συνόρων, της «ελεύθερης» αγοράς, της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, ένα απολυταρχικό πολιτικό σύστημα και τη βίαια επιβολή ανθρώπου εις άνθρωπον, άλλο τόσο δύσκολο είναι το να βρει κανείς τη ρίζα του κακού, που δεν είναι μια άγνωστη, αφηρημένη δύναμη, αλλά κάτι που φωλιάζει σπερματικά στην ανθρώπινη φύση. Ο καθένας είναι ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο. Ακόμα και αν στοχεύει στο πρώτο, μπορεί να καταλήξει στο δεύτερο.
Το ίδιο κάνουν οι χαρακτήρες που παρασέρνει το «Κύμα»: Οι νεαροί μαθητές ξεκινούν για να αλλάξουν τον κόσμο που τους παραδίδεται –ανεργία, φτώχεια, χάος, πληροφοριακή βόμβα, «έξυπνες» βόμβες, celebrities πιο δημοφιλείς κι από πολιτικές πρόσωπα, απώλεια «Μεγάλων αφηγήσεων», ενοποιητικών ιδεών, ο Θεός πέθανε, ο Μαρξ πέθανε, οι γονείς είναι του «εξήντα οι εκδρομείς» και τα παιδιά τους αμήχανοι παρατηρητές ενός κόσμου που αλλάζει συνέχεια. Πρόκειται όμως για την εποχή των άκρων. Οι νέοι ξεκινούν από το ένα άκρο και καταλήγουν στο άλλο, με την ίδια ευκολία που πλοηγείται κανείς στο διαδίκτυο: από τη μία σελίδα στην άλλη. Από τη μία σελίδα της ιστορίας στην άλλη, και πάλι από εκεί που ξεκίνησαν. Όταν ο ιδεαλισμός δεν βρίσκει αντίκρισμα, μπορεί να γίνει επικίνδυνος.
Αν όμως αυτά ακούγονται αφηρημένα, η έβδομη τέχνη είναι εδώ για να τα φέρνει στη γη, δείχνοντάς μας εκδοχές του εαυτού μας σε μεγέθυνση. Αν προσπαθούσε βέβαια κανείς να βγάλει συμπεράσματα και απαντήσεις για το τι πήγε στραβά στην ιστορία αυτού του κόσμου, μέσα σε 101 λεπτά κινηματογραφικού χρόνου, θα ήταν ή αφελής ή αγνώμων -ειδικά σε μια εποχή στην οποία «κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα». Αν από την άλλη όμως, αν κανείς προσπαθούσε να αρνηθεί τη δύναμη του κινηματογραφικού μέσου ως ιδεολογικού μηχανισμού, θα εθελοτυφλούσε. Στην περίπτωση του «Κύματος», το σινεμά γίνεται το ιδανικό όχημα για να περιγράψει μια νέα συνθήκη ολοκληρωτισμού, αυτής που λαμβάνει χώρα στο γόνιμο, λόγω της αθωότητάς του, πεδίο της εφηβικής ψυχής. Σενάριο «βγαλμένο από τη ζωή», όπως θα έλεγε κάποιο κλισέ, και την ίδια στιγμή larger than life, η ιστορία για μια τάξη στη Γερμανία που καταλήγει να αυτοπροσδιορίζεται ως περιούσιος πληθυσμός, διδάσκει, χωρίς διδακτισμό, απλά αλλά ποτέ απλοϊκά, ένα από τα πιο έντονα σε ρυθμούς και συναισθηματικά φορτισμένα μαθήματα κινηματογράφου στην ιστορία του μέσου.
Και ο σκηνοθέτης της το πετυχαίνει, με τον τρόπο που το έκανε και ο μαθητής που ξεσήκωσε το «Κύμα»: με μια ερώτηση!
Στους εαυτούς μας και στους γύρω μας:
«Μπορεί να ξαναγεννηθεί ο ναζισμός;».
Μπορεί να υπάρξει ένας άλλος κινηματογράφος;



ΙΣΤΟΡΙΚΟ:
Οι λεπτομέρεις του "πειράματος" αυτού δεν έγιναν γνωστές για αρκετά χρόνια, παρά το μεγάλο ενδιαφέρον του. Το 1972 ο Τζόουνς δημοσίευσε ένα διήγημα όπου περιέγραφε ορισμένες λεπτομέρειες, και το 1981 διασκευάστηκε σε ταινία (κερδίζοντας βραβείο Έμμυ). ο συγγραφέας Τοντ Στράσσερ, με το ψευδώνυμο Μόρτον Ρου, έγραψε το μυθιστόρημα “Το Κύμα”, βασισμένο πάνω στην ταινία αλλά και τη διήγηση του Τζόουνς. Το βιβλίο γνώρισε επιτυχία, και στη Γερμανία προτεινόταν σαν ανάγνωσμα στα σχολεία. Διασκευάστηκε σε θεατρικό έργο και μιούζικαλ. Αργότερα, ο Τζόουνς αποκάλυψε την πλήρη δική του εκδοχή της ιστορίας, ορισμένες λεπτομέρεις από την οποία αμφισβητήθηκαν, κυρίως για το μέγεθος που απέκτησε το φαινόμενο μέσα στο σχολείο, αλλά και το κατά πόσον οι μαθητές μέλη του Κύματος συμμετείχαν όλοι σοβαρά. Το πείραμα προσέλκυσε το ενδιαφέρον του ψυχολόγου Φίλιπ Ζιμπάρντο, που αρκετά αργότερα διεξήγαγε το πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ, που και αυτό αφορούσε συνθήκες υπακοής/καταπίεσης.







ΤΟ
ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΠΟΥ ΒΑΣΙΣΤΗΚΕ Η ΤΑΙΝΙΑ

ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΥΜΑ
του Ron Jones (1972)

Για χρόνια κρατούσα ένα παράξενο μυστικό. Μοιραζόμουν αυτή τη σιωπή με διακόσιους μαθητές. Χτες συνάντησα έναν από αυτούς τους μαθητές. Για μια στιγμή όλα ξαναγύρισαν στο μυαλό μου. Ο Στηβ Κονίτζιο ήταν μαθητής μου στο μάθημα της Παγκόσμιας Ιστορίας. Πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλον μάλλον τυχαία. Είναι μια από αυτές τις συμπτώσεις που συμβαίνουν στους καθηγητές, τη στιγμή ακριβώς που δεν το περιμένουν. Περπατάς στο δρόμο, τρως σ’ ένα απόμερο εστιατόριο, ή βρίσκεσαι να αγοράζεις εσώρουχα, όταν εντελώς ξαφνικά ένας πρώην μαθητής σου πετάγεται από το πουθενά και σου λέει καλημέρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο Στηβ να τρέχει στο δρόμο φωνάζοντας «Κύριε Τζόουνς, κύριε Τζόουνς!». Χαιρετιόμαστε μ’ ένα αμήχανο αγκάλιασμα. Έπρεπε να σταθώ για ένα λεπτό για να θυμηθώ. Ποιος είναι αυτός ο νεαρός που με αγκαλιάζει; Με φωνάζει κύριο Τζόουνς. Θα πρέπει να είναι πρώην μαθητής. Πως τον λένε; Στα κλάσματα δευτερολέπτου που διήρκεσε το ταξίδι μου πίσω στο χρόνο, ο Στηβ αντιλήφθηκε την απορία μου και έκανε ένα βήμα πίσω. Μετά χαμογέλασε, και αργά σήκωσε το χέρι του, κρατώντας το κάπως λυγισμένα. Θεέ μου, ήταν μέλος του Τρίτου Κύματος. Είναι ο Στηβ, ο Στηβ Κονίτζιο. Καθόταν στη δεύτερη σειρά. Ήταν ευαίσθητος και ξύπνιος μαθητής. Έπαιζε κιθάρα και του άρεσε το θέατρο.
Στεκόμασταν ακίνητοι ανταλλάσσοντας χαμόγελα, όταν, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, σήκωσα το χέρι μου κρατώντας το σε σχήμα καμπύλης. Ο χαιρετισμός είχε δοθεί. Δύο σύντροφοι συναντιούνταν χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Το Τρίτο Κύμα ήταν ακόμα ζωντανό. «Κύριε Τζόουνς, θυμάστε το Τρίτο Κύμα;». Φυσικά και το θυμάμαι, ήταν ένα από τα πιο τρομακτικά γεγονότα που βίωσα μέσα στην σχολική αίθουσα. Και ήταν συγχρόνως η γέννηση ενός μυστικού που εγώ και διακόσιοι μαθητές θα μοιραζόμασταν θλιμμένα για το υπόλοιπο της ζωής μας.
Μιλούσαμε και γελούσαμε με το Τρίτο Κύμα για τις επόμενες ώρες. Ύστερα ήταν η ώρα να χωριστούμε. Είναι παράξενο, με τα παιχνίδια αυτά της τύχης συναντάς έναν παλιό μαθητή, ξαναπιάνεις κάποιες στιγμές τις ζωής σου. Τις κρατάς σφιχτά. Και μετά λες αντίο. Χωρίς να ξέρεις πότε και αν θα συναντηθείτε ξανά. Δίνετε βέβαια υποσχέσεις ο ένας στον άλλον ότι θα τηλεφωνηθείτε, αλλά δε θα γίνει. Ο Στηβ θα συνεχίσει να μεγαλώνει και να αλλάζει. Εγώ θα παραμείνω ένα αναλλοίωτο σημείο αναφοράς στη ζωή του. Μια παρουσία που δεν πρόκειται να αλλάξει. Είμαι ο κύριος Τζόουνς. Ο Στηβ γυρνά και κάνει ένα σιωπηλό χαιρετισμό. Το χέρι σηκωμένο προς τα πάνω στο σχήμα ενός καμπυλωτού κύματος. Με το χέρι λυγισμένο σε παρόμοια θέση, απαντώ στη χειρονομία.
Το Τρίτο Κύμα. Ώστε έτσι λοιπόν, μπορεί επιτέλους να γίνει μια συζήτηση γι’ αυτό. Εδώ συνάντησα ένα μαθητή και μιλούσαμε για ώρες γι’ αυτόν τον εφιάλτη. Το μυστικό θα πρέπει σιγά σιγά να εξατμίζεται. Πήρε τρία χρόνια. Μπορώ να πω σε σας και σε οποιονδήποτε άλλο για το Τρίτο Κύμα. Τώρα πια είναι μόνο ένα όνειρο, κάτι για να θυμόμαστε -όχι, είναι κάτι που προσπαθούμε να ξεχάσουμε. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Τί σύμπτωση, νομίζω πως ήταν ο Στηβ αυτός που ξεκίνησε το Τρίτο Κύμα με μια ερώτηση. Μελετούσαμε τη Γερμανία των Ναζί και στη μέση της παράδοσης, κάποιος με διέκοψε με μια ερώτηση.
Πώς μπορούσε ο κοσμάκης στη Γερμανία να διατείνεται ότι αγνοούσε τη σφαγή των Εβραίων; Πώς μπορούσαν οι άνθρωποι των πόλεων, οι μηχανοδηγοί, οι δάσκαλοι, οι γιατροί, να υποστηρίζουν ότι δεν γνώριζαν τίποτα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη σφαγή των αθώων; Πώς μπορεί άνθρωποι που ήταν γείτονες, ακόμα και φίλοι με κάποιον Εβραίο να λένε ότι δεν ήταν εκεί όταν έγινε; Ήταν άραγε μια καλή ερώτηση; Δεν ήξερα την απάντηση. Μιας και είχαμε ακόμα πολλούς μήνες μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς και μιας και είχα ήδη φτάσει στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποφάσισα να αξιοποιήσω μια βδομάδα και να εξερευνήσω την ερώτηση.

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ
Τη Δευτέρα, στο μάθημα ιστορίας της δευτέρας λυκείου, εισήγαγα τους μαθητές μου σε μια από τις εμπειρίες που χαρακτήριζαν τη ναζιστική Γερμανία. Την πειθαρχία. Τους έκανα διάλεξη για την ομορφιά της πειθαρχίας. Για τον αθλητή που νιώθει πως έχει δουλέψει σκληρά, και συνήθως πετυχαίνει στο άθλημά του. Για τη μπαλαρίνα ή το ζωγράφο που δουλεύουν σκληρά για να τελειοποιήσουν μια κίνηση. Για την προσήλωση και την επιμονή ενός επιστήμονα στο κυνήγι μιας Ιδέας. Αυτό είναι πειθαρχία. Η σκληρή προπόνηση. Ο έλεγχος. Η δύναμη της θέλησης. Το αντάλλαγμα της σωματικής καταπόνησης για την ανύψωση ψυχής και σώματος. Ο απόλυτος θρίαμβος.
Για να βιώσουν την εμπειρία της πειθαρχίας προσκάλεσα –όχι, διέταξα τα παιδιά της τάξης να εξασκηθούν και να πάρουν μια νέα στάση σώματος την ώρα που κάθονται· τους εξήγησα με ποιο τρόπο η σωστή θέση του σώματος ενισχύει την απαιτούμενη συγκέντρωση και ενδυναμώνει τη θέληση. Τους καθοδήγησα μάλιστα ώστε να πάρουν την κατάλληλη στάση. Η στάση αυτή σήμαινε πως τα πέλματα των ποδιών έμεναν στηριγμένα σταθερά στο έδαφος και τα χέρια ήταν κολλημένα στα πλάγια για να συγκρατούν τη σπονδυλική στήλη σε όρθια θέση. «Ορίστε, δεν αναπνέετε καλύτερα τώρα; Βρίσκεστε σε εγρήγορση. Δεν νιώθετε καλύτερα;»
Εξασκηθήκαμε σ’ αυτή τη νέα στάση προσοχής ξανά και ξανά. Περπατούσα πάνω κάτω, ανάμεσα στα θρανία με τους καθισμένους μαθητές, δείχνοντάς τους και τα πιο ασήμαντα σφάλματα, κάνοντας τις απαραίτητες διορθώσεις. Η σωστή στάση σώματος αναδείχθηκε στην σημαντικότερη πτυχή στην εκπαιδευτική αυτή διαδικασία. Τους έλεγα να φύγουν, και εκεί που τους είχα μόλις επιτρέψει να σηκωθούν από τα θρανία τους, τους φώναζα απότομα να γυρίσουν και να κάτσουν στη θέση προσοχής. Με ασκήσεις ταχύτητας, η τάξη έμαθε να μετακινείται από όρθια θέση σε καθιστή στάση προσοχής σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Στις ασκήσεις συγκέντρωσης, επέστησα την προσοχή στα πόδια που έπρεπε να στέκονται παράλληλα και σταθερά με κολλημένους αστραγάλους, τα γόνατα λυγισμένα σε γωνία 90 μοιρών και τα χέρια σταθερά και σταυρωμένα πίσω από την πλάτη, με όρθιο κορμό, χαμηλωμένο σαγόνι και το κεφάλι να κοιτά μπροστά. Κάναμε και ασκήσεις θορύβου, στις οποίες επιτρεπόταν η συζήτηση, μόνο και μόνο για να φανεί πόσο διασπά την προσοχή. Στη συνέχεια, προχωρώντας προοδευτικά σε νέες ασκήσεις, τα παιδιά κατάφεραν σε μερικά λεπτά να μετακινούνται από όρθια θέση έξω από την αίθουσα σε καθιστή θέση προσοχής στα θρανία τους χωρίς να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο. Η στροφή έπαιρνε 5 δευτερόλεπτα.
Ήταν περίεργο το πόσο γρήγορα οι μαθητές υιοθέτησαν αυτόν τον ενιαίο τρόπο συμπεριφοράς. Άρχισα να αναρωτιέμαι μέχρι ποιού σημείου θα μπορούσα να το τραβήξω. Αυτή η επίδειξη υποταγής ήταν ένα παιχνίδι της στιγμής που παίζαμε όλοι μαζί, ή ήταν κάτι άλλο; Ήταν η επιθυμία για πειθαρχία και ομοιομορφία μια φυσική ανάγκη; Ένα ένστικτο κοινωνικότητας που κρύβεται πίσω από την ύπαρξη των αλυσίδων εστιατορίων και του κοινού προγράμματος της τηλεόρασης;
Αποφάσισα να πιέσω κι άλλο αυτή την ανοχή της τάξης στην ελεγχόμενη συμπεριφορά. Στα τελευταία εικοσιπέντε λεπτά του μαθήματος επέβαλα κάποιους νέους κανόνες. Οι μαθητές πρέπει να κάθονται μέσα στην τάξη σε στάση προσοχής πριν από το τελευταίο κουδούνι· όλοι οι μαθητές πρέπει να έχουν χαρτί και μολύβι για να κρατούν σημειώσεις· δίνοντας απάντηση ή θέτοντας ερώτηση, ο κάθε μαθητής πρέπει να στέκεται δίπλα στο θρανίο του· οι πρώτες λέξεις σε κάθε απάντηση ή ερώτηση πρέπει είναι «κύριε Τζόουνς». Κάναμε εξάσκηση σε σύντομες περιόδους «σιωπηλής ανάγνωσης». Οι μαθητές που απαντούσαν με βαριεστημένο τρόπο επιπλήττονταν αυστηρά και σε κάθε περίπτωση υποχρεώνονταν να επαναλάβουν τη συμπεριφορά τους μέχρι να γίνουν πρότυπο ακριβολογίας και σεβασμού. Ο τόνος της απάντησης έγινε σημαντικότερος από το περιεχόμενό της. Για να το υπογραμμίσω αυτό, ζήτησα οι απαντήσεις που δίνονται να περιέχουν από τρεις λέξεις και κάτω. Οι μαθητές ανταμείβονταν όταν προσπαθούσαν να απαντήσουν ή να θέσουν ερωτήσεις. Και τους το αναγνώριζα ακόμα πιο πολύ αν τα έθεταν κοφτά και περιεκτικά. Σύντομα όλοι στην τάξη άρχισαν να πετάγονται ρωτώντας και απαντώντας σε ερωτήσεις. Το επίπεδο συμμετοχής στην τάξη άλλαξε αισθητά και από τους ελάχιστους που συνήθως κυριαρχούσαν στη συζήτηση, τώρα έπαιρναν μέρος όλοι. Ακόμα πιο περίεργη ήταν η σταδιακή βελτίωση στην ποιότητα των απαντήσεων. Όλοι έμοιαζαν να ακούνε με περισσότερη προσήλωση. Νέα πρόσωπα έπαιρναν τον λόγο. Νέες απαντήσεις έκαναν την εμφάνισή τους, καθώς μαθητές που συνήθως δίσταζαν να μιλήσουν, βρήκαν τώρα υποστήριξη για να προσπαθήσουν.
Όσο για μένα, εγώ δεν είχα παρά απορίες. Γιατί δεν είχα σκεφτεί νωρίτερα αυτή την τεχνική; Οι μαθητές έδειχναν αφοσιωμένοι στην αποστολή και επιδείκνυαν αξιοπρόσεκτη ικανότητα να συγκρατούν δεδομένα και αφηρημένες έννοιες. Έμοιαζαν σχεδόν να θέτουν καλύτερες ερωτήσεις και να συμπεριφέρονται ο ένας στον άλλον με περισσότερη ζεστασιά. Μα πως ήταν δυνατόν; Βρέθηκα, εγώ, να σκηνοθετώ ένα απολυταρχικό περιβάλλον και έμοιαζε τόσο παραγωγικό. Άρχισα πια να αναρωτιέμαι όχι τόσο για την τάξη και μέχρι πού μπορούσε αυτή να φτάσει, αλλά πώς εγώ μπορούσα να αλλάξω τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις μου σχετικά με την «ανοιχτή τάξη» και την αυτομόρφωση. Όλη μου η πίστη στον Καρλ Ρότζερς μπορούσε να κλονιστεί ή και να χαθεί; Που οδηγούσε επιτέλους αυτό το πείραμα;

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΟΜΑΔΙΚΟΤΗΤΑΣ
Την Τρίτη, τη δεύτερη μέρα της άσκησης, μπαίνοντας στην τάξη βρήκα τους πάντες να κάθονται σιωπηλοί στη θέση προσοχής. Σε κάποιων τα πρόσωπα αχνοφαινόταν αυτό το χαμόγελο ικανοποίησης, αυτό που παίρνεις όταν ξέρεις πως έχεις χαροποιήσει τον καθηγητή. Αλλά οι περισσότεροι μαθητές κοιτούσαν ευθεία μπροστά τους, με απόλυτη αυτοσυγκέντρωση. Με λαιμό άκαμπτο. Χωρίς ίχνος μειδιάματος, σκέψης, ή ακόμα κι απορίας. Αφοσιωμένοι στην αποστολή με όλο τους το είναι. Για να αλλάξω λίγο την ατμόσφαιρα, προχώρησα στον πίνακα και έγραψα με μεγάλα γράμματα «ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ». Κάτω από αυτό σε μια δεύτερη γραμμή έγραψα «ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΟΜΑΔΙΚΟΤΗΤΑΣ».
Καθώς η τάξη καθόταν σε νεκρική σιγή, ξεκίνησα να περιγράφω, να αναλύω, να εξυψώνω την αξία της ομαδικότητας. Σ’ αυτή τη φάση του παιχνιδιού, πάλευα εσωτερικά για το αν θα σταματούσα το πείραμα ή αν θα το συνέχιζα. Δεν είχα υπολογίσει τέτοια σφοδρότητα, ούτε καν ανταπόκριση. Στην πραγματικότητα είχα εκπλαγεί που έννοιες σχετικές με την πειθαρχία είχαν τέτοιο αντίκτυπο.
Όσο μέσα μου συνεχιζόταν η διαμάχη για το αν θα σταματήσω ή θα συνεχίσω με το πείραμα, δε σταμάτησα να μιλάω για την έννοια της ομαδικότητας. Έπλαθα ιστορίες από τις εμπειρίες μου ως αθλητής, ως προπονητής και ως καθηγητής ιστορίας. Ήταν εύκολο. Ομαδικότητα είναι ο δεσμός ανάμεσα σε άτομα που δουλεύουν μαζί και κοπιάζουν από κοινού. Είναι να χτίζεις έναν κοινό χώρο με τους γείτονές σου, είναι το συναίσθημα ότι ανήκεις σε κάτι μεγαλύτερο από σένα, σ’ ένα κίνημα, σε μια ομάδα, σε μια φυλή, σ’ ένα σκοπό. Ήταν πολύ αργά για να κάνω πίσω. Τώρα καταλάβαινα γιατί ο αστρονόμος δεν μπορεί να κρατήσει το μάτι του μακριά από το τηλεσκόπιο. Έσκαβα όλο και πιο βαθιά στα δικά μου πιστεύω και στα κίνητρα πίσω από την ατομική και συλλογική δράση. Υπήρχαν πολλά ακόμα για να δω και να προσπαθήσω να κατανοήσω. Πολλές οι ερωτήσεις που με στοίχειωναν. Γιατί οι μαθητές δέχονταν την εξουσιαστική σχέση που τους επέβαλλα; Που είχε πάει η περιέργεια ή και η αντίστασή τους σ’ αυτή την ηγεμονική συμπεριφορά; Πότε και πώς θα τελειώσει αυτό;
Αφού τους περιέγραψα την έννοια της ομαδικότητας, τους είπα για ακόμα μια φορά ότι η ομαδικότητα, όπως και η πειθαρχία, πρέπει να βιωθούν για να γίνουν κατανοητές. Για να τους φέρω σε μια πρώτη επαφή με την έννοια της ομαδικότητας, τους έβαλα να φωνάξουν όλοι μαζί «Δύναμη μέσω της Πειθαρχίας», «Δύναμη μέσω της Ομαδικότητας». Αρχικά είπα σε δύο μαθητές να σταθούν όρθιοι και να φωνάξουν το σύνθημά μας. Μέτα πρόσθεσα ακόμα δύο, μέχρι που τελικά όλη η τάξη βρέθηκε να απαγγέλλει όρθια. Ήταν ευχάριστο. Οι μαθητές κοίταζαν ο ένας τον άλλον και συνειδητοποιούσαν την αίσθηση της ισχύος που σου δίνει η ομάδα. Όλοι ήταν ικανοί και ίσοι. Έκαναν κάτι όλοι μαζί. Δουλέψαμε πάνω σ’ αυτή την απλή σύλληψη για το υπόλοιπο της ώρας. Επαναλαμβάναμε τα συνθήματα σαν επωδό. Ή τα λέγαμε με αυξανόμενη ένταση. Πάντα τα φωνάζαμε μαζί, δίνοντας έμφαση στον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να καθόμαστε, να στεκόμαστε και να μιλάμε.
Άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου ως μέρος του πειράματος. Με ευχαριστούσε η κοινός τρόπος δράσης που υιοθετούσαν οι μαθητές. Η ανταμοιβή μου ήταν να βλέπω την ικανοποίηση στα πρόσωπά τους και τον ενθουσιασμό τους να κάνουν περισσότερα. Μου ήταν όλο και πιο δύσκολο να κρατήσω τον εαυτό μου έξω από αυτή τη στιγμή και από αυτή την νέα ταυτότητα που αποκτούσε η τάξη. Ακολουθούσα τις επιταγές της ομάδας στον ίδιο βαθμό που τις καθοδηγούσα.
Καθώς η ώρα έφτανε στο τέλος της, και χωρίς να το έχω σκεφτεί εκ των προτέρων, δημιούργησα έναν χαιρετισμό. Ήταν μόνο για τα μέλη της τάξης. Για να κάνεις αυτό τον χαιρετισμό, έπρεπε να ανεβάσεις το δεξί σου χέρι στο ύψος του δεξιού σου ώμου σε θέση λυγισμένη. Τον ονόμασα «ο Χαιρετισμός του Τρίτου Κύματος», γιατί η στάση του χεριού έμοιαζε με κύμα που είναι έτοιμο να σκάσει. Η ιδέα του «τρίτου» προέκυψε από τη σχετική μου γνώση ότι τα κύματα έρχονται πάντα μαζεμένα, με το τρίτο στη σειρά να είναι πάντα το τελευταίο και το μεγαλύτερο. Από τη στιγμή που είχαμε χαιρετισμό, απαίτησα από όλα τα μέλη του τμήματος να τον χρησιμοποιούν για να χαιρετηθούν μεταξύ τους έξω από την τάξη. Όταν χτύπησε το κουδούνι για το τέλος της ώρας, ζήτησα από την τάξη απόλυτη ησυχία. Με τους πάντες να κάθονται σε θέση προσοχής, σήκωσα αργά το μπράτσο μου, και με καμπυλωμένο το χέρι, έκανα τον χαιρετισμό. Ήταν ένα σιωπηλό σημάδι αναγνώρισης. Ήταν κάτι το ξεχωριστό. Χωρίς καμία διαταγή, ολόκληρη η ομάδα των μαθητών αποκρίθηκε στο χαιρετισμό.
Στη διάρκεια των επόμενων ημερών, οι μαθητές της τάξης αντάλλασσαν μεταξύ τους τον χαιρετισμό. Προχωρούσες στο διάδρομο και ξαφνικά τρεις συμμαθητές γυρνούσαν προς το μέρος σου, ο καθένας κάνοντας αστραπιαία την κίνηση. Έβλεπες μαθητές στη βιβλιοθήκη ή στο μάθημα της γυμναστικής να κάνουν αυτή την περίεργη χειρονομία. Άκουγες δίσκους φαγητού να πέφτουν με θόρυβο στο κυλικείο, και γυρνώντας να κοιτάξεις έβλεπες τους δύο συμμαθητές να κάνουν μεταξύ τους το χαιρετισμό. Το μυστήριο γύρω από αυτά τα τριάντα άτομα που επαναλάμβαναν αυτή την παράξενη κίνηση σύντομα έστρεψε την προσοχή στην τάξη και στο πείραμά μας πάνω στην γερμανική ταυτότητα. Πολλοί μαθητές εκτός του τμήματος ρωτούσαν αν μπορούσαν να συμμετάσχουν.

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ
Την Τετάρτη, αποφάσισα να φτιάξω κάρτες μέλους για κάθε μαθητή που ήθελε να συνεχίσει αυτό που πλέον είχα ονομάσει «το πείραμα». Ούτε ένας μαθητής δεν επέλεξε να φύγει από την αίθουσα. Εκείνη τη στιγμή, την τρίτη μέρα της δραστηριότητας, υπήρχαν σαραντατρείς μαθητές μέσα στην τάξη. Δεκατρείς μαθητές είχαν αλλάξει τμήμα για να γίνουν μέρος του πειράματος. Όσο η τάξη καθόταν στη θέση προσοχής, έδωσα σε κάθε παιδί από μια κάρτα. Σημείωσα σε τρεις από τις κάρτες ένα κόκκινο Χ και ενημέρωσα τους αποδέκτες ότι τους είχε ανατεθεί η ειδική αποστολή να μου δίνουν αναφορά για τυχόν μαθητές που δεν συμμορφώνονταν με τους κανόνες της τάξης. Συνέχισα μιλώντας για τη σημασία της Δράσης. Εξήγησα πως η πειθαρχία και η ομαδικότητα στερούνται νοήματος χωρίς τη δράση. Συζήτησα για την ομορφιά του να παίρνει κανείς την απόλυτη ευθύνη για τις πράξεις του. Για την ακλόνητη πίστη στον εαυτό σου και την κοινότητά σου ή την οικογένειά σου, που θα έκανες τα πάντα για να συντηρήσεις, να προστατέψεις και να διευρύνεις αυτή την ύπαρξη. Τόνισα πως η σκληρή δουλειά, η πίστη και η υπακοή του ενός στον άλλον, επιταχύνει το ρυθμό της μάθησης και την επίτευξη των στόχων. Υπενθύμισα στους μαθητές πώς ήταν να είσαι σε μια τάξη που ο ανταγωνισμός προκαλεί πόνο και ταπείνωση. Καταστάσεις στις οποίες οι μαθητές τρώγονταν ο ένας με τον άλλον για τα πάντα, από τη γυμναστική μέχρι το διάβασμα. Το συναίσθημα του να μην κάνεις ποτέ τίποτα, να μην είσαι ποτέ μέρος κάποιου πράγματος, να μην έχεις υποστήριξη από τον άλλον.
Κάπου εκεί, μαθητές σηκώθηκαν χωρίς προειδοποίηση και άρχισαν, κατά κάποιο τρόπο, να με επαινούν. «Κύριε Τζόουνς, για πρώτη φορά μαθαίνω πολλά πράγματα». «Κύριε Τζόουνς, γιατί δεν διδάσκετε έτσι όλη την ώρα;». Ήμουν σοκαρισμένος! Ναι, τους παρείχα πληροφορίες κατά τρόπο εξαιρετικά ελεγχόμενο, αλλά το γεγονός ότι εκείνοι το έβρισκαν επαρκές και αποδεκτό ήταν αναπάντεχο. Ήταν εξίσου ανησυχητικό να συνειδητοποιώ ότι σύνθετες και χρονοβόρες γραπτές εργασίες πάνω στον γερμανικό τρόπο ζωής ολοκληρώνονταν αλλά και αναλύονταν τώρα πολύ πιο διεξοδικά από τους μαθητές. Οι επιδόσεις στον μαθησιακό τομέα βελτιώνονταν αισθητά. Μάθαιναν περισσότερα. Και έδειχναν να θέλουν περισσότερα. Άρχισα να πιστεύω ότι οι μαθητές θα έκαναν ό, τι κι αν τους ανέθετα. Αποφάσισα έτσι να το ανακαλύψω.
Για να κάνω τους μαθητές να νιώσουν τη δράση πιο άμεσα, έδωσα προφορικά στον καθένα από μια συγκεκριμένη αποστολή. «Καθήκον σου είναι να σχεδιάσεις το σήμα του Τρίτου Κύματος. Εσύ είσαι υπεύθυνος να σταματάς κάθε μαθητή που δεν είναι μέλος του Τρίτου Κύματος από το να μπαίνει σ’ αυτή την αίθουσα. Θέλω εσύ μέχρι αύριο να θυμάσαι απ’ έξω κι ανακατωτά τα ονόματα και τις διευθύνσεις κάθε μέλους του Τρίτου Κύματος. Εσένα σου ανατίθεται το δύσκολο έργο να προπονήσεις και να πείσεις τουλάχιστον είκοσι παιδιά από το διπλανό δημοτικό σχολείο ότι η στάση που καθόμαστε εμείς είναι απαραίτητη για τη σωστή εκμάθηση. Δουλειά σου είναι να διαβάσεις αυτό το φυλλάδιο και να μας ενημερώσεις για ολόκληρο το περιεχόμενό του μέχρι το τέλος της ώρας. Θέλω ο καθένας από εσάς να μου δώσει το όνομα και τη διεύθυνση ενός έμπιστου φίλου που πιστεύει ότι μπορεί να θέλει να προσχωρήσει στο Τρίτο Κύμα...».
Για να ολοκληρώσω τον κύκλο που αφορούσε στην άμεση δράση, εξήγησα στους μαθητές την απλή διαδικασία προσέλκυσης νέων μελών. Πήγαινε κάπως έτσι: ένα νέο μέλος χρειαζόταν μόνο να προταθεί από ένα υπάρχον μέλος και να εκδοθεί γι’ αυτό μια κάρτα από εμένα. Με το που έπαιρνε την κάρτα, το νέο μέλος έπρεπε να αποδείξει πως γνώριζε τους κανόνες μας και να δηλώσει υποταγή σ’ αυτούς. Η ανακοίνωσή μου προκάλεσε σάλο.
Το σχολείο ζωήρεψε από εικασίες και περιέργεια. Επηρέαζε τους πάντες. Ο μάγειρας του σχολείου ρώτησε πώς θα ήταν ένα μπισκότο του Τρίτου Κύματος. Του απάντησα, φυσικά, σοκολατένιο. Ο διευθυντής μας ήρθε σε μια απογευματινή συνάντηση καθηγητών του τμήματος και μου έκανε τον χαιρετισμό του Τρίτου Κύματος. Εγώ ανταποκρίθηκα. Ο βιβλιοθηκάριος με ευχαρίστησε για το πανό «30 λεπτά γνώσης», το οποίο έβαλε πάνω από την είσοδο της βιβλιοθήκης. Μέχρι το τέλος της μέρας, πάνω από διακόσιοι μαθητές είχαν ακολουθήσει τον κανόνα. Ένιωθα πολύ μόνος, και λίγο φοβισμένος.
Το μεγαλύτερο μέρος του φόβου μου οφειλόταν σε περιστατικά «καρφώματος». Παρόλο που επισήμως είχα αναθέσει μόνο σε τρεις μαθητές να μου δίνουν αναφορές για αποκλίνουσες συμπεριφορές, περίπου είκοσι μαθητές είχαν έρθει σε μένα αναφέροντας πως ο Άλαν δεν χαιρέτισε ή ότι η Τζωρτζίνα μιλούσε επικριτικά για το πείραμά μας. Αυτά τα περιστατικά ελέγχου σήμαιναν ότι η μισή τάξη θεωρούσε καθήκον της να παρατηρεί και να καταγγέλει τα μέλη του τμήματος. Μέσα σ’ αυτό τον καταιγισμό των καταγγελιών, ήταν λογικό μια συνωμοσία να μη φαίνεται πολύ μακρινή...
Τρεις κοπέλες από την τάξη είχαν πει στους γονείς τους τα πάντα για τις δραστηριότητες του τμήματός μας. Αυτές οι τρεις κοπέλες ήταν μακράν οι εξυπνότερες μαθήτριες της τάξης. Σαν φίλες, τα πήγαιναν καλά. Είχαν μια σιωπηλή αυτοπεποίθηση και τις ευχαριστούσε το σχολικό περιβάλλον, κάτι που τους έδινε τη δυνατότητα να αναπτύσσουν τόσο τις ακαδημαϊκές όσο και τις ηγετικές τους ικανότητες. Στη διάρκεια του πειράματος, ήμουν περίεργος να δω πώς θα αντιδράσουν σ’ αυτή την αναδιαμόρφωση της τάξης που είχε σαν βάση την ισότητα. Οι επιβραβεύσεις που είχαν συνηθίσει να συνοδεύουν τις νίκες τους, δεν υπήρχαν στο πείραμα. Πνευματικές δεξιότητες όπως η αμφιβολία και η εκλογίκευση ήταν ανύπαρκτες. Μπροστά στην στρατιωτική ατμόσφαιρα της τάξης έμοιαζαν αποσβολωμένες και σκεπτικές. Τώρα που τα φέρνω ξανά στο μυαλό μου, έδειχναν πολύ σαν παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες. Παρακολουθούσαν τις δραστηριότητες και συμμετείχαν με τρόπο μηχανικό. Ενώ όλοι οι άλλοι ορμούσαν, αυτές παρέμεναν συγκρατημένες, παρακολουθώντας.
Με το να πουν στους γονείς τους για το πείραμα, έδωσαν την αφορμή για να ξεκινήσει μια σειρά γεγονότων. Ο ραβίνος ενός από τους γονείς μου τηλεφώνησε στο σπίτι. Ήταν ευγενικός και συγκαταβατικός. Του είπα ότι απλώς μελετούσαμε την γερμανική ταυτότητα. Έδειξε ευχαριστημένος και μου είπε να μην ανησυχώ. Θα μιλούσε αυτός στους γονείς και θα καθησύχαζε τις ανησυχίες τους. Προς το τέλος αυτής της συζήτησης, έφερα στο μυαλό μου αντίστοιχες συζητήσεις στη διάρκεια της ιστορίας, στις οποίες ο κλήρος αποδέχτηκε και απολογήθηκε για αδικαιολόγητες καταστάσεις. Μακάρι να είχε ξεσπάσει από θυμό ή απλά να προσπαθούσε να ερευνήσει την κατάσταση, θα μπορούσα έτσι να καταδείξω στους μαθητές μια περίπτωση δικαιολογημένης εξέγερσης. Αλλά όχι. Ο ραβίνος έγινε μέρος του πειράματος. Παραμένοντας αδαής για την καταπιεστικότητα του πειράματος, έγινε συνένοχος και υποστηρικτής.
Στο τέλος της τρίτης μέρας, ήμουν εξουθενωμένος. Είχα διαλυθεί. Η ισορροπία ανάμεσα στο παιχνίδι των ρόλων και την κατευθυνόμενη συμπεριφορά είχε σχεδόν χαθεί. Πολλοί από τους μαθητές είχαν δοθεί απόλυτα στο ρόλο του «μέλους του Τρίτου Κύματος». Απαιτούσαν πλήρη υποταγή στους κανόνες από τους υπόλοιπους μαθητές και ήταν επιθετικοί απέναντι σ’ αυτούς που δεν έπαιρναν το πείραμα στα σοβαρά. Άλλοι απλά βυθίζονταν στις ασκήσεις και έπαιρναν από μόνοι τους τους ρόλους τους. Θυμάμαι συγκεκριμένα τον Ρόμπερτ. Ο Ρόμπερτ ήταν μεγαλόσωμος για την ηλικία του και δεν ήταν και ο καλύτερος στα σχολικά του καθήκοντα. Προσπαθούσε βέβαια περισσότερο από τον καθένα για να πετύχει. Κάθε βδομάδα παρέδιδε εργασίες αντιγραμμένες λέξη προς λέξη από τα βιβλία που είχα προτείνει από τη βιβλιοθήκη. Ο Ρόμπερτ είναι ένα από αυτά τα παιδιά στο σχολείο που δεν διαπρέπει πουθενά αλλά και που δεν προκαλεί φασαρίες. Δεν είναι ιδιαίτερα έξυπνα, δεν είναι μέλη κάποιας αθλητικής ομάδας, δεν αποζητούν την προσοχή. Είναι χαμένα. Αόρατα. Ο μόνος λόγος για τον οποίο βρέθηκα να γνωρίζω τον Ρόμπερτ ήταν γιατί τον πέτυχα να τρώει μεσημεριανό στην τάξη μου. Πάντα έτρωγε μεσημεριανό μόνος του.
Έτσι λοιπόν, το Τρίτο Κύμα έδωσε στον Ρόμπερτ μια θέση στα σχολείο. Ήταν τουλάχιστον ίσος με όλους τους άλλους. Μπορούσε να κάνει κάτι. Να συμμετέχει. Να είναι εποικοδομητικός. Και αυτό ακριβώς έκανε ο Ρόμπερτ. Αργά το απόγευμα της Τετάρτης βρήκα τον Ρόμπερτ να με ακολουθεί, και τον ρώτησα τί στην ευχή έκανε. Χαμογέλασε (δεν νομίζω ότι τον είχα ξαναδεί ποτέ να χαμογελάει) και έκανε την εξής ανακοίνωση: «Κύριε Τζόουνς, είμαι ο σωματοφύλακάς σας. Φοβάμαι ότι κάτι θα σας συμβεί». «Μπορώ να το κάνω κύριε Τζόουνς, σας παρακαλώ;». Με αυτή την αυτοπεποίθηση και το χαμόγελο, δεν μπορούσα να πω όχι. Είχα σωματοφύλακα. Όλη τη μέρα μου άνοιγε και μου έκλεινε τις πόρτες. Περπατούσε πάντα στα δεξιά μου. Χαμογελούσε απλώς, και χαιρετούσε τα άλλα μέλη της τάξης. Με ακολουθούσε παντού. Στην αίθουσα των καθηγητών (που απαγορευόταν η είσοδος στους μαθητές), καθόταν σε σιωπηλή στάση προσοχής όσο έπινα τον καφέ μου. Όταν ένας καθηγητής Αγγλικών του έκανε παρατήρηση που, αν και μαθητής, βρισκόταν στην «αίθουσα για τους καθηγητές», εκείνος απλά χαμογέλασε και τον ενημέρωσε ότι δεν ήταν μαθητής. Ήταν σωματοφύλακας.

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΕΡΗΦΑΝΙΑΣ
Την Παρασκευή άρχισα να οδηγώ το πείραμα στο τέλος του. Ήμουν εξουθενωμένος και ανήσυχος. Πολλοί μαθητές είχαν ξεπεράσει το όριο. Το Τρίτο Κύμα είχε γίνει το κέντρο του κόσμου τους. Βρισκόμουν κι εγώ σε κακή κατάσταση. Δρούσα τώρα ενστικτωδώς σαν δικτάτορας. Ήμουν, βέβαια, καλοπροαίρετος. Και κάθε μέρα επιχειρηματολογούσα στον εαυτό μου για τα προτερήματα αυτής της εκπαιδευτικής εμπειρίας. Στο σημείο εκείνο, την τέταρτη μέρα του πειράματος, είχα αρχίσει να ξεμένω από επιχειρήματα. Καθώς περνούσα όλο και περισσότερο χρόνο υποδυόμενος το ρόλο, είχα λιγότερο χρόνο να μου υπενθυμίζω τη λογική του αφετηρία και το σκοπό του. Έπιανα τον εαυτό μου να βυθίζομαι μέσα στο ρόλο, ακόμα και όταν αυτό δεν ήταν απαραίτητο. Αναρωτιόμουν αν αυτό δεν είναι που συμβαίνει σε τόσο κόσμο. Μας δίνουν ή παίρνουμε έναν προαποφασισμένο ρόλο και μετά προσαρμόζουμε τη ζωή μας ώστε να ταιριάζει με την εικόνα. Και σύντομα αυτή η εικόνα είναι η μόνη ταυτότητα που αποδέχεται ο υπόλοιπος κόσμος. Γινόμαστε έτσι η ίδια η εικόνα. Το πρόβλημα με την κατάσταση και το ρόλο που είχα δημιουργήσει, ήταν ότι δεν είχα χρόνο να σκεφτώ πού θα οδηγούσε. Τα γεγονότα με ξεπερνούσαν. Ανησυχούσα μήπως οι μαθητές κάνουν πράγματα για τα οποία θα μετάνιωναν αργότερα. Για μια ακόμα φορά βρέθηκα αντιμέτωπος με το δίλημμα του να δώσω ένα τέλος στο πείραμα ή να το αφήσω να κυλήσει στο δρόμο του. Και οι δύο επιλογές ήταν πια μη εφαρμόσιμες. Αν σταματούσα το πείραμα, ένας μεγάλος αριθμός μαθητών θα έμενε ξεκρέμαστος. Είχαν δεσμευτεί ενώπιον των συμμαθητών τους για ριζοσπαστική συμπεριφορά. Είχαν εκτεθεί συναισθηματικά και ψυχολογικά. Αν ξαφνικά τους τραβούσα πίσω στην καθημερινότητα του μαθήματος, θα είχα να αντιμετωπίσω ένα μπερδεμένο μαθητικό κοινό για το υπόλοιπο της χρονιάς. Θα ήταν πολύ επίπονο και μειωτικό για τον Ρόμπερτ και παιδιά σαν αυτόν να συρθούν πίσω στα καθίσματά τους και να τους πούμε ότι ήταν μόνο ένα παιχνίδι. Θα γελοιοποιούνταν από τους εξυπνότερους μαθητές που συμμετείχαν με τρόπο μετρημένο και προσεκτικό. Δεν μπορούσα να αφήσω τους Ρόμπερτ αυτού του κόσμου να χάσουν ξανά.
Για την άλλη επιλογή, του να αφήσω απλώς το πείραμα να πάρει το δρόμο του, δεν ετίθετο επίσης θέμα συζήτησης. Τα πράγματα είχαν ήδη αρχίσει να βγαίνουν εκτός ελέγχου. Την Τετάρτη το βράδυ κάποιος είχε μπει μέσα στην αίθουσα και τα είχε κάνει όλα άνω κάτω. Αργότερα έμαθα ότι ήταν πατέρας ενός από τους μαθητές. Ήταν σμήναρχος εν αποστρατεία που είχε περάσει από γερμανικά στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου. Με το που άκουσε τις δραστηριότητές μας, απλά έχασε τον έλεγχο. Αργά το βράδυ, έκανε διάρρηξη και μπήκε στην αίθουσα και τη διέλυσε. Τον βρήκα εκείνο το πρωί, να στέκεται στηριζόμενος στην πόρτα της τάξης. Μου είπε για τους φίλους του που είχαν σκοτωθεί στη Γερμανία. Με κρατούσε και έτρεμε. Με κοφτά, γεμάτα ένταση λόγια με ικέτεψε να τον καταλάβω και να τον βοηθήσω να πάει σπίτι. Τηλεφώνησα στη γυναίκα του και με τη βοήθεια ενός γείτονα τον συνόδεψα ως το σπίτι. Αργότερα, περάσαμε ώρες συζητώντας για το πώς ένιωθε, και γι’ αυτό που έκανε, όμως από εκείνη τη στιγμή του πρωινού της Πέμπτης, η ανησυχία μου ήταν περισσότερο για το τί θα μπορούσε να συμβαίνει στο σχολείο.
Ανησυχούσα όλο και περισσότερο για τον αντίκτυπο που είχε η δραστηριότητά μας στο σχολείο και στους υπόλοιπους μαθητές. Το Τρίτο Κύμα διατάρασσε τη φυσιολογική διδασκαλία. Κάποιοι μαθητές έχαναν άλλα μαθήματα για να συμμετέχουν, και οι σχολικοί σύμβουλοι είχαν αρχίσει να ανακρίνουν κάθε μαθητή της τάξης. Η πραγματική Γκεστάπο του σχολείου είχε πιάσει δουλειά. Αντιμέτωπος μ’ αυτό το πείραμα που τώρα ξέφευγε προς πάσα κατεύθυνση, αποφάσισα να ακολουθήσω ένα παλιό μπασκετικό σύστημα. Όταν παίζεις έχοντας τους πάντες εναντίον σου, η καλύτερη κίνηση είναι να δοκιμάσεις το απροσδόκητο. Και αυτό ακριβώς έκανα.
Μέχρι την Πέμπτη η τάξη είχε πολλαπλασιαστεί, ξεπερνώντας σε αριθμό τους ογδόντα μαθητές. Ο μόνος λόγος για τον οποίο μπορούσαν όλοι να χωρέσουν ήταν η υποχρεωτική πειθαρχία που τους επέβαλλε η σιωπηλή θέση προσοχής. Υπάρχει μια παράξενη ηρεμία όταν σε μια αίθουσα γεμάτη από ανθρώπους όλοι κάθονται σιωπηλά, παρατηρώντας και προσμένοντας. Αυτό με βοηθούσε να τους προσεγγίσω με πιο προσεκτικό τρόπο. Μίλησα για την περηφάνια. «Η περηφάνια είναι κάτι περισσότερο από λάβαρα και χαιρετισμούς. Η περηφάνια είναι κάτι που κανείς δεν μπορεί σας στερήσει. Περηφάνια είναι να ξέρεις πως είσαι ο καλύτερος. Δεν μπορεί να καταστραφεί...».
Στη μέση αυτής της κορύφωσης, απότομα άλλαξα και χαμήλωσα τον τόνο της φωνής μου για να τους ανακοινώσω τον πραγματικό λόγο ύπαρξης του Τρίτου Κύματος. Με τρόπο αργό και μεθοδικό, τους εξήγησα τί κρυβόταν πίσω από το Τρίτο Κύμα: «Το Τρίτο Κύμα δεν είναι απλά ένα πείραμα πάνω στη σχολική συμπεριφορά. Είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό από αυτό. Το Τρίτο Κύμα είναι ένα πρόγραμμα εθνικής εμβέλειας για να βρεθούν μαθητές που είναι έτοιμοι να αγωνιστούν για πολιτική αλλαγή σ’ αυτή τη χώρα. Μάλιστα. Αυτές οι δραστηριότητες που κάναμε μέχρι τώρα ήταν απλά προετοιμασία για το πραγματικό κομμάτι. Σε όλη τη χώρα, δάσκαλοι όπως εγώ, στρατολογούν και εκπαιδεύουν ένα σώμα αποτελούμενο από νέους, ικανό να δείξει στο έθνος μια καλύτερη κοινωνία μέσα από την πειθαρχία, την ομαδικότητα, την περηφάνια και τη δράση. Αν μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σχολείο, μπορούμε να αλλάξουμε και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα εργοστάσια, τα μαγαζιά, τα πανεπιστήμια και οι άλλοι θεσμοί. Είστε μια εκλεκτή ομάδα νέων ανθρώπων που επιλέχθηκαν να βοηθήσουν σε αυτό το σκοπό. Αν ορθώσετε το ανάστημά σας και επιδείξετε αυτά που μάθατε τις τελευταίες τέσσερις μέρες, μπορούμε να αλλάξουμε τη μοίρα αυτού του έθνους. Μπορούμε να το καθοδηγήσουμε προς μια νέα κατεύθυνση τάξης, ομαδικότητας, περηφάνιας και δράσης. Με νέο προορισμό. Όλα επαφίενται σε σας και στη διάθεσή σας να πάρετε μέρος».
Για να προσδώσω κύρος και σοβαρότητα στα λόγια μου, γύρισα στις τρεις κοπέλες της τάξης που ήξερα ότι αμφισβητούσαν το Τρίτο Κύμα. Απαίτησα να φύγουν από την αίθουσα. Εξήγησα γιατί το έκανα αυτό, και στη συνέχεια ανέθεσα σε τέσσερις μαθητές το ρόλο των φρουρών, για να συνοδεύσουν τις κοπέλες στη βιβλιοθήκη και να τις εμποδίσουν να ξαναμπούν στην αίθουσα την Παρασκευή. Μετά, με δραματικό ύφος, ενημέρωσα την τάξη για μια ιδιαίτερη συγκέντρωση που πραγματοποιούνταν το μεσημέρι της Παρασκευής. Επρόκειτο για μια συγκέντρωση που απευθυνόταν μόνο σε μέλη του Τρίτου Κύματος.
Ήταν μεγάλο ρίσκο. Απλώς συνέχισα να μιλάω. Φοβόμουν ότι, αν σταματούσα, κάποιος θα ξεσπούσε σε γέλια ή θα έκανε κάποια ερώτηση, και το κόλπο γκρόσο θα διαλυόταν στο χάος. Τους εξήγησα πώς το μεσημέρι της Παρασκευής, ένας από τους υποψήφιους για την προεδρία θα ανακοίνωνε τη δημιουργία ενός προγράμματος για τη νεολαία με την ονομασία το Τρίτο Κύμα. Ταυτόχρονα με αυτή την ανακοίνωση, πάνω από 1000 ομάδες νεολαίων από κάθε περιοχή της χώρας θα ξεσηκώνονταν και θα εκδήλωναν την υποστήριξή τους σ’ αυτή την κίνηση. Τους εκμυστηρεύτηκα ότι εκείνοι ήταν οι μαθητές που επιλέχθηκαν να εκπροσωπήσουν την περιοχή τους. Στη συνέχεια αναρωτήθηκα δυνατά αν θα ήταν σε θέση να κάνουν μια καλή εμφάνιση, δεδομένου ότι ο Τύπος είχε προσκληθεί για να καταγράψει το γεγονός. Κανένας δε γέλασε. Δεν ακούστηκε ούτε ένας ψίθυρος αντίδρασης. Ίσα ίσα, το ακριβώς αντίθετο. Ένα ρίγος ενθουσιασμού διαπέρασε την αίθουσα. «Μπορούμε να το κάνουμε!». «Θα πρέπει να φοράμε λευκά μπλουζάκια;». «Κύριε Τζόουνς, έχετε δει αυτή τη διαφήμιση στο περιοδικό Time;».
Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε μάλλον τυχαία. Ήταν μια ολοσέλιδη έγχρωμη καταχώριση στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Time για κάτι δομικά υλικά. Ο διαφημιστής προσδιόριζε το προϊόν ως το Τρίτο Κύμα. Η διαφήμιση διακήρυττε με μεγάλα κόκκινα, άσπρα και μπλε γράμματα πως «Το Τρίτο Κύμα Καταφθάνει». «Είναι κι αυτό μέρος της καμπάνιας, κύριε Τζόουνς;». «Είναι κωδικός ή κάτι τέτοιο;». «Ναι. Και τώρα ακούστε με προσεκτικά».
«Όλα έχουν προγραμματιστεί αύριο. Να είστε στο μικρό αμφιθέατρο δέκα λεπτά πριν τις 12:00. Να είστε καθισμένοι. Να είστε έτοιμοι να επιδείξετε την πειθαρχία, την ομαδικότητα και την περηφάνια που διδαχτήκατε. Μην μιλήσετε σε κανέναν γι’ αυτό. Αυτή η συγκέντρωση απευθύνεται αποκλειστικά σε μέλη».

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ
Την Παρασκευή, την τελευταία μέρα της άσκησης, πέρασα όλο το πρωινό προετοιμάζοντας το αμφιθέατρο για τη συγκέντρωση. Κατά τις εντεκάμιση, μαθητές άρχισαν να καταφτάνουν στην αίθουσα. Στην αρχή λίγοι, προχωρώντας αναγνωριστικά, και μετά περισσότεροι. Η μία σειρά γέμιζε μετά την άλλη. Μια διακριτική σιγή σκέπαζε την αίθουσα. Τα πανό του Τρίτου Κύματος κρέμονταν σαν σύννεφα πάνω από την ομήγυρη. Στις δώδεκα ακριβώς, έκλεισα την αίθουσα και έβαλα φύλακες σε κάθε πόρτα. Αρκετοί φίλοι μου, παριστάνοντας τους δημοσιογράφους και τους φωτογράφους, μπλέχτηκαν με το πλήθος τραβώντας φωτογραφίες και κρατώντας με έντονο τρόπο εμφανείς σημειώσεις. Βγάλαμε και μια ομαδική φωτογραφία. Πάνω από διακόσιοι μαθητές είχαν στριμωχτεί μέσα στην αίθουσα. Δεν υπήρχε ούτε μια κενή θέση. Το πλήθος έδειχνε να αποτελείται από μαθητές κάθε λογής. Ήταν οι αθλητές, η κοινωνική ελίτ, οι ηγετικές φυσιογνωμίες, οι μοναχικοί, τα παιδιά που πάντα έφευγαν νωρίς από το σχολείο, οι ποδηλάτες, οι ψευτομοδάτοι, μερικοί εκπρόσωποι από την ντανταϊστική κλίκα του σχολείου και κάποιοι από τους μαθητές που σύχναζαν στα κοινόχρηστα πλυντήρια. Ολόκληρο το πλήθος, όμως, έμοιαζε σαν μια γροθιά όπως καθόντουσαν σε θέση απόλυτης προσοχής. Κάθε πρόσωπο αφοσιωμένο στην οθόνη της τηλεόρασης που είχα τοποθετήσει στο μπροστά μέρος της αίθουσας. Δεν κουνιόταν κανείς. Στην αίθουσα δεν έπεφτε καρφίτσα. Ήταν σαν να είμαστε όλοι μάρτυρες σε έναν τοκετό. Η ένταση και η προσμονή ξεπερνούσαν κάθε λογική.
«Πριν γυρίσω το κανάλι στην εθνική συνέντευξη τύπου, που ξεκινά σε πέντε λεπτά, θέλω να κάνουμε στον Τύπο μια επίδειξη της προετοιμασίας μας». Με αυτά τα λόγια, έκανα το χαιρετισμό και αυτόματα ακολούθησαν διακόσια χέρια να καρφώνουν τον αέρα σε απάντησή μου. Στη συνέχεια είπα τις λέξεις «Δύναμη μέσω της πειθαρχίας» και ακολούθησαν επαναλαμβάνοντας σαν χορωδία. Το κάναμε ξανά, και ξανά. Κάθε φορά η απάντηση ήταν και πιο ηχηρή. Οι φωτογράφοι μας περικύκλωναν τραβώντας τις καθιερωμένες αυθόρμητες φωτογραφίες, μα μετά από λίγο κανείς δεν τους έδινε σημασία. Επανέλαβα τη σημασία αυτής της εκδήλωσης και ζήτησα για ακόμα μια φορά μια επίδειξη πίστης και υποταγής. Ήταν η τελευταία φορά που θα ζητούσα από οποιονδήποτε να το επαναλάβει. Η αίθουσα σείστηκε από μια σπηλαιώδη κραυγή: «Δύναμη μέσω της πειθαρχίας». Ήταν 12:05. Έσβησα τα φώτα της αίθουσας και προχώρησα γρήγορα προς την τηλεόραση. Το οξυγόνο της αίθουσας έμοιαζε να εξαντλείται. Ήταν δύσκολο να αναπνεύσεις και ακόμα δυσκολότερο να μιλήσεις. Ήταν σαν η κλιμάκωση των βροντερών ψυχών να είχε διώξει τα πάντα έξω από την αίθουσα. Άναψα την τηλεόραση. Στεκόμουν τώρα δίπλα στην οθόνη, με το πρόσωπό μου να αντικρίζει κατευθείαν την πλημμυρισμένη αίθουσα. Το μηχάνημα πήρε ζωή, δημιουργώντας ένα φωτεινό πεδίο από φωσφορίζουσα λάμψη. Ο Ρόμπερτ ήταν στο πλευρό μου. Του ψιθύρισα να κοιτά προσεκτικά και να προσέχει τα επόμενα λεπτά. Το μόνο φως στην αίθουσα ερχόταν από την τηλεόραση, και φώτιζε απέναντι από τα πρόσωπα της αίθουσας. Μάτια χρωματισμένα και απορροφημένα από το φως, αλλά η γενική εικόνα δεν άλλαξε. Το δωμάτιο παρέμενε νεκρικά ακίνητο. Περιμένοντας. Υπήρχε μια πνευματική διελκυστίνδα ανάμεσα στους ανθρώπους της αίθουσας και την τηλεόραση. Η τηλεόραση νίκησε. Η λευκή λάμψη της κενής οθόνης δεν άλλαζε σε κάποια εικόνα πολιτικού υποψήφιου. Απλώς συνέχιζε να τρεμοπαίζει. Κι όμως, οι θεατές επέμεναν. Θα πρέπει να υπάρχει κάποιο πρόγραμμα. Θα πρέπει να εμφανιστεί από στιγμή σε στιγμή. Μα που είναι; Η αποχαύνωση από την τηλεόραση έμοιαζε να κρατά για ώρες. Ήταν 12:07. Τίποτα. Ένα κενό πεδίο λευκού χρώματος. Δεν πρόκειται να συμβεί. Η προσμονή μετατράπηκε σε αγωνία και μετά σε ταραχή. Κάποιος σηκώθηκε και φώναξε.
«Δεν υπάρχει κανένας αρχηγός, έτσι δεν είναι;». Όλοι γύρισαν σοκαρισμένοι, πρώτα στον απελπισμένο μαθητή και μετά πίσω στην τηλεόραση. Στα πρόσωπά τους υπήρχε το βλέμμα της δυσπιστίας. Μέσα στη σύγχυση της στιγμής, προχώρησα αργά προς την τηλεόραση. Την έσβησα. Ένιωσα τον αέρα να φυσά ξανά μέσα στην αίθουσα. Η αίθουσα παρέμεινε αμετάβλητα σιωπηλή, όμως για πρώτη φορά μπορούσα να νιώσω ανθρώπους να αναπνέουν. Οι μαθητές μετακινούσαν τα χέρια τους από το πίσω μέρος των καθισμάτων τους. Περίμενα έναν καταιγισμό ερωτήσεων, αλλά αντ’ αυτού βρέθηκα αντιμέτωπος με μια διαπεραστική ησυχία. Ξεκίνησα να μιλάω. Κάθε λέξη έδειχνε να αρπάζεται και να απορροφάται.
«Ακούστε προσεκτικά, έχω κάτι σημαντικό να σας πω». «Καθίστε κάτω». «Δεν υπάρχει αρχηγός! Δεν υπάρχει κανένα εθνικό κίνημα νέων που να λέγεται Τρίτο Κύμα. Γίνατε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Χειραγωγηθήκατε. Παρασυρθήκατε από τις ίδιες σας τις επιθυμίες στο σημείο που βρίσκεστε τώρα. Δεν είστε ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι από τους Γερμανούς Ναζί που μελετούσαμε».
«Νομίζατε πως ήσασταν οι εκλεκτοί. Πως ήσασταν καλύτεροι από αυτούς που βρίσκονται έξω από αυτή την αίθουσα. Διαπραγματευτήκατε την ελευθερία σας με αντάλλαγμα την ευκολία της πειθαρχίας και της αίσθησης ανωτερότητας. Επιλέξατε να αποδεχτείτε τη θέληση της ομάδας και ένα τεράστιο ψέμα αντί για τη δική σας αντίληψη. Φυσικά, λέτε στους εαυτούς σας ότι ακολουθούσατε απλά για την πλάκα. Ότι θα μπορούσατε να απαγκιστρωθείτε ανά πάσα στιγμή. Αλλά που οδεύατε; Μέχρι που θα φτάνατε; Επιτρέψτε μου να σας δείξω το μέλλον σας».
Και μ’ αυτό, άναψα έναν προτζέκτορα που βρισκόταν στο πλάι. Γρήγορα φώτισε ένα λευκό πανί που ήταν κρεμασμένο πίσω από την τηλεόραση. Μεγάλοι αριθμοί εμφανίστηκαν να μετρούν αντίστροφα. Το μουγκρητό από τις ναζιστικές συγκεντρώσεις ξέσπασε μπροστά στα μάτια μας. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Μέσα από στοιχειωμένες εικόνες, η ιστορία του Τρίτου Ράιχ παρέλαυνε μέσα στην αίθουσα. Η πειθαρχία. Η παρέλαση της αρίας φυλής. Το μεγάλο ψέμα. Αλαζονεία, βία, τρομοκρατία. Άνθρωποι να σπρώχνονται μέσα σε φορτηγά. Η οπτική δυσωδία των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Πρόσωπα χωρίς μάτια. Οι δίκες. Οι ικεσίες για άγνοια. Έκανα μόνο τη δουλειά μου. Τη δουλειά μου. Όσο απότομα ξεκίνησε, έτσι το φιλμ σταμάτησε παγώνοντας σ’ ένα καρέ με γράμματα. «Όλοι πρέπει να αποδεχτούν την ευθύνη. Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν ήταν με κάποιον τρόπο συμμέτοχος».
Το δωμάτιο παρέμεινε σκοτεινό, καθώς το τελευταίο κομμάτι του φιλμ γυρνούσε αργά στον προτζέκτορα. Ένιωθα το στομάχι μου ανακατεμένο. Το δωμάτιο ίδρωνε και μύριζε σαν να ήμασταν σε αποδυτήρια. Κανείς δεν κουνήθηκε. Έμοιαζε σαν οι πάντες να προσπαθούν να αναλύσουν αυτή τη στιγμή, μήπως και συνειδητοποιήσουν τί είχε συμβεί. Σαν να ξυπνούσαν μόλις από ένα όνειρο, από έναν βαθύ ύπνο, όλοι όσοι βρίσκονταν στην αίθουσα έριξαν μια τελευταία ματιά στη συνείδησή τους. Περίμενα κάμποσα λεπτά για να επιτρέψω σε όλους να φτάσουν στο ίδιο σημείο. Επιτέλους, προέκυψαν οι ερωτήσεις. Όλα τα ερωτήματα ακουμπούσαν με κάποιο τρόπο πάνω στο θέμα των φανταστικών καταστάσεων και προσπαθούσαν να συλλάβουν το νόημα αυτού του γεγονότος. Στο ακόμα σκοτεινό δωμάτιο, ξεκίνησα να δίνω εξηγήσεις. Ομολόγησα το αρρωστημένο συναίσθημα και τις τύψεις που ένιωθα. Είπα στο συγκεντρωμένο πλήθος ότι μια ολοκληρωμένη εξήγηση θα έπαιρνε αρκετό χρόνο. Αλλά για να ξεκινήσω κάπως, ένιωσα τον εαυτό μου να μετατοπίζεται από εσωτερικός συμμέτοχος του γεγονότος στο ρόλο του καθηγητή. Είναι ευκολότερο να είσαι καθηγητής. Με αντικειμενικούς όρους, ξεκίνησα να περιγράφω τα περασμένα γεγονότα.
«Μέσα από την εμπειρία της τελευταίας εβδομάδας, όλοι πήραμε μια γεύση του πώς ήταν να ζεις και να δρας στη ναζιστική Γερμανία. Μάθαμε πώς ήταν το συναίσθημα του να δημιουργείς ένα απόλυτα πειθαρχημένο κοινωνικό σύνολο. Να χτίζεις μια ξεχωριστή κοινωνία. Να υπόσχεσαι πίστη και υπακοή σε αυτή την κοινωνία. Να αντικαθιστάς τη λογική με κανόνες. Ναι, όλοι θα είχαμε γίνει καλοί Γερμανοί. Θα είχαμε φορέσει τη στολή. Θα στρέφαμε το κεφάλι καθώς φίλοι και γείτονες θα καταδικάζονταν και θα καταδιώκονταν. Θα κλειδώναμε τις πόρτες. Θα δουλεύαμε στις βιομηχανίες «άμυνας». Θα καίγαμε ιδέες. Ναι, γνωρίζουμε έστω και λίγο πώς είναι να βρίσκεις έναν ήρωα. Το να αρπάζεσαι από την εύκολη λύση. Να νιώθεις πως είσαι δυνατός και πως ελέγχεις το πεπρωμένο σου. Γνωρίζουμε το φόβο της απομόνωσης. Την ικανοποίηση του να κάνεις κάτι σωστό και να επιβραβεύεσαι γι’ αυτό. Να είσαι ο πρώτος. Να έχεις δίκιο. Σε έναν ακραίο βαθμό θα βλέπαμε, και πιθανόν θα νιώθαμε, πού οδηγούν αυτές οι πράξεις. Γίναμε όλοι μάρτυρες κάποιου πράγματος στη διάρκεια της τελευταίας βδομάδας. Είδαμε ότι ο φασισμός δεν είναι απλά κάτι που έκαναν εκείνοι, οι άλλοι. Όχι. Βρίσκεται ακριβώς εδώ. Σ’ αυτή την αίθουσα. Στις δικές μας καθημερινές συνήθειες και στον τρόπο ζωής μας. Ξύστε λίγο την επιφάνεια, και εμφανίζεται. Είναι κάτι μέσα σε όλους μας. Το κουβαλάμε σαν αρρώστια. Αυτή την πεποίθηση ότι τα ανθρώπινα όντα είναι κατά βάση κακά και επομένως ανίκανα να πράξουν με καλοσύνη απέναντι στους άλλους. Μια πεποίθηση που απαιτεί έναν ισχυρό ηγέτη και πειθαρχία για να διατηρηθεί η κοινωνική τάξη πραγμάτων. Και υπάρχει και κάτι άλλο. Η πράξη της συγγνώμης.»
«Αυτό είναι το τελευταίο μάθημα που θα πάρετε. Αυτό το τελευταίο μάθημα είναι ίσως και το σημαντικότερο. Αυτό το μάθημα ήταν το ερώτημα που ξεκίνησε την κατάδυσή μας στη μελέτη του ναζιστικού τρόπου ζωής. Θυμάστε την ερώτηση; Αφορούσε τη σαστιμάρα του γερμανικού λαού, που υποστήριζε πως αγνοούσε και δεν είχε καμία συμμετοχή στο ναζιστικό κίνημα. Αν θυμάμαι σωστά την ερώτηση, πήγαινε κάπως έτσι: Πώς μπορούσε ο Γερμανός στρατιώτης, δάσκαλος, μηχανοδηγός, νοσοκόμος, εφοριακός, ο μέσος πολίτης, να διατείνεται στο τέλος του Τρίτου Ράιχ ότι δεν γνώριζε τίποτα για όσα γίνονταν τριγύρω του; Πώς μπορούν οι άνθρωποι να είναι μέρος κάποιου πράγματος και μετά, στο τέλος, να υποστηρίζουν ότι δεν είχαν καμία ανάμιξη; Τί είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να σβήνουν την ιστορία τους; Στα επόμενα λεπτά και πιθανόν χρόνια, θα έχετε την ευκαιρία να απαντήσετε σ’ αυτό το ερώτημα».
«Αν η αναπαράστασή μας του φασιστικού τρόπου σκέψης είναι ολοκληρωμένη, τότε ούτε ένας από εσάς δεν πρόκειται ποτέ να παραδεχτεί ότι παραβρέθηκε σ’ αυτή την τελική συγκέντρωση του Τρίτου Κύματος. Όπως ακριβώς οι Γερμανοί, θα σας φαίνεται δύσκολο να παραδεχτείτε στους εαυτούς σας ότι φτάσατε μέχρις αυτού του σημείου. Δεν θα επιτρέψετε στους φίλους και τους γονείς σας να γνωρίζουν ότι ήσασταν διατεθειμένοι να παραδώσετε την προσωπική σας ελευθερία και τη δύναμη για τα κελεύσματα της τάξης και κάποιων αόρατων αρχηγών. Δεν μπορείτε να παραδεχτείτε ότι χειραγωγηθήκατε. Ότι γίνατε ακόλουθοι. Ότι αποδεχτήκατε το Τρίτο Κύμα ως τρόπο ζωής. Δε θα παραδεχτείτε ότι συμμετείχατε σ’ αυτό τον παραλογισμό. Θα κρατήσετε αυτή τη μέρα και αυτή τη συγκέντρωση σαν μυστικό. Ένα μυστικό που θα μοιράζομαι μαζί σας».
Πήρα το φιλμ από τις τρεις κάμερες που βρίσκονταν στην αίθουσα και τράβηξα τη σελιλόζη ώστε να μείνει εκτεθειμένη στο φως. Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί. Η δίκη είχε τελειώσει. Το Τρίτο Κύμα είχε φτάσει στο τέλος του. Κοίταξα πάνω από τον ώμο μου. Ο Ρόμπερτ έκλαιγε. Οι μαθητές σηκώνονταν αργά-αργά από τις θέσεις τους και, αμίλητοι, κατευθύνονταν προς το εξωτερικό φως. Πλησίασα τον Ρόμπερτ και τον αγκάλιασα. Πλάνταζε σε αναφιλητά. Έπαιρνε βαθιές, ανεξέλεγκτες ανάσες. «Τελείωσε. Όλα θα πάνε καλά». Καθώς παρηγορούσαμε ο ένας τον άλλον, ήμασταν σαν ένας βράχος μέσα στην ροή των εξερχομένων μαθητών. Κάποιοι γύριζαν στιγμιαία πίσω για να κρατήσουν τον Ρόμπερτ κι εμένα. Κάποιοι έκλαιγαν ανοιχτά και μετά καθάριζαν τα δάκρυά τους για να συνεχίσουν. Ανθρώπινα όντα να δημιουργούν κύκλους και να κρατούν ο ένας τον άλλον. Να προχωρούν προς την πόρτα και τον έξω κόσμο.
Για μια εβδομάδα, στο μέσο μιας σχολικής χρονιάς, μοιραστήκαμε απολύτως μια ζωή. Και, όπως είχα προβλέψει, μοιραστήκαμε κι ένα τεράστιο μυστικό. Στα τέσσερα χρόνια που δίδαξα στο Λύκειο του Κάμπερλεϊ, κανένας δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι παραβρέθηκε στην συγκέντρωση του Τρίτου Κύματος. Συζητήσαμε φυσικά πολύ και μελετήσαμε τις πράξεις μας διεξοδικά. Όμως την ίδια τη συγκέντρωση –όχι. Ήταν κάτι που όλοι θέλαμε να ξεχάσουμε

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2008

ΤΟ ΚΥΜΑ έρχεται... 13 ΝΟΕΜΒΡΗ στους κινηματογράφους

ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΚΤΙΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΤΟ

ΙΝΤΕΑΛ (Πανεπιστημίου 46)

Παρασκευή 31.10 ωρα 1

Σαββατο 1.11 ώρα 1

Παρασκευή 7.11 ώρα 1

Σαββατο 8.11 ώρα 1

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

4 ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΝΑ




Cztery noce z Anna

FOUR NIGHTS WITH ANNA

Σκηνοθεσία: Γιέρζι Σκολιμόφσκι
Σενάριο: Γιέρζι Σκολιμόφσκι και Εύα Πιασκόφσκα
Φωτογραφία: Άνταμ Σικόρα
Μουσική: Μάικλ Λόρενς
Παίζουν: Jerzy Fedorowicz, Redbad Klynstra, Kinga Preis, Artur Steranko
Έτος παραγωγής: 2008
Γλώσσα: Πολωνικά
Διάρκεια: 87’

Βραβεία, συμμετοχές
· Εναρκτήρια τιμητική προβολή στο τμήμα «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών» του Φεστιβάλ Καννών 2008.
· ERA New Horizons Film Festival της Πολωνίας Ιούλιος 2008
· Φεστιβάλ του Τορόντο Σεπτέμβριος 2008
· Gdynia Polish Film Festival Σεπτέμβριος 2008
· New York Film Festival Οκτώβριος 2008
· Βραβείο Fipresci στο 21ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου Διαγωνιστικό Τμήμα Οκτώβριος 2008



Υπόθεση
Ένας νέος γίνεται μάρτυρας βιασμού μιας νοσοκόμας, της Άννας. Το γεγονός αυτό θα τον αναστατώσει τόσο, ώστε το αίσθημα της φρίκης που ένιωσε για την βία, που έγινε αφορμή να την γνωρίσει θα μετατραπεί σε έναν παράφορο, παράλογο και ανομολόγητο έρωτα γι αυτήν.
Ύστερα από δεκαεπτά χρόνια σιωπής , η νέα ταινία του Σκολιμόφσκι αποζημιώνει τους θαυμαστές του, για την αναμονή τους, με μια ταινία που αναμειγνύει την σλάβικη μελαγχολία με την τρέλα της παρωδίας.
Το Τέσσερεις νύχτες με την Άννα είναι μια πολύ προσεκτικά, συναισθηματική ταινία με αφορμή τον παράφορο κι ανομολόγητο έρωτα του ήρωα με μια νοσοκόμα Ο ήρωας μας ο Λέων, κάθε βράδυ μετά την βάρδια του στο κρεματόριο της πόλης που εργάζεται, επισκέπτεται κρυφά το δωμάτιο της Άννας και προσπαθεί να ζήσει , μέσα από αυτήν ,λίγη δική του ζωή..
Ενώ όλα τα στοιχεία που μας δίνει ο σκηνοθέτης μας προϊδεάζουν για μια προσωπικότητα σχιζοφρενή, ικανού για το πιο αποτρόπαιο έγκλημα, το μόνο αξιόποινο που τελικά διαπράττει ο ήρωας είναι να ερωτευτεί την Άννα με μια τρυφερότητα που παραπέμπει στα πιο σουρεαλιστικά απρόοπτα με τελικό στόχο να μας δείξει τους τοίχους που συναντούν τα αισθήματα μας από την μια και πόσο κοντά είναι το πάθος κι η επιθυμία με την τρέλα και το έγκλημα.

Μια μεγάλη ταινία για την εμμονή, την κακοποίηση και την… ποίηση της ζωής.

Με χιούμορ και παράδοξα καθημερινά ενσταντανέ.

Κριτική
«Μια εκκεντρικά ρομαντική κωμωδία από τον μάστορα του σουρεαλισμού»
(The Auteur’s Notebook)

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008

Χυμαδιό




Σκηνοθεσία: Jonathan Levine
Σενάριο: Jason Levine
Παίζουν:
Josh Peck,
Sir Ben Kingsley,
Method Man,
Mary Kate Olsen,
Olivia Thirlby,
Famke Janssen,
Aaron Yoo
Είδος: Κωμωδία, κοινωνική
Διάρκεια: 110'
Γλώσσα: Αγγλικά (US)
Διεθνής εκμετάλλευση: Sony Pictures Classic
Βραβεία / διακρίσεις:
Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ του Σάντανς / Sundance για το 2008 (Best Dramatic Film)
Μουσική :
Nas - "The World is Yours"Raewkon - "Heaven and Hell"The Notorious B.I.G. featuring Method Man "The What"DJ Jazzy Jeff and the Fresh Prince "Summertime"Donovan - "Season of the Witch"Biz Markie - "Just a Friend"Total featuring the Notorious B.I.G. "Cant Ya See"A Tribe Called Quest - "Can I Kick It"Faith Evans - "You Used to Love Me"R. Kelly - "Bump 'N Grind"The Pioneers - "Long Shot Kick de Buckettfont"Vomit Launch "Exit Lines"Craig Mack - "Flava in Your Ear"Wu-Tang Clan - "Tearz"Wu-Tang Clan - "C.R.E.A.M."Method Man feat. Mary J. Blige - "I'll be There for You/You're All I Need to Get By"Mott The Hoople - "All the Young Dudes"The Velvet Underground - "Sister Ray"Neil Young - "Out on the Weekend"Souls of Mischief - "93 'Til Infinity"The Smashing Pumpkins - "Disarm"

Ιστοσελίδα :
http://www.thewackness.co.uk/
Περίληψη:
Καλοκαίρι του '94, στη Νέα Υόρκη. Ο νεαρός Λουκ Σαπίρο μόλις τελείωσε το σχολείο και όλα στη ζωή του του φαίνονται βουνό. Δεν έχει φίλους, οι γονείς του ασχολούνται με τα δικά τους προβλήματα, δεν έχει κάνει ακόμα σεξ, δεν ξέρει τι θέλει να κάνει στη ζωή του, πίνει μερικά τσιγαριλίκια την ημέρα, πουλάει μάλιστα και κανένα γραμμάριο από αυτά για να βγάλει το χαρτζηλίκι του, ακούει χιπ χοπ και ραπ και αποδρά από την πραγματικότητα πολλές φορές τη μέρα με ονειροφαντασίες. Ζεί σε μια πολύ «χυμαδιό φάση»!
Παράλληλα, επισκέπτεται έναν ψυχίατρο, τον Δόκτωρα Σκουάιρς που του δίνει ανορθόδοξες συμβουλές, και σε αντάλλαγμα, παίρνει με τη σειρά του “χόρτο” από τον Λουκ. Ακόμα κι αν δίνει συμβουλές, η προσωπική ζωή του γιατρού καταρρέει. Οι δυο τους γίνονται, με τον τρόπο τους, καλοί φίλοι. Τα πράγματα όμως αλλάζουν, όταν ο Λουκ ερωτεύεται την νεαρή κόρη του Σκουάιρς. Ο Λουκ θα κληθεί να αναλάβει το ρόλο του εραστή (για πρώτη φορά στη ζωή του), ενώ ο Δρ. Σκουάιρς το ρόλο του συντηρητικού πατέρα, ο πρώτος θα κοιτάξει με άλλο μάτι τη ζωή που ανοίγεται μπροστά του, ενώ ο δεύτερος θα δει τη ζωή που άφησε πίσω του, να περνά και να μην τον ακουμπά. Πώς θα αντιμετωπίσουν αυτήν την αλλαγή φάσης; Πώς αλλιώς παρά με χιούμορ, ειρωνεία, και διάθεση “φτιαγμένη” ποικιλοτρόπως...


Η δήλωση του σκηνοθέτη:
«Το 1994 ήταν και για μένα η χρονιά που τέλειωσα το σχολείο. Και ήθελα να κάνω μια ταινία για εκείνη την εποχή. Για εκείνη την περίοδο στη ζωή κάποιου. Και πραγματικά μου αρέσουν οι καλές ταινίες με θέμα τα σχολεία και τους εφήβους. Και για μένα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να είμαι αυθεντικός, το να μην αναφέρομαι στη σημερινή εποχή. Σήμερα είμαι τριάντα και δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το τι κάνουν τα παιδιά σήμερα. Άρα έπρεπε να το αλλάξω. Και να πάω πίσω. Και η αλήθεια είναι πως μου αρέσει αυτή η μουσική. Σπάνια βάζει κανείς τέτοιου είδους μουσική στο φιλμ, πολλοί άνθρωποι λοιπόν ενθουσιάστηκαν με αυτήν την κίνηση! Σε ό,τι αφορά τα ναρκωτικά, πίσω στο 1994, όλοι έπαιζαν με αυτά, κι εγώ ακόμα. Και δεν λέω πως ήταν κάτι καλό, για την ακρίβεια είναι κάτι πολύ, πολύ χαζό. Αλλά είναι ένα φαινόμενο υπαρκτό. Δεν νομίζω πως είναι μια ταινία για τα ναρκωτικά, όσο για την άρνηση του να ηθικολογήσει για αυτά. Είναι μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή».




Διεθνή ΜΜΕ
«Κάθε χρόνο βλέπω στο Σάντανς το πρώτο Σαββατοκύριακο μια ταινία την οποία ερωτεύομαι ολοκληρωτικά. [...] Συνδυάζει το λούστρο ενός μοδάτου μουσικού βίντεο με την ωμότητα ενός “βρώμικου” ντοκιμαντέρ. Ο Λεβίν παίρνει τα ρίσκα του και διακόπτει τις φανταστικές σκηνές ονείρων και τις μουσικές σεκάνς με μια ρεαλιστική δραματική ιστορία. Είναι μια τόσο αναζωογονητική ένεση στην αφήγηση της ιστορίας για την ενηλικίωση, που ο σκηνοθέτης έχει κατοχυρώσει τη θέση του ανάμεσα στους μεγάλους σκηνοθέτες της επόμενης γενιάς».
(Peter Sciretta,
http://www.slashfilm.com/

«Μια ταινία που σε απορροφά ολοκληρωτικά, με ένα απίθανο σάουντρακ χιπ χοπ και ραπ, εκθαμβωτική φωτογραφία και εξαιρετικές ερμηνείες από ένα στιβαρό, συγκεντρωμένο καστ... Πρέπει να περιμένουμε πολλά πράγματα από αυτόν το σκηνοθέτη. Αυτή του η δουλειά είναι η απόλυτη ευχαρίστηση».
(Noralil Ryan Fores, Short End Magazine)

«Καταπληκτικές ερμηνείες από ταλαντούχους νεαρούς πρωταγωνιστές. Αυθεντικό, παιχνιδιάρικο, έξυπνο... Η ερμηνεία του Τζος Πεκ είναι φοβερή, και αν υπάρχει δικαιοσύνη, θα ακούσετε για αυτόν και για το “The Wackness” πολλά πράγματα κατά τη διάρκεια της χρονιάς».
(Josh Tyler, Cinema Blend)

«Ο Λεβίν αφηγείται μια, περιστασιακά αστεία και συγκινητική ιστορία. Αρπάζοντας το ρόλο του επιθετικά, ο Κίνκσλεϊ δείχνει νέες πτυχές του ταλέντου του, προσδίδοντας στο φιλμ την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία του». (Emanuel Levy,
http://www.emanuellevy.com/)

«Όσοι μεγάλωσαν στη δεκαετία του ΄90, πρέπει οπωσδήποτε να δουν το φιλμ». (Neil Miller, Film School Rejects)
Λίγα λόγια παραπάνω:
«Wack», στην αμερικανική αργκό, είναι ο περίεργος, ο εκκεντρικός και αλλοπρόσαλος. O Χύμα. Όπως και το νόημά της, έτσι και η ίδια λέξη είναι περίεργη, γιατί παραπέμπει στη γλώσσα άλλων εποχών. Στα ελληνικά σε ελεύθερη απόδοση η νέοι χρησιμοποιούν τη φράση « Χυμαδιό». Γι’ αυτό και γίνεται ιδανικός τίτλος για την περίεργη, μοναδική ταινία ενός νέου δημιουργού, που αφηγείται την ιστορία που γνωρίζει καλύτερα, αυτή των εφηβικών του χρόνων, έτσι όπως διαμορφώθηκαν στις αρχές της περασμένης δεκαετίας.
Οι περισσότερες ταινίες νοσταλγίας έχουν την τάση να παρουσιάζουν το παρελθόν εξιδανικευμένο. Οι περισσότερες ταινίες για την εφηβεία τείνουν να παρουσιάζουν τους κεντρικούς χαρακτήρες με τα ίδια στερεότυπα. Κι όμως, στην περίπτωση του «Χυμαδιού», όπως θα μπορούσε να δηλώνει και ο τίτλος του, παρουσιάζει κάτι εντελώς διαφορετικό: ένα πορτρέτο ενός νέου σε μία κρίσιμη καμπή για την Ιστορία, έναν έφηβο έτσι όπως δεν τον ξαναγνώρισε η ανθρωπότητα, έναν άνθρωπο που καθρεφτίζει και διαμορφώνει μια νέα κοινωνία.
Βρισκόμαστε στο 1994, η Νέα Υόρκη μόλις απέκτησε καινούριο δήμαρχο, τον Ρόμπι Τζουλιάνι,μια νέα κουλτούρα της μητρόπολης αρχίζει να διαμορφώνεται, η μαύρη αντι-κουλτούρα του χιπ χοπ κυριαρχεί στους δρόμους, το πολιτικό σκηνικό της χώρας εξελίσσεται ραγδαία. Oταν ο τότε Δήμαρχος Τζουλιάνι επιχειρούσε με αυστηρά μέτρα να καθαρίσει την πόλη, τα πιο hot ονόματα της μουσικής μετά την αυτοκτονία του Kurt Cobain ήταν ο ανερχόμενος rapper Notorious B.I.G. και οι A Tribe Called Quest και η πιο συχνή και σχετική pop culture αναφορά, ήταν σε μια ταινία με τίτλο Forrest Gump (τα λεωφορεία είναι ντυμένα με αφίσες της , η ατάκα «Run, Forrest, run!» είχε κατακλύσειι τα αστικά κέντρα.
Νέοι σαν τον Λουκ Σαπίρο, που ενηλικιώθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του '90, ήταν οι πρώτοι που γνώρισαν την έκρηξη της επικοινωνίας, την απορρύθμιση των media, τον ερχομό του ψηφιακού, την απόλυτη εξοικείωση με την τεχνολογία. Ήταν τα παιδιά των “εκδρομέων του '60”, γονέων που γνώρισαν το μοντερνισμό, και μαζί με αυτόν, το αντισυλληπτικό χάπι και τη μόδα του διαζυγίου. Είναι οι πρώτοι που παραπονέθηκαν για τον “κόσμο” που τους παρέδωσαν οι γονείς τους. Την ίδια όμως στιγμή, κι ενώ όλα αλλάζουν με τέτοιους ρυθμούς, τα χαρακτηριστικά των εφηβικών χρόνων παραμένουν τα ίδια στο πέρασμα των ετών.
Η αίσθηση της αποξένωσης, η επιθυμία του να είσαι αλλιώτικος, αλλά και του να αισθάνεσαι πως επιτέλους ανήκεις κάπου, οι επαναστάσεις χωρίς αιτία μέσα στο σπίτι, οι πρώτες σεξουαλικές επαφές, περίεργες και γρήγορες σαν παιδικές ασθένειες...
Παραφράζοντας το γνωστό απόφθεγμα, πατρίδα είναι η εφηβική ηλικία και οι τρόποι με την οποία την ξεπερνούμε.
Ο τρόπος του σκηνοθέτη είναι σπουδαίος, γιατί καταφέρνει να μιλήσει για το παλιό και το νέο με έναν πρωτότυπο τρόπο. Ένας άνθρωπος που εκπροσωπεί το νέο, νιώθει κουρασμένος σαν να έρχεται από το παρελθόν, ενώ ένας άλλος άνθρωπος που εκπροσωπεί το παρελθόν, δηλώνει με κάθε του κίνηση την επιθυμία του να ξαναγίνει νέος. Στο εξωτικό και μοναδικό σύμπαν της ανδρικής φιλίας, που περιγράφεται εδώ με εμμονή στη λεπτομέρεια, ο ένας άνδρας είναι το αντεστραμμένο είδωλο του άλλου. Ο Τζος Πεκ ερμηνεύει με φυσική χάρη και απλότητα τον νέο, ενώ ο Μπεν Κίνγκσλεϊ επιστρατεύει κάθε ερμηνευτικό εργαλείο του και κάθε μέλος του σώματός του για αποδώσει τον περίπλοκο χαρακτήρα του ψυχίατρου που βρίσκεται παγιδευμένος στην ίδια την επιστήμη του.
Όλα αυτά, αναδεικνύοντας ένα καλογραμμένο σενάριο με διαλόγους που ατάκα προς ατάκα χτίζουν την αφήγηση μιας ολόκληρης γενιάς, που έχει και μελαγχολία, έχει και αγωνία, έχει και αυτό με το οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε τη ζωή και αυτό το οποίο έσωσε τόσες και τόσες γενιές από την καταστροφή: πολύ, πολύ γέλιο.


Στους κινηματογράφους :


ΚΕΝΤΡΟ - ΚΟΛΩΝΑΚΙ - ΕΞΑΡΧΕΙΑ
ΙΝΤΕΑΛ Πανεπιστημίου 46 (ΜΕΤΡΟ Πανεπιστήμιο), 210-3826720 . Πεμ. - Τετ.: 18.00/ 20.10/ 22.20

ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΝΕΑΠΟΛΗ
ΔΑΝΑΟΣ 2 Λ. Κηφισίας 109 (ΜΕΤΡΟ Πανόρμου), 2106922655 . Πεμ. - Τετ.: 18.00/ 20.10/ 22.20

VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ
VILLAGE PARK ΡΕΝΤΗ ΑΙΘΟΥΣΑ 17 Πέτρου Ράλλη & Θηβών, Άγιος Ιωάννης Ρέντη, 2108108080 . Πεμ. - Τετ.: 19.30/ 21.45/ 00.00

ΦΙΞ - Ν. ΣΜΥΡΝΗ - Π. ΦΑΛΗΡΟ
ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ PRINCE FIMCENTER Λ. Συγγρού 106, Φιξ (ΜΕΤΡΟ Συγγρού-Φιξ), 210-9215305 . Πεμ. - Τετ.: 18.30/ 20.30/ 22.30. Παρ.-Κυρ. & 00.20

STER CINEMAS ΙΛΙΟΝ
STER CINEMAS ΙΛΙΟΝ ΑΙΘΟΥΣΑ 2 Λεωφ.Δημοκρατίας 67Α, Ίλιον, 2102371000 . Τηλ. κρατ. 2102371000 , 8018017837. Πεμ. - Τετ.: (εκτός Τρ.) 19.20/ 21.30/ 23.40

STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ
STER CINEMAS ΑΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΑΙΘΟΥΣΑ 3 Αχαρνών 373-375. (ΗΣΑΠ Αγ. Ελευθέριος), 2102371000 . Τηλ. κρατ. 2102371000 , 8018017837. Πεμ. - Τετ.: 19.30/ 21.40/ 23.50

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

O'Horten του Μπέντ Χάμερ


Η Καινούργια ζωή του κ. Χόρτεν
Σκηνοθεσία: Bent Hamer
Σενάριο: Bent Hamer
Παίζουν: Bård Owe, Espen Skjønberg, Ηenny Moan, Bjørn Floberg, Ghita Nørby, Kai Remlow
Διάρκεια: 89'
Μουσική: Kaada
Παραγωγή: BulBul Films / Scanbox / Pandora (DE) / ID Memento (FR)
Διεθνής Εκμετάλλευση: The Match Factory

Βραβεία / διακρίσεις:
Υποψηφιότητα της Νορβηγίας στα OSCAR 2008
Συμμετοχή στο 61ο Φεστιβάλ των Κανών στο τμήμα του «Δεκαπενθημέρου των Σκηνοθετών»

Υπόθεση:
Ένα τρένο διασχίζει τη Νορβηγική ενδοχώρα. Ο οδηγός του, ο Οντ Χόρτεν, θα το φτάσει στον προορισμό του για προτελευταία φορά. Μετά από σαράντα χρόνια δουλειάς στο ίδιο πόστο, έχει έρθει η ώρα της σύνταξης. Όταν το τρένο φτάσει στο Μπέργκεν, για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια, ο Οντ Χόρτεν ,δε θα προλάβει να ανέβει στο τρένο της επιστροφής, δεν θα προλάβει το τελευταίο του δρομολόγιο…
Η ζωή του, χωρίς την καθημερινή εργασία, που ήταν και η μοναδική σταθερή αξία της καθημερινότητάς του, του φαίνεται άδεια και χωρίς νόημα. Ακόμα και το διαμέρισμά του, είχε φροντίσει να βρίσκεται κοντά στις γραμμές του τρένου. Είναι πια 67 χρονών και νιώθει πως δεν έχει κανέναν έλεγχο στη νέα ζωή που ανοίγεται μπροστά του.
Από την άλλη, οι άνθρωποι γύρω του ακολουθούν τους δικούς τους ρυθμούς. Έχει μια γλυκιά, αλλά αμήχανη συνάντηση με την παλιά του αγαπημένη. Κάνει μια επίσκεψη στη μητέρα του, στο γηροκομείο όπου νοσηλεύεται, που τον αφήνει μπερδεμένο και αδύναμο. Ψάχνει τον καθιερωμένο του καπνοπώλη για να αγοράσει μια καινούρια πίπα, όμως η γυναίκα του ,τον πληροφορεί πως έχει πρόσφατα πεθάνει...
Ώσπου γνωρίζει έναν εκκεντρικό ηλικιωμένο άντρα με περίεργες συνήθειες , που ακολουθεί τη φιλοσοφία του «Ποτέ δεν είναι αργά». Αυτό είναι και που εμπνέει τον ήρωα να ακολουθήσει το παράδειγμά του, να πάρει, για πρώτη ίσως φορά, τη ζωή στα χέρια του και να να κάνει όσα δεν τόλμησε ποτέ.
Να έχει την ευθύνη της ζωής του, έτοιμος να πληρώσει το τίμημα των πράξεων του …


Με αφορμή τον κο Χόρτεν και την καινούργια του ζωή :
Σε μια κοινωνία που ταυτίζει τη νεότητα με την παραγωγικότητα και αφήνει στο περιθώριο τους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, δίνεται ένα μάθημα ζωής ( συνάμα και ένα μάθημα κινηματογράφου) για το πώς η μοναξιά -των... οδηγών μεγάλων αποστάσεων- μπορεί να οδηγήσει σε ένα δημιουργικό τρόπο ζωής.
Ένα παράδειγμα για το «ανθρώπινο υλικό» που μπορεί να βρίσκεται για χρόνια σε χειμέρια νάρκη, αλλά όταν ξυπνάει μπορεί να κάνει τα πάντα.
Η ζωή σαν ένα σύνολο κομμένων σκηνών: Αυτή είναι η ζωή του Οντ Χόρτεν, odd (=παράξενος) στην κυριολεξία της.
Οδηγεί ένα τρένο που κάνει κάθε μέρα την ίδια διαδρομή, αλλά καταλήγει πάντα εκεί απ' όπου ξεκίνησε. Παρατηρητής, πίσω από το γυαλί, του τοπίου που παραλλάσσεται, της ζωής του που γνωρίζει παραλλαγές, αλλά μένει ίδια στην ουσία της. Ακόμα όμως και αν η αλλαγή δεν μπορεί να γίνει εσωτερικά, μια εξωτερική δύναμη είναι αυτή που θα την επιβάλλει.
Γίνεται ο κόσμος να αλλάζει και ένας άνθρωπος να μένει ίδιος;
Πρόκειται για έναν άνθρωπο μόνο ή μοναχικό;
Και ο χρόνος που περνά λειτουργεί τελικά υπέρ ή εναντίον του;
Ο ήρωας καταλαβαίνει πως ξεκίνησε να ζει, όχι για να βρει τις απαντήσεις, αλλά από τη στιγμή που έθεσε στον εαυτό του τις ερωτήσεις.

Μα το ίδιο κάνει και η τέχνη του κινηματογράφου;
Αλλάζει τη ζωή με τον ίδιο τρόπο -με την παρατήρηση και την ερώτηση.
Στο σινεμά, η μαεστρία του σκηνοθέτη φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται το χρόνο και την κίνηση. Και στα δύο , ο Νορβηγός σκηνοθέτης Μπεντ Χάμερ, που συνδιαλέγεται με άνεση με το έργο του «γείτονά» του, Άκι Καουρισμάκι, πετυχαίνει κάτι δύσκολο: Να συμπυκνώσει όλα τα βαριά χρόνια που κουβαλά ο ήρωας στην πλάτη του, στις λίγες μόνο ώρες στις οποίες τον ακολουθεί μετά τη συνταξιοδότησή του και να αποδώσει με μια σειρά στατικών πλάνων μια βαθιά κίνηση, αυτήν της ψυχικής ανάτασης.
Η κάμερά του σκηνοθέτη προσπαθεί να μιμηθεί το βλέμμα του ίδιου του Χόρτεν στον κόσμο. 'Ήρεμο, ειρωνικό και μαζί θλιμμένο, γλιστρά γλυκά πάνω στους ανθρώπους και τα αντικείμενα, όπως κάνουν και σε κάποιο σημείο της ταινίας οι άνθρωποι που τσουλάνε στον παγωμένο δρόμο μες στη νύχτα.
Η κάμερα βλέπει όλες τις φιγούρες που καταγράφει, με συμπάθεια, αν όχι με μια ώριμη αγάπη.
Οι ίδιοι άνθρωποι που θα έμπαιναν στο περιθώριο, εδώ μονοπωλούν τα κάδρα της ταινίας.
Οι λεπτομέρειες κάνουν, τελικά, τη διαφορά.
Νεύματα, βλέμματα, αεροπλάνα που πετάνε, μια κουβέντα με έναν άγνωστο, ένας σκύλος που γίνεται φίλος.
Τα κομμάτια του παζλ μπαίνουν ένα ένα σε μια θέση.
Τα πράγματα αποκτούν αξία γιατί γίνονται εφήμερα.
Μια ζωή μονοτονίας ζυγίζει λιγότερο από ένα βράδυ περιπλάνησης, μόνος μεταξύ αγνώστων, σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.
Άνθρωποι, που αντί να πάρουν το τρένο για να περάσουν τη ζωή τους, τη διασχίζουν με τα πόδια.
Αργά, χωρίς να βιάζονται, για να βλέπουν καλύτερα τα πρόσωπα των ανθρώπων. ..

Βιογραφικό του Σκηνοθέτη:
Ο Μπέντ Χάμερ γεννήθηκε στο Sandefjord της Νορβηγίας το 1956. Μόλις ενηλικιώθηκε, μετακόμισε στη Σουηδία για να σπουδάσει λογοτεχνία και θεωρία του κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο και στην Εθνική Σχολή Κινηματογράφου της Στοκχόλμης αντιστοίχως. Γύρισε εκεί δύο μικρού μήκους ταινίες: Το «Sunday Dinner» το 1991 και το «Happy Hour» το 1994. Λίγο αργότερα ίδρυσε τη δική του εταιρία παραγωγής, την Bulbul Films. Η πρώτη του ταινία, «Eggs» προβλήθηκε στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στις Κάννες και διακρίθηκε με το βραβείο της Κριτικής επιτροπής. Στο ίδιο τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών προβλήθηκαν και οι δύο επόμενες ταινίες του, το Un jour sans soleil και το Kitchen Stories (Ιστορίες της κουζίνας, όπως προβλήθηκαν και στη χώρα μας), αλλά και η πρώτη ταινία του με Αμερικανούς συντελεστές, το «Factotum», που βασίστηκε σε μια σχεδόν αυτοβιογραφική νουβέλα του Τσαρλς Μπουκόφσκι, με τον Ματ Ντίλον στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι ταινίες του έχουν βρει διανομή περίπου σε πενήντα χώρες της υφηλίου και συμμετείχαν σε ογδόντα διεθνή φεστιβάλ.



Ένα σχόλιο -και μια εξήγηση- από τον Σκηνοθέτη:
«Ενώ βρισκόμουν στο Λονδίνο για να παρουσιάσω τη ταινία μου “Factotum” έπεσα κατά λάθος πάνω σε μια διαφήμιση στην τηλεόραση, η δράση της οποίας ήταν τοποθετημένη σε ένα τρένο. Η κάμερα ήταν στη θέση του μηχανοδηγού και κινηματογραφούσε τη διαδρομή, με όλες της τις αλλαγές του τοπίου, και μέσα από τα τούνελ ακόμα. Περιέργως πώς, αυτές οι εικόνες με εντυπωσίασαν. Και κατευθείαν, σαν να ήξερα το τρένο αυτό πολύ καλά, με φαντάστηκα μέσα σε αυτό, στη διαδρομή Όσλο - Μπέργκεν. Αν και αυτό το ανεκδοτολογικής φύσης επεισόδιο δεν έχει και πολύ μεγάλη σχέση με την υπόθεση της ταινίας, τελικά ήταν η αφορμή γι' αυτήν. Μικρά μικρά κομμάτια έμπαιναν τότε στη θέση τους μέσα στο μυαλό μου, σαν να έφτιαχνα ένα παζλ.
Το τρένο είναι ένα μέσο που ενώνει τους ανθρώπους, αλλά που τους χωρίζει κιόλας. Για μένα το τρένο είναι μια μεταφορά για μια προβλέψιμη ζωή ρουτίνας. Ο Χόρτεν ζούσε μέχρι τη στιγμή της σύνταξης σε ένα σύστημα απόλυτα οργανωμένο, ασφαλές και χωρίς ιστορία, παρόμοια με τη ζωή τόσων άλλων. Κι όμως, την ίδια στιγμή που ετοιμάζεται να γιορτάσει τη συνταξιοδότησή του, αποφασίζει να πέσει στη ζωή με τα μούτρα. Ίσως γι' αυτό να κάνει καταρρίχηση της πολυκατοικίας όπου μένει. Για μένα αυτό είναι ένα σημείο όπου γνωρίζει πως δεν υπάρχει επιστροφή. Στις πρώτες μου μικρού μήκους ταινίες δεν χρησιμοποιούσα καθόλου διάλογο. Πρέπει να πω πως για μένα το καδράρισμα και το φως είναι πολύ πιο σημαντικά από οτιδήποτε άλλο μες στην ταινία, θέλω να μεταδίδω την πληροφορία μέσω της εικόνας και όχι μέσω του διαλόγου.. Στο «O' Horten» χρησιμοποίησα λίγο διάλογο γιατί αυτός ανταποκρινόταν στην ατμόσφαιρα και το θέμα του φιλμ».

Διεθνή ΜΜΕ:
«Πρόκειται για ένα ζεστό φιλμ που υποστηρίζει μια βαθιά πίστη στην ανθρωπότητα. Με αργούς ρυθμούς και ανεπιτήδευτο ύφος, αλλά με έναν “ψυχωμένο” πυρήνα, που θα αποκαλυφθεί στο θεατή που θα πιστέψει σε αυτό. Ο Νορβηγός ηθοποιός Bård Owe που έχει σχεδόν πολιτογραφηθεί Δανός στον κεντρικό ρόλο κάνει μια άψογη επιστροφή στις ρίζες του.
( Fredrik Gunerius Fevang, The Fresh Site)

Το «Ο'» του τίτλου είναι σύντομος τύπος για το Odd, το μικρό όνομα του κεντρικού χαρακτήρα. Και εκτός από Νορβηγικό όνομα, είναι και με την τρυφερή του έννοια «παράξενο» (odd, στα αγγλικά). Και είναι επίσης εξαιρετικό.
(Duane Byrge, The Hollywood Reporter)

«Ο Hamer φτιάχνει ακόμα, λεπτοδουλεμένα πορτρέτα των ανθρώπων έτσι όπως περνούν τη ζωή τους μέρα με την ημέρα, όχι από εκείνα που έχουν ψυχρό χιούμορ, αλλά από εκείνα που διακρίνονται από μια προσεκτικά δοσμένη, ανθρώπινη διάσταση του παραλόγου. [...] Είναι ένα μικρό φιλμ, μια φέτα ζωής, τόσο καλοφτιαγμένο, τόσο γενναιόδωρο και έξυπνο και αστείο και συμπαθητικό, που δεν μπορεί παρά να σε κερδίσει ολοκληρωτικά».
(James Rocchi, Cinematical)

«...Ένα ζεστό και ευγενικά αστείο ντιβερτιμέντο που θα πρέπει να εκτιμηθεί από τους διανομείς παγκοσμίως».
(Alissa Simon, Variety)

Από την Πέμπτη 9.10.2008 στους κινηματογράφους:

ΑΑΒΟΡΑ ( Ιπποκράτους) & ΔΑΝΑΟΣ (Κηφισίας)


Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

HUNGER του Στηβ Μακουήν

Λυπάμαι αδελφέ μου
Οι χειροπέδες μου δένουν τα χέρια
κι ένα σίδερο περικυκλώνει το μέρος που κοιμάμαι

Λυπάμαι αδελφέ μου
που δεν μπορώ να βοηθήσω τον γέρο
τη χήρα η το παιδάκι.

Μη λογαριάζεις τον θάνατο ενός ανθρώπου
σαν σημάδι ήττας.

Ντροπή είναι μόνο
να προδίδεις τις ιδέες σου
και να μη μπορείς να υπερασπιστείς
τις πεποιθήσεις σου.


Οθμάν Αμπντουλραχήλ Μοχάμεντ
26 ετών, φοιτητής Νομικής,
κρατούμενος από το 2001 στις φυλακές του Γκουαντάναμο.
από το βιβλίο «Ποιήματα από το Γκουαντάναμο»
εκδόσεις ΠΥΛΗ 2008 ( μετάφραση Ιωάννας Καρατζαφέρη )




Εισαγωγή

Η ταινία ακολουθεί τη ζωή στις φυλακές Μέιζ, στη Βόρεια Ιρλανδία, αποτυπώνοντας τα ιδιαίτερα συγκινητικά γεγονότα που αφορούν την απεργία πείνας των φυλακισμένων του IRA το 1981, καθοδηγούμενοι από το Μπόμπι Σαντς.


Περίληψη

Ο Ρέιμοντ Λόχαν ακολουθεί την καθημερινή του ρουτίνα: ένας φυσιολογικός άνδρας που εργάζεται στις φυλακές Μέιζ στη Βόρεια Ιρλανδία, το 1981. Έχει τοποθετηθεί στα κακόφημα H-Blocks, όπου οι ρεπουμπλικανοί φυλακισμένοι διαμαρτύρονται, αρνούμενοι να φορέσουν τα ρούχα που τους επιβάλουν και καταργώντας όλες τις καθημερινές ενέργειες προσωπικής υγιεινής.

Ένας νεαρός φυλακισμένος, ο Ντέιβι Γκίλεν μεταφέρεται εκεί για πρώτη φορά. Παρ’ότι τρομοκρατημένος, αρνείται πεισματικά να φορέσει τη στολή που του δίνουν- δεν θεωρεί τον εαυτό του κοινό εγκληματία. Μοιράζεται ένα πανβρώμικο κελί με έναν άλλο αντικομφορμιστή φυλακισμένο- τον Τζέρι Κάμπελ. Ο Τζέρι, που έχει σκληραγωγηθεί από τις συνθήκες των φυλακών, «εκπαιδεύει» το νεόφερτο να βάζει λαθραία πράγματα στο κελί του, να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο και να μεταφέρει τα μηνύματα στον αρχηγό τους- Μπόμπι Σαντς.

Οι φυλακισμένοι πείθονται να φορέσουν τα καινούρια ρούχα στις φυλακές, που είναι πολιτικά, πιστεύοντας ότι είναι σημαντικό βήμα στον αγώνα τους να αποκτήσουν πολιτική υπόσταση. Τους μοιράζουν όμως εξευτελιστική περιβολή και ξεσπά επανάσταση. Οι φυλακισμένοι καταστρέφουν τα καθαρά κελιά στα οποία έχουν μεταφερθεί, ενώ υπόκεινται σε άγριους ξυλοδαρμούς για την καταστολή της. Η βία μεταφέρεται και πέρα από τη Μέιζ- κανένας εργαζόμενος εκεί δεν είναι πλέον ασφαλής, ενώ ο Ρέιμοντ σκοτώνεται.

Ο Μπόμπι Σαντς συναντά τον ιερέα Ντομινίκ Μοράν. Αστειεύονται για λίγο, κι έπειτα ο Σαντς αποκαλύπτει στον ιερέα, ότι θα ηγηθεί μιας απεργίας πείνας για να διαμαρτυρηθεί για την αντιμετώπιση των ρεπουμπλικανών φυλακισμένων. Αυτό πυροδοτεί μια λογομαχία, η οποία απλά δείχνει την αποφασιστικότητα του Σαντς , μέσα από τις ερωτήσεις του ιερέα για τα κίνητρα και την ηθική. Ο Σαντς είναι αποφασισμένος και η απεργία θα γίνει.

Αργότερα ο Σαντς θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο, όπου τον επισκέπτονται ένας φίλος και οι γονείς του. Ο Σαντς είναι ο πρώτος που θα πεθάνει από τους εννέα που ακολούθησαν.




Η άποψη του σκηνοθέτη

Θέλω να δείξω πως ήταν να ζεις, να ακούς, να μυρίζεις και να αγγίζεις το «Κελί–Η» το 1981. Αυτό που θέλω να μεταδώσω (κοινωνήσω) είναι κάτι που δεν μπορείτε να βρείτε σε βιβλία ή αρχεία: το συνηθισμένο και το ασυνήθιστο του να ζεις σ’ αυτή τη φυλακή. Συγχρόνως, το έργο είναι και μια προσπάθεια να αποτυπωθεί με κάποιο τρόπο το τι είναι να πεθαίνει κανείς για ένα σκοπό.

Το Hunger για μένα έχει απήχηση στο σήμερα. Το σώμα σαν σύμβολο μιας πάλης πολιτικής, έχει αρχίσει να γίνεται ένα φαινόμενο όλο και περισσότερο γνώριμο. Είναι η τελευταία πράξη της απελπισίας: το ίδιο σου το κορμί γίνεται το τελευταίο σου καταφύγιο για διαμαρτυρία. Ο καθένας χρησιμοποιεί αυτό που έχει, με τρόπο σωστό ή λανθασμένο.

Είναι σημαντικό για μένα τα γεγονότα να παρουσιάζονται μέσα από τα μάτια τόσο των φυλακισμένων όσο και των φυλάκων τους. Στη διάρκεια του έργου πρέπει να δίνεται και χρόνος για περισυλλογή. Υπάρχει μια μακρά συζήτηση ανάμεσα στον Bobby Sands και ένα καθολικό παπά σχετικά με την απόφαση του Σαντς να προχωρήσει στην απεργία πείνας. Η ανταλλαγή επιχειρημάτων μετατρέπεται σε ένα φιλοσοφικό παιχνίδι σκακιού με μεγάλες προεκτάσεις. Πρέπει να συζητήσουν τη φύση της θυσίας. «Η ελευθερία είναι τα πάντα για μένα… το να δώσω τη ζωή μου δεν είναι μονάχα το μοναδικό πράγμα που μπορώ να κάνω, είναι και το μόνο σωστό».
Στο τέλος μένουμε μόνοι με έναν άνδρα, που ζει τις τελευταίες του μέρες με τον πιο ακραίο τρόπο που θα μπορούσε –αλλά που βρίσκεται μια απόφαση μονάχα μακριά από το να αποφασίσει να παραδοθεί και να ζήσει. Η πιο απλή, αυτονόητη και φυσιολογική κίνηση μετατρέπεται σε οδύσσεια.

Στην «Πείνα» δεν υπάρχει η απλουστευτική έννοια του «ήρωα», του «μάρτυρα» ή του «θύματος». Η πρόθεσή μου είναι να εγείρω ζωντανό διάλογο, αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους θεατές, να προκαλέσω και τη δική μας ηθική μέσω του έργου.

Στηβ ΜακΚουήν – Μάιος 2008


Το Ιστορικό υπόβαθρο :

1963:
Ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ιρλανδίας, Terence O’Neill, ξεκινά την προσπάθεια να αντιμετωπίσει το ζήτημα των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών ανισοτήτων ανάμεσα σε Καθολικούς και Διαμαρτυρόμενους στη Βόρεια Ιρλανδία.

Μάιος – Ιούνιος 1966:
Αντιδράσεις και αναταραχές ακολουθούν τη διπλή 50η επέτειο από τη μάχη του Σομ και του Eastern Rising (Επανάσταση του Πάσχα) – γεγονότα εξέχουσας σημασίας τόσο για την προτεσταντική όσο και την καθολική κοινότητα. Δύο Καθολικοί και ένας Διαμαρτυρόμενος δολοφονούνται. Η εκδίδεται απόφαση για απαγόρευση της δράσης της Ulster Volunteer Force (UVF) .

5 Οκτωβρίου 1968:
Συμπλοκές ανάμεσα στην Northern Ireland Civil Rights Association (NICRA) και την Royal Ulster Constabulary in Derry (RUC) στη διάρκεια διαδηλώσεων για τα πολιτικά δικαιώματα

9 Οκτωβρίου 1968:
Η People’s Democracy δημιουργείται μετά από διαδήλωση φοιτητών στο Μπέλφαστ. Η Derry’s Citizens’ Action Committee γεννιέται μέσα από πέντε υπάρχουσες επαναστατικές ομάδες στο Derry, ηγούμενη από τους Ivan Cooper και John Hume.

Μάρτιος – Απρίλιος 1969:
«Loyalists» βάζουν βόμβες, στοχεύοντας σε τοπικά κέντρα παροχής, μεταξύ άλλων, νερού και ηλεκτρικού. Η Βόρεια Ιρλανδία δέχεται στρατιωτικές ενισχύσεις για πρώτη φορά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ιούλιος 1969:
Ο 67χρονος Frances McClusky, δολοφονείται από έναν αξιωματικό του RUC. Πολλοί θεωρούν πως αυτός είναι ο πρώτος θάνατος που ξεκίνησε μια μακρά περίοδο ταραχών (γνωστή στους Ιρλανδούς ως «Troubles»).

Αύγουστος 1969:
Σοβαρές αναταραχές ξεσπούν στο Bogside στην περιοχή του Derry – η λεγόμενη «μάχη του Bogside». Μετά από δύο μέρες συνεχών αναταραχών, τα βρετανικά στρατεύματα παίρνουν θέσεις μάχης στο Belfast και το Derry. Οι αναταραχές κορυφώνονται στο Belfast και αλλού από τις 14 ως τις 17 Αυγούστου. Επτά άνθρωποι σκοτώνονται και εκατοντάδες σπίτια καταστρέφονται. Ο βρετανικός στρατός καλείται ξανά να επιβάλλει την τάξη.

19 Αυγούστου 1969:
Η Διακήρυξη της Downing Street που συμφωνείται ανάμεσα στον πρωθυπουργό της Βόρειας Ιρλανδίας, James Chichester Clark και τον βρετανό πρωθυπουργό Harold Wilson, επαναβεβαιώνει την πρόθεση να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα της ισότητας και κοινωνικής ειρήνης στη Βόρεια Ιρλανδία, καθώς και ότι η Βόρεια Ιρλανδία δε θα πάψει να είναι μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου χωρίς τη συγκατάθεση του λαού.

Δεκέμβριος 1969:
Σχίσμα ανάμεσα στο Sinn Fein και το Irish Republican Army, δημιουργώντας αυτό που αργότερα θα γίνει το Εργατικό Κόμμα και το Sinn Fein, καθώς και ο επίσημος IRA και ο Provisional IRA.

9 Αυγούστου 1971:
Η κράτηση και προφυλάκιση υπόπτων χωρίς δίκη εισάγεται ως θεσμός στη Βόρεια Ιρλανδία.

Σεπτέμβριος 1971:
Ο UVF παίρνει την υποστήριξη μιας ακόμα παραστρατιωτικής οργάνωσης, της Ulster Defense Association (UDA).

30 Ιανουαρίου 1972:
Η Ματωμένη Κυριακή («Bloody Sunday») – ο στρατός επεμβαίνει με το Parachute Regiment για να καταπνίξει αναταραχές στη διάρκεια διαδήλωσης για τα κοινωνικά δικαιώματα στο Derry. Δεκατρείς άνθρωποι πυροβολούνται και σκοτώνονται και ένας ακόμα υποκύπτει αργότερα στα τραύματά του.

Φεβρουάριος 1972:
Με τη βομβιστική επίθεση στο Aldershot στην Αγγλία, που σκοτώνει επτά ανθρώπους, ξεκινά σειρά βομβιστικών επιθέσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Μάιος 1972:
Η κυβέρνηση Stormont διαλύεται και νέα κυβέρνηση τοποθετημένη από τη βρετανική βουλή παίρνει τη θέση της

Μάιος 1972:
Ο επίσημος IRA ανακοινώνει ανακωχή, γεγονός που σηματοδοτεί το τέλος της στρατιωτικής του δράσης. Ο Provisional IRA συνεχίζει τη δράση του (που διήρκησε μέχρι την ανακωχή του 1997)

Ιούλιος 1972:
Ματωμένη Παρασκευή («Bloody Friday»): πολλαπλές βομβιστικές επιθέσεις από τον IRA με εννέα νεκρούς και ακόμα 130 πολίτες τραυματίες.

Δεκέμβριος 1972:
2 άνθρωποι νεκροί και 127 τραυματίες από βομβιστική επίθεση των Loyalists στο Δουβλίνο, στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Με τη συνέχιση των «Τroubles», συνεχίστηκαν και οι επιθέσεις στην Ιρλανδία.

Ιούνιος 1973:
Βουλευτικές εκλογές στη Β. Ιρλανδία

Δεκέμβριος 1973:
Υπογράφεται η συμφωνία Sunningdale – μια προσπάθεια να σταματήσει η αιματηρή περίοδος των «Troubles» επιβάλλοντας σε Ενωτικούς και Εθνικιστές να μοιραστούν την εξουσία.

Δεκέμβριος 1973 - Μάιος 1974:
Η διαμάχη για την κατοχή της εξουσίας συνεχίζεται, η βία και οι εκφοβισμοί κλιμακώνονται με αναταραχές που κορυφώνονται κατά τη γενική απεργία το Μάιο του 1974.

28 Μαΐου 1974:
Η Βουλή της Β. Ιρλανδίας διαλύεται. Επανατοποθετείται κυβέρνηση αποφασισμένη από το Westminster –που θα παραμείνει για τα επόμενα 25 χρόνια.

Δεκέμβριος 1975:
Λήξη του λεγόμενου «internment».


Μάρτιος 1976:
Λήξη του «Special Category Status» για κρατουμένους καταδικασμένους για τρομοκρατική δράση. Από το 1972, παραστρατιωτικοί κρατούμενοι διατηρούσαν κάποια από τα δικαιώματα των κρατουμένων πολέμου. Έχοντας πλέον μπει στην κατηγορία των κοινών εγκληματιών, θα έπρεπε να εγκλειστούν στην νέα φυλακή Maze, που λειτούργησε την 1η Μαρτίου δίπλα στο Μπέλφαστ, στα ειδικά διαμορφωμένα «κελιά Η».

Σεπτέμβριος 1976:
Ξεκινούν οι «διαδηλώσεις της κουβέρτας» («blanket protests») στην φυλακή Maze, ως διαμαρτυρία για τη λήξη του Special Category Status. Οι κρατούμενοι έχουν πέντε αιτήματα: Το δικαίωμα να μη φορούν στολή φυλακισμένου. Το δικαίωμα να μην κάνουν εργασίες φυλακής. Το δικαίωμα για ελεύθερη επικοινωνία με τους άλλους κρατουμένους. Το δικαίωμα σε μία επίσκεψη. Το δικαίωμα για ένα γράμμα και ένα δέμα ανά εβδομάδα.

Ο όρος ‘blanket protest’ προέρχεται από την άρνηση των διαδηλωτών να φορέσουν τις στολές τους, τυλίγοντας αντί γι’ αυτές κουβέρτες γύρω από το σώμα τους. Στη συνέχεια ακολούθησε η διαμαρτυρία «Όχι πλύσιμο».

Οκτώβριος 1980:
Ρεπουμπλικάνοι φυλακισμένοι ξεκινούν απεργία πείνας για να διαμαρτυρηθούν για τη λήξη του Special Category Status.

Δεκέμβριος 1980:
Η απεργία πείνας ματαιώθηκε, όταν οι φυλακισμένοι λανθασμένα πίστεψαν ότι τους εκχωρήθηκαν τα διεκδικούμενα δικαιώματα.

Ιανουάριος 1981:
2,187 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στη διάρκεια των «Troubles» από το 1969.

1η Μαρτίου 1981:
Η απεργία πείνας ξεκινά ξανά, ηγούμενη από τον Bobby Sands.

Απρίλιος 1981:
Ο Bobby Sands εκλέγεται μέλος της Βουλής Fermanagh and South Tyrone στο Westminster. Ο νόμος αργότερα τροποποιήθηκε ούτως ώστε να εμποδίζει τους κρατουμένους να λαμβάνουν μέρος στις εκλογές.

5 Μαΐου 1981:
Ο Bobby Sands πεθαίνει στη φυλακή Maze Prison την 66η μέρα της απεργίας πείνας, σε ηλικία 27 ετών.

3 Οκτωβρίου 1981:
Η Απεργία Πείνας λαμβάνει τέλος, μόνο όμως μετά το θάνατο ακόμα 9 ρεπουμπλικάνων κρατουμένων. Τις επόμενες μέρες και μήνες, η βρετανική κυβέρνηση εγγυήθηκε ότι θα εκπληρώσει όλα τα αιτήματα των κρατουμένων, χωρίς όμως κάποια περαιτέρω επίσημη αναγνώριση του πολιτικού status.

ΟΙ ΔΕΚΑ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ IRA ,
η ηλικία τους και η ημερομηνία θανάτου τους από τα αρχεία του IRA:

Bobby Sands (27)
Began hunger strike on 1 March 1981 and died on 5 May 1981 after 66 days without food.

Francis Hughes (25)
joined hunger strike on 15 March 1981 and died on 12 May 1981 after 59 days without food.

Raymond McCreesh (24)
joined hunger strike on 22 March 1981 and died on 21 May 1981 after 61 days without food.

Patsy O'Hara (23)
joined hunger strike on 22 March 1981 and died on 21 May 1981 after 61 days without food.

Joe McDonnell (30)
joined hunger strike on 8 May 1981 and died on 8 July 1981 after 61 days without food.

Martin Hurson (29)
joined hunger strike on 28 May 1981 and died on 13 July 1981 after 46 days without food.

Kevin Lynch (25)
joined hunger strike on 23 May 1981 and died on 1 August 1981 after 71 days without food.

Kieran Doherty (25)
joined hunger strike on 22 May 1981 and died on 2 August 1981 after 73 days without food.

Thomas McElwee (23)
joined hunger strike on 8 June 1981 and died on 8 August 1981 after 62 days without food.

Michael Devine (27)
joined hunger strike on 22 June 1981 and died on 20 August 1981 after 60 days without food.

Οι πρωταγωνιστές

Michael Fassbender ( Bobby Sands )

Μετά την εμπορική επιτυχία της ταινίας «300» του Zack Snyder, ο ιρλανδός ηθοποιός Michael Fassbender έγινε ο ρομαντικός πρωταγωνιστής στην ταινία Angel του Francois Ozon. Η περίοδος 2007-2008 είναι ιδιαίτερα παραγωγική για τον Μichael:- είχε κεντρικό ρόλο στο υπερφυσικό θρίλερ του Joel Schumacher «Town Creek» που γυρίστηκε στη Ρουμανία και στο «Eden Lake» σκηνοθετημένο από τον James Watkins. Ο Michael βρέθηκε και στη Νότια Αφρική γυρίζοντας το «The Devil’s Whore», του σκηνοθέτη Marc Munden –μια νέα μεγαλειώδης σειρά σε τέσσερα μέρη, γυρισμένη για λογαριασμό του Channel 4 με φόντο τον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο

Ο Michael μεγάλωσε στο Κillarney. Έχοντας κάνει θέατρο και τηλεόραση, η μεγάλη στροφή στην καριέρα του ήρθε όταν πήρε ένα ρόλο στην επική παραγωγή των Steven Spielberg και Tom Hanks «Band of Brothers», παίζοντας τον Συνταγματάρχη Burton 'Pat' Christenson. Μετά από αυτό, ο Michael πήρε ρόλους σε πολλές βρετανικές τηλεοπτικές σειρές. Οι πιο αξιόλογες από αυτές είναι στα: «Gunpowder: Treason and Plot» όπου πρωταγωνιστεί ως ο διαβόητος Guy Fawkes, στο υπερφυσικό νεανικό δράμα «Hex» ως ο έκπτωτος άγγελος Azazeal. Στο «Murphy's Law» όπου είχε ένα μικρό ρόλο ως Caz Miller καθώς και στα «Poirot» και «Trial and Retribution X: Sins of the Father».

Το 2006, στο φεστιβάλ του Εδιμβούργου, ο Michael πρωταγωνίστησε μαζί με τον Mel Smith στο «Allegiance», ένα έργο για τον Winston Churchill και τον Michael Collins.


Liam Cunningham ( Ιερέας Dominic Moran)

Ο τελευταίος κινηματογραφικός ρόλος του ιρλανδού ηθοποιού Liam Cunningham είναι στην ταινία «The Mummy 3: Tomb of the Dragon Emperor». Έπαιζε επίσης στο πολυβραβευμένο «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι» του Ken Loach, το οποίο κέρδισε, μεταξύ άλλων, το Χρυσό Φοίνικα των Καννών το 2006. Ο Liam έχει εργαστεί με πολλούς σημαντικούς σκηνοθέτες, όπως ο Neil Jordan («Breakfast on Pluto»), ο Michael Winterbottom («Jude») και ο Alfonso Cuaron («The Little Princess»). Ο Liam έκανε την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση με ένα μικρό ρόλο στο γοητευτικά ρομαντικό έργο του ιρλανδού Mike Newell «Into the West» (1993).

Οι θεατρικές του συνεργασίες συμπεριλαμβάνουν την Passion Machine theatre company, το London's Royal Court Theatre και το Royal Shakespeare Company. Πολλές και οι τηλεοπτικές του εμφανίσεις σε πολλά διαφορετικά κανάλια: ΙΤV, BBC, RTE, HBO and CBS, συμπεριλαμβανομένων και guest εμφανίσεων σε βρετανικές σειρές όπως το Cracker – Messiah, το Prime Suspect and το Murphy’s Law.
Από την Πέμπτη 2 Οκτώβρη 2008 στους κινηματογράφους:
ΙΝΤΕΑΛ ΑΝΔΟΡΑ ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ ΚΗΦΙΣΙΑ ΟΣΚΑΡ
και στο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ Θεσσαλονίκης

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

Εμπιστεύσου την αγάπη -In love we trust

ΑΓΓΛΙΚΟΣ ΤΙΤΛΟΣ : IN LOVE WE TRUST
ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΣ ΤΙΤΛΟΣ :
ZUO YOU


Σκηνοθεσία: Xiaoshuai Wang
Παίζουν: Taishen Cheng, Weiwei Liu, Jiayi Zhang, Nan Yu
Διάρκεια: 115'
Είδος: Κοινωνική
Γλώσσα: Μανδαρινικά
Βραβεία - διακρίσεις:

Αργυρή Άρκτος στο 58ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου (2008) για το καλύτερο πρωτότυπο σενάριο.
Παγκόσμια εκμετάλλευση: Films Distribution (FR)
Διανομή : Seven Films

Υπόθεση :
Ένας άντρας και μια γυναίκα που έχουν χωρίσει εδώ και χρόνια, ο Ξιάο Λου και η Μέι Ζου, ξαναβρίσκονται μετά από καιρό με αφορμή ένα τραγικό γύρισμα της τύχης: ανακαλύπτουν πως η πεντάχρονη κόρη τους Χέχε πάσχει από καλπάζουσα λευχαιμία. Ψάχνοντας το κατάλληλο μόσχευμα, διαπιστώνουν πως κανείς από το περιβάλλον τους δεν μπορεί να γίνει δότης. Έτσι η γυναίκα αποφασίζει να προτείνει στον πρώην άντρα της να κάνουν τεχνητή γονιμοποίηση ώστε να συλλάβουν, ένα άλλο παιδί, που θα μπορεί να γίνει δότης, μιας που θα έχει το ίδιο γενετικό υλικό. Και οι δυο τους έχουν συνεχίσει τη ζωή τους , έχουν βρει νέους συντρόφους και έχουν κάνει νέες οικογένειες. Πώς θα αντιδράσουν αυτοί, στο ενδεχόμενο μιας τέτοιου είδους επανένωσης;

Λίγο πολιτικό παρακήνιο :
Η ταινία θα έκανε την πρεμιέρα της στο περασμένο Φεστιβάλ των Καννών, αλλά η αρμόδια κρατική επιτροπή των Κινέζων , επέβαλλε στο σκηνοθέτη να αφαιρέσει σκηνές που περιείχαν σεξ. Για τον ίδιο λόγο, δεν πρόλαβε ούτε το Φεστιβάλ Βενετίας. Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο 58ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου (2008), όπου και ήταν υποψήφια για την Χρυσή Άρκτο.

Λίγα μεταφραστικά :
Ο κινέζικος τίτλος (Zuo You) μεταφράζεται στα ελληνικά ως "Δεξιά Αριστερά". Ο σκηνοθέτης Xiaoshuai Wang (Γουάνγκ Ξιαοσουάι) που ανήκει στη λεγόμενη έκτη γενιά σκηνοθετών της Κίνας, (στην Κίνα συνηθίζεται η γενεαλογική διάκριση των καλλιτεχνών, ξεκινώντας την καταμέτρηση από την απαρχή της γένεσης του μέσου) λέει πως είναι ένας χαρακτηρισμός για τις συγκρουόμενες νοοτροπίες των ηρώων, αλλά ο αγγλικός τίτλος είναι μια δήλωση για την αισιοδοξία του φιλμ. «Αναφέρεται στους συντρόφους των διαζευγμένων και στην εμπιστοσύνη που πρέπει να τους δείξουν».

Μια ανάγνωση :
Ζωή και θάνατος, έρωτας και αγάπη, παρελθόν και μέλλον, το «εγώ» και ο «άλλος», τρυφερότητα και βία.
Αυτό είναι το σύμπαν του Γουάνγκ Ξιαοσουάι, ένας κόσμος χωρισμένος σε ζευγάρια. Άλλοτε τα δύο μοιάζουν με ένα, άλλοτε έρχονται σε πλήρη αντίθεση. Έτσι και άνθρωποι στην ταινία, σχηματίζουν διάφορα ζευγάρια.
Ένας άνδρας και η πρώην γυναίκα του,
ένας άνδρας και η νέα του γυναίκα,
δύο γυναίκες που θέλουν να αποκτήσουν παιδί από τον ίδιο άνδρα,
ένας άνδρας που δεν μπορεί να προσφέρει παιδί στη γυναίκα του και πρέπει να μάθει να τη διεκδικεί από την αρχή...
Ένα ιδιόμορφο ερωτικό τετράγωνο, τέσσερις άνθρωποι που προσπαθούν να συναντηθούν όταν η μοίρα τους φέρνει αντιμέτωπους.
Μια ζωή που χάνεται, λοιπόν, μπορεί να τη σώσει μόνο μια νέα ζωή. Τη ζωή ενός μικρού κοριτσιού που αργοπεθαίνει, μπορεί να τη σώσει μόνο ο ομφάλιος λώρος που ενώνει ένα άλλο μωρό, με τους γονείς του που έχουν αποχωριστεί ο ένας τον άλλον. Γιατί, βλέπετε, κι αυτοί είχαν έναν κοινό έγγαμο βίο που αργοπέθαινε. Αλλά τη ζωή που χάνεται, μπορεί να τη σώσει μόνο μια νέα ζωή. Κι έτσι βρίσκονται μαζί με νέους συντρόφους, σε νέα σπίτια, με νέες οικογένειες.
Και οι δύο γονείς ασχολούνται με την αγορά ή την κατασκευή ακινήτων. Ασχολούνται με σπίτια που διαλύονται και ξαναφτιάχνονται για να μπουν νέες οικογένειες.
Στο Πεκίνο, εκεί που βρίσκονταν παλιά σπίτια ξαναχτίζονται υπερσύγχρονες πολυκατοικίες. Η Κίνα είχε μια παλιά ζωή, άρρηκτα δεμένη με την παράδοση, σκοτεινή και συντηρητική. Την παλιά ζωή μπορεί να τη σώσει μια νέα ζωή. Κι αν είναι έτσι, τότε γιατί δεν το κάνει;
Η κάμερα του σκηνοθέτη δίνει την απάντηση. Με ρεαλιστικό ύφος, περισσότερα μεσαία πλάνα και λιγότερα κοντινά, με εκφραστική λιτότητα παρατηρούμε τους ανθρώπους να απαντούν σε δυνάμεις που είναι ανώτερες από αυτούς με το ισχυρότερο όπλο που τους έχει απομείνει. Σημασία δεν έχει το αν θα τις νικήσουν, αλλά αυτό που επιστρατεύουν και τον τρόπο με τον οποίο αυτό τους διαμορφώνει. Σπάνια βλέπουμε τους ήρωες να συνυπάρχουν στο ίδιο κάδρο (ακόμα και τη στιγμή της ερωτικής συνεύρεσης, βλέπουμε τον έναν καλύτερα μέσα από καθρέφτη- γιατί τι είναι ο ένας, παρά το αντεστραμμένο είδωλο του άλλου;).
Στο φόντο, ένα Πεκίνο ψυχρό, μουντό, που καθρεφτίζει στην αρχιτεκτονική του την ψυχοσύνθεση των ηρώων. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης αγκαλιάζει τους χαρακτήρες του με αγάπη, δίνοντάς μας παράλληλα και την κατάλληλη απόσταση, αποφορτίζοντας το θέμα που στα χέρια οποιουδήποτε άλλου θα έμοιαζε με απλό μελόδραμα. Μας δίνει έτσι την ευκαιρία να τους γνωρίσουμε, να τους παρατηρήσουμε, να τους γνωρίσουμε, να νιώσουμε ένα κομμάτι από την αγάπη τους και να τους αγαπήσουμε και εμείς με τη σειρά μας. Το ανοιχτό τέλος μας δίνει μια υπόσχεση για το μέλλον. Αν υπάρχει αγάπη υπάρχει κάπου εκεί έξω και περιμένει να πιστέψουμε σε αυτήν.

Δήλωση του σκηνοθέτη:
"Το σινεμά είναι ο καλύτερός μου φίλος. Μπορώ και εκφράζομαι μέσω αυτού και είμαι τυχερός που το κάνω. Η ιδέα για το "In Love we Trust" βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία που διάβασα σε εφημερίδα. Δεν ήθελα όμως την ιστορία μου να είναι τυπικά κινέζικη: Η ιδέα ήταν να δώσω την εντύπωση της απλής, κανονικής ζωής των ανθρώπων μιας μέσης κοινωνικής τάξης που θα μπορούσε να εκτυλίσσεται σε οποιαδήποτε χώρα. Μπορεί η υπόθεσή της να φαίνεται σαν... σαπουνόπερα, αλλά ελπίζω αυτή η ταινία να ταξιδέψει πέρα από τα σύνορα. Αυτή η δουλειά μου διαφέρει από τις προηγούμενες σε ό,τι αφορά τη γενιά στην οποία κάνει focus. Το γυρίζω στους μεσήλικες, γιατί ήθελα να δείξω ανθρώπους ήδη πιεσμένους από τις ευθύνες, την εργασία, το ρόλο τους ως γονείς, και το πώς αυτοί αντιδρούν αντιμέτωποι με μια ξαφνική καταστροφή. Όταν συμβεί αυτό, ελπίζω να μπορούν να το αντιμετωπίσουν με αγάπη και σύνεση. Για μένα οι μεσήλικες είναι οι πιο πολύτιμοι άνθρωποι στην κοινωνία. Οι νεότεροι στερούνται εμπειρίας και έχουν πολλά ακόμη να μάθουν, οι γηραιότεροι έχουν πια αποσυρθεί. Στην Κίνα, και ειδικά στο Πεκίνο, όλα αλλάζουν με ραγδαίους ρυθμούς. Κάτι που ήταν μέχρι πρότινος παραδοσιακό, μπορεί να το συναντήσει κανείς μόνο σε βιβλία ιστορίας. Ελπίζω πως το φιλμ θα κάνει τους θεατές να δουν και να σκεφτούν τις δικές τους ζωές".

Βιογραφικό σημείωμα σκηνοθέτη:
Ο Wang Xiaoshuai γεννήθηκε το 1966 στη Σανγκάη αλλά πέρασε τα δεκατρία πρώτα χρόνια της ζωής του στην Guiyang, πόλη της Νοτιοδυτικής Κίνας, εξαιτίας των αναταραχών που έφερε η Πολιτιστική Επανάσταση. Εκεί αποφάσισε να ξεκινήσει σπουδές ζωγραφικής. Το 1979, μετακόμισε με την οικογένειά στο Wuhan. Σε ηλικία 15 ετών βρέθηκαν στο Πεκίνο, όπου και ξεκίνησε τις σπουδές του στην Κινηματογραφική Ακαδημία. Το 1993 γύρισε την πρώτη του ταινία με τίτλο "The days" που κέρδισε το Χρυσό Αλέξανδρο στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Την επόμενη χρονιά υπογράφει το "Frozen" με το ψευδώνυμο Wu Ming, που σημαίνει "Χωρίς όνομα", λόγω περιοριστικών μέτρων που είχε λάβει το κράτος για την παραγωγή ανεξάρτητων ταινιών. Γι' αυτό και η έξοδός της στις αίθουσες γίνεται το 1997. Η παγκόσμια αναγνώριση έρχεται το 2001, όταν απέσπασε την αργυρή Άρκτο στο 51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου για την ταινία του "Ο Ποδηλάτης του Πεκίνου", ενώ το 2005 κέρδισε το ειδικό βραβείο της επιτροπής στις Κάννες για την ταινία του "Shanghai Dreams". Έχει εμφανιστεί σε τέσσερις ταινίες και ως ηθοποιός. Αυτό τον καιρό ετοιμάζει την νέα ταινία του με διεθνή τίτλο "11 Flowers".

Φιλμογραφία:
Dongchun de rizi / The Days (1993),
Jidu hanleng / Frozen (1996),
Meng huan tian yuan / The House (1999)
Shiqi sui de dan che / Beijing Bicycle (ελληνικός τίτλος: Ο Ποδηλάτης του Πεκίνου)(2001),
Jeonjaeng geu ihu / After War / (segment "The New Year")(2002),
Er di / Drifters (2003),
Qing hong / Shanghai Dreams (ελληνικός τίτλος: Ταραγμένη Αγάπη) (2005),
Zuo you / In Love We Trust (2007)

Ξένος Τύπος :
"Καταφέρνει να φανεί εφευρετικός στο να οργανώσει μια σειρά επίπονων εσωτερικών συνομιλιών ... Highlight της ταινίας η μοναδική ερμηνεία της Ζhang Jia-yi.
(Jurgen Fauth και Marcy Dermansky, World / Independent Film)

.
"Ο Xiaoshuai Wang πετυχαίνει μια αφήγηση που οδηγεί σε μια αίσθηση ανακούφισης, δίνοντας μας τις κατάλληλες δόσεις εγωισμού και διαθεσιμότητας, γενναιοδωρίας και πόνου. Μέχρι το τέλος μας δίνει και ένα πορτρέτο της Κίνας της νέας εποχής".
(Giancarlo Zappoli, MYmovies.it)


"Η Liu, ευρέως γνωστή από τη δουλειά της στην τηλεόραση, είναι εξαιρετικά καλή στο ρόλο της μητέρας".
(Derek Elley, Variety)


Στους κινηματογράφους:


ΙΝΤΕΑΛ Πανεπιστημίου 46
ΑΝΔΟΡΑ Σεβαστουπόλεως 117 (Ερυθρός)









Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2008

Ο ΕΧΘΡΟΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

Δεν υπάρχει χειρότερος εχθρός από τον ίδιο σου τον εαυτό


Σκηνοθεσία: Φλορέντ Εμίλιο Σίρι
Σενάριο: Πάτρικ Ρότμαν(Βιβλίο και ντοκιμαντέρ) και Φλορέντ Εμίλιο Σίρι
Ηθοποιοί: Μπενουά Μαγκιμέλ, Αλμπέρτ Ντουποντέλ, Αουρέλιαν Ρεκόινγκ, Μαρκ Μπαρμπέ
Μουσική: Αλεξάντρ Ντεσπλάτ
Διευθυντής φωτογραφίας: Τζιοβάνι Φιόρε Κολτελάτσι
Χώρα: Γαλλία
Γλώσσα: Γαλλικά
Διάρκεια: 108 λεπτά
Είδος: Πολεμικό δράμα
Επίσημη ιστοσελίδα: http://www.lennemi-intime-lefilm.fr/


Σύνοψη:
Αλγερία, 1959. Οι πολεμικές επιχειρήσεις για την ανεξαρτησία της Αλγερίας, εντείνονται. Ο υπολοχαγός Τεριέν έχει μετατεθεί σε μία από τις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Αλγερίας, για να αντικαταστήσει ένα αξιωματικό που πέθανε σε μια συμπλοκή. Αυτός ο πόλεμος όμως απέχει πολύ από αυτό που είχε φανταστεί ο ίδιος. Θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει έναν βετεράνο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος είναι πρόθυμος να σκοτώσει ακόμη και τους στρατιώτες με τους οποίους υπηρέτησε μαζί, για να εξασφαλίσει την ανεξαρτησία της πατρίδας του. Όταν οι Αλγερινοί σφάζουν τους κατοίκους ενός χωριού, ο Τεριέν προσπαθεί να παραμείνει ψύχραιμος μπροστά στις ανείπωτες φρίκες που παρακολουθεί. Η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι ο λοχίας Ντουνάκ, που πιστεύει ακράδαντα ότι η ωμότητα αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την ίδια μορφή βαρβαρότητας. Σύντομα ο Τεριέν θα γνωρίσει ένα μικρό παιδί που επιβίωσε εκ θαύματος, και θα αναγκαστεί να δει την εικόνα του πολέμου μέσα από τα αθώα μάτια του…


Βασισμένη σε ιστορικά γεγονότα, και το αντίστοιχο βιβλίο και ντοκιμαντέρ του Πάτρικ Ρότμαν, με μια σύγχρονη οπτική, η ταινία ερευνά τις συνθήκες που μπορούν να κάνουν έναν στρατιώτη να φτάσει σε ανατριχιαστικά βασανιστήρια, και δύο φίλους να γίνουν ορκισμένοι εχθροί, με σκηνικό τον αγώνα της ανεξάρτητης Αλγερίας να ανεξαρτητοποιηθεί από τη Γαλλία. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστικά ταινία που απεικονίζει την χρήση ναπάλμ από το γαλλικό στρατό μέσα από θεαματικές εκρήξεις και σκηνές μάχης. Στο ύφος των ταινιών «Platoοn», «Blαck Hawk down» και «Deer Hunter», συνδυάζει την ρεαλιστική δράση και την επιβίωση της ανθρώπινης φύσης στην ομίχλη του πολέμου. Ο Φλορέντ Σίρι έγινε ευρύτερα γνωστός με την ταινία του «Διπλή ομηρία», παραγωγός της οποίας ήταν ο Μπρους Γουίλις. Ο Σίρι υπήρξε προσωπική επιλογή του Γουίλις, που θέλησε η ταινία να έχει μια ευρωπαϊκή ματιά.



Ο σκηνοθέτης:
Ο Φλορέντ Εμίλιο Σίρι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λωραίνη της Γαλλίας. Σπούδασε κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, (όπου ένας από τους καθηγητές του ήταν και ο Έρικ Ρόχμαν) και στην ESRA (École supérieure de réalisation audiovisuelle). Ξεκίνησε την καριέρα του ως σκηνοθέτης με το κοινωνικό δράμα «Ενός λεπτού σιγή», ενώ γρήγορα πέρασε στις ταινίες δράσης με την ταινία The Nest. Συνέχισε την καριέρα του σκηνοθετώντας δύο πολύ πετυχημένα παιχνίδια κονσόλας, τα Splinter Cell: Pandora Tomorrow και Splinter Cell: Chaos Theory, για λογαριασμό της γαλλικής Ubisoft. Το 2005 τον πρόσεξε ο Μπρους Γούιλις, ο οποίος του ζήτησε να σκηνοθετήσει τη «Διπλή Ομηρία» (Hostage). Αν και περιορισμένη εμπορικά, ο σκηνοθέτης έλαβε καλές κριτικές, και η ταινία αποκαλέστηκε ως η art house εκδοχή των ταινιών «Πολύ σκληρός για να πεθάνει» (Die Hard). Έχει σκηνοθετήσει και πολλά μουσικά βίντεο κλιπ για συγκροτήματα όπως οι IAM, Expression Direkt, Alliance Ethnik, και Wu-Tang Clan. Το Intimate Enemies είναι η τελευταία του ταινία.












Ο σεναριογράφος:
Ο Πάτρικ Ρότμαν είναι γνωστός στη Γαλλία κυρίως ως σεναριογράφος για τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ με πολιτικό χαρακτήρα. Ένα από αυτά είναι και το Σιράκ, ενώ έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την Αλγερία και την προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης της.

Η μουσική:
Ο Αλεξάντρ Ντεσπλάτ γεννήθηκε στις ΗΠΑ από Ελληνίδα μητέρα και Γάλλο πατέρα. Έχει προταθεί συνολικά για 9 Όσκαρ και 13 άλλα βραβεία σε φεστιβάλ κινηματογράφου. Έχει συνθέσει τη μουσική για ταινίες όπως: Προσοχή, Πόθος, Το Αστέρι του Βορρά, Syriana, Καζανόβα και η Βασίλισσα. Είναι ένας από τους 115 ανθρώπους που έχουν προταθεί το 2007 να γίνουν μέλη της AMPAS (Academy of Motion Picture Arts and Sciences), ή αλλιώς της γνωστής ακαδημίας που διοργανώνει τα Όσκαρ.


Οι ηθοποιοί:
Ο Μπενουάτ Μαγκιμέλ γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γαλλία, όπου σε ηλικία 16 ετών τα παράτησε όλα για να γίνει ηθοποιός. Σύζυγος της Ζυλιέτ Μπινός, με την οποία πρωταγωνίστησε μαζί στους «Αιώνιους Εραστές» (Les Enfants Du Siecle). Έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινίες όπως Το Μίσος, Η Δασκάλα του Πιάνου, Οι μαχητές των ουρανών, Το άνθος του κακού και το Fair play.
Ο Αλμπέρ Ντουποντέ είναι ταυτόχρονα σκηνοθέτης και ηθοποιός, ενώ ξεκίνησε την καριέρα του ως stand up κωμικός. Έχει συμμετάσχει σε ταινίες όπως Μη Αναστρέψιμος, Οι Ατέλειωτοι Αρραβώνες και η Οντέτ στα Άστρα.

Διακρίσεις:
Υποψήφιο για τρία Σεζάρ το 2008 (Καλύτερης φωτογραφίας, μουσικής επένδυσης και ήχου)

Τα ιστορικά γεγονότα:
Η Μάχη της Αλγερίας ξεκίνησε την 1η Νοέμβρη του 1954, με ένα μπαράζ ένοπλων επιθέσεων στο Αλγέρι και στην ύπαιθρο. Όταν ο απελευθερωτικός στρατός νίκησε τελικά το 1962 (Η Αλγερία έγινε και τυπικά ανεξάρτητη στις 5.7.1962) 1 εκατομμύριο Αλγερινοί ήταν νεκροί, εκατομμύρια πρόσφυγες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, εκατομμύρια στρέμματα εύφορης γης είχαν καεί ή εγκαταλειφθεί. Οι γαλλικές κυβερνήσεις έστειλαν 500.000 στρατιώτες να «ειρηνεύσουν» την Αλγερία –και ηττήθηκαν κατά κράτος.

Η νίκη της Αλγερινής Επανάστασης ήταν η ταφόπλακα της γαλλικής αποικιοκρατίας. Το πρώτο μεγάλο πλήγμα το είχε δεχτεί το 1954 στο Βιετνάμ, με την ήττα του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στο Ντιεν-Μπιεν-Φου. Έχασε τις αποικίες της στην ανατολική Ασία. Τον Οκτώβρη του 1956, η Γαλλία και η Βρετανία με τη βοήθεια του Ισραήλ προσπάθησαν να κάνουν επίδειξη πυγμής στο Σουέζ, που είχε εθνικοποιήσει ο Νάσερ. Ακόμα μια ταπεινωτική ήττα για τον ιμπεριαλισμό της αποικιοκρατίας.

Η Αλγερία ήταν η «τελευταία ευκαιρία» για την Γαλλία. Και όχι μόνο. Ήταν επίσημα μέρος του «εθνικού εδάφους», όχι μια «απλή» αποικία ή προτεκτοράτο. Ένα εκατομμύριο Γάλλοι κατοικούσαν εκεί. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι οι Αλγερινοί απολάμβαναν την «Ελευθερία, Ισότητα και Αδελφότητα» της Γαλλικής Δημοκρατίας. Όπως σημειώνει ο Δ. Λιβιεράτος «Τη χρονιά πριν την επανάσταση…μόνο 5.700 παιδιά Αλγερινών πήγαιναν στο γυμνάσιο και γύρω στα 600 στο πανεπιστήμιο». Όταν το καλοκαίρι του 1945 εκλέχτηκαν κι αντιπρόσωποι από τις αποικίες για την Συντακτική Συνέλευση «Από την Αλγερία, η οποία δεν εθεωρείτο αποικία αλλά τμήμα του γαλλικού εδάφους, εξελέγησαν 35 βουλευτές εκ των οποίων 14 για τους ευρωπαίους, δηλ. 1 για 71.500 κατοίκους και 21 για τους μουσουλμάνους, δηλ. 1 για κάθε 475.000 κατοίκους».

Μέχρι και σήμερα, οι σχέσεις των δύο χωρών παραμένουν τεταμένες λόγω της ακύρωσης μιας συμφωνίας φιλίας μετά την άρνηση του Παρισιού να αποδεχθεί το αίτημα του Αλγερίου να ζητηθεί συγγνώμη για τα εγκλήματα της αποικιοκρατικής περιόδου.

Πηγές: Λέανδρος Mπόλαρης σχετικά με το βιβλίο του Δημήτρη Λιβιεράτου «Η Αλγερινή επανάσταση», ΑΠΕ-ΜΠΕ-Γαλλ.Πρακτ (29/11/2007)

Η Τέχνη της αρνητικής Σκέψης

Βραβείο Σκηνοθεσίας
Φεστιβάλ Karlovy Vary 2007

«Η πιο αισιόδοξη πλευρά της απαισιοδοξίας, κάνει μια τρομερά διασκεδαστική ταινία…»
BJORN LARSSEN @ εφημερίδα NORDYS

«Συγκινητική, βαθιά ανθρώπινη και την ίδια στιγμή απολαυστική… Σε κάνει να γελάς και να κλαις ταυτόχρονα… Ένα κινηματογραφικό κρύο-ζεστό ντους…»
PER HADAL @ εφημερίδα OSLOPULS

«Γενναία ταινία, που θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη σας…
Η πιο ουσιαστική ροκ ταινία που είδαμε εδώ και καιρό, με απόλυτο σεβασμό στις λεπτομέρειες και τις λεπτές αποχρώσεις…»
GAUTE PROCHMAND @ περιοδικό SPIRIT

Φρίτνγιοβ Σαχάιμ, Κίρτσι Ελίν Τορνχάουγκ, Χένρικ Μέσταντ, Μάριαν Ότεζεν
Σκηνοθεσία: Μαρτ Μπρέιεν
Σκέψου αρνητικά: Αυτό φαίνεται να είναι το μότο του 33χρονου Γκάιρ, που βρίσκεται καθηλωμένος σε αναπηρική πολυθρόνα. Η σύζυγός του, βέβαια, φαίνεται να έχει άλλη γνώμη, καθώς επιμένει να τον εντάξει σε μια ομάδα «θετικής σκέψης» για άτομα με κινητικά προβλήματα. Η πρώτη μάζωξη των μελών του γκρουπ στο σπίτι του ζεύγους θα επιφυλάξει εκπλήξεις, ένταση, λάθη και πάθη, και θα δείξει πώς οι μαύρες σκέψεις μπορούν να χρωματίσουν τη ζωή.

Στο περιβάλλον του «Think Pink», στον κόσμο που οι «όμοιοι» δείχνουν τους «διαφορετικούς» με το ίδιο δάχτυλο, στη ζούγκλα της καθημερινότητας, όπου ο ένας θέλει να κατασπαράξει τον άλλο, μια ομάδα ανθρώπων δείχνει πως ο καλύτερος τρόπος για να φτιάξει κανείς τις ανθρώπινες σχέσεις είναι το να τις καταστρέψει πρώτα ολοσχερώς.

2008-2009 Seven Films The Next Step ANESIS 15.09.08